ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ I

ΑΠΟΦΑΣΗ 1491/2018

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2014, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του I Τμήματος, Δέσποινα Τζόυμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Σύμβουλοι, Ευφροσύνη Παπαδημητρίου και Χρυσούλα Μιχαλάκη, Πάρεδροι.

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ευάγγελος Καραθανασόπουλος, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου και του Επιτρόπου της Επικρατείας.

Γραμματέας: Ασπασία Μπαμπαρούτση, Γραμματέας του I Τμήματος.

Για να δικάσει την από ....2012 (Α.Β.Δ. .../2012) έφεση:

Του …., ο οποίος παρέστη διά της πληρεξούσιας δικηγόρου Γεωργίας Μπορδόκας (Α.Μ./Δ.Σ.Θ. ....).

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παρέστη διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την έφεση αυτή, ο εκκαλών επιδιώκει την ακύρωση της ΕΜΠ .../1....2012 απόφασης της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος, η οποία ζήτησε την παραδοχή της έφεσης καθώς και προθεσμία για να καταθέσει υπόμνημα, που της δόθηκε μέχρι την 7.4.2012.

Τον αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ευάγγελο Καραθανασόπουλο, ο οποίος ανέπτυξε την από 1.4.2014 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε την απόρριψη της έφεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου.

Άκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Δημητρίου Τσακανίκα. Και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το νόμο

 

Ι. Για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το Η΄ 6419295 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α της ΔΟΥ Δ΄ Αθηνών).

