ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1506/2020

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αφροδίτη Κούτσουλα Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε με κλήρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3327/2005  και χωρίς τη σύμπραξη γραμματέως.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Σεπτεμβρίου  2020, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέως για να δικάσει την αίτηση:

Της αιτούσας : Της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία « …», η οποία εδρεύει στη …, με ΑΦΜ … και εκπροσωπείται νόμιμα,  που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Ελευθερίου ( ΔΣΑ ΑΜ …).

Της καθ’ής η αίτηση:  Της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία « …», που εδρεύει στον …, με ΑΦΜ … και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Δημητρίου ( ΔΣΠ ΑΜ ...).

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 3-7-2020 αίτησή της που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό  έκθεσης κατάθεσης ............../2020 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣKEΦΘHKE  ΣYMΦΩNA ME TO NOΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το Δικαστήριο όμως που την εξέδωσε μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής είναι: α) η εμπρόθεσμη άσκηση της, κατ` αυτής, ανακοπής, η οποία ασκείται με κατάθεση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου αυτής προς τον καθ` ου στρέφεται εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών από την επομένη της επιδόσεως της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 888 & 887/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 695/2003), β) πιθανολόγηση της ευδοκιμήσεως ενός τουλάχιστον λόγου της ασκηθείσας ανακοπής (ΜονΠρωτΘες 17404/2013 αδημ, ΜονΠρΘεσ 4040/2007 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛαρ 1021/2000 ΑρχΝ 2000. 686, ΤΖΙΦΡΑΣ Ασφαλιστικά Μέτρα εκδ. 1995 σελ. 517-518) και γ) πιθανολόγηση ότι με την άμεση εκτέλεση της διαταγής πληρωμής δημιουργείται κίνδυνος να υποστεί ο αιτών ανεπανόρθωτη βλάβη (ΜονΠρωτΘες 17404/2013 αδημ, ΜονΠρωτΘες 28805/2012 αδημ, ΜΠρΘεσ 4040/2007 αδημ,, ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗΣ ΕρμΚΠολΔ στο άρθρο 632 αριθμ. 37).Συνεπώς, εκτός από το νόμω βάσιμο της ανακοπής η διάταξη της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 10 § 7 του Ν 2145/1993, απαιτεί συμπλεκτικώς τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων αυτοτελών για τη χορήγηση της αναστολής, δηλαδή και την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα από την ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία δεν ταυτίζεται ουσιαστικά με τη βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής του άρθρου 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ. Έτσι αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής δεν νοείται βλάβη και κατ’ ακολουθία αναστολή. Αν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής τότε θα ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι βλάβης (Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Ε\ αρθρ. 938, παρ. 44, 45, ΜΠρΑΘ 2521/2012, ΤΝΠ Νόμος).

Με την κρινόμενη αίτηση, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου της, η αιτούσα ζητά να  ανασταλεί η εκτελεστότητα της με αριθμό …/2020 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 2-7-2020  με αριθμό κατάθεσης ............../2020   ανακοπής της  που έχει ασκήσει νομότυπα και εμπρόθεσμα  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διότι αφενός πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής της, του οποίους ( λόγους) εκθέτει αναλυτικά στην υπό κρίση αίτηση και αφετέρου διότι τυχόν εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής θα έχει ως συνέπεια να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αίτησή της. Ζητεί τέλος να καταδικασθεί η καθ’ής  στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Η υπό κρίση αίτηση αναστολής  παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως καθ` ύλη και κατά τόπο αρμοδίου (625, 632 παρ. 3 ΚΠολΔ και 51 παρ. 1α΄, 2, 3Α – Β περ. ε΄ του Ν. 2172/1993 ),  κατά τη διαδικασία των  ασφαλιστικών μέτρων  ( 686 επ. ΚΠολΔ)  με την οποία εκδικάζεται η αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ. Είναι δε νόμιμη ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 632 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4055/2012 (έναρξη ισχύος 02.04.2012, άρθρο 113 του Ν. 4055/2012), πλην του αιτήματος της  καταδίκης της καθ’ής η αίτηση στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, που είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ.2 εδ. γ του Ν. 4194/2013 « Περί του Κώδικος των Δικηγόρων» όπως  το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε – συμπληρώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14παρ. 3 του Ν. 4236/2014  επί αίτησης  χορήγησης αναστολής εκτέλεσης δικαστικά έξοδα  επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος την αναβολή ή αναστολή εκτέλεσης, ανεξαρτήτως της ευδοκίμησης ή απόρριψης της αίτησης.  Επομένως, πρέπει η αίτηση αναστολής κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς  τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων της, που αποτελούν και αντίστοιχους λόγους της ασκηθείσας ανακοπής του άρθρου 632 του ΚΠολΔ.

