ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΕΜΕΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 16/2018

 

Πρόεδρος: Σ. Μπακανάκη, Ειρηνοδίκης

Δικηγόροι: Ε. Κονομόδη, Στ. Δημαράκη – Τσακανίκα

 

Η κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΕφΑθ 4092/2008 ΕλλΔνη 2011, 209, ΕφΑθ 1683/2004, ΕφΑθ 3000/2004, αδημ. στον νομικό τύπο, ΕφΑθ 1849/2001, ΤΝΠ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕφΑθ 3365/1995, ΕλλΔνη 37, 1161, Μακρίδου, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ 2000, τόμος I, υπό το άρθρο 307, αριθ. 6, σ. 612, βλ. όμως και αντίθετη άποψη ΕφΑθ 927/2003 ΕλλΔνη 2004, 258, Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας - Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση, τόμος Β’, έκδοση 1994, υπό το άρθρο 307, αριθ. 3, σ. 404 και τόμος Η-Συμπληρωματικός, έκδοση 2006, υπό το αυτό άρθρο, αριθ. 2, σ. 350, Γιάννης Κωστόπουλος, ΕΔΠ 1998, 289). Συνεπώς δεν απαιτείται στη νέα συζήτηση η εκ νέου κατάθεση προτάσεων, αλλά κατ' αυτήν επιτρέπεται η συμπλήρωση των ήδη κατατεθειμένων, ενώ ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παρασταθεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, χωρίς να χρειάζεται κατάθεση νέων προτάσεων (ΑΠ 1461/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 961/2009 ΕλλΔνη 2010, 1058, ΠΠρΦλωρ 16/2012 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 25/2010 ΝΟΜΟΣ).

Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../20.06.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών ... που προσκομίζει ο αιτών, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως - κλήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην 2η των καθ’ών. Πλην όμως αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, αλλά θα δικαστεί κατ’αντιμωλία, διότι είχε παραστεί στην αρχική συζήτηση (βλ. τα υπ’ αριθμ. .../2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίαση).

Επειδή με τις κρινόμενες αιτήσεις του και κατ' ορθήν εκτίμησή τους, ο αιτών, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζητεί τη διευθέτησή τους από το δικαστήριο, κατά το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο, ώστε να επέλθει μερική ή ολική διαγραφή των χρεών του έναντι των πιστωτών του, που περιλαμβάνονται στην υποβληθείσα από αυτόν κατάσταση. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα οι κρινόμενες αιτήσεις, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της κατοικίας του αιτούντος, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθ. 3 Ν 3869/2010), ενώ προσκομίζονται και οι υπεύθυνες δηλώσεις αυτού και της συζύγου του για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων: α) της περιουσίας και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του, β) των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και της μη υπάρξεως μεταβιβάσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων του κατά την τελευταία τριετία (βλ. τις με ημερομηνία 19.12.2014, 30.12.2015 και 22.03.2016 υπεύθυνες δηλώσεις - αρθ. 4 παρ. 2 του Ν 3869/2010).

Περαιτέρω, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση του αιτούντος, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών του με απαλλαγή του από υπόλοιπα χρεών (αρθρ. 13 παρ. 2 Ν 3869/2010). Οι αιτήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα στοιχεία του άρθρου 4 παρ. 1 Ν 3869/2010, είναι ορισμένες και νόμιμες, ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8 και 11 του Ν 3869/2010 [όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί με την ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/14.8.2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/14.8.2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του], πλην των αιτήματος εξαίρεσης από την ρευστοποίηση κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 τού ίδιου ως άνω νόμου του αγροτεμαχίου του οφειλέτη και του επαγγελματικού του οχήματος, αφού από τη σαφή διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου συνάγεται ότι υπάρχει δυνατότητα εξαίρεσης μόνο της εκποίησης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, ενώ δεν δύναται ο αιτών να ζητήσει την εξαίρεση άλλου ακινήτου ή την εξαίρεση από την εκποίηση κινητών πραγμάτων (I. Βενιέρης - Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Νόμου 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, 2011, σελ. 295). Κατά τα λοιπά πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών συζητήσεως, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και των πιστωτών του.