ΙΙ. Με την κρινόμενη έφεση, όπως οι λόγοι της αναπτύσσονται με το από 3.4.2014 υπόμνημα, ζητείται εμπροθέσμως και κατά τα λοιπά παραδεκτώς η ακύρωση της ΕΜΠ .../...2012 απόφασης της Οικονομικής Επιθώρησης Θεσσαλονίκης, με την οποία ο εκκαλών, πρώην Προϊστάμενος του Τμήματος Διοίκησης και Διαχείρισης Δασών της Διεύθυνσης Δασών .... από 1.3.1994 έως 29.2.1995, καταλογίστηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους αναφερόμενους στην απόφαση αυτή υπαλλήλους της ανωτέρω υπηρεσίας με το συνολικό ποσό των 89.041,81 ευρώ (κεφάλαιο 43.435,03 ευρώ κεφάλαιο πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής 45.606,78 ευρώ), το οποίο, φέρεται να αντιστοιχεί σε έλλειμμα ξυλείας που διαπιστώθηκε στη διαχείριση υλικού της ανωτέρω Διεύθυνσης κατά το έτος 1994.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του π.δ/τος 774/1980 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων υπό τον τίτλον Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου» (Α΄ 189), όπως αυτές ίσχυαν κατά το κρίσιμο χρόνο επέλευσης του επίδικου ελλείμματος, συνάγεται ότι, δημόσιοι υπόλογοι είναι αφενός οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, καθώς και όσοι με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν σε αυτό (εν τοις πράγμασι ή de facto υπόλογοι), αφετέρου δε και κάθε άλλο πρόσωπο που, εξαιτίας της φύσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θεωρείται από ειδική διάταξη νόμου δημόσιος υπόλογος. Για τα διαπιστούμενα στη διαχείρισή του ελλείμματα, ο υπόλογος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, απαλλάσσεται δε μόνον εάν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα ως προς την επέλευση του ελλείμματος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 12 παρ. 1 του ν.δ. 1264/1942, που κυρώθηκε και διατηρήθηκε σε ισχύ με την 312/1946 Π.Υ.Σ., (Α΄ 188), συνάγεται ότι, εάν κατά τη διενέργεια επιθεώρησης από αρμόδιο οικονομικό επιθεωρητή διαπιστωθεί έλλειμμα στη διαχείριση ενός υπολόγου, καταλογίζεται, με αιτιολογημένη απόφαση αυτού, εκτός από τον υπόλογο διαχειριστή και κάθε άλλο πρόσωπο «αλληλεγγύως μετ’ αυτού συνευθυνόμενο». Στην έννοια δε του συνευθυνομένου, η οποία δεν προσδιορίζεται από διάταξη νόμου, υπάγονται τα πρόσωπα που δεν είναι δημόσιοι υπόλογοι, ούτε μπορούν να χαρακτηρισθούν ως de facto υπόλογοι, δηλαδή εν τη πράξει ασκήσαντες έργο υπολόγου, αλλά τα πρόσωπα που αναμείχθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαχειριστική διαδικασία και η ανάμειξή τους αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το διαπιστούμενο έλλειμμα. Κατά συνέπεια, συνευθυνόμενοι είναι εκείνοι που με τη συμμετοχή τους σε πράξεις διαχείρισης συνετέλεσαν στη δημιουργία ελλείμματος, η ύπαρξη του οποίου διαπιστώθηκε αρμοδίως και σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες. Η ανάμειξη αυτή συντρέχει ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ανατεθειμένη από το νόμο ή η κατά φαινόμενον υπάρχουσα διοικητική αρμοδιότητα του εκάστοτε ενεργούντος υπαλλήλου, ακόμα και όταν αυτή ασκείται επ’ ευκαιρία ή κατά κατάχρηση των