Η δε από 2-7-2020 ανακοπή, της οποίας το περιεχόμενο επισυνάπτεται αυτούσιο στην υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, εντός της προθεσμίας των 15 εργάσιμων ημερών, καθώς η μεν διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ανακόπτουσα 26-6-2020 (βλ. την από 26-06-2020 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών  … επί τους σώματος της υπ’αριθμ. …/2020 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς),  η δε ανακοπή επιδόθηκε στην καθ΄ής στις 3-7-2020 (βλ. την υπ` αριθμ. …’/3.7.2020  έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά …).  Επομένως, πιθανολογείται ότι η ανακοπή  θα γίνει  τυπικά δεκτή και θα ερευνηθεί περαιτέρω η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. ( ΑΠ 515/2010 Α’ δημοσίευση Νομος,  ΑΠ 395/2009, ΕλλΔ/νη 2010/420). Περαιτέρω από  το συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 84, 105 και 106 του ΚΙΝΔ (ν. 3816/1959) προκύπτει ότι γίνεται διάκριση των εννοιών πλοιοκτησίας, κυριότητας του πλοίου και εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει σύμπτωση κυριότητας και εφοπλισμού, έτσι ώστε, όταν τα δύο αυτά στοιχεία χωρίζονται, να έχουμε αφενός μόνο κυριότητα και αφετέρου μόνο εφοπλισμό. Κατά δε τη διάταξη του αρ. 105 του ΚΙΝΔ «o εκμεταλλευόμενος δι` εαυτόν πλοίον ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι` εαυτόν». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δήλωση του τρίτου περί εφοπλισμού του πλοίου από αυτόν, που γίνεται στο λιμάνι νηολόγησης του πλοίου από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου, αποσκοπεί στην προστασία των τρίτων συναλλασσόμενων, αλλά εξυπηρετεί και τα έννομα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του πλοίου, διότι σε περίπτωση έλλειψης της δήλωσης τίθεται μαχητό τεκμήριο, ήτοι τεκμαίρεται ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται τούτο για ίδιο λογαριασμό είναι, δηλαδή, πλοιοκτήτης. Το τεκμήριο τούτο είναι μαχητό και επιτρέπεται ανταπόδειξη, ήτοι μπορεί να αποδειχθεί ότι ο τρίτος που δεν αναγγέλθηκε στην ανωτέρω λιμενική αρχή είναι αυτός που εκμεταλλεύεται το πλοίο για δικό του λογαριασμό, δηλαδή είναι ο εφοπλιστής (ΑΠ 776/2010 Νόμος, ΑΠ 11/2009 ΕΝΔ 2009, 1, ΑΠ 5/2009 ΔΕΕ 2009, 800, ΑΠ 954/2004 ΕΝΔ 32, 342, ΕφΠειρ 269/2016, ΕφΠειρ 76/2015 Νόμος, ΕφΠειρ 762/2013 ΕΝΔ 2013, 190, ΕφΠειρ 110/2013, ΕφΠειρ 764/2012, ΕφΠειρ 624/2012, ΕφΠειρ 262/2012, ΕφΠειρ 259/2012, ΕφΠειρ 468/2011, ΕφΠειρ 327/2011, ΕφΠειρ 114/2011 Νόμος, ΕφΠειρ 548/2010 ΕΝΔ 2011, 28, ΕφΠειρ 832/2008 ΕΝΔ 2009, 13, ΕφΠειρ 19/1998 Νόμος). Ειδικότερα, ως εκμετάλλευση, η οποία πάντως δεν ταυτίζεται με τη διαχείριση του πλοίου, νοείται η διενέργεια ναυτιλιακών εργασιών (όπως μεταφορά προσώπων και πραγμάτων, αλιεία, ρυμούλκηση) με σκοπό το κέρδος, ενώ στοιχεία αυτής (εκμετάλλευσης) είναι η ναυτική διεύθυνση του πλοίου από τον εφοπλιστή (ΕφΠειρ 468/2011 ΕΝΔ 2012, 39). Βασική προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκήσει και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση του πλοίου