ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1467/2018

 

Δικαστής : Δήμητρα Σίσκου, Εφέτης

Δικηγόροι : Ιωάννης Μπίνας - Θωμάς Νταλέτσος

 

Οι υπό κρίση αντίθετες εφέσεις της ενα­γομένης και του ενάγοντος που ηττήθηκαν και νίκησαν αντίστοιχα εν μέρει, κατά της υπ αριθμ. 13541/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με υπαγόμενη εργατική διαφορά (άρθρο 614 Κ.Πολ.Δ.), έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αρμοδίως δε φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τού­του, κατά τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., όπως οι άνω διατάξεις ισχύουν μετά το ν. 4335/2015. Εί­ναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει, αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων τους κατά την ίδια διαδικασία.

Ο ενάγων (ήδη εκκαλών και εφεσίβλη­τος) με την αγωγή του, την οποία απηύθυ­νε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εφεσίβλητης και εκκαλούσας, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία την 1.10.1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως χειριστής κλαρκ, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης έναντι των προβλεπόμενων στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας μηνιαίων αποδοχών. Ότι, αν και προσέφερε ανελλιπώς και με τον προσήκοντα τρόπο τις υπηρεσίες του, η εργοδότρια εταιρία κα­θυστερούσε την καταβολή των δεδουλευ­μένων αποδοχών του, με αποτέλεσμα στις 3.12.2014 να προβεί σε δήλωση επίσχεσης της εργασίας του, μέχρι την καταβολή των ήδη ληξιπρόθεσμων αποδοχών του δεκαο­κτώ μηνών, που ανέρχονταν στο ποσό των 18.491,34 ευρώ. Ότι, έκτοτε, η εναγομένη, η οποία περιήλθε σε κατάσταση υπερημερί­ας δεν του κατέβαλε κανένα ποσό έναντι των οφειλόμενων δουλευμένων και μισθών υπερημερίας. Ότι, για τις καθυστερούμενες αυτές αποδοχές του, αλλά και εκείνες μέ­χρι τέλους Απριλίου 2015 άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονί­κης, αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ αριθμ. 9947/2015 απόφαση και του επιδικάστηκε, για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας του ανωτέρω δια­στήματος το συνολικό ποσό των 25.387,32 ευρώ. Ότι η εναγομένη, αφενός μεν ουδέν του κατέβαλε από το ως άνω επιδικασθέν ποσό, αφετέρου δε συνέχισε να είναι υπερ­ήμερη και για το διάστημα από 1.5.2015 έως και 30.11.2016. Ότι η υπερημερία στην καταβολή των ως άνω αποδοχών του απο­τελεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασί­ας του, έγινε δε σκοπίμως κατά τα αναφε­ρόμενα ειδικότερα, για να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση, οπότε την εκλαμβάνει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργα­σίας του από μέρους της εναγόμενης ερ­γοδότριας του, που επήλθε στις 30.11.2016.

Με βάση τα ανωτέρω ιστορούμενα ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομέ­νη να του καταβάλει, κυρίως μεν δυνάμει της σύμβασης και του νόμου, άλλως και σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού: α) Το ποσό των 20.157,48 ευρώ, ως καθαρές οφειλό­μενες αποδοχές υπερημερίας των μηνών από 1.5.2015 έως 30.11.2016, β) το ποσό των 5.772,92 ευρώ, ως καθαρές αποδοχές υπερημερίας που αντιστοιχούν στα επιδό­ματα εορτών Χριστουγέννων 2015 και 2016, Πάσχα 2015 και αποδοχών και επιδομάτων άδειας των ετών 2015 και 2016, γ) το ποσό των 29.786,61 ευρώ για αποζημίωση από­λυσης και συνολικά το ποσό των 55.627,01 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικαστεί αυτή στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Με δήλωση του πληρεξουσίου δικη­γόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα, με την πρωτοβάθμια απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και επα­ναλαμβάνεται στις νόμιμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του (άρθρα 223, 224 και 297 Κ.Πολ.Δ.), ο ενάγων περιόρισε σε αναγνωριστικά τα επί μέρους αιτήματα του, για επιδόματα εορτών, αποδοχές άδειας και αποζημίωση απόλυσης.

Επί της αγωγής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη 13541/2017 οριστική απόφαση, με την οποία το πρω­τοβάθμιο δικαστήριο, κατά μερική παραδο­χή της αγωγής, κατά την κύρια βάση της, αφού απέρριψε το κονδύλιο της αιτούμε­νης αποζημίωσης απόλυσης ως ουσιαστικά αβάσιμο, έκανε μερικώς δεκτό το αίτημά της για την επιδίκαση αποδοχών υπερημε­ρίας, που αντιστοιχούν στο διάστημα από την 1.5.2015 έως 30.11.2016, και ειδικότερα α) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.157,48 ευρώ και β) αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.682,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις διακρίσεις της απόφασης, μέχρι την εξόφληση.