καθηκόντων, που από το νόμο του έχουν ανατεθεί, επενεργεί αποφασιστικά στην εκταμίευση του δημοσίου χρήματος ή στη διάθεση του δημοσίου υλικού επηρεάζοντας την ομαλή διεξαγωγή της διαχείρισης, με την έννοια ότι χωρίς την διενέργεια των ως άνω πράξεων δεν μπορεί να αρχίσει και να περατωθεί η διαχειριστική διαδικασία. Η άσκηση της αποφασιστικής αυτής αρμοδιότητας αποτελεί ανάμειξη στη διαχειριστική διαδικασία διότι στοχεύει άμεσα ή έμμεσα σ’ αυτήν την ίδια την εκταμίευση ή διάθεση, ενώ πλέον για την ολοκλήρωση της διαχειριστικής διαδικασίας και την εκταμίευση του δημοσίου χρήματος ή την εξαγωγή από την υπηρεσία του δημοσίου υλικού ακολουθούν εκτελεστικές απλώς πράξεις. Συνεπώς, οι «συνευθυνόμενοι» είναι τα πρόσωπα που με τη συμμετοχή τους, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, στη διαχειριστική διαδικασία συνετέλεσαν στη δημιουργία του ελλείμματος και για το λόγο αυτό ευθύνονται, αλληλεγγύως με τον υπόλογο, για την αποκατάσταση του ελλείμματος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, ο οικονομικός επιθεωρητής, εφόσον διαπιστώσει, κατά τη διενέργεια της επιθεώρησης, έλλειμμα στη δημόσια διαχείριση, υποχρεούται να καταλογίσει εις ολόκληρον με αιτιολογημένη απόφασή του, τον ασκούντα άμεσα τη διαχείριση (εν στενή εννοία) υπόλογο καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που ευθύνεται αλληλεγγύως με τον υπόλογο, εφόσον συνετέλεσε, από υπαιτιότητά του, με την άσκηση εν ευρεία εννοία διαχειριστικών πράξεων, στη δημιουργία του ελλείμματος (Ε.Σ. Αποφ. Ολομ. 1456/2008, 2444/2007, 859/1990, Ι Τμ. 939, 945/2009). Εξάλλου, ως διαχειριστικό έλλειμμα, κατά τη δημοσιολογιστική έννοια είναι η επί έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων, ενσήμων, υλικών κ.λπ. που έπρεπε να υπάρχει, σύμφωνα με τα εξαγόμενα από τα τηρούμενα βιβλία και τα νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία αποτελέσματα, και εκείνης που πράγματι υπάρχει.. Τέλος, κατά γενική αρχή του δημοσιολογιστικού δικαίου, απορρέουσα ευθέως από την συνταγματικώς κατοχυρωμένη έννοια του κράτους δικαίου, η ευθύνη του υπολόγου και του συνευθυνομένου προϋποθέτει απαραιτήτως τη διαπίστωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ, αφενός, της συμπεριφοράς αυτού και αφετέρου, του υφιστάμενου ελλείμματος, αφού υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά παράβαση του συνταγματικού κανόνα περί προστασίας της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), θα αναζητούνταν ευθύνες από πρόσωπα που δεν συνέβαλαν στην πρόκληση του ελλείμματος και των οποίων ο καταλογισμός ως μόνη δικαιολογητική βάση θα είχε την ανάγκη της κρατικής εξουσίας να αποκαταστήσει, σε βάρος τους, τα εμφανιζόμενα ελλείμματα. Τέτοιος δε σύνδεσμος υπάρχει όταν οι πράξεις ή παραλείψεις του καταλογισθέντος είχαν γενικά την τάση, κατά την κοινή πείρα και λογική, να οδηγήσουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στην πρόκληση του ελλείμματος (πρόσφορη αιτιότητα), όπως αυτό ανέκυψε στην εκάστοτε εξεταζόμενη περίπτωση (Ε.Σ. Αποφ. Ολομ. 2591/2016, 2/2014, IV Τμ. 1551/2008, 509/2005, 1976/1995).