και, εκτός από την απολαβή των κερδών, επωμίζεται απεριορίστως και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του (ΕφΠειρ 762/2013, ΕφΠειρ 37/2011 Νόμος). Εξάλλου, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά από τη θεωρία και τη νομολογία, καθώς και από τη διεθνή ναυτιλιακή πρακτική, είδος της υπό ευρεία έννοια ναύλωσης είναι η χρονοναύλωση γυμνού πλοίου (bareboat charter ή chmter by demise, affretement coque nue), κατά τον οποία ο κύριος του πλοίου – εκναυλωτής θέτει, έναντι ανταλλάγματος, στη διάθεση του ναυλωτή, για ορισμένο χρόνο, πλοίο κατάλληλο μεν για θαλασσοπλοΐα, αλλά χωρίς εξοπλισμό και επάνδρωση ή με ατελή επάνδρωση και εξοπλισμό, τους δε τελευταίους προσλαμβάνει ο χρονοναυλωτής, στις εντολές του οποίου αυτοί υπακούουν, αναφορικά με τη ναυτική και εμπορική διεύθυνση του πλοίου (Αντ. Αντάπασης, Εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτο και προστασία των ναυτικών δανειστών, στον τόμο Α` Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου, σελ. 437454, Ν. Δελούκας, Ναυτικό Δίκαιο, έκδ. 1979, παρ. 169, ΕφΠειρ 452/2008 Νόμος, ΕφΠειρ 2/1998 ΠειρΝομ 1998, 44, ΕΕμπΔ 1998, 121, ΕφΠειρ 1961/1988 ΕΝΔ 17, 409). . Δηλαδή, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει εφοπλισμός, που συνεπάγεται την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, όταν ο πλοιοκτήτης παραχώρησε τη χρήση του πλοίου του γυμνού, διότι στην τελευταία περίπτωση ο μισθωτής – ναυλωτής του πλοίου εξουσιάζει τούτο, τόσο από την πλευρά της τεχνικής διεύθυνσης, όσο και από αυτή της εμπορικής του διαχείρισης, έχει δε τη βούληση να ασκήσει και ασκεί πράγματι, για ίδιο λογαριασμό, την επιχείρηση της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσής του (Αντ. Αντάπασης, ό.π., σελ. 458, Ν. Δελούκας, ό.π., σελ. 128, l. Κοροντζής, ό.π., σελ. 1102).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση ανακοπής η ανακόπτουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της καθής να αξιώνει με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής  την αποζημίωση χρήσης για το διάστημα που δεν της παρείχε τη δήλωση ανάκλησης εφοπλισμού κατ’ άρθρο 6 της από 30.12.2019 τροποποίησης του από 12.12.2019 ιδιωτικού συμφωνητικού εφοπλισμού που υπεγράφη μεταξύ τους αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ , διότι αφενός συνεπεία της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφορά της καθής επήλθε η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης και ο κίνδυνος  να απωλέσει η αιτούσα κάθε δικαίωμα από την δρομολόγηση πλοίου στη γραμμή Κεραμωτής – Λιμένα Θάσου, αφετέρου η καθής ενώ εισέπραξε από την αιτούσα προκαταβολή ναύλου ανερχόμενη σε 25.000 ευρώ για χρήση του επίδικου πλοίου « …», την οποία ( προκαταβολή) και αρνήθηκε να της επιστρέψει αν και είχε δικαίωμα να κρατήσει μόνο εάν της παρέδιδε το πλοίο εγκαίρως, ουδέποτε της  παρέδωσε το ως άνω επίδικο πλοίο, ούτε της επέτρεψε τη χρήση αυτού, αλλά το εγκατέλειψε στο Ρίο έχοντας απολύσει το πλήρωμα που προσέλαβε μετά την εγγραφή του εφοπλισμού στα νηολόγια Πειραιά.

