ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ ΙV

ΑΠΟΦΑΣΗ 1483/2019

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την ακόλουθη σύνθεση: Αγγελική Μαυρουδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Ασημίνα Σακελλαρίου (εισηγήτρια), Σύμβουλοι, Αντιγόνη Στίνη και Αγγελική Κέντρου, Πάρεδροι με συμβουλευτική ψήφο.

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ιωάννης Κάρκαλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου, ο οποίος είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για να δικάσει την από 16.1.2015 (Α.Β.Δ. ..../2015) «έφεση – αίτηση αναθεώρησης» του ...., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τράντα (Α.Μ./Δ.Σ.Π. ...).

Κατά της .../19.11.2014 πράξης του Γενικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας (Σ.ΕΠ.Υ.) και επικουρικώς κατά της 1862/2009 απόφασης του ΙV Tμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και

Κατά: α) του Ελληνικού Δημοσίου και β) του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο ... - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - ...», το οποίο εδρεύει στην Αθήνα (οδός Υψηλάντου 45-47) και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Λαμπρόπουλου.

Το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο ... - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - ...» παραστάθηκε διά δηλώσεως, κατά το άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δικ., της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Μπουρνάζου (ΑΜ/ΔΣΑ ....).

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της «έφεσης-αίτησης αναθεώρησης».

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της «έφεσης-αίτησης αναθεώρησης».

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της «έφεσης-αίτησης αναθεώρησης».

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα

 

Ι. Με το υπό κρίση ένδικο βοήθημα που επιγράφεται «έφεση-αίτηση αναθεώρησης», όπως αναπτύσσεται στο από 16.12.2016 υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της .../19.11.2014 πράξης του Γενικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας, απορριπτικής της .../3.9.2014 αίτησης του εκκαλούντος

-αιτούντος για την ανάκληση της .../.../12.9.2002 απόφασης των Επιθεωρητών του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας, με την οποία καταλογίσθηκε ο εκκαλών-αιτών, αλληλεγγύως με τον ...., με το ποσό των 82.295,06 ευρώ (28.042.042 δραχμών), πλέον νομίμων προσαυξήσεων ποσού 22....,07 ευρώ (7.787.870 δραχμών), ήτοι συνολικά με το ποσό των 105.150,13 ευρώ (35.829.910 δραχμών), για την αποκατάσταση ισόποσου ελλείμματος που προκλήθηκε στη διαχείριση του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «...» και ήδη Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο ... - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - ...», κατά το χρονικό διάστημα από 14.9.1999 έως 18.9.2001. Περαιτέρω, με την ίδια «έφεση-αίτηση αναθεώρησης» ζητείται, επικουρικώς, το εν λόγω ένδικο βοήθημα να εκτιμηθεί, ως αίτηση αναθεώρησης της 1862/2009 απόφασης του ΙV Tμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την ειδικότερη αιτιολογία της μη καταβολής του νομίμου παραβόλου, η από 29.12.2002 έφεση (Α.Β.Δ. ..../21.6.2005) του εκκαλούντος-αιτούντος κατά: α) του συνταχθέντος από τους Επιθεωρητές της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας .../.../27.6.2002 Πορίσματος Οικονομικού – Διαχειριστικού Ελέγχου στο ανωτέρω νοσοκομείο και β) κατά της ΑΥ2α/.../30.8.2002 πρόσκλησης για αποκατάσταση ελλείμματος που εκδόθηκε από τους ιδίους ως άνω Επιθεωρητές. Για την άσκηση της κρινόμενης «έφεσης-αίτησης αναθεώρησης» έχει καταβληθεί παράβολο ποσού χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ (βλ. το .....2016 Σειράς Θ΄ διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Α΄ Αθηνών). Το ποσό αυτό υπερβαίνει το καταβλητέο ποσό των 822,95 ευρώ και συνεπώς, πρέπει το υπερβάλλον ποσό των 677,05 ευρώ να επιστραφεί στον εκκαλούντα - αιτούντα (άρθρο 73 παρ. 3 περ. δ΄ και παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο), ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης. Επομένως, η κρινόμενη «έφεση -αίτηση αναθεώρησης» πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

ΙΙ. Το π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Α΄ 304), στο άρθρο 91 ορίζει ότι «Αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων, αι μη υποκείμεναι εις ανακοπήν, είναι τελεσίδικοι και αποτελούν δεδικασμένον», στο άρθρο 92 ότι «Το δεδικασμένον εκτείνεται επί του κριθέντος ουσιαστικού ζητήματος, εφ' όσον η απόφασις έκρινεν οριστικώς επί εννόμου σχέσεως. Το δεδικασμένον εκτείνεται επίσης επί του κριθέντος δικονομικού ζητήματος», στο άρθρο 93 ότι «Δεδικασμένον υφίσταται μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτήν ιδιότητα μόνον περί του κριθέντος δικαιώματος και εφ' όσον πρόκειται περί του αυτού αντικειμένου και της αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας», στο άρθρο 94 ότι «Το δεδικασμένον λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου», στο άρθρο 105 ότι «Εις αναθεώρησιν υπόκεινται αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων κατά τα εις το άρθρον 62 του Π.Δ./τος 774/1980 "περί κωδικοποιήσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων κ.λπ." οριζόμενα. Αι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του παρόντος εφαρμόζονται και εν προκειμένω» και στο άρθρο 106 ότι «Εάν τις των λόγων αναθεωρήσεως κριθή βάσιμος, η προσβληθείσα απόφασις αντιστοίχως εξαφανίζεται και το δικαστήριον προβαίνει αμέσως εις νέαν εξέτασιν της υποθέσεως εντός των ορίων του γενομένου δεκτού λόγου αναθεωρήσεως». Εξάλλου, με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (Α΄ 52) κυρώθηκε ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου του ιδίου ως άνω νόμου καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του (28.2.2013) οι διατάξεις του π.δ. 774/1980 (Α΄ 189). Περαιτέρω, ο ως άνω Κώδικας ορίζει στο άρθρο 89, το οποίο περιλαμβάνει ρυθμίσεις αντίστοιχες με αυτές του καταργηθέντος άρθρου 62 του π.δ. 774/1980, ότι «1. Οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων υπόκεινται στο έκτακτο ένδικο μέσο της αναθεώρησης, το οποίο ασκεί στο Τμήμα που εξέδωσε την απόφαση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 48, είτε ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας ή ο αρμόδιος υπουργός, είτε ο ενδιαφερόμενος (…)», στο άρθρο 48 ότι «(…) 3. Η αίτηση αναθεώρησης επιτρέπεται να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση στον υπόλογο της προσβαλλόμενης πράξης: α) λόγω πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα ή λόγω λογιστικού λάθους, β) αν προσαχθούν νέα κρίσιμα έγγραφα, γ) αν η πράξη στηρίχθηκε σε καταθέσεις μαρτύρων που καταδικάστηκαν για ψευδορκία ή απαλλάχθηκαν αλλά η ψευδορκία αναγνωρίστηκε δικαστικά, δ) αν η πράξη στηρίχθηκε σε πλαστά έγγραφα, εφόσον η πλαστογραφία αναγνωρίστηκε δικαστικά έστω και στο σκεπτικό της δικαστικής απόφασης ή του βουλεύματος». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε αναθεώρηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις που εκδίδονται από τα Τμήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο λόγους, μεταξύ των οποίων η πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα, η προσαγωγή νέων κρίσιμων εγγράφων και η πλαστότητα εγγράφων. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των προδιαληφθεισών διατάξεων του π.δ. 1225/1981 και του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο συνάγεται ότι αναθεώρηση οριστικής απόφασης Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρεί για τους ανωτέρω λόγους, μόνο για τα ζητήματα που κρίθηκαν με την εν λόγω απόφαση και καλύπτονται από το δεδικασμένο αυτής. Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης από το Τμήμα έφεσης κατά καταλογιστικής πράξης για τυπικό λόγο (όπως η μη καταβολή του νομίμου παραβόλου), το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αυτή και δύναται να ανατραπεί με το έκτακτο ένδικο μέσο της αναθεώρησης καλύπτει μόνο το κριθέν ως άνω ζήτημα, οι δε προβαλλόμενοι λόγοι αναθεώρησης δύνανται να αφορούν μόνο την κρίση αυτή (την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης), ενώ δεν δύνανται να προβληθούν παραδεκτώς λόγοι αναθεώρησης που αφορούν τη νομιμότητα του γενόμενου καταλογισμού, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε την υπόθεση στην ουσία (πρβλ. Ελ.Συν. ΙΙΙ Τμ. 581/2015, Ι Τμ. 2591/2006, ΔΕφΤρ. 517/2017).