Από το συνδυασμό των άρθρων 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, 1 και 4 του Ν 3869/2010 [όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί με την ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/14.8.2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του], προκύπτει ότι η Αίτηση οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου για να είναι ορισμένη, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: 1) της μόνιμης και γενικής (όχι απλής) αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος φυσικού προσώπου, 2) της περιουσιακής κατάστασης του ιδίου και του συζύγου και των πάσης φύσεως εισοδημάτων τους, 3) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, 4) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, 5) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, παράλληλα δε πρέπει να περιλαμβάνει σε αυτη αίτημα προς επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης ώστε να αποκτήσει αυτό ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά να ζητεί την ρύθμιση των χρεών από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν 3869/2010. Δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση των παραπάνω στοιχείων και του αιτήματος της αίτησης, αλλά μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, γιατί δεν καθορίζεται από το νόμο η παράθεσή τους σε ορισμένη θέση ή σειρά, αρκεί μόνο αυτά να προκύπτουν με σαφήνεια. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του οφειλέτη και τις συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του, καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις περιερχόμενος σε αδυναμία πληρωμών ή τα εισοδήματά του όταν ανέλαβε τα δάνεια από τους πιστωτές, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ’ άρθρ. 4 παρ. 1 Ν 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης περί της μονιμότητας στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία συντελέστηκε χωρίς δολιότητα του οφειλέτη και θα εξεταστούν στην οικεία θέση (ΕιρΑλεξ 13/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΒασιλικ 65/2013 ΝΟΜΟΣ).

Κατόπιν τούτων, η περί αοριστίας ένσταση των καθ’ών πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον οι αιτήσεις περιέχουν τα στοιχεία που, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι απαραίτητα κατά το άρθρο 1 του ως άνω νόμου για τον έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας τους. Να σημειωθεί ότι η περιγραφή της απαίτησης προς τον 2° των καθ’ ών ΟΑΕΕ μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτής, χωρίς να αναλύεται περαιτέρω σε τόκους και έξοδα, οφείλεται σε ελλιπή περιγραφή του χρέους από τον συγκεκριμένο φορέα, όπως προκύπτει από την βεβαίωση που παρέδωσε στον αιτούντα και όχι στην ευθύνη του οφειλέτη, με συνέπεια να μην οδηγεί σε αοριστία του δικογράφου της αιτήσεως, εξ αυτού του λόγου.

Περαιτέρω, το 2° των καθ’ών προέβαλε την ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν 3869/2010, ως αντιτιθέμενο στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντάγματος. Σύμφωνα με τα άρθρα 2, 5, 22 και 25 Συντ. προκύπτει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει των προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας. Με το Ν 4336/2015 διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν 3869/2010 ως προς τα δυνάμενα προς υπαγωγή χρέη, προστιθέμενης στην παρ. 2 του άρθρου 1 περίπτωσης από στοιχ. γ', κατά την οποία στο πεδίο εφαρμογής υπάγονται «γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής». Η δυνατότητα εφαρμογής πλέον των εν λόγω οφειλών, οι οποίες αρχικά δεν υπάγονταν στο πεδίο ρύθμισης του νόμου, κρίθηκε επιβεβλημένη από τον νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του Ν 3869/2010, που είναι η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του και η επάνοδός του στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, καθώς τυχόν απαλλαγή από τα χρέη προς ιδιώτες με διατήρηση των μέχρι πρότινος εξαιρουμένων χρεών θα καθιστούσε άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος τυχόν επιτυγχανόμενη απαλλαγή του οφειλέτη, ο οποίος θα εξακολουθούσε να βαρύνεται με τα εξαιρούμενα χρέη. Η δε εξαίρεση συγκεκριμένων απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 είχε ως συνέπεια τη δημιουργία δανειστών δύο ταχυτήτων, καθώς οι πιστωτές που εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των υπολοίπων, διατηρώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις τους. Μάλιστα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και κατ’ εξαίρεση της αρχής της καθολικότητας που ισχύει κατ’ αρθ. 8 παρ. 1 γ΄ για τις οφειλές προς ιδιώτες, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να επιλέξει τη ρύθμιση που θα ακολουθήσει ως προς τις εν λόγω οφειλές, καθώς ο οφειλέτης που έχει ρυθμίσει καθ’οιονδήποτε τρόπο τις ανωτέρω οφειλές κάνοντας χρήση ενός άλλου θεσμικού πλαισίου (πχ. 100 δόσεις) θα πρέπει να εγκαταλείψει την εν λόγω ρύθμιση εφόσον επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν 3869/2010, καλούμενος ο ίδιος να σταθμίσει τυχόν επιπτώσεις που συνεπάγεται η μη προσήκουσα καταβολή των υποχρεώσεων αυτών (πιθανότητα απώλειας συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και περίθαλψης).