Ο ως άνω λόγος τυγχάνει ορισμένος και νόμιμος στηριζόμενος στην ως άνω διάταξη ( 281 ΑΚ) και πρέπει να εξετασθεί  περαιτέρω στην ουσία του.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος … που εξετάστηκε επιμελεία της αιτούσας  ( η καθ΄ής δεν εξέτασε μάρτυρα), της   προσκομιζόμενης μετ’ επικλήσεως από την καθ΄ής υπ’ αριθμ. …/11.8.2020 ένορκης βεβαίωσης του … ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Σ.  δεδομένου ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου (ΑΠ 221/1993 ΕΕΔ 53/343, ΑΠ 1515/1991 ΕλλΔικ 33/1544, ΑΠ 1435/1991 ΕλλΔικ 34/58, ΑΠ 739/1988 ΕΕΝ 1989/384, ΑΠ 6459/1987 ΑΝ 38/785, ΕφΘρακ 223/1999 Δ 31/-105, ΜΠρΑθ 4946/2007 ΕλλΔικ 49/302, Τζίφρας, “Ασφαλιστικά Μέτρα”, έκδοση τέταρτη, σελ. 53), της υπ’ αριθμ. .../2020 ένορκης βεβαίωσης του Χ. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Π. που προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από την καθ΄΄ης προς αντίκρουση των προταθέντων στο ακροατήριο ισχυρισμών, και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια καθώς και από όλη την εν γένει αποδεικτική διαδικασία πιθανολογήθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 12-12-2019 ιδιωτικού συμφωνητικού εφοπλισμού όπως τιτλοφορείται η σχετική σύμβαση, η  καθής προέβη σε εκναύλωση γυμνού πλοίου και δη του Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου με την ονομασία « …», Ν.Π …, κυριότητας της στην αιτούσα  με σκοπό να το χρησιμοποιήσει η τελευταία στη δρομολογιακή γραμμή Θάσου – Κεραμωτής και Πρίνου Καβάλας, αντικαθιστώντας άλλο πλοίο κυριότητάς της και συγκεκριμένα  το Ε/ΓΟ/Γ « … » υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω αντικατάσταση θα γινόταν δεκτή με απόφαση του αρμοδίου Υπουργού κατά τις προβλέψεις του Ν. 2932/2001. Η διάρκεια της ναύλωσης ορίσθηκε από τις 12-12-2019 έως 31-10-2020 έναντι συμφωνηθέντος ναύλου εκ 170.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ , εκ των οποίων ποσό 25.000 ευρώ καταβλήθηκε κατά την ως  άνω ημερομηνία υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού ως προκαταβολή, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 145.000 ευρώ συμφωνήθηκε όπως καταβληθεί σε  10 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 14.500 ευρώ εκάστη με έναρξη την 5.1.2020. Συμφωνήθηκε επίσης   η παράδοση και η παραλαβή του πλοίου  να γίνει στο λιμένα της Θάσου με ευθύνη της καθής, καταβάλλοντας η αιτούσα το ποσό των 2.500 ευρώ κατά την παράδοση για έξοδα ταξιδίου παράδοσης και το ποσό των 2.500 ευρώ κατά την παραλαβή για έξοδα ταξιδίου μετά την παραλαβή, ενώ ως ημερομηνία παράδοσης ορίστηκε αρχικά η 16η.12.2019. Παράλληλα η καθής ανέλαβε την υποχρέωση όπως μετά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού και έως τις 12.12.2019  αποδρομολογήσει οριστικά το πλοίο της από την δρομολογιακή γραμμή Ρίο – Αντίρριο που ήταν δρομολογημένο ακολουθώντας τη προβλεπόμενη διαδικασία , ενώ με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδρομολόγησης συμφωνήθηκε όπως τα συμβαλλόμενη μέρη υπογράψουν και καταθέσουν στο νηολόγιο Πειραιά δήλωση εφοπλισμού, ώστε να καταχωρηθεί επίσημα ο εφοπλισμός του πλοίου και έτσι να κατατεθεί από την αιτούσα αίτηση για αντικατάσταση του Ε/Γ-Ο/Γ … από το ως άνω πλοίο στις προαναφερθείσες  δρομολογιακές γραμμές. Ορίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση που εκδιδόταν απόφαση μέχρι την 13.12.2019  ή σε ημερομηνία που θα υπεδείκνυε η αιτούσα, τότε η ως άνω σύμβαση θα λυνόταν αυτόματα και η δοθείσα κατά τα ανωτέρω προκαταβολή θα παρέμενε στα χέρια της καθής ως πλήρους και μόνης αποζημίωσης της για την ματαίωση της