ΙΙΙ. Το άρθρο 6 παρ. 2 της Σύμβασης που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει ότι «Πάν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται αθώο μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου ως δικονομική εγγύηση στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, αλλά και εκτός αυτής, πριν κριθεί οριστικά η ποινική ευθύνη του διωκομένου. Παράλληλα όμως, το τεκμήριο αυτό εκτείνεται και στις διαδικασίες που έπονται της οριστικής αθώωσης του κατηγορουμένου, με σκοπό να εμποδίσει την αντιμετώπιση από δημόσιες αρχές ή όργανα, ατόμων που αθωώθηκαν ή για τους οποίους έπαψε η ποινική δίωξη, σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για την παράβαση που τους είχε αποδοθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το τεκμήριο αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, αποτελεί έκφανση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και κατοχυρώνει τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειάς του. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παράγραφος 2 θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές (ΕΔΔΑ, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδας, 30.4.2015, Kώνστας κ. Ελλάδας. 24.5.2011, παρ. 32). Στο πλαίσιο αυτό, το διατακτικό μιας αθωωτικής απόφασης πρέπει να γίνεται σεβαστό από κάθε αρχή που αποφαίνεται ευθέως ή παρεμπιπτόντως επί της ποινικής ευθύνης του προσώπου, το οποίο αφορά η απόφαση. Για την ενεργοποίηση της θεμελιώδους αυτής δικονομικής εγγύησης και τον έλεγχο της πιθανής παραβίασής της απαιτείται οι παρεπόμενες της ποινικής δίκης δικαστικές ή ακόμα και διοικητικές διαδικασίες που δεν είναι ποινικές, να παρουσιάζουν συνάφεια με την προηγηθείσα ποινική δίκη, υπό την έννοια της ταυτόσημης αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων για τα οποία, αυτός που την επικαλείται, διώκεται. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί η εν λόγω συνάφεια, η οποία προϋποθέτει ουσιαστικό έλεγχο των πραγματικών στοιχείων της διαφοράς, η διοικητική αρχή ή το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να απόσχει από τη διατύπωση κρίσης ή και αιτιολογίας, η οποία θα έθετε, εν αμφιβόλω, το αθωωτικό αποτέλεσμα της οικείας ποινικής διαδικασίας. Ειδικότερα, σε περίπτωση καταλογισμού για διαπιστωθέν έλλειμμα, δύναται να τεθεί ζήτημα παραβίασης της ανωτέρω διαδικαστικής εγγύησης, όταν τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία διώχθηκε ποινικά το καταλογισθέν πρόσωπο, αλλά αθωώθηκε, έστω και λόγω αμφιβολιών, ταυτίζονται πλήρως με αυτά στα οποία στηρίζεται ο καταλογισμός του. Αυτό συμβαίνει όταν η παρεπόμενη κρίση σχετικώς με τη δημοσιονομική ευθύνη προϋποθέτει την εξέταση της προηγηθείσας κρίσης του ποινικού δικαστηρίου ή όταν η αρμόδια διοικητική αρχή ή το διοικητικό δικαστήριο εξετάσει εκ νέου τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη του το ποινικό δικαστήριο ή κρίνει ξανά τη συμμετοχή του προσώπου σε μια από τις πράξεις που οδήγησαν στην καταδίκη του. Αντιθέτως, η διαδικαστική αυτή εγγύηση δεν παραβιάζεται όταν η μεταγενέστερη της αθωωτικής απόφασης διαφορετική κρίση της διοικητικής αρχής ή του δικαστηρίου στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση και αφορά σε άλλη μορφή ή άλλο χαρακτήρα ευθύνης του αθωωθέντος με συνέπεια να παρουσιάζει αυτοτέλεια σε σχέση με την ποινική διαδικασία. Μόνο εφόσον ο σύνδεσμος ανάμεσα στην ολοκληρωθείσα ποινική διαδικασία και στην διοικητική διαδικασία ή δίκη που επακολουθεί, επιβεβαιωθεί, τότε η κρίση στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας ή δίκης θα ελεγχθεί για την παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και δη, το αν με την επίδικη κρίση παραβιάστηκε η προηγούμενη αθώωση του υπολόγου [πρβλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος, 30.4.2015, Κώνστας κατά Ελλάδος, 24-5-2011, Παραπονιάρης κατά Ελλάδος, 25.9.2008, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, 27-9-2007, Rushiti κατά Αυστρίας, 21-3-2000, Lamana κατά Αυστρίας, 10-7-2001, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Τμήμα ευρείας σύνθεσης), 12-7-2013, Ελ.Συν. Ολομ. 124/2017 σκ. 4, 2679/2016, 1808/2014, 542/2013, 1034/2011 κ.α.).