Κατά τα ανωτέρω, ουδόλως θίγεται η εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όπως εξειδικεύεται στην αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της οικονομικής βιωσιμότητας των Φ.Κ.Α., όπως ισχυρίζεται το καθ’ού, αφού η είσπραξη των εν λόγω οφειλών είναι λίαν επισφαλής, αν όχι αδύνατη και οι φορείς δεν δύνανται να στηρίζουν σε αυτές τη βιωσιμότητά τους. Άλλωστε, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης ακριβώς λόγω της ιδιότητάς του δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει ούτως ή άλλως στις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, συνεπώς θα οδηγείτο στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι τη συσσώρευση οφειλών μη δυνάμενων να εισπραχθούν και την απώλεια παροχών. Η ανυπαρξία ενός πλαισίου ρύθμισης συνολικά των οφειλών ενός υπερχρεωμένου προσώπου τον οδηγεί σε κοινωνική περιθωριοποίηση και οικονομικό αποκλεισμό, σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος (ΕιρΠατρ 494/2016, ΕιρΙλίου 398/2016, ΕιρΘεσ 3394/2016 ΝΟΜΟΣ). Για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω ένσταση ως ουσία αβάσιμη.

Ακόμα, οι καθ’ών προβάλλουν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αιτούντος, καθόσον ισχυρίζονται ότι ο αιτών, χωρίς να λάβει υπόψη του τα συμφέροντα των πιστωτών και για να αποφύγει την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, άσκησε τις ένδικες αιτήσεις και αιτείται χαμηλές καταβολές ή ακόμα και διαγραφή των χρεών του, σε αντίθεση με τη βλάβη που θα υποστούν οι τελευταίοι. Η ένσταση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης των ένδικων αιτήσεων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. σχετ. ΑΠ 1006/1999 ΕλλΔνη 40, 1718, ΑΠ 392/1997 ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005 ΔΕΕ 2005, 1066, ΕφΛαρ 474/2005 Αρμ 2005, 1768, ΕφΠατρ 964/2004 ΑχΝομ 2005, 22, ΕφΘεσ 1729/2003 Αρμ 2004, 1401, ΕφΘρ 221/2000 DIGESTA 2003, 36). Κατά δε το μέρος που αφορά τους ανωτέρω πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενό της είναι επίσης απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο νόμος αξιώνει μεν από τον οφειλέτη τη σύνταξη της αίτησης με στάθμιση των δικών του συμφερόντων και αυτών των πιστωτών, πλην όμως, ο τελευταίος δύναται να προτείνει στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 5 και χαμηλών καταβολών σχέδιο πληρωμών. Σε κάθε περίπτωση αν το Δικαστήριο κρίνει μη εύλογο και αποδεκτό το σχέδιο αποπληρωμής του οφειλέτη επεμβαίνει και διαμορφώνει αυτό αποκλίνοντας από τα αιτηθέντα (βλ. I. Βενιέρης, Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, έκδοση 2η, σελ. 179, ΕιρΝίκαιας 4/2014 ΝΟΜΟΣ).