IV. Σύμφωνα με τη διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 26 παρ. 2 του π.δ. 1213/1981 «περί αναδιοργανώσεως των Δασικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας» (ΦΕΚ Α΄ 300), στις Περιφερειακές Δασικές Υπηρεσίες σε επίπεδο νομού περιλαμβάνεται και η Διεύθυνση Δασών Νομαρχίας Ροδόπης με έδρα την Κομοτηνή, ενώ μεταξύ των τμημάτων της Διεύθυνσης Δασών Ν. Ροδόπης είναι και το Τμήμα Διοίκησης και Διαχείρισης Δασών, στις αρμοδιότητες του οποίου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων α) η διοίκηση, εκμετάλλευση και η διαχείριση των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, β) η εκτέλεση υλοτομικών εν γένει εργασιών, η διάθεση των δασικών προϊόντων, γ) θέματα οργάνωσης και εποπτείας δασικής εργασίας και των δασικών συνεταιρισμών, δ) η τήρηση και ενημέρωση των δασικών βιβλίων και ε) η εποπτεία και παρακολούθηση της λειτουργίας των υπό τη Διεύθυνση Δασών υπηρεσιακών μονάδων. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 10 παρ. 2, 11 παρ. 1, 2, 3 και 8, 12 παρ. 1, 13 και 13 παρ. 1 του π.δ. 963/1979 «περί εκποιήσεως δια δημοπρασίας των εκ της δι’ απ’ ευθείας υπό του Κράτους εκμεταλλεύσεως των Δημοσίων Δασών παραγόμενων δασικών προϊόντων» (ΦΕΚ Α΄ 271), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 123 του ν.δ. 86/1969 «περί Δασικού Κώδικος» και θεσπίζει ειδικότερους κανόνες που αφορούν στη διαχείριση και εκμετάλλευση των δημοσιών δασών και δασικών εκτάσεων από τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες, συνάγεται ότι η εκποίηση μη ετοιμοπαράδοτων δασικών προϊόντων διενεργείται με δημοπρασία, τα αποτελέσματα της οποίας εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή και κατακυρώνονται στον πλειοδότη. Ο τελευταίος οφείλει, εντός 10 ημερών από την κοινοποίηση της έγκρισης των παραπάνω αποτελεσμάτων να προσέλθει στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), (πρώην Οικονομική Εφορία), για να υπογράψει τη σχετική σύμβαση, προσκομίζοντας συνάμα εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης (εγγυητική επιστολή αναγνωρισμένης στην Ελλάδα Τράπεζας, σύσταση παρακαταθήκης ή χρεόγραφα εθνικών δανείων), αξίας ίσης με το 1/10 της αξίας των μη ετοιμοπαραδότων προϊόντων και εντός δέκα (10) ημερών από την έγγραφη ειδοποίησή του για το ετοιμοπαράδοτο αυτών, εφόσον από τη διακήρυξη της δημοπρασίας προβλέπεται η τμηματική καταβολή του τιμήματος και ο αριθμός των δόσεων, να προσκομίσει στην αρμόδια δασική υπηρεσία το αποδεικτικό κατάθεσης της πρώτης δόσης στην Τράπεζα της Ελλάδος και ισάριθμες προς τις λοιπές δόσεις τραπεζικές εγγυητικές επιστολές, ποσού αντίστοιχου προς το ύψος των λοιπών αυτών δόσεων. Για την παραλαβή των εκποιηθέντων προϊόντων συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, από την υπογραφή του οποίου η κυριότητα αυτών περιέρχεται στον αγοραστή, ο οποίος υποχρεούται να τα αποκομίσει από τον τόπο στον οποίο βρίσκονται εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τη σύμβαση. Η παραπάνω εγγύηση του 1/10 της αξίας των προϊόντων επιστρέφεται στον αγοραστή μετά την καταβολή του όλου τιμήματος, καταπίπτει δε εάν αυτός κηρυχθεί έκπτωτος, λόγω μη προσέλευσής του για την καταβολή του (τιμήματος), παρά την ειδοποίησή του για το ετοιμοπαράδοτο των εκποιηθέντων σ΄ αυτόν προϊόντων.