IV. Εξάλλου, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η Διοίκηση δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις πράξεις της, έστω και αν αυτές είναι παράνομες. Ως εκ τούτου, η άρνηση ανάκλησης διοικητικής πράξης στερείται εκτελεστού χαρακτήρα, εκτός εάν αυτή εκδηλωθεί κατόπιν νέας κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης (ΣτΕ 941/2017, 2813, 1489/2013, 2636/2006 κ.ά.). Η εν λόγω αρχή ισχύει κατ’ αρχήν και για τις καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε περίπτωση διαπιστωθέντος ελλείμματος από τα αρμόδια προς τούτο όργανα, πλην όμως, κατά την πλειοψηφήσασα στο Τμήμα άποψη, αυτή κάμπτεται στις περιπτώσεις που ο διοικούμενος ζητεί από τη Διοίκηση την ανάκληση του γενομένου σε βάρος του καταλογισμού, επικαλούμενος απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αθωώθηκε, έστω και λόγω αμφιβολιών, για τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η καταλογιστική πράξη, της οποίας ζητεί την ανάκληση. Τούτο, δε, διότι στην περίπτωση αυτή, το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται στις προμνησθείσες διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., επιβάλλει στη διοικητική αρχή, εφόσον δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να συνεκτιμήσει την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση σχετικώς με το αίτημα του καταλογισθέντος για επανεξέταση της υπόθεσής του, η δε σχετική παράλειψη ή άρνηση συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, παραδεκτώς προσβαλλόμενη με έφεση ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μειοψήφησε η Πρόεδρος του Τμήματος, η οποία διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία τυγχάνει εφαρμογής, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει το αντίθετο, η διοίκηση δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής τους ή έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 1175/2008, 2176/2004). Ενόψει τούτου, η άρνηση ανάκλησης διοικητικής πράξης, κατόπιν σχετικής αίτησης του ενδιαφερόμενου, έχει εκτελεστό χαρακτήρα μόνο αν εκδηλωθεί κατόπιν νέας έρευνας του πραγματικού της υπόθεσης και αφού ληφθούν υπόψιν νέα ουσιώδη στοιχεία (βλ. Σ.τ.Ε. 698/2015, 2098/2012,100/2010, 2632/2006, 3372/1999, 2830/1999). Η ανωτέρω γενική αρχή που υπαγορεύεται από την ασφάλεια του δικαίου και την ανάγκη σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων έχει εφαρμογή και στο χώρο του δημοσιονομικού δικαίου (βλ. Ελ.Συν. ΙV Tμ. 596/2016, Ι Τμ. 413/2016, 2456/2011, 2633/2006, V Τμ. 3828, 3829/2013). Κατόπιν τούτου, η άρνηση της διοίκησης να ανακαλέσει προηγούμενη απόφασή της, με την οποία επιβάλλεται καταλογισμός για την αναπλήρωση ελλείμματος που διαπιστώθηκε μετά από έλεγχο στη διαχείριση υπολόγου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχει εκτελεστό χαρακτήρα μόνο αν εκδηλωθεί κατόπιν νέας έρευνας του πραγματικού της υπόθεσης και αφού ληφθούν υπόψη νέα ουσιώδη στοιχεία. Περαιτέρω, η διοίκηση δεν έχει υποχρέωση να ανακαλέσει καταλογιστική πράξη που εκδόθηκε από αυτήν, ούτε και στην περίπτωση επίκλησης από τον καταλογισθέντα αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, καθώς δεν προβλέπεται νομοθετικώς κάμψη της ανωτέρω γενικής αρχής στην εν λόγω περίπτωση, ενώ δεν τίθεται εκ του λόγου αυτού ζήτημα παραβίασης του άρθρου 20 παρ. 1 Συντάγματος ή άλλων υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, αφού ο καταλογισθείς δύναται, σε κάθε περίπτωση, να ασκήσει κατά της εκδοθείσας εις βάρος του καταλογιστικής πράξης τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα.

V. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Α. Κατόπιν οικονομικού – διαχειριστικού ελέγχου που διενεργήθηκε στις 18.9.2001 στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «...» και ήδη Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο ... - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - ...», από τους Επιθεωρητές της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, για τη διαπίστωση οικονομικών ατασθαλιών που είχαν λάβει χώρα στο Τμήμα της γραμματείας εξωτερικών ιατρείων του νοσοκομείου, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 14.9.1999 έως 18.9.2001 δημιουργήθηκε στη διαχείριση του εν λόγω Τμήματος χρηματικό έλλειμμα, συνολικού ύψους 79.296.760 δραχμών (232.712,43 ευρώ). Το έλλειμμα αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μέρος των εισπράξεων του Τμήματος, οι οποίες προέρχονταν από ποσά που κατέβαλαν ιδιώτες και συγκεκριμένα ανασφάλιστοι ή ασφαλισμένοι που για διάφορους λόγους πλήρωναν σε μετρητά για εξέταστρα ή παρακλινικές εξετάσεις παρεκρατείτο, χωρίς να αποδίδεται στο κεντρικό ταμείο του νοσοκομείου. Για τη δημιουργία του ανωτέρω ελλείμματος θεωρήθηκε, σύμφωνα με το ανωτέρω πόρισμα, υπεύθυνος ο Προϊστάμενος του Τμήματος γραμματείας εξωτερικών ιατρείων, ...., ο οποίος με ιδιαίτερα τεχνάσματα αφαιρούσε σε καθημερινή βάση το μεγαλύτερο ποσό των εισπράξεων της ημέρας, ενώ, κατά την άποψη των Επιθεωρητών που διενήργησαν τον έλεγχο, τα ίδια τεχνάσματα χρησιμοποιούσε και για τον ίδιο σκοπό και ο εκκαλών-αιτών, ο οποίος υπηρετούσε ως υπάλληλος στο Τμήμα αυτό. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς που εξετάζονταν στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου διακρίνονταν σε δύο κατηγορίες∙ σε αυτούς που εξετάζονταν δωρεάν, καθώς δεν όφειλαν να καταβάλουν κάποια συμμετοχή (ασφαλισμένοι που δεν υποχρεούνταν σε συμμετοχή, άποροι, στρατιώτες, πρόσφυγες, αλλοδαποί, ασφαλισμένοι του ΟΓΑ, υπάλληλοι του νοσοκομείου κ.λπ.) και σε εκείνους που κατέβαλαν μετρητά για την επίσκεψη και τις ιατρικές εξετάσεις τους και χαρακτηρίζονταν με την ένδειξη «ΙΔΙΩΤΗΣ». Σύμφωνα με τους κανόνες που ρύθμιζαν τη λειτουργία του Τμήματος γραμματείας εξωτερικών ιατρείων, για κάθε ασθενή που κατέβαλε μετρητά για την ανωτέρω αιτία, γινόταν σχετική καταχώρηση στο πληροφοριακό σύστημα με το όνομα του ασθενούς, τον χαρακτηρισμό «ΙΔΙΩΤΗΣ», την ημερομηνία, το είδος της εξέτασης, το εργαστήριο όπου επρόκειτο να πραγματοποιηθεί και το καταβληθέν χρηματικό ποσό, ενώ κάθε καταχώρηση ελάμβανε έναν μοναδικό αριθμό στο ηλεκτρονικό σύστημα. Περαιτέρω, τόσο για τους ασθενείς που κατέβαλαν χρηματικά ποσά για ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις, όσο και για τους ασθενείς που δεν είχαν τέτοια υποχρέωση εκδίδονταν Δελτία Παροχής Υπηρεσιών (Δ.Π.Υ.). Ειδικότερα, οι εισπράξεις των επισκέψεων και των εξετάστρων των εξωτερικών ιατρείων του νοσοκομείου γίνονταν με την έκδοση των ανωτέρω δελτίων επί των οποίων αναγραφόταν το χρηματικό ποσό που είχε καταβληθεί, ενώ κάθε δελτίο εκτυπωνόταν σε τέσσερα (4) αντίτυπα (λευκό, μπλε, κίτρινο και ροζ). Ο ασθενής ελάμβανε το λευκό αντίτυπο, το οποίο κρατούσε ο ίδιος, καθώς επίσης και το μπλε, το οποίο έδινε στο εργαστήριο όπου πραγματοποιούσε την εξέταση, προκειμένου να τεθεί στο αρχείο του. Ακολούθως, με βάση τα εκδοθέντα δελτία, τα οποία έπρεπε να έχουν συνεχή αρίθμηση, συντασσόταν από τον Προϊστάμενο του Τμήματος κατάσταση, η οποία απεικόνιζε την κίνηση του Τμήματος βάσει των εκδοθέντων δελτίων παροχής υπηρεσιών και των πραγματοποιηθέντων εσόδων. Η κατάσταση αυτή, μαζί με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά (τα οποία έπρεπε να ανταποκρίνονται στις εγγραφές) και τα κίτρινα αντίτυπα των δελτίων παραδιδόταν από τον Προϊστάμενο του Τμήματος γραμματείας εξωτερικών ιατρείων ή από υπάλληλο που όριζε αυτός, στο κεντρικό ταμείο του νοσοκομείου, ο δε ταμίας, μετά τον έλεγχο της ανωτέρω κατάστασης και των αντίστοιχων εισπράξεων, εξέδιδε γραμμάτιο είσπραξης, το οποίο παρέδιδε στο Λογιστήριο για έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το πόρισμα των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, ο Προϊστάμενος του Τμήματος γραμματείας εξωτερικών ιατρείων, ...., μετά τη λήξη της εφημερίας, περί ώρα 16:00, διαχώριζε τα δελτία που είχαν εκδοθεί κατά τη διάρκεια αυτής, σε δύο κατηγορίες∙ αυτά τα οποία αφορούσαν ασθενείς που δεν είχαν καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό (ασφαλισμένοι που δεν υποχρεούντο σε κάποια συμμετοχή, άποροι, πρόσφυγες, αλλοδαποί, ασφαλισμένοι ΟΓΑ, στρατιώτες, υπάλληλοι του Νοσοκομείου κ.λπ.) και αυτά, τα οποία αφορούσαν ασθενείς που είχαν καταβάλει μετρητά για την ιατρική επίσκεψη και τις εξετάσεις που είχαν πραγματοποιηθεί, τα δε αντίστοιχα χρηματικά ποσά βρίσκονταν στο συρτάρι του ταμείου του Τμήματος. Εν συνεχεία, χρησιμοποιώντας το όνομα και τον κωδικό εισόδου στο πληροφοριακό σύστημα (Η/Υ) του εκκαλούντος – αιτούντος ή της υπαλλήλου ...., επενέβαινε σε αυτό επιφέροντας αλλοιώσεις στα καταχωρηθέντα στοιχεία που αφορούσαν τους «ΙΔΙΩΤΕΣ» που είχαν καταβάλει χρηματικά ποσά για ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις. Ειδικότερα, ο ... ... μετέβαλε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή τον χαρακτηρισμό του ασθενούς από «ΙΔΙΩΤΗ» σε άπορο, στρατιώτη, ασφαλισμένο του Ο.Γ.Α. κ.λπ., με συνέπεια να εμφανίζει αυτόν ως ασθενή, ο οποίος δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει αντίτιμο για την επίσκεψη και τις εξετάσεις που είχαν πραγματοποιηθεί, η σχετική δε είσπραξη εμφανιζόταν πλέον στο ηλεκτρονικό σύστημα ως μηδενική, ενώ ο ίδιος εμφανιζόταν πλέον ως μη έχων την υποχρέωση να αποδώσει κάποιο χρηματικό ποσό στο κεντρικό ταμείο του νοσοκομείου. Στο τέλος της ημέρας συγκέντρωνε τα κίτρινα και τα ροζ στελέχη των δελτίων παροχής υπηρεσιών σε μία σακούλα και την πετούσε ο ίδιος στον κάδο απορριμμάτων του νοσοκομείου. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις αλλοίωνε την καταχώρηση που αφορούσε το έτος εξέτασης του ασθενούς που είχε καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό, προβαίνοντας σε προχρονολόγηση ή μεταχρονολόγηση της σχετικής εγγραφής. Έτσι, αντί για τα έτη 2000, 2001 κ.λπ., εκείνος αλλοίωνε την εγγραφή σε 0200, 1000, 3001, 7001, με συνέπεια, σε περίπτωση αναζήτησης των ασθενών που εξετάσθηκαν κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία (π.