Επίσης, το 2° των καθ’ών ισχυρίζεται ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του, διότι γνώριζε κατά τον χρόνο συνάψεως των σχετικών συμβάσεων δανείου ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του καθόσον δεν είχε τη σχετική οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Η εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη κατ’ άρθρο 262 ΚΠολΔ, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τη δόλια περιέλευση του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμής, ήτοι δεν αναφέρεται ποίο μηνιαίο εισόδημα διέθετε αυτός κατά το χρόνο λήψεως του εκάστοτε δανείου, αφαιρουμένων των εξόδων διαβίωσης, εάν υφίσταντο άλλες παράλληλες δανειακές συμβάσεις που να μειώνουν την πιστοληπτική του ικανότητα το χρόνο εκείνο, αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο κ.λπ., ώστε να προκύπτει ο δόλος του, έστω ενδεχόμενος, όπως ο πιστωτής ισχυρίζεται. Αντίθετα, η γενική διατύπωση του περιεχομένου της ένστασης ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών, διότι τα εισοδήματά της ουδέποτε δικαιολογούσαν το δανεισμό στον οποίον κατέφυγε, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση σαφούς και ορισμένης ένστασης.

Τέλος, αμφότεροι οι πιστωτές προβάλλουν την ένσταση της ύπαρξης εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπο του αιτούντος, καθότι αυτός διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων με αντικείμενο την προμήθεια και πώληση πετρελαιοειδών, διαθέτει υλικοτεχνικό εξοπλισμό, απασχολεί προσωπικό και εμφανίζει μεγάλου ύψους ακαθάριστο εισόδημα, στοιχεία που δεν δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του ούτε ως «μικρεμπόρου». Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι νόμιμος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.

Από την ανωμοτί κατάθεση του αιτούντος, που δόθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την με αριθ. 47/2017 απόφαση πρακτικά, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο αιτών, ηλικίας 47 ετών, είναι έγγαμος με την Μ. Μ. με ένα ενήλικο τέκνο που φοιτά στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ένα ανήλικο και διαμένουν όλοι μαζί στην οικία της μητέρας του αιτούντος στη ... Κορινθίας (βλ. τα με αρ. πρωτ. .../2016 πιστ/κό οικ. κατάστασης, το με αρ. πρωτ. .../2017 πιστ/κό σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και κατάθεση αιτούντος). Ο αιτών διατηρεί πρατήριο (κατάστημα) υγρών καυσίμων στην περιοχή του ... Νεμέας, διαθέτει μεν τον βασικό απαιτούμενο υλικοτεχνικό εξοπλισμό (λ.χ. αντλίες βενζίνης, στέγαστρα κ.λπ.), πλην όμως ο κύκλος των εργασιών του είναι περιορισμένος, αφού ο τζίρος της επιχείρησης κυμαίνεται από 400 έως 1.500 ευρώ μηνιαίως, ενώ δεν χρησιμοποιεί προς τούτο βοηθητικό προσωπικό, αλλά απασχολείται ο ίδιος με την βοήθεια της συζύγου του. Για τους λόγους αυτούς ο αιτών κατατάσσεται στην κατηγορία των προσώπων που ασκούν μικρεμπορία και συνεπώς υπάγονται στη διαδικασία του Νόμου, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης των καθ’ ών.