V. Στην υπό κρίση υπόθεση, από όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών, υπάλληλος της Διεύθυνσης Αναδασώσεων Νομού ….., με απόφαση του τότε Νομάρχη …. αποσπάσθηκε το έτος 1994 και ειδικότερα από 1.3.1994 έως 1.3.1995 στη Διεύθυνση Δασών Νομού …., ενώ με απόφαση του Προϊσταμένου της ανωτέρω Διεύθυνσης ……….. τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Δασών, αναλαμβάνοντας τις αρμοδιότητες που είχαν προηγουμένως ανατεθεί στον προκάτοχό του …., Δασολόγο Α΄ βαθμού, οι οποίες, σύμφωνα με την ΔΙ.ΔΣ .../....1992 απόφαση του ανωτέρω Διευθυντή Δασών, περιλάμβαναν την ευθύνη για όλα τα δασικά συμπλέγματα ... και την ευθύνη σύνταξης κάθε είδους προγραμμάτων συναφών με τις αρμοδιότητες του Τμήματος. Περαιτέρω με την ίδια ως άνω απόφαση του Διευθυντή Δασών Ν. …. είχαν ρητώς ανατεθεί καθήκοντα επιστάτη του Τμήματος και διαχειριστή των προβλεπόμενων από το π.δ. 963/1979 διαδικασιών εκποίησης και διάθεσης των δασικών προϊόντων που προκύπτουν από τη διαχείριση και εκμετάλλευση των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων του Νομού στον υπάλληλο του Τμήματος …., υπάλληλο δασοτεχνικών έργων αορίστου χρόνου, ο οποίος ορίστηκε ειδικότερα υπεύθυνος για την α) τήρηση βιβλίου ελέγχου υλοτομιών, β) καταχώριση συμφωνητικών υλοτομίας και πρωτοκόλλων εγκατάστασης υλοτομικών συνεταιρισμών, γ) τήρηση βιβλίου καταχωρήσεως πρωτοκόλλων παραλαβής και μεταφοράς δασικών προϊόντων, δ) σύνταξη διακηρύξεων κοινοποιήσεων κ.λπ. και κατάρτιση συμβάσεων διάθεσης δασικών προϊόντων σε δασέμπορους, ε) κατάρτιση και τήρηση φακέλων κατά δασέμπορο, στ) τήρηση βιβλίου δασικής παραγωγής και εισπράξεων, ημερολογίου ταμείου και βιβλίου δόσεων, ζ) είσπραξη δόσεων και η) σύνταξη πρωτοκόλλων διάθεσης των δασικών προϊόντων και περιοδικών καταστάσεων (μηνιαία και τριμηνιαία δελτία) εισπράξεων και παραγωγής. Παράλληλα, με την ίδια απόφαση ανατέθηκε στο υπόλοιπο προσωπικό του Τμήματος η επίβλεψη των υλοτομικών εργασιών, της διάθεσης και διακίνησης των δασικών προϊόντων καθώς και ο έλεγχος οιασδήποτε δραστηριότητας εντός των δασικών εκτάσεων του Νομού. Ακολούθως, κατόπιν οικονομικού διαχειριστικού ελέγχου στη Διεύθυνση Δασών του Ν. ... σχετικά με τη διαχείριση και πώληση της παραχθείσας κατά την περίοδο 1994-1997 ξυλείας λεύκης, που διενεργήθηκε από τη Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρηση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ύστερα από σχετική εντολή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Δ.Δ., Ν.Π. & ΔΕΚΟ του Υπουργείου Οικονομικών, συντάχθηκε από την οικονομική επιθεωρήτρια …. η από 7.12.2009 πορισματική έκθεση, στην οποία διαπιστώθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα : Από το βιβλίο αποθήκης που τηρούνταν στη Διεύθυνση Δασών Ν. ... και τα δελτία κατάθεση χρηματικών ποσών από δασέμπορους, που βρέθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, προέκυψε ότι η παραγωγή χονδρής στρογγυλής ξυλείας λεύκης κατά το έτος 1994 ανήλθε σε 5.338 χωρικά κυβικά μέτρα (χ.κ.μ.), η συνολική ποσότητα που δημοπρατήθηκε, βάσει της .../...1994 διακήρυξης για την εκποίηση έντεκα μεριδίων μη ετοιμοπαράδοτων προϊόντων ξυλείας λεύκης, και παραλήφθηκε από την πλειοδότρια εταιρεία «…. και Σια Ε.Π.Ε.» ήταν 4.815,14 χ.κ.μ., ενώ δεν προέκυπτε από τα τηρούμενα στην υπηρεσία βιβλία και στοιχεία τι απέγινε η υπόλοιπη ποσότητα των 522,86 κ.