χ. 18.9.2001), να μην εμφανίζονται στην εκτύπωση της σχετικής ονομαστικής κατάστασης οι ιδιώτες ασθενείς, των οποίων τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά είχαν αποκρυβεί. Ακολούθως, αφού τελείωνε με τις μεταβολές αυτές, συνέτασσε μία νοθευμένη συγκεντρωτική κατάσταση ανά τμήμα ή εργαστήριο, στην οποία περιλαμβάνονταν μόνο τα ποσά που ήταν αποδοτέα στο κεντρικό ταμείο, με τα αντίστοιχα ονόματα ασθενών, ενώ είχαν παραλειφθεί τα ονόματα των ασθενών των οποίων τα στοιχεία είχαν παραποιηθεί και πλέον εμφανίζονταν ότι δεν είχαν καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό, ως εμπίπτοντες σε ειδικές κατηγορίες που εξαιρούνταν της σχετικής υποχρέωσης. Την κατάσταση αυτή ο ... ... την παρέδιδε μαζί με τα εμφανιζόμενα ως αποδοτέα ποσά στο κεντρικό ταμείο, είτε αυτοπροσώπως είτε και μέσω κάποιου υφισταμένου του, ο ίδιος δε, ιδιοποιείτο τη σχετική διαφορά, ήτοι το αποκρυβέν χρηματικό ποσό που είχε πράγματι εισπραχθεί για ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις. Μάλιστα, ο ίδιος, ύστερα από υποψίες που είχαν δημιουργηθεί σε βάρος του, στις 18.9.2001 και κατά τη διάρκεια επιτοπίου ελέγχου των διενεργησάντων τον έλεγχο Επιθεωρητών, κατελήφθη επ’ αυτοφώρω να προβαίνει σε αλλοιώσεις-μεταβολές εγγραφών στο πληροφοριακό σύστημα, ενώ παρακολουθείτο διακριτικά μέσω του τερματικού του ηλεκτρονικού συστήματος του λογιστηρίου του νοσοκομείου από τους εν λόγω Επιθεωρητές και ομάδα υπαλλήλων του νοσοκομείου. Μετά δε την αιφνίδια είσοδο των Επιθεωρητών στο γραφείο του και την αποκάλυψη της παράνομης δράσης του, ετράπη σε φυγή. Παρά δε τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσε ο ... ... και τη δυνατότητα που είχε να αλλοιώνει τις εγγραφές που είχαν γίνει στο ηλεκτρονικό υπολογιστή του Τμήματος γραμματείας εξωτερικών ιατρείων, όλες οι καταχωρήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί από το Τμήμα αυτό, δηλαδή τόσο οι αρχικές, όσο και οι επιγενόμενες αλλοιώσεις-μεταβολές, είχαν καταγραφεί με κάθε λεπτομέρεια στην «κεντρική μνήμη» (σκληρό δίσκο) του πληροφοριακού συστήματος του νοσοκομείου, γεγονός που επέτρεψε στη συνέχεια την αποκάλυψη της παράνομης δράσης του. Όσον αφορά περαιτέρω, τη συμμετοχή του εκκαλούντος-αιτούντος στις ανωτέρω ενέργειες, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω πόρισμα, ο εκκαλών-αιτών χρησιμοποιούσε μεθόδους ακριβώς ίδιες με αυτές του ... ..., προκειμένου να αλλοιώνει τις καταχωρήσεις που είχαν γίνει στο πληροφοριακό σύστημα, στις ενέργειες δε αυτές προέβαινε τόσο σε χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο τελευταίος απουσίαζε, όσο και σε χρονικά διαστήματα κατά τα οποία οι δύο υπάλληλοι υπηρετούσαν ταυτόχρονα. Συγκεκριμένα, ο εκκαλών-αιτών, ο οποίος δεν υπηρετούσε στο Τμήμα γραμματείας εξωτερικών ιατρείων κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 20.5.2001, εμφανιζόταν να πραγματοποιεί μεταβολές στο σύστημα τους μήνες Μάιο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο του 2000, Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Απρίλιο και Μάιο του 2001. Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από 13.8.2001 έως 24.8.2001, όπου ο ... ... απουσίαζε με κανονική άδεια, διαπιστώθηκαν επεμβάσεις στο σύστημα που αφορούσαν την αντικατάσταση της χρονολογίας πραγματικής εξέτασης ασθενών με αντίστοιχη μελλοντική χρονολογία, ώστε να μην είναι δυνατός ο εντοπισμός των εξετασθέντων ασθενών στο σύστημα, σε περίπτωση αναζήτησης στοιχείων με βάση την ημερομηνία της εξέτασης. Κατά την εκτίμηση των συντακτών του πορίσματος, είναι απίθανο το ενδεχόμενο να χρησιμοποίησαν και οι δύο υπάλληλοι τις ίδιες ακριβώς μεθόδους αλλοίωσης των στοιχείων που είχαν καταχωρηθεί στο σύστημα του νοσοκομείου και με τον ίδιο σκοπό, χωρίς ο ένας να τελεί σε γνώση των ενεργειών του άλλου, ενώ στο ίδιο πόρισμα γίνεται επίσης δεκτό ότι ο ... ... γνώριζε τον κωδικό εισόδου στο σύστημα τόσο του εκκαλούντος-αιτούντος, όσο και της υπαλλήλου του Τμήματος ..., ενώ την ημέρα που κατελήφθη επ’ αυτοφώρω να προβαίνει σε μεταβολές στο σύστημα (18.9.2001) χρησιμοποιούσε τον κωδικό του εκκαλούντος-αιτούντος. Περαιτέρω, στο πόρισμα αυτό αναφέρεται ότι κάποιες άδειες που τυπικά χορηγούνταν στον ... ..., στην πραγματικότητα χρησιμοποιούνταν από την πρώην σύζυγό του, η οποία επίσης υπηρετούσε στο νοσοκομείο. Από τη διασταύρωση των στοιχείων που πραγματοποίησαν οι διενεργήσαντες τον έλεγχο Επιθεωρητές, προέκυψε ότι οι αλλοιώσεις που είχαν επέλθει στις καταχωρημένες εγγραφές του συστήματος κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήτοι από 14.9.1999 έως 18.9.2001, αφορούσαν 30.000 περίπου ασθενείς, τα δε χρηματικά ποσά που είχαν καταβληθεί μεν από τους ασθενείς αυτούς, πλην όμως είχαν παρακρατηθεί από τις εισπράξεις του νοσοκομείου, καθώς είχαν αποτελέσει αντικείμενο παράνομης ιδιοποίησης από τον ... ... και τον εκκαλούντα-αιτούντα 232.712,43 ευρώ, συνιστώντας ισόποσο έλλειμμα στη διαχείριση του νοσοκομείου. Ειδικότερα, με βάση τις διαπιστώσεις που διαλαμβάνονται στο πόρισμα αυτό, το ανωτέρω έλλειμμα βάρυνε τον ... ... και τον εκκαλούντα-αιτούντα ως εξής: Ο ... ... ευθυνόταν για τη δημιουργία ελλείμματος ποσού 76.673.520 δραχμών (225.014 ευρώ) πλέον νομίμων προσαυξήσεων, ενώ ο εκκαλών-αιτών ευθυνόταν αλληλεγγύως για τη δημιουργία ελλείμματος ποσού 28.042.040 δραχμών (82.295,06 ευρώ), πλέον νομίμων προσαυξήσεων. Το ανωτέρω πόρισμα διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, προκειμένου να συσχετισθεί με τα στοιχεία ήδη εκκρεμούσας σε βάρος των ανωτέρω υπαλλήλων δικογραφίας, με βάση δε το σύνολο των στοιχείων, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για τα αδικήματα: α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, ποσών ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, β) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και γ) της υπεξαγωγής εγγράφων από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. Περαιτέρω, βάσει του ανωτέρω πορίσματος, απεστάλη στον εκκαλούντα-αιτούντα η ΑΥ2α/.../30.8.2002 πρόσκληση των διενεργησάντων τον έλεγχο Επιθεωρητών, με την οποία εκαλείτο αυτός να καταβάλει εντός προθεσμίας σαράντα οκτώ (48) ωρών από την επίδοσή της και υπέρ του νοσοκομείου το ποσό των 35.829.910 δραχμών (105.150,13 ευρώ), για την αποκατάσταση του ελλείμματος που φερόταν ότι είχε προκαλέσει, το ποσό δε αυτό αναλυόταν ως εξής: έλλειμμα 28.042.040 δραχμές (82.295,06 ευρώ) και προσαυξήσεις 7.787.870 δραχμές (22....,07 ευρώ). Παράλληλα, με την ΑΥ2α/.../30.8.2002 όμοια πρόσκληση προς τον ... ... εκλήθη αυτός να καταβάλει το ποσό των 76.673.520 δραχμών (225.014 ευρώ) πλέον νομίμων προσαυξήσεων ποσού 17.763.415 δραχμών (52.130,34 ευρώ). Δοθέντος, όμως, ότι ουδείς εκ των ανωτέρω υπαλλήλων ανταποκρίθηκε στις ανωτέρω προσκλήσεις, επακολούθησε η .../.../12.9.2002 καταλογιστική απόφαση των διενεργησάντων τον έλεγχο Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με την οποία οι ως άνω καταλογίσθηκαν με τα ως άνω αναφερόμενα στις οικείες προσκλήσεις ποσά.