Το έτος 2016 εμφάνιζε ζημία της επιχείρησής του και μοναδικό εισόδημα το ποσό των 836,40 ευρώ ετησίως, το έτος 2015 εμφάνιζε μηνιαίο εισόδημα ποσού 850 ευρώ, το έτος 2014 ποσού 470 ευρώ, το έτος 2013 ποσού 416 ευρώ, το έτος 2012 ποσού 470 ευρώ, το έτος 2011 ποσού 150 ευρώ, το έτος 2010 ποσού 1.200 ευρώ, το έτος 2008 ποσού 1.357 ευρώ, το έτος 2007 ποσού 450 ευρώ, το έτος 2006 ποσού 900 ευρώ, το έτος 2005 ποσού 1.022 ευρώ και το έτος 2004 ποσού 1.555 ευρώ (βλ. δηλώσεις Ε1, Ε3 και εκκ. σημείωμα φορ. ετών 2016, 2015, 2014 και οικ. ετών 2014, 2013, 2012, 2011, 2009, 2008, 2007, 2006, 2005). Η σύζυγός του, στερείται εισοδημάτων, καθότι είναι άνεργη και απασχολείται στο πρατήριο του συζύγου της (βλ. αποδεικτικό ανανέωσης χρόνου ανεργίας ΟΑΕΔ, τη με αρ. πρωτ. ... Βεβαίωση ανεργίας ΟΑΕΔ και ανωτέρω εκκ. σημειώματα). Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειάς του, λαμβανομένων υπόψιν των εν γένει δαπανών τους (τέλη ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ, ΕΝΦΙΑ, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ασφαλιστικές εισφορές, μετακινήσεις, διατροφή ένδυση, έξοδα φοίτησης τέκνου κ.λπ. - βλ. ηλεκτρονικές καταστάσεις από taxisnet ρυθμιζόμενων οφειλών προς ΔΟΥ Κορίνθου, αντίγραφο ηλεκτρονικής δήλωσης μίσθωσης ακινήτου, ΕΝΦΙΑ 2016 και κατάθεση αιτούντος), στήν κάλυψη των οποίων συνεισφέρει και η μητέρα του που διαμένει μαζί τους από τη σύνταξή της ποσού 514 ευρώ μηνιαίως (βλ. απόκομμα επιταγής πληρωμής σύνταξης ΟΓΑ Α.Γ.), ανέρχεται λίαν επιεικώς στο ποσό των 900,00 ευρώ.

Περαιτέρω, ο αιτών στερείται κύριας κατοικίας, πλην όμως έχει στην πλήρη κυριότητά του κατά ποσοστό 100% ένα αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως 6.765 τ.μ., επί του οποίου υφίστανται εγκαταστάσεις πρατηρίου βενζίνης, επιφάνειας 40,14 τ.μ που βρίσκεται στη θέση ... (...) της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Νεμέας Κορινθίας του πρώην Δήμου Νεμέας (βλ. δήλωση Ε9 έτους 2017, το με αριθ. .../1991 συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβ/φου Νεμέας ..., νομίμως μεταγγεγραμένο και την με αριθ. …/96 άδεια οικοδομής). Η εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου δεν κρίνεται απαραίτητη, διότι εκείθεν στεγάζεται η επιχείρηση του αιτούντος από την λειτουργία της οποίας αποκερδαίνει το μοναδικό εισόδημά του, άλλωστε και η μικρή εμπορική του αξία ύψους 10.000 ευρώ (βλ. την με ημερομηνία 18.01.2017 εκτίμηση ακινήτου του μεσιτικού γραφείου Δ.) δεν θα αποφέρει αξιόλογο τίμημα προς απόδοση στους πιστωτές, λαμβανομένων υπόψιν και των εξόδων εκποίησης, Τέλος, ο αιτών έχει στην κυριότητά του σε ποσοστό 100% το υπ’αριθμ. κυκλοφορίας ... επαγγελματικό φορτηγό μάρκας ... cc, έτους 1ης κυκλοφορίας 2004, για τις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησής του (βλ. υπηρεσιακό αντίγραφο άδειας κυκλοφορίας), γιαυτό κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η εκποίησή του.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, ορισμένα εκ των οποίων ως εμπραγμάτως ασφαλισμένα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης με επιτόκιο ενήμερης οφειλής και θεωρούνται ληξιπρόθεσμα υπολογιζόμενα με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους, κατ’ άρθ. 6 παρ. 3 του Ν 3869/2010.