μ., συνολικής αξίας η οποία συνιστά έλλειμμα υλικού και η αξία της υπολογίστηκε σε 10.343.739 δραχμές. Περαιτέρω, για την πωληθείσα και παραδοθείσα ποσότητα των 4.815,14 κ.μ. συνολικής αξίας 93.789.146 δραχμών, η ανωτέρω πλειοδότρια εταιρεία, όπως προκύπτει από τις σχετικές εγγραφές στο βιβλίο καταχωρήσεως, δηλοποιήσεως και εκποιήσεως δασικών προϊόντων αλλά και από τα οικεία δελτία κατάθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος, κατέβαλε συνολικά 67.985.135 δραχμές, χωρίς το αρμόδιο Τμήμα της Διεύθυνσης Δασών Ν. …. να προβεί στις προβλεπόμενες ενέργειες για την είσπραξη του υπολοίπου ποσού των 24.591.993 δραχμών ή την κήρυξη της εταιρείας έκπτωτης λόγω μη έγκαιρης καταβολής του συνόλου του τιμήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 963/1979. Επίσης, προέκυψε ότι κατά το ίδιο έτος (1994), από τη συνολική παραχθείσα ποσότητα στογγυλίων λεύκης, διατέθηκαν συνολικά, δυνάμει της ίδιας ως άνω διακήρυξης, 968 χ.κ.μ. συνολικής αξίας 7.000.720 δραχμών και έμειναν ως υπόλοιπο προς μεταφορά για το επόμενο έτος 580 χ.κ.μ., οι δε πλειοδότριες εταιρείες «…. Ε.Π.Ε.» και «…. Α.Ε.», σύμφωνα με τα στοιχεία του βιβλίου καταχωρήσεως, δηλοποιήσεως και εκποιήσεως δασικών προϊόντων, δεν παρέλαβαν το σύνολο της ανωτέρω διατεθείσας ποσότητας αλλά μόνο 502,22 χ.κ.μ. καταβάλλοντας το ποσό των 3.640.304 δραχμών συνολικά, με συνέπεια τα υπόλοιπα 463.78 χ.κ.μ., συνολικής αξίας 3.360.416 δραχμών, που δεν βρέθηκαν στους χώρους αποθήκευσης, να συνιστούν έλλειμμα στη διαχείριση υλικού της υπηρεσίας. Και στην περίπτωση αυτή στην ανωτέρω πορισματική έκθεση διαπιστώθηκε ότι η ελεγχόμενη Διεύθυνση δεν προέβη στις προβλεπόμενες ενέργειες για την κήρυξη των ως άνω εταιρειών έκπτωτων λόγω μη έγκαιρης καταβολής από αυτές του συνόλου του τιμήματος για τα στρογγύλια λεύκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 963/1979, ούτε επιδίωξε την είσπραξη του εναπομένοντος ποσού. Τέλος, ως προς το είδος ξυλείας «βιομηχανικό λεύκης» δεν διαπιστώθηκε, σύμφωνα με την πορισματική έκθεση, έλλειμμα στις ποσότητες της παραχθείσας ξυλείας που δημοπρατήθηκαν και παραδόθηκαν στους πλειοδότες δασέμπορους με βάση την ίδια ως άνω διακήρυξη, ούτε προέκυψε ανείσπρακτο χρηματικό ποσό που αφορά στην ανωτέρω παραδοθείσα ξυλεία. Επίσης, στις τελικές κρίσεις της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης επισημαίνεται ότι η αναζήτηση των αναγκαίων παραστατικών στοιχείων παραλαβής και πληρωμής της ανωτέρω ξυλείας για τα έτη 1994-1996 από τους πλειοδότες δασέμπορους ήταν αδύνατη, καθόσον είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα και οι φάκελοι δημοπρασιών που παραδόθηκαν στην οικονομική επιθεωρήτρια που διενήργησε τον έλεγχο περιείχαν ελλιπή στοιχεία. Κατόπιν τούτων, η διενεργήσασα τον έλεγχο οικονομική επιθεωρήτρια κατέληξε στη διαπίστωση το μεν ότι το έλλειμμα που προκύπτει από τα χρηματικά ποσά που έπρεπε να εισπραχθούν και δεν εισπράχθηκαν από τις διενεργηθείσες κατά τα έτη αυτά δημοπρασίες και πωλήσεις ξυλείας λεύκης, δεν μπορεί να καταλογιστεί, αφού δεν προκύπτει αν είναι πραγματικό ή εικονικό, το δε ότι σε κάθε περίπτωση το Τμήμα Διοίκησης και Διαχείρισης Δασών Ν. …., ως καθ’ ύλην αρμόδιο, δεν λειτουργούσε σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 1213/1981 και δεν εφάρμοζε κατά την εκποίηση προϊόντων λεύκης τις διατάξεις του π.