Β. Στη συνέχεια ο εκκαλών, με την από 29.12.2002 έφεση (Α.Β.Δ. 30/21.6.2005), ενώπιον του IV Tμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ζήτησε την ακύρωση: α) του ανωτέρω .../.../27.6.2002 πορίσματος Οικονομικού – Διαχειριστικού Ελέγχου των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με το οποίο προτάθηκε ο καταλογισμός του με το προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 82.295,06 ευρώ, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων και β) της ΑΥ2α/.../30.8.2002 πρόσκλησης των ιδίων ως άνω Επιθεωρητών για αποκατάσταση του προαναφερθέντος ελλείμματος. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η 1862/2009 απόφαση του Τμήματος τούτου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής του απαιτουμένου για την εξέταση της υπόθεσης παραβόλου.

Γ. Περαιτέρω, με την 4961/2009 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο εκκαλών-αιτών κηρύχθηκε αθώος για τα αδικήματα: α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, β) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και γ) της υπεξαγωγής εγγράφων από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, ο εκκαλών-αιτών υπηρέτησε στη γραμματεία του Τμήματος εξωτερικών ιατρείων από τον Σεπτέμβριο του έτους 1997 έως τις 31.12.1999 και από 21.5.2001 έως 18.9.2001, δηλαδή δεν υπηρέτησε στο Τμήμα αυτό κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 20.5.2001, ωστόσο, και κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ο εκκαλών-αιτών εργαζόταν στο Τμήμα γραμματείας εξωτερικών ιατρείων περιστασιακά, ως εφημερεύων, όποτε του το ζητούσε ο Διοικητικός Διευθυντής του νοσοκομείου,.... Κατά την εργασία του στο ανωτέρω Τμήμα εξέδιδε, όπως και όλοι οι λοιποί υπάλληλοι του Τμήματος, παραπεμπτικά για παρακλινικές εξετάσεις και επισκέψεις σε εργαστήρια και εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου, ενώ χειριζόταν ηλεκτρονικό υπολογιστή με κωδικό εισόδου, τον οποίο γνώριζε και χρησιμοποιούσε και ο ... ..., προκειμένου να εισέρχεται και να πραγματοποιεί μεταβολές στο σύστημα. Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-αιτών προέβη, είτε μόνος του είτε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, ... ..., στις προαναφερόμενες αλλοιώσεις και μεταβολές στοιχείων, καθώς και στην παρακράτηση εισπράξεων του νοσοκομείου. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες δεν κατέθεσαν συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία σε βάρος του, ενώ και στο πόρισμα των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, αναφέρεται αορίστως ότι ο εκκαλών-αιτών πραγματοποίησε μεταβολές τους μήνες που δεν υπηρετούσε στο Τμήμα, χωρίς να αναφέρεται ότι κατά τις ημέρες των μεταβολών είχε κληθεί να εργασθεί σε αυτό. Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, στο ως άνω πόρισμα αναφέρεται ότι ο εκκαλών-αιτών πραγματοποιούσε μεταβολές κατά τις ημέρες που ο συγκατηγορούμενός του, ...ς ..., βρισκόταν σε άδεια, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει την παρουσία του ... ... στο νοσοκομείο, αφού, όπως αποδείχθηκε, οι άδειές του χρησιμοποιούνταν από την τότε σύζυγό του που εργαζόταν στο νοσοκομείο. Άλλωστε, όπως δέχθηκε η ίδια απόφαση, ο εκκαλών-αιτών αποχωρούσε από την υπηρεσία του περί ώρα 15:00, ενώ οι μεταβολές των στοιχείων και η μείωση των εισπράξεων γινόταν από ώρα 17:00 και μετά. Επίσης, κανείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν κατέθεσε ότι τον είδε να μεταφέρει σακούλες απορριμμάτων με τα πεταμένα παραστατικά, όπως είχε συμβεί με τον συγκατηγορούμενό του. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο έκρινε ότι κατελείφθησαν αμφιβολίες σχετικώς με το εάν ο εκκαλών-αιτών τέλεσε πράγματι τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε, με συνέπεια την αθώωσή του γι’ αυτές, σε αντίθεση με τον ... ..., ο οποίος κρίθηκε ένοχος για όλες τις αποδοθείσες σε αυτόν κατηγορίες, με συνέπεια την καταδίκη του σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τέσσερα (4) έτη.