σύμβασης, υπό τη προϋπόθεση ότι παρά την σχετική αίτηση που υποχρεούτο να υποβάλλει σε κάθε αρμόδια αρχή, το πλοίο δεν θα επέστρεφε άμεσα στην δρομολογιακή γραμμή Ρίο – Αντίρριο. Συμφωνήθηκε επίσης  ότι η αιτούσα θα διατηρεί το δικαίωμα να καταγγείλει την ως άνω σύμβαση οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια αυτής δίνοντας προθεσμία ενός μηνός στην πλοιοκτήτρια , οπότε και άνευ ετέρου η σύμβαση θα λύεται αζημίως για τα μέρη, ενώ η καθής θα δικαιούται ποινική ρήτρα ποσού 15.000 ευρώ ως μόνη αποζημίωσή της στην περίπτωση αυτή, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης απαίτησής της. Ρητή επίσης συμφωνήθηκε ότι η καθής « θα αναλάβει άμεσα τις ενέργειες και το κόστος για την αύξηση της μεταφορικής ικανότητας του Πλοίου σε 300 επιβάτες για το θέρος», ενώ μεταξύ άλλων ορίστηκε ότι « Από την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής του Πλοίου το πλήρωμα θα δέχεται εντολές από την Εφοπλίστρια η οποία από το ίδιο χρονικό σημείο θα έχει την ευθύνη μισθοδοσίας και καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης». Ακολούθως υπεγράφη το από 30.12.2019 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης σύμβασης εφοπλισμού με το οποίο συμφωνούσαν καταρχήν ότι η σχετική συμφωνία τους παρέμενε σε ισχύ και προέβαιναν μεταξύ άλλων στις ακόλουθες συμφωνίες και τροποποιήσεις και δη βάσει  του όρου 1  ότι « Το Πλοίο θα παραδοθεί στην Εφοπλίστρια στον Λιμένα Θάσου το αργότερο μέχρι την 6η Ιανουαρίου 2020, με την εξαίρεση γεγονότων ανωτέρας βίας. Η Πλοιοκτήτρια έχει την υποχρέωση  να εκτελέσει τον προς  παράδοση πλου σε στάδια, εάν αυτό απαιτηθεί από τις καιρικές συνθήκες και να επιλέξει τη θαλάσσια διαδρομή που ευνοεί τον πλου ώστε το Πλοίο να παραδοθεί εγκαίρως. Η προθεσμία της παράδοσης θα παρατείνεται για ισόχρονο διάστημα εφόσον το Πλοίο λάβει έκτακτη ακινησία κατόπιν άδειας μετασκευής για την αύξηση της μεταφορικής ικανότητας του Πλοίου. Ακολούθως με τον όρο 2 το θέμα της προκαταβολής τροποποιήθηκε ως εξής « Με δεδομένο ότι η Πλοιοκτήτρια έχει αποδρομολογήσει το πλοίο … από την γραμμή Ριο – Αντίρριο και δεν υφίσταται δυνατότητα επιστροφής του πλοίου σε δρομολόγια στην γραμμή που είχε δρομολογηθεί, η προκαταβολή ύψους 25.000 ευρώ του άρθρου Β3 της αρχικής συμφωνίας θα παραμείνει εις χείρας της πλοιοκτήτριας αμετάκλητα, ανεξαρτήτως της διάρκειας της συμφωνίας υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης παράδοσης του πλοίου». Με το δε όρο 3 συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων « Για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο  και Μάρτιο του 2020, με προϋπόθεση την παράδοση του Πλοίου στην Εφοπλίστρια, η συμφωνία θα είναι « κλειστή» δηλαδή ορισμένου χρόνου, και θα μπορεί να λυθεί μόνο για σπουδαίο λόγο. Από τον Απρίλιο και μετά  ισχύουν όσα προβλέπει η αρχική συμφωνία για την δυνατότητα καταγγελίας από πλευράς Εφοπλίστριας με προηγούμενη ενημέρωση προ ενός μηνός με όλες τις σχετικές προβλέψεις της αρχικής συμφωνίας…». Εν συνεχεία με τον όρο 4 « Η Πλοιοκτήτρια δηλώνει ότι το πλοίο έχει έγκυρα και εν ισχύ πιστοποιητικά αξιοπλοϊας και λοιπά ναυτιλιακά έγγραφα για πλόες σε λιμενική  περιοχή και κατάλληλα για να εργασθεί το σκάφος στην γραμμή Κεραμωτής – Λιμένος Θάσου και εφόσον ισχύουν αυτά το πλοίο θα θεωρείται αξιόπλοο και κατάλληλο για την χρήση για την οποία προορίζει η Εφοπλίστρια,  υπό την προϋπόθεση ότι κατά την παράδοση δεν θα συντρέχουν περιστατικά που θα θίγουν την ισχύ των ως άνω πιστοποιητικών και λοιπών ναυτιλιακών εγγράφων.  