δ. 963/1979. Μετά τη σύνταξη της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης απεστάλη στον εκκαλούντα (όπως και σε άλλα πρόσωπα που φέρονταν ως υπεύθυνοι για τις διαδικασίες εκποίησης και διάθεσης από τη Διεύθυνση Δασών Ν. ... προϊόντων ξυλείας λεύκης κατά τα έτη 1994-1996) κλήση, συνοδευόμενη από αντίγραφο της εν λόγω έκθεσης, προκειμένου να εκφράσει τις απόψεις του αναφορικώς με τη δημιουργία του διαπιστωθέντος στην έκθεση αυτή ελλείμματος. Ο τελευταίος υπέβαλε το .../...2010 υπόμνημα, στο οποίο ισχυρίστηκε ότι κατά το χρόνο που υπηρέτησε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Δασών Ν. ... προσπάθησε να οργανώσει το Τμήμα, το οποίο ακολουθούσε από πολλών ετών συγκεκριμένη διαδικασία δημοπράτησης και διάθεσης ξυλείας, και δεν υπέπεσε στην αντίληψή του οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια, οι δε καθυστερήσεις πληρωμών των δόσεων από τους δασέμπορους τοποθετούνται χρονικώς μετά την αποχώρησή του από το Τμήμα. Ακολούθως, η ανωτέρω οικονομική επιθεωρήτρια συνέταξε την .../1....2011 συμπληρωματική πορισματική έκθεση, στην οποία αναφέρεται το μεν ότι το συνολικό έλλειμμα από τη διαχείριση των προϊόντων ξυλείας λεύκης κατά τα έτη 1994 έως και 1996 από το Τμήμα ανήλθε τελικώς, κατόπιν συνυπολογισμού επιπλέον ποσού στο αρχικό έλλειμμα καθώς και Φ.Π.Α. 8%, στο ποσό των 196.999.258,30 δραχμών ή 578.134,29 ευρώ, το δε ότι μέρος του ως άνω ελλείμματος έπρεπε να αποδοθεί στον εκκαλούντα, ο οποίος, κατά το χρονικό διάστημα που διετέλεσε προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Δασών Ν. ..., ήτοι από 1.3.1994 έως 1.3.1995), δεν γνώριζε τα καθήκοντά του που επιβάλλονταν από τις ισχύουσες διατάξεις, δεν έλεγχε τον υφιστάμενό του …. για το σύννομο ή μη των ενεργειών του στη δημοπράτηση και διακίνηση της ξυλείας που έγινε βάσει της …./....1994 διακήρυξης, καθώς και για την ορθή καταχώριση των στοιχείων και την ενημέρωση των βιβλίων και δεν οργάνωσε σωστά το Τμήμα, ενώ από 1.10.1996 έως το τέλος του 1996, που διετέλεσε Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δασών Ν. ..., δεν φρόντιζε για την καλή λειτουργία της Υπηρεσίας και του ανωτέρω Τμήματος και δεν εφάρμοζε τις διατάξεις του π.δ. 963/1979, όσον αφορά στην πώληση των δασικών προϊόντων της κρατικής εκμετάλλευσης δασών αλλά και στην είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου. Στη συνέχεια απεστάλη στις 14.1.2011 νέα κλήση προς ακρόαση στους φερόμενους ως εμπλεκόμενους στο ανωτέρω έλλειμμα υπαλλήλους της Διεύθυνσης Δασών Ν. ... στους οποίους περιλαμβανόταν και ο εκκαλών, ο οποίος, με το .../...2011 υπόμνημά του, υποστήριξε ότι οι διαπιστώσεις της .../....2011 συμπληρωματικής πορισματικής έκθεσης είναι, σε ό,τι τον αφορά, παντελώς αβάσιμες. Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο εκκαλών καταλογίστηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον τότε Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δασών Ν. ... …. και τον υπάλληλο της ίδιας Διεύθυνσης …. με το ποσό των 89.041,81 ευρώ (κεφάλαιο 43.435,03 ευρώ και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής 45.606,78 ευρώ), το οποίο, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, αντιστοιχεί στην αξία του ελλείμματος ξυλείας που προκάλεσε με την ιδιότητα του συνευθυνομένου λόγω των θέσεων που κατείχε στη ανωτέρω υπηρεσία από 1.3.1994 μέχρι 1.3.1995 και από 1.10.1996 μέχρι 31.12.1996.