Δ. Εν τω μεταξύ, παράλληλα με την ποινική δίωξη, σε βάρος του εκκαλούντος-αιτούντος κινήθηκε και πειθαρχική δίωξη για το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης του υπαλληλικού καθήκοντος. Με απόφαση του Πρωτοβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Α΄ Περιφερειακού Συστήματος Υγείας-Πρόνοιας Αττικής που ελήφθη κατά την ....2003/Θέμα 2ο, επιβλήθηκε στον εκκαλούντα - αιτούντα η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης για το ανωτέρω πειθαρχικό παράπτωμα [άρθρο 107 παρ. 1 περίπτ. (β) του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2683/1999 (Α΄ 19)], ενώ ένσταση αυτού κατά της εν λόγω απόφασης απορρίφθηκε με την 8/7.4.2005 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου (Τμήμα Β΄), η οποία, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, επέβαλε την αυτή πειθαρχική ποινή. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, ο εκκαλών-αιτών άσκησε την από 13.12.2005 προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία με την 2659/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου απορρίφθηκε με τη διαλαμβανόμενη σ’ αυτήν αιτιολογία. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι, με βάση τα εκτιμηθέντα από το Δικαστήριο στοιχεία, στοιχειοθετείτο η διάπραξη εκ μέρους του εκκαλούντος-αιτούντος του αδικήματος που του αποδόθηκε από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, η δε επιβληθείσα σ’ αυτόν πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης ήταν η προσήκουσα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 109 παράγραφος 2 περ. (β) του προαναφερθέντος Κώδικα. Μεταγενέστερα όμως και δη μετά την έκδοση της 4961/2009 απόφασης του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η υπόθεσή του επανεξετάσθηκε, ύστερα από αίτησή του, από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο, με την 3/329/21.3.2014 απόφασή του, τον απήλλαξε από τις πειθαρχικές κατηγορίες που του είχαν αποδοθεί, ο ίδιος δε, επανήλθε στην Υπηρεσία (βλ. και το από 16.12.2016 υπόμνημα του ΓΝΑ «Ο ....-ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ-....»).

Ε. Ακολούθως, ο εκκαλών-αιτών, επικαλούμενος α) την προμνησθείσα 4961/2009 αθωωτική απόφαση του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και β) την επακολουθήσασα 3/329/21.3.2014 απαλλακτική απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ζήτησε με την 2.../3.9.2014 αίτησή του προς το Σώμα Επιθεωρητών Υγείας, την ανάκληση της .../.../12.9.2002 απόφασης των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με την οποία καταλογίσθηκε, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, με το συνολικό ποσό των 105.150,13 ευρώ (35.829.910 δραχμών). Η ως άνω αίτησή του απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη με την αιτιολογία ότι δεν δύναται να χωρήσει έκδοση Ατομικού Φύλλου Έκπτωσης (Α.Φ.Ε.Κ.) του καταλογισθέντος ποσού χωρίς σχετική απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο οποίο και πρέπει αυτός να προσφύγει.

ΣΤ. Με την κρινόμενη έφεση, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 16.12.2016 υπόμνημα, ο εκκαλών-αιτών ζητεί την ακύρωση της άρνησης του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας να προβεί στην ανάκληση της .../.../12.9.2002 καταλογιστικής απόφασης των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος ουδέποτε προέβη στις παράνομες πράξεις που του αποδόθηκαν με το πόρισμα των διενεργησάντων τον έλεγχο Επιθεωρητών, επικαλούμενος την ως άνω 4961/2009 αθωωτική απόφαση του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και την προαναφερόμενη 3/329/21.3.2014 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Περαιτέρω, ο εκκαλών-αιτών προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα και το δίκαιο, διότι υπολαμβάνει εσφαλμένως ότι από την 1862/2009 απόφαση του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρέει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει τη Διοίκηση, ενώ τούτο δεν ισχύει, καθώς εξ απορριπτικής για τυπικό λόγο απόφασης δεν απορρέει ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά δεδικασμένο σχετικώς με το δικονομικό ζήτημα. Επιπλέον, προβάλλει ότι η διοίκηση όφειλε, στο πλαίσιο της αρχής της χρηστής διοίκησης, να ανακαλέσει την εκδοθείσα σε βάρος του καταλογιστική απόφαση, δοθέντος ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση αυτή ήταν εσφαλμένα, ενώ, σε κάθε περίπτωση παραβιάσθηκε το δικαίωμά του σε προηγούμενη ακρόαση, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη δεν φέρει την απαιτούμενη εκ του νόμου αιτιολογία. Τέλος, ο εκκαλών-αιτών, με το δικόγραφό του, ζητεί επικουρικώς, εφόσον δηλαδή κριθεί ότι η 1862/2009 απόφαση του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου παράγει δεδικασμένο και επί της ουσίας της υπόθεσης, το ασκηθέν από αυτόν ένδικο βοήθημα να εκτιμηθεί, ως εκ του περιεχομένου του, ως αίτηση αναθεώρησης της απόφασης αυτής.