Η Πλοιοκτήτρια δηλώνει ότι το πλοίο είναι πιστοποιημένο από αναγνωρισμένο Νηογνώμονα και ότι προσφάτως υπεβλήθη σε ελέγχους από Λιμενικές Αρχές και ευρέθη εντάξει». Τέλος βάσει του όρου 6 « Σε περίπτωση που λυθεί πρόωρα η σύμβαση για οποιονδήποτε λόγο, θα πρέπει άμεσα, δηλαδή από την επόμενη μέρα της λύσεως της σύμβασης, εάν ο καιρός το επιτρέπει, το πλοίο να αποπλεύσει για να παραδοθεί στην πλοιοκτήτρια στο Ναυπηγείο … στην … ( στο ίδιο ναυπηγείο θα παραδοθεί και αν λήξει κανονικά την 31.10.2020 η σύμβαση). Επίσης θα πρέπει η εφοπλίστρια να υπογράψει με γνήσιο υπογραφής και σφραγίδα  εταιρείας δήλωση προς τον αρμόδιο Νηολόγο περί λύσεως της σύμβασης εφοπλισμού κα να την παραδώσει στην πλοιοκτήρια. Εάν δε προβαίνει σε παράδοση πλοίου ή/και δήλωση στον Νηολόγο, θα οφείλει σαν αποζημίωση χρήσης το κλάσμα του ναύλου που θα προκύπτει για κάθε ημέρα καθυστέρησης ( 14.500  ευρώ : 30 ημέρες=) 483 ευρώ μέχρι να παραδοθεί το πλοίο και η δήλωση στον Νηολόγο». Εκ του περιεχόμενου των ως άνω όρων και βάσει της διάρθρωσης της σχετικής συμφωνίας ως αυτή τροποποιήθηκε προκύπτει ότι η παράδοση του πλοίου από την καθ΄ής  στον Λιμένα της Θάσου αποτελούσε ουσιώδη συμβατικό όρο , η παραβίαση του οποίου θα επέφερε τη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως. Περαιτέρω ως πιθανολογήθηκε η αιτούσα ως εφοπλίστρια και η καθής ως κυρία υπέβαλαν από κοινού στο τμήμα νηολογίων και ναυτικών υποθηκολογίων του κεντρικού λιμεναρχείου Πειραιώς την από 11.12.2019 κοινή δήλωση εφοπλισμού κατ΄αρθρο 105 του ΚΙΝΔ που καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία και ετέθη βάσει αυτής από τον νηολόγο στις 13/12/2019 σχετική σημείωση περί εφοπλισμού επί του εγγράφου εθνικότητας του  ως άνω πλοίου, με διάρκεια ίση με τη σύμβαση ναύλωσης γυμνού πλοίου, ήτοι μέχρι τις 31.12.2020. Ωστόσο η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας του εφοπλισμού έχει απλώς αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα. Αποδεικνύει μόνο υπέρ των τρίτων, την εξασφάλιση των οποίων άλλωστε έχει ως πρώτιστο σκοπό , ότι το πλοίο δεν εκμεταλλεύεται ο κύριος αλλά ο αναφερόμενος στο νηολόγιο ως εφοπλιστής. Ωστόσο για να καταστεί κάποιος εφοπλιστής απαιτείται χρήση πλοίου που είναι ιδιοκτησία άλλου και εκμετάλλευση αυτού για κερδοσκοπία. Τις ουσιαστικές αυτές προϋποθέσεις δεν αναπληρώνει, όταν ελλείπουν, η καταχώριση στο νηολογιο δήλωσης του κυρίου του και άλλου για την εκμετάλλευσή του από τον τελευταίο. Έτσι ο εμφανιζόμενος στο νηολόγιο ως εκμεταλλευόμενος πλοίο ξένης ιδιοκτησίας , δεν αποκτά την ιδιότητα του εφοπλιστή, όταν δεν υπάρχει, ως αντικειμενκή πραγματικότητα, η εκμετάλλευσή του απ’ αυτόν ( Αντ.Αντάπαση/Λία Αθανασίου Ναυτικό Δίκαιο σελ. 405). Η τήρηση λοιπόν  ή μη των διατυπώσεων  δημοσιότητας περί εφοπλισμού αφορά τους τρίτους, οι δε σχέσεις του κυρίου και του εκμεταλλευόμενου το πλοίου ρυθμίζονται από τις μεταξύ τους συμφωνίες. Η καθής ως ναυτική εταιρεία πιθανολογείται ότι γνώριζε τα ανωτέρω, όπως επίσης γνώριζε κατά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού και την τροποποίηση αυτού ότι ο εφοπλιστής ήτοι εν προκειμένω η αιτούσα θα είχε την ναυτική και τεχνική διεύθυνση του πλοίου. Παρά ταύτα η καθής ανέλαβε την συμβατική υποχρέωση όπως παραδώσει το πλοίο στην εφοπλίστρια εταιρεία στον Λιμένα της Θάσου και προέβη στις 31.12.2019 στην πρόσληψη στο όνομά της και όχι στο όνομα και για λογαριασμό της εφοπλίστριας  του … ως πλοιάρχου του πλοίου « …» . Αιτήθηκε επίσης  κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία άδεια μετασκευής του πλοίου  ως είχε συμφωνηθεί που θα λάμβανε χώρα στο Ριο και η οποία  θεωρήθηκε στις 2-1—2020. Προς τούτο άλλωστε και η αιτούσα ζήτησε και έλαβε αναστολή εκτέλεσης των δρομολογίων του … από την αρμόδια διεύθυνση του ΥΝΑΝΠ μέχρι και 3-2-2020, οπότε βάσει και του όρου 1 της από 30.12.2019 τροποποιητικής συμφωνίας ο χρόνος παράδοσης του πλοίου στο λιμένα της  Θάσου μετατέθηκε για τις 6.1.2020.  