Οι διάδικοι με τις αντίθετες εφέσεις τους προσβάλλουν την απόφαση και πα­ραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί, ώστε για μεν τον ενάγοντα να γίνει δεκτή καθ ολοκληρίαν η αγωγή του, για δε την εναγομένη να απορριφθεί. Πρέπει λοιπόν να ακολουθήσει η ου­σιαστική έρευνα των λόγων κάθε έφεσης.

Κατά το άρθρο 648 Α.Κ., ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον ερ­γαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουρ­γία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης σε συν­δυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργο­δότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ εξοχήν για την καταβολή του μι­σθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχο­ντας από την εργασία του, ώσπου ο εργο­δότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέ­χει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση, για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο δηλαδή δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Όμως το δικαίωμα επίσχεσης της μέλ­λουσας να παρασχεθεί εργασίας του ερ­γαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ. Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πί­στης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οι­κονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμε­νο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερ­ήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μι­σθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλε­ται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη, ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (Α.Π. 324/2017, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 2094/2014, Α.Π. 1502/2010, Α.Π. 1153/2009 σε Τ.Ν.Π. Νόμος).

Σε κάθε περίπτωση, πάντως το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδο­χών ή το δικαιολογημένο αυτής κρίνεται τε­λικά από το δικαστήριο της ουσίας και συν­αρτάται προς τις ατομικές οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμε­νου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους (Α.Π. 1248/2015, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 197/1995, Εφ.Πειρ. 13/2015, Εφ.Αθ. 1585/2005, Εφ.Αθ. 5385/1996 σε Τ.Ν.Π. Νόμος).

Περαιτέρω, όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του ύστερα από νόμιμη δή­λωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη την σύμβαση (εργασίας) και, εφόσον αποκρούει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της συμβάσεως εργα­σίας του (έγγραφη καταγγελία και καταβο­λή αποζημίωσης), καθίσταται υπερήμερος (Α.Π. 1203/1998 ΕλλΔνη 41, 92). Η άρση δε της επίσχεσης γίνεται αυτοδικαίως είτε με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του εργο­δότη, η οποία πρέπει να είναι πραγματική, είτε με συμφωνία εργοδότη εργαζομένου, είτε με την έγκυρη λύση της σύμβασης ερ­γασίας. Η παύση της λειτουργίας της επιχεί­ρησης λόγω οικονομικών δυσχερειών και η θέση αυτής σε εκκαθάριση δεν αίρει την υπερημερία του εργοδότη και συνεπώς διατηρούνται οι συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης αφού οι συμβάσεις εργασίας των μισθωτών δεν λύονται από το λόγο αυτό και απαιτείται καταγγελία από τον εργοδότη (Εφ.Αθ. 1136/1999 ΕΕργΔ 59,179,1. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις έκδ. 2013, κεφ. 6.11).

Περαιτέρω, ο εργοδότης μισθωτού ερ­γαζομένου, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που έχει ασκήσει νόμιμα το δικαί­ωμα επίσχεσης δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει, εξ αυτού, ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε να απαλλαγεί από την υπο­χρέωση καταβολής της οφειλομένης απο­ζημίωσης απόλυσης που οφείλεται βάσει του ν. 2112/1920 και του ν. 3198/1955 (Α.Π. 1803/1987 ΕΕργΔ 48, 176, Α.Π. 1412/1986 ΕΕργΔ 46, 817).

Σημειώνεται, επίσης, ότι το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας μπορεί να ασκηθεί και στην περίπτωση μονομερούς εκ μέρους του εργοδότη και βλαπτικής για τον εργα­ζόμενο μεταβολής των όρων της σύμβα­σης εργασίας κατά το άρθρο 7 εδ. α του ν. 2112/1920, αποτελώντας έναν από τους τρόπους αντίδρασης στην μεταβολή αυτήν. Πάντως ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού του άρθρου αυτού, γίνεται δεκτό ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθού συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασι­ακής συμβάσεως αν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του εργοδότη, και δη για να εξα­ναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (Α.Π. 1413/2015, 447/2015, Α.Π. 1686/2007, 1049/2007, 795/2007 σε Τ.Ν.Π. Νόμος). Τούτο ορίσθηκε πλέον ρητώς και με την ειδική διάταξη, που με το άρθρο 56 του ν. 4487/2017 (Φ.Ε.Κ. Α 116/9.8.2017) προστέθηκε ως εδάφιο γ στο άρθρο 7 του ν. 2112/1920, προς άρση κάθε αμφιβολίας για το μέλλον και το οποίο ορίζει, με ευρεία αντίληψη, ότι: «Επίσης θεωρείται μονομε­ρής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομέ­νου από τον εργοδότη ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης».