1) Στην ... (1η των καθ’ ών):

α) από τη με αριθ. ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου, το συνολικό ποσό των 70.460,22 ευρώ (βλ. την από 17.09.2014 βεβαίωση οφειλών της 1ης των καθ’ών), β) από τη με αριθ. ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου, το συνολικό ποσό των 29.188,81 ευρώ (βλ. την ίδια βεβαίωση οφειλών),

2) Στον Ο.Α.Ε.Ε. (2° των καθ’ών):

α) από οφειλές ασφαλιστικών εισφορών για διάστημα από 01.07.2011 - 30.11.2014, το συνολικό ποσό των 26.904,11 ευρώ (βλ. το με αρ. πρωτ. .../13.11.2017 έγγραφο του 2ου των καθ’ών). Το σύνολο των απαιτήσεων του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 126.553,14 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν 3869/2010 και ειδικότερα η έλλειψη της εμπορικής ιδιότητας και η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περιαγωγή του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του. Ειδικότερα, ως αδυναμία πληρωμής νοείται η έλλειψη ρευστότητας που απαιτείται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκριθεί στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω κι αν έχει κινητή ή άλλη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί (Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2012, σελ. 51). Η αδυναμία πληρωμών καθορίζεται με βάση τη σχέση οφειλών και παροντικής ρευστότητος, αφού ληφθεί υπόψη και η προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητος του οφειλέτη. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητα του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών (Κλ. Ρούσσος, Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα).

Στην περίπτωση του αιτούντος υπάρχει έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων ικανών για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα (ληξιπρόθεσμα) χρέη του. Ο αιτών έχει περιέλθει σε πραγματική μόνιμη αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες αυτές χρηματικές οφειλές του, η οποία οφείλεται αφενός στη μείωση των εισοδημάτων του, σε αντίθεση με την αύξηση του κόστους διαβίωσης και αφετέρου στο ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των χρεών του, τα οποία και μέχρι το έτος 2012 προσπαθούσε να εξυπηρετεί κανονικά, με αποτέλεσμα να μην επαρκεί για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης.

Εν προκειμένω θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A 94/14-8-2015) και εφόσον, τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτριών τραπεζών, η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πιο πάνω αναφερόμενες πιστώτριες από τα εισοδήματά του επί μία τριετία, συμμέτρως καταβαλλόμενες. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψιν τα πάσης φύσεως εισοδήματα του αιτούντος καθώς και τις βασικές προσωπικές του ανάγκες και της προοπτικής βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής του κατάστασης, κρίνει ότι η κάθε μηνιαία καταβολή του πρέπει να ορισθεί στο ποσό των ογδόντα (80) ευρώ, επί 36 μηνιαίες άτοκες δόσεις (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν 3869/2010), που θα αρχίζουν την 5η ημέρα του πρώτου μήνα μετά την δημοσίευση της απόφασης, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτριών του, ανάλογα με το ύψος των δανειακών του συμβάσεων και ειδικότερα προς:

1) Την ... (1η των καθ’ών):

α) από τη με αριθ. ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου, συνολικού ποσού 70.460,22 ευρώ και σε ποσοστό 55,68% επί του συνόλου των απαιτήσεων, θα καταβάλει το ποσό των 44,54 ευρώ,

β) από τη με αριθ. ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου, συνολικού ποσού 29.188,81 ευρώ και σε ποσοστό 23,06% επί του συνόλου των απαιτήσεων, θα καταβάλει το ποσό των 18,45 ευρώ,

2) Τον Ο.Α.Ε.Ε. (2° των καθ’ών):

α) από οφειλές ασφαλιστικών εισφορών συνολικού ποσού 26.904,11 ευρώ και σε ποσοστό 21,26% επί του συνόλου των απαιτήσεων, θα καταβάλει το ποσό των 17,01 ευρώ.