Πλην όμως την 1-1-2020  ο μηχανικός του πλοίου … υπέβαλε την παραίτηση του και απεχώρησε με συνέπεια να υπάρχει κενό σε μία οργανική θέση. Ωστόσο ενόψει του ότι προς τους τρίτους και δη ως προς τις λιμενικές αρχές εμφαινόταν βάσει της κοινής δήλωσης εφοπλισμού στην οποία είχαν προβεί ότι το πλοίο εκμεταλλευόταν η αναφερόμενη στο νηολόγια αιτούσα ως εφοπλίστρια  και βάσει των λιμενικών αρχών μόνο αυτή δύνατο να έχει τη ναυτική διεύθυνση, δεν επέτρεπαν οι τελευταίες στην καθής να προβεί στην ναυτολόγηση άλλου μηχανικού. Προς τούτο και απέστειλε η καθής  στην αιτούσα την από 15-1-2020 εξώδικη  ηλεκτρονική επιστολή με την οποία καλούσε την τελευταία όπως παραλάβει το πλοίο από τον λιμένα του Ρίου όπου ναυλοχεί  εκθέτοντας αφενός την ανυπαίτια κατ’ αυτήν αδυναμία της να προβεί σε αντικατάσταση του πλοιάρχου λόγω άρνησης των λιμενικών αρχών  συνεπεία της καταχωρηθείσας δήλωσης εφοπλισμού, αφετέρου την άρνηση της ιδίας  να επιτρέψει τον απόπλου του πλοίου από τον λιμένα του Ρίου υπό τη ναυτική διεύθυνση της αιτούσας εάν δεν προηγείτο η παράδοσή του. Σε απάντηση της ως ανωτέρω επιστολής, η αιτούσα κοινοποίησε την από 17-1-2020 εξώδικη δήλωση της  αποκρούοντας την νέα πρόταση της καθής περί παράδοσης του πλοίου στο Ρίο και αιτούμενη την τήρηση των συμβατικών όρων των ως άνω συμφωνητικών δήλωσε ότι προς άρση του αδιεξόδου συναινούσε ως εφοπλίστρια στην ναυτολόγηση μελών του πληρώματος από την καθής προκειμένου το πλοίο να αποπλεύσει. Η καθής όμως ενέμενε στην ως άνω θέση της  και δεν προέβη στην ναυτολόγηση ναυτικών στο όνομα και για λογαριασμό της αιτούσας προκειμένου να παραδοθεί το πλοίο στην Θάσο, ενώ παράλληλα θεωρώντας σε ισχύ τον συμφωνηθέντα μεταξύ τους εφοπλισμό προέβη σε κλείσιμο του δικού της ναυτολογίου. Εν τέλει η αιτούσα με την από 21.1.2020 εξώδικη καταγγελία της που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην καθής ( βλ. την υπ’αριθμ. …/21.1.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά …)  κατήγγειλε  την από 12.12.2019 σύμβαση εφοπλισμού ως ισχύει με την από 30.12.2020 τροποποίησή της, λόγω  παράβασης εκ των ενεργειών της καθής του συμβατικού όρου περί παράδοσης του πλοίου στον Λιμένα της Θάσου, όντας τούτου θεμελιώδους για την μεταξύ τους σχέση αναφορικά με την αξιοπλοΐα και καταλληλότητα αυτού,  μη συντρέχοντος  λόγου περί αναμονής της εκπνοής συμβατικής προθεσμίας  ενόψει της ήδη δηλωθείσας αδυναμίας της καθής περί παράδοσης αυτού στην Θάσο.  Ωστόσο η αιτούσα δεν προέβη αμέσως σε δήλωση ανάκλησης εφοπλισμού αλλά στις 5.3.2020 και μόνο αφότου κατάφερε να εφοπλίσει άλλο πλοίο στην δρομολογιακή γραμμή Κεραμωτής – Θάσο σε αντικατάσταση του « …»,  με συνέπεια η καθής να προβεί μετά την σχετική ανάκληση σε έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής για την επιδίκαση σε αυτήν αποζημίωση χρήσης κατ’ άρθρο 6 της τροποποιητικής από 30.12.2019 συμφωνίας για το χρονικό διάστημα από 22-1-2020 έως και 6-3-2020.  Πλην όμως η αιτούσα τυπικά εμφαινόταν βάσει των ανωτέρω να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται το επίδικο πλοίο στο όνομα και για λογαριασμό της, καθόσον παρά την καταχώρηση στο νηολόγιο της κοινής δήλωσης εφοπλισμού , στην πραγματικότητα ουδέποτε της παρέδωσε η καθής το πλοίο ως είχε συμφωνηθεί στην Θάσο και ουδέποτε πράγματι εκμεταλλεύτηκε και έκανε χρήση αυτού και προς τούτο άλλωστε της επιβλήθηκαν πρόστιμα για την ως άνω περίοδο από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Καβάλας για μη εκτέλεση τακτικών προγραμματισμένων δρομολογίων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2932/2001. Η δε καθής ανέλαβε την ως άνω συμβατική υποχρέωση εάν και γνώριζε ως ναυτική εταιρεία ότι η αιτούσα ως εφοπλίστρια θα έχει τη ναυτική και τεχνική διεύθυνση του πλοίου, ενώ εν συνεχεία δεν προέβη στην ναυτολόγηση μελών προς κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων στο όνομα και για λογαριασμό της εφοπλίστριας εάν και είχε τη συναίνεση αυτής, το δε θέμα της ανάληψης του κινδύνου κατά  τη διενέργεια του ταξιδιού θα λύνονταν βάσει  της μεταξύ τους συμφωνίας. Επιπλέον η καθής παρακράτησε το ποσό των 25.000 ευρώ που της καταβλήθηκε ως προκαταβολή έναντι του συμφωνηθέντος ναύλου παρά το γεγονός ότι βάσει του σχετικού όρου τελούσε υπό την προυπόθεση της έγκαιρης  παράδοσης του πλοίου, ενώ δεν προέβη εν τέλει στην μετασκευή του πλοίου στο Ρίο.  Συνακόλουθα η αξίωση της καθής ναυτικής εταιρίας για επιδίκαση της ένδικης αποζημίωσης χρήσης με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής , υπερβαίνει  προφανώς κατά τα ανωτέρω τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος της αιτούσας να απαιτήσει αποζημίωση χρήσεως λόγω μη δήλωσης ανάκλησης του εφοπλισμού και  ασκείται καταχρηστικά. Κατόπιν των ανωτέρω  πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει ο δεύτερος λόγος της ανακοπής  της αιτούσας και ως εκ τούτου θα οδηγήσει  σε ακύρωση της επίδικης διαταγής πληρωμής, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων. Πιθανολογήθηκε, επίσης, ότι η αιτούσα  θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, αν συνεχιστεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Με βάση τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και στην ουσία της και να ανασταλεί η εκτέλεση της με αριθμό …/2020 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς έως εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της από 2-7-2020 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ............../2020  ανακοπής της αιτούσας κατά της καθής  η συζήτηση της οποίας έχει προσδιορισθεί κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 1ης-12-2020, υπό τον όρο συζήτησης της εν λόγω ανακοπής κατά την ανωτέρω δικάσιμο.  Τέλος πρέπει   να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα του καθ΄ου η αίτηση  κατ άρθρο 84 παρ 3 του Ν 4194/2013 «Κώδικας Περί δικηγόρων» , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ.3    Ν.4236/2014,ΦΕΚ Α 33/11.2.2014, άρθρο 191 παρ 2, 591 παρ 1 ΚΠολδ), ως  κατωτέρω στο διατακτικό της παρούσας της παρούσα ορίζεται.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ  την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ  την εκτέλεση της με αριθμό …/2020 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς έως εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της από 2-7-2020 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ............../2020  ανακοπής της αιτούσας κατά της καθής  η συζήτηση της οποίας έχει προσδιορισθεί  κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 1ης-12-2020, υπό τον όρο συζήτησης της εν λόγω ανακοπής κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα  στα δικαστικά έξοδα της καθής η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων   (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους  στις …………..

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                        Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