VI. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν το Τμήμα, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ζήτημα που ανάγεται στο νόμω βάσιμο του επίδικου καταλογισμού, κρίνει ότι ο εκκαλών δεν φέρει την ιδιότητα του συνευθυνομένου και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη είναι μη νόμιμη και για το λόγο αυτό ακυρωτέα. Ειδικότερα, οι αποδιδόμενες στον εκκαλούντα παραλείψεις και δη η παράλειψη να μεριμνήσει, ως προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Δασών από 1.3.1994 μέχρι 1.3.1995 και μετέπειτα της Διεύθυνσης Δασών Ν. ... από 1.10.1996 μέχρι 31.12.1996, για τη σωστή οργάνωση των ανωτέρω υπηρεσιών καθώς και η παράλειψη άσκησης του γενικού καθήκοντος που είχε για εποπτεία και παρακολούθηση του υφισταμένου του ….αναφορικά με το σύννομο ή μη των ενεργειών του που σχετίζονταν με τη δημοπράτηση και διακίνηση της παραχθείσας κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα ξυλείας λεύκης του Ν. ..., την τήρηση και αρχειοθέτηση των σχετικών στοιχείων και δικαιολογητικών και την ορθή καταχώριση και ενημέρωση των βιβλίων, δεν συνιστούν ανάμειξη «εν ευρεία εννοία» στη διαχειριστική διαδικασία της πώλησης των δασικών προϊόντων της κρατικής εκμετάλλευσης δασών αλλά και της είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου που σχετίζονται με αυτή, ούτε τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το διαπιστωθέν έλλειμμα. Και τούτο διότι, αφενός δεν αποδείχθηκε ότι αναμείχθηκε με συγκεκριμένο τρόπο στη εν λόγω διαχείριση, ώστε να προκαλέσει ή να συμβάλλει αιτιωδώς στη δημιουργία του επίδικου ελλείμματος, αφετέρου, ακόμα και αν τηρούσε όσα του αποδίδονται ότι παρέλειψε να κάνει, τούτο, ενδεχομένως, να είχε ως συνέπεια μόνο τον εκ των υστέρων, εντοπισμό του ήδη δημιουργηθέντος, από προγενέστερες πράξεις και παραλείψεις του ανωτέρω ασκούντος καθήκοντα υπόλόγου διαχειριστή υπαλλήλου, ελλείμματος, ενώ δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν εκ των προτέρων τον τελευταίο από την τέλεση των πράξεων και παραλείψεών του που προκάλεσαν το έλλειμμα υλικού στη συγκεκριμένη υπηρεσία. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του εκκαλούντος η ιδιότητα του συνευθυνομένου και δεν τεκμηριώνεται ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις παραλείψεις που του αποδίδονται με την προσβαλλόμενη απόφαση και το διαπιστωθέν έλλειμμα. Ανεξάρτητο είναι το ζήτημα της αστικής ευθύνης του για την πρόκληση στο Δημόσιο ζημίας συνεπεία συμπεριφοράς αντίθετης προς τα υπηρεσιακά του (εποπτικά) καθήκοντα, ευθύνη η οποία είναι αυτοτελής από την δημοσιονομική ευθύνη και προκύπτει πρωτογενώς με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος που οφείλεται στην παράνομη συμπεριφορά του, που συνιστά η παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος. Ενόψει δε των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λόγων της έφεσης.

VII. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί, κατά το μέρος που αφορά στον εκκαλούντα, η προσβαλλόμενη πράξη, να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτόν του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 73 παρ. 4 εδ. α΄ του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, Α΄ 52, «Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο») και να απαλλαγεί, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, το Δημόσιο από την υποχρέωση καταβολής στον εκκαλούντα της δικαστικής δαπάνης (άρθρο 275 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που, κατ’ άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, Α΄ 135, εφαρμόζεται αναλόγως και στην παρούσα δίκη).

 

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την έφεση.

Ακυρώνει, κατά το μέρος που αφορά στον εκκαλούντα, την ΕΜΠ .../...2012 απόφασης της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης. .

Διατάσσει την επιστροφή σε αυτόν του κατατεθέντος παραβόλου. Και

Απαλλάσσει το Δημόσιο από την υποχρέωση καταβολής στον εκκαλούντα της δικαστικής δαπάνης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ

Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΣΠΑΣΙΑ ΜΠΑΜΠΑΡΟΥΤΣΗ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 2 Οκτωβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΤΟΥΝΗ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΕΛΑΓΙΑ ΚΡΗΤΙΚΟΥ