[...] [Α]ποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία η οποία έχει ως αντικείμε­νο την εμπορία, επεξεργασία και διακίνηση φρέσκων και κατεψυγμένων αλιευμάτων, ζωντανών οστρακοειδών και μαριναρισμένων συναφών προϊόντων και απασχολεί, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορί­στου χρόνου, ικανό αριθμό προσωπικού. Σε εκτέλεση τέτοιας σύμβασης, προσλήφθηκε ο ενάγων στις 1.10.1989, προκειμένου να εργαστεί στην επιχείρησή της υπό καθε­στώς πλήρους απασχόλησης επί πενθή­μερο και 40 ώρες εργασίας την εβδομάδα, αρχικά ως ανειδίκευτος εργάτης και στη συνέχεια ως χειριστής κλαρκ, έναντι των προβλεπόμενων στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες όπως δεν αμφισβητείται, από τον Οκτώβριο 2014 τουλάχιστον ανέρχονταν σε 1.418,41 ευρώ μικτά και 1.060,92 ευρώ καθαρά.

Ο ενάγων είναι έγγαμος, κάτοχος άδειας χειριστή κλαρκ και κάθε τύπου ηλεκτρικών μηχανημάτων Β Τάξεως του Υπουργείου Βιομηχανίας κατάσταση την οποία γνώριζε η εναγομένη από το χρόνο της πρόσληψής του. Από τότε ο ενάγων προσέφερε συν­εχώς τις υπηρεσίες του σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως εργασίας του, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή των νόμιμων αποδοχών του (μι­σθών, δώρων, αδείας κ.λπ.) μέχρι το έτος 2010, ενώ στη συνέχεια η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδου­λευμένων αποδοχών του ενάγοντα, όπως και του υπολοίπου προσωπικού της πλη­ρώνοντας σε άτακτα χρονικά διαστήματα μερικότερα ποσά έναντι των οφειλομένων, με αποτέλεσμα να αυξάνεται συνεχώς το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, μολονότι οι τε­λευταίοι εξακολούθησαν να παρέχουν την εργασία τους αναμένοντας τη βελτίωση της οικονομικής θέσης της εναγομένης κατά τις υποσχέσεις της.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, ενώ η επι­χειρηματική πορεία της εναγομένης ήταν εξαιρετικά ικανοποιητική, κυρίως ως εξα­γωγικής, με κύρια χώρα εξαγωγών την Ιτα­λία, το έτος 2008, εξαιτίας προβλημάτων με τη συλλογή των οστρακοειδών, υπέστη μία σημαντική μείωση του τζίρου της, για την αντιμετώπιση της οποίας αποφάσισε να επεκταθεί στην εγχώρια αγορά, με την ίδρυση υποκαταστημάτων, αγορά αυτοκι­νήτων, πρόσληψη προσωπικού κλπ., επεν­δύοντας για το σκοπό αυτό το ποσό του 1.900.000 ευρώ, με αποτέλεσμα την εκ νέου αύξηση του τζίρου της.

Πλην όμως, μετά την παγκόσμια χρη­ματοπιστωτική κρίση και τη σφοδρή οικο­νομική κρίση στην Ελλάδα από τα τέλη του 2009, που είχαν ως συνέπεια τη μείωση του κύκλου εργασιών της στην εγχώρια αγο­ρά, τη συρρίκνωση του μικτού περιθωρίου κέρδους, την επιδείνωση της ρευστότητας λόγων καθυστερήσεων στις εισπράξεις και αλλαγής των όρων πληρωμής των προ­μηθευτών του εξωτερικού, τον περιορι­σμό των πιστοδοτήσεων από τις Τράπεζες κλπ., η εναγομένη, κατά τη χρήση των ετών 2010-2011, παρουσίασε ζημίες και άρχισε να εμφανίζει σημαντικό πρόβλημα ρευστό­τητας με αποτέλεσμα να αδυνατεί πλέον να αντεπεξέλθει στις ληξιπρόθεσμες υπο­χρεώσεις της χωρίς όμως να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι είχε οφειλές προς τρίτους συνολικού ύψους 11.000.000 ευρώ περίπου, και συγκεκριμένα οφει­λές ύψους 7.600.000 ευρώ περίπου προς Τράπεζες, ύψους 1.226.000 ευρώ περίπου προς προμηθευτές της του εσωτερικού, ύψους 3.000.000 ευρώ σχεδόν προς προμηθευτές της του εξωτερικού, υποχρεώσεις από μεταχρονολογημένες επιταγές ύψους 118.000 ευρώ περίπου, από factoring ύψους 173.000 ευρώ και οφειλές προς εργαζόμε­νους ύψους 88.330 ευρώ.