Σύμφωνα με το νέο δίκαιο των άρθρων 4 παρ. 6 και 5 παρ. 3 του Ν 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/14.8.2015), από την κατάθεση της αίτησης ρύθμισης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβεί σε μηνιαίες καταβολές ενός εύλογου, κατά την κρίση του, ποσού, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης με ελάχιστο όριο το ποσό των 40 ευρώ, ενώ και ο Ειρηνοδίκης, ενόσω δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση κατά την μετά από δίμηνο από την κατάθεση της αιτήσεως ορισθείσα ημέρα της επικυρώσεως, αποφασίζει την καταβολή μηνιαίων δόσεων μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της αιτήσεως. Οι μηνιαίες αυτές καταβολές συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν 3869/2010. Κατά το ορθό δηλαδή νόημα της διατάξεως ο χρόνος στον οποίο αντιστοιχούν οι καταβολές που γίνονται στα πλαίσια του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν 3869/2010 προσμετράται στο χρόνο ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου.

Επίσης, ενώ το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν 3869/2019 περιορίζεται μόνο στο χρονικό διάστημα των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν 3869/2010, κατά την γνώμη της θεωρίας η επέκταση πρέπει να καταλάβει και το ποσό (Α. Κρητικός, Ρύθμιση Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων, έκδοση 2014, άρθρο 5 σελ. 182, άρθρο 8 σελ. 288, άρθρο 9 σελ. 358. Βλ. επίσης ΕιρΕλευσ 1/2015, ΕιρΙλίου 30/2015, ΕιρΠατρ 591/2015, ΕιρΧαν 574/2015 ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του νόμου καθόσον αφορά το συνυπολογισμό πρέπει να συνδυασθεί με την παρ. 5 του άρθρου 9 του νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 17 του Ν 4161/2013, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/14.8.2015), σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που οι πραγματοποιηθείσες καταβολές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά το άρθρο 8 παρ. 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται, το δε ποσό αυτό αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κυρίας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.

Στην προκειμένη περίπτωση με τις από 24.04.2015 και συμπληρωματική από 03.06.2016 προσωρινές διαταγές του Δικαστηρίου τούτου περιελήφθη διάταξη με την οποία υποχρεώθηκε ο αιτών σε προσωρινές καταβολές προς τις καθ’ών συνολικού ποσού 80 ευρώ μηνιαίως, συμμέτρως καταβαλλόμενες. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα γραμμάτια είσπραξης της 1ης των καθ’ών, ο αιτών αυτοβούλως, αλλά και σε συμμόρφωση προς τις ανωτέρω προσωρινές διαταγές προέβη σε μηνιαίες σύμμετρες καταβολές προς την 1η των καθ’ών συνολικού ποσού 1.605,04 ευρώ για 21 μήνες, οι οποίες καταβολές θα πρέπει να συνυπολογιστούν τόσο ως προς το χρόνο όσο και ως προς το ποσό τους σ’ αυτές της πιο πάνω οριστικής ρύθμισης. Έτσι μετά το συνυπολογισμό του χρονικού διαστήματος των είκοσι ενός (21) μηνών των προσωρινών καταβολών, ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης περιορίζεται σε δέκα πέντε (15) μήνες μόνο ως προς την 1η των καθ’ών, ενώ ως προς την 2η των καθ’ών παραμένει η τριετία. Σχετικά, δε, με το ποσό, επειδή αυτό των προσωρινών καταβολών είναι ίδιου ύψους με αυτό της οριστικής ρύθμισης, δεν εφαρμόζεται, εν προκειμένω, η διάταξη του αρθ. 9 παρ. 5 Ν 3869/2010.

Κατά συνέπεια των παραπάνω πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις ως κατ’ ουσίαν βάσιμες και να ρυθμιστούν τα χρέη του αιτούντος με σκοπό την απαλλαγή του με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, Η απαλλαγή του αιτούντος από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών του, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρo 11 παρ. 1 Ν 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που του επιβάλλεται με την απόφαση αυτή και με την επιφύλαξη, της τυχόν τροποποιήσεως της παρούσας ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν 3869/2010.