VΙ. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην σκέψη ΙΙΙ, κατά την πλειοψηφήσασα στο Τμήμα γνώμη, η άρνηση του Γενικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας, που εκδηλώθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη να εξετάσει κατ’ ουσίαν το αίτημα του εκκαλούντος για επανεξέταση του γενομένου σε βάρος του καταλογισμού, κατόπιν λήψης υπ’ όψιν της 4961/2009 αθωωτικής απόφασης του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, παραδεκτώς προσβαλλόμενη με έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τούτο δε, διότι το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και το οποίο εκτείνεται και στις διαδικασίες ενώπιον των διοικητικών αρχών, που έπονται της αθώωσης του κατηγορουμένου, επέτασσε την επανεξέταση της υπόθεσης του εκκαλούντος, ο δε Γενικός Επιθεωρητής όφειλε, κατόπιν συνεκτίμησης της εν λόγω αθωωτικής απόφασης, να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση σχετικώς με το εάν συνέτρεχε ή όχι λόγος ανάκλησης της .../.../12.9.2002 καταλογιστικής απόφασης των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. Εξάλλου, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην σκέψη ΙΙ της παρούσας, η κατ’ ουσίαν εξέταση από τη Διοίκηση του αιτήματος του εκκαλούντος για ανάκληση του σε βάρος του καταλογισμού δεν κωλυόταν από την ύπαρξη δεδικασμένου από σχετική απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τούτο διότι, με την 1862/2009 απόφαση του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η από 29.12.2002 έφεση του εκκαλούντος απερρίφθη ως απαράδεκτη για τυπικό λόγο και συγκεκριμένα ελλείψει του απαιτουμένου για την εξέτασή της παραβόλου, με συνέπεια το εκ της απόφασης αυτής απορρέον δεδικασμένο να καλύπτει μόνο το κριθέν δικονομικό ζήτημα και όχι την ουσία της υπόθεσης. Πρέπει, συνεπώς, για τον λόγο αυτόν που προβάλλεται βασίμως, να γίνει δεκτή η έφεση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, υπό το φως των αναφερομένων στη σκέψη ΙΙΙ της παρούσας, να συνεκτιμήσει την ανωτέρω αθωωτική απόφαση και να προβεί με νόμιμη αιτιολογία είτε στην ανάκληση της .../.../12.9.2002 καταλογιστικής απόφασης των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, είτε στην απόρριψη του σχετικού αιτήματος. Περαιτέρω, γενομένης δεκτής της έφεσης του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί το επικουρικώς προβαλλόμενο αίτημά του να εκτιμηθεί το ασκηθέν από αυτόν ένδικο βοήθημα ως αίτηση για αναθεώρηση της 1862/2009 απόφασης του IV Τμήματος. Εξάλλου, και υπό την εκδοχή ότι το κρινόμενο ένδικο βοήθημα ερμηνευόταν, ως εκ του περιεχομένου του οικείου δικογράφου, ως αίτηση για αναθεώρηση της ανωτέρω απόφασης του Τμήματος, η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη ΙΙ, θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς με την 1862/2009 απόφαση του Τμήματος απερρίφθη η από 29.12.2002 έφεση του εκκαλούντος ως απαράδεκτη για τυπικό λόγο (λόγω μη καταβολής παραβόλου), με συνέπεια οι προβαλλόμενοι με το εξεταζόμενο δικόγραφο λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η νομιμότητα του γενόμενου καταλογισμού, να είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά τη γνώμη όμως της Προέδρου του Τμήματος, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται εκτελεστού χαρακτήρα, δοθέντος ότι συνιστά απορριπτική της αίτησης του εκκαλούντος περί ανάκλησης - επανεξέτασης της εις βάρος του εκδοθείσας .../.../12.9.2002 καταλογιστικής απόφασης των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, χωρίς το αρμόδιο διοικητικό όργανο να προβεί σε νέα κατ’ ουσία έρευνα της υπόθεσης και ειδικότερα, χωρίς να ερευνήσει τα υποβληθέντα με την αίτηση αυτή στοιχεία. Κατόπιν τούτων, το προσβαλλόμενο έγγραφο συνιστά μη εκτελεστή διοικητική πράξη, απαραδέκτως προσβαλλόμενη με έφεση. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία έχει εφαρμογή εφόσον ο νόμος δεν ορίζει το αντίθετο, η διοίκηση δεν είχε υποχρέωση να ανακαλέσει την προαναφερόμενη καταλογιστική απόφαση, ενόψει του ότι δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής τους ή έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς, απορριπτομένου ως εκ τούτου του προβαλλομένου με την υπό κρίση έφεση ισχυρισμού του εκκαλούντος ότι μετά την έκδοση της 4961/2009 αθωωτικής απόφασης του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η διοίκηση όφειλε να εξετάσει το εν λόγω στοιχείο και να ανακαλέσει την επίμαχη καταλογιστική απόφαση, καθόσον ούτε στην υπό κρίση περίπτωση προβλέπεται από διάταξη της κείμενης νομοθεσίας η υποχρέωση της διοίκησης να ανακαλεί τις καταλογιστικές της αποφάσεις. Άλλωστε, κατά της ως άνω απόφασης ο εκκαλών είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο και πράγματι άσκησε, πλην όμως αυτό απορρίφθηκε λόγω μη καταβολής του νομίμου παραβόλου, δηλαδή ζητήματος που εναπόκειτο απολύτως στην ευχέρεια του εκκαλούντος, ενώ σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας καταβολής του οικείου ποσού, ο εκκαλών είχε το δικαίωμα υποβολής αιτήματος περί χορήγησης του ευεργετήματος της πενίας, μη δυναμένου να γίνει δεκτού του ισχυρισμού περί της τότε οικονομικής αδυναμίας του συνεπεία της οποίας δεν κατέβαλε το απαιτούμενο παράβολο και επομένως δεν αναφύεται και για τον πρόσθετο αυτό λόγο, αντίθεση από τη μη ανάκληση της επίμαχης απόφασης προς υπερνομοθετικής ισχύος συνταγματικές ή άλλες διατάξεις. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση θα έπρεπε να απορριφθεί, ως στρεφομένη κατά πράξης στερούμενης εκτελεστού χαρακτήρα, το δε επικουρικώς προβαλλόμενο αίτημα του εκκαλούντος να εκτιμηθεί το δικόγραφό του ως αίτηση αναθεώρησης της 1862/2009 απόφασης του IV Τμήματος, πρέπει επίσης να απορριφθεί, καθώς με την αίτηση αυτή θα μπορούσαν να προβληθούν παραδεκτώς μόνο λόγοι αφορώντες την απόρριψη της έφεσης του εκκαλούντος ως απαράδεκτης λόγω μη καταβολής του απαιτουμένου παραβόλου, όχι δε και λόγοι αφορώντες τη νομιμότητα της .../.../12.9.2002 καταλογιστικής απόφασης, αφού το Τμήμα δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης.

VΙI. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει, κατά πλειοψηφία δεκτή η έφεση, να ακυρωθεί η, εκδηλωθείσα με την προσβαλλόμενη .../19.11.2014 πράξη, άρνηση του Γενικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας να εξετάσει κατ’ ουσίαν το αίτημα του εκκαλούντος για ανάκληση της εκδοθείσας εις βάρος του .../.../12.9.2002 καταλογιστικής απόφασης των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και να αναπεμφθεί η υπόθεση στον ανωτέρω Γενικό Επιθεωρητή, προκειμένου αυτός να προβεί στην εξέταση του σχετικού αιτήματος και να αποφανθεί, κατά διακριτική ευχέρεια, κατόπιν της απαιτούμενης στάθμισης υπό το φως των αναφερομένων στη σκέψη ΙΙΙ της παρούσας, σχετικώς με την ανάκληση ή μη της πράξης αυτής, εκδίδοντας αιτιολογημένη απόφαση. Τέλος, πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα το υπερβάλλον ποσό παραβόλου, ύψους 677,05 ευρώ, και επιπλέον να διαταχθεί η απόδοση σε αυτόν του νομίμως καταβληθέντος παραβόλου, ποσού 822,95 ευρώ (άρθρο 73 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο), ήτοι να επιστραφεί σε αυτόν το σύνολο του καταβληθέντος παραβόλου, ποσού 1.500 ευρώ, το δε Ελληνικό Δημόσιο και το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο ... - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - ...», πρέπει, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγούν από τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος, σύμφωνα με την αναλόγως εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (βλ. το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει μετά το ν. 3472/2006).

 

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την έφεση.

Ακυρώνει την .../19.11.2014 πράξη του Γενικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας, με την οποία εκδηλώθηκε άρνηση αυτού να εξετάσει κατ’ ουσίαν το αίτημα του εκκαλούντος για ανάκληση της εις βάρος του εκδοθείσας .../.../12.9.2002 καταλογιστικής απόφασης των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας.

Αναπέμπει την υπόθεση στο Σώμα Επιθεωρητών Υγείας του Υπουργείου Υγείας, προκειμένου να εξεταστεί το ανωτέρω αίτημα του εκκαλούντος, κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα.

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο και το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο ... - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - ...» από τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

 

      Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ       Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ   ΑΣΗΜΙΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

        

        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 8 Οκτωβρίου 2019.

 

  Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