Ενόψει της κατάστασης αυτής η διοίκη­ση της εναγομένης στις 27.12.2011 κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αίτηση υπαγωγής της στη διαδικασία εξυγί­ανσης, κατά το άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ αριθμ. 9878/2011 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αί­τηση, διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικα­σίας εξυγίανσης ορίστηκε μεσολαβητής και καθορίστηκε προθεσμία τεσσάρων μηνών για περάτωση του έργου του.

Ακολούθως, με τις προσπάθειες του μεσολαβητή επήλθε συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και της πλειοψηφίας των πι­στωτών, αποτελούμενης μόνο από πιστω­τικά ιδρύματα, ενώ δεν συμμετείχαν στη συνέλευση οι εργαζόμενοι, προς τους οποί­ους οι οφειλές της εναγομένης ανέρχονταν, κατά την έναρξη της διαδικασίας εξυγίαν­σης σε 88.330 ευρώ. Η συμφωνία αυτή υπο­βλήθηκε στο δικαστήριο (Πολυμελές Πρω­τοδικείο Θεσσαλονίκης) προς επικύρωση. Το δικαστήριο με την υπ αριθμ. 27928/2012 απόφασή του απέρριψε την αίτηση. Η κατά της απόφασης αυτής ασκηθείσα από την εναγομένη έφεση απορρίφθηκε κατ ουσίαν με την υπ αριθμ. 1114/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι κρίθη­κε τελεσιδίκως ότι δεν υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης εξυγίανσης και ότι η εναγόμενη δεν προ­βλέπεται ότι δύναται να ανακάμψει και να καταστεί βιώσιμη.

Ο ενάγων, ο οποίος, όπως και οι άλλοι εργαζόμενοι της επιχείρησης, ήταν σε γνώ­ση της οικονομικής, ως άνω, δυσπραγίας της εργοδότριάς του, χωρίς όμως να έχει υποχρεωθεί η εναγομένη να διακόψει ή να αναστείλει, εξαιτίας της δυσπραγίας αυτής, τη λειτουργία της (παραγωγική διαδικασία), και εξακολουθούσε έστω με καθυστέρηση να πληρώνει τους εργαζομένους της. Έτσι, κατά το τέλος Νοεμβρίου 2014 η εναγομέ­νη όφειλε στον ενάγοντα τους δεδουλευ­μένους μισθούς δεκαοκτώ (18) μηνών, ήτοι των μηνών από Οκτωβρίου 2012 έως και Απριλίου 2013 και από Ιανουαρίου 2014 έως και Νοεμβρίου 2014, ανερχόμενους στο συνολικό ποσό των 18.491,34 ευρώ.

Ο ενάγων, αντιμετωπίζοντας πλέον πρόβλημα επιβίωσης, προέβη την 3.12.2014 σε επίσχεση εργασίας λόγω μη καταβολής από την εναγομένη δεδουλευμένων αποδο­χών του, παραμένοντας όμως σε ετοιμότη­τα για εργασία και στη διάθεση της εναγο­μένης μέχρι την εξόφληση των οφειλομέ­νων, όπως ρητά δήλωσε στην, με ίδια ημε­ρομηνία, εξώδικη δήλωσή του, την οποία επέδωσε στην εναγομένη στις 4.12.2014. Επίσης, ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου η εναγόμενη, κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, ούτε κατέβαλε ή δεσμεύθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλομέ­νων, αλλά και δεν καθόρισε συγκεκριμένο χρόνο αποπληρωμής των δεδουλευμένων, παρά μόνο αρκέσθηκε να υποσχεθεί αορί­στως ότι θα καταβάλει «όποτε είναι δυνατό έναντι των οφειλόμενων μισθών». Επιπλέ­ον, υπήχθη στο πρόγραμμα τακτικής ανερ­γίας (επίσχεση εργασίας) του Ο.Α.Ε.Δ.

Κατόπιν αυτών, ο ενάγων άσκησε στις 9.1.2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό ως δεδουλευμέ­να και περαιτέρω αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από την άσκηση της επί­σχεσης μέχρι και τον Απρίλιο 2015. Με την υπ αριθμ. 9947/30.6.2015 απόφασή του, το εν λόγω δικαστήριο έκανε δεκτή την ως άνω αγωγή για το συνολικό αιτηθέν ποσό των 25.387,32 ευρώ, δεν προέκυψε δε ότι η ως άνω απόφαση τελεσιδίκησε, καθόσον ουδόλως οι διάδικοι προβάλλουν τέτοιο ισχυρισμό.

Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων, έχο­ντας κατά της εναγομένης τις άνω ληξι­πρόθεσμες αξιώσεις, νόμιμα την 3.12.2014 προέβη στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του, προκειμένου να εξαναγκάσει την εναγομένη, έμμεσα, στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της έναντι του. Παρά την άνω επίσχεση, η εναγομένη δεν κατέ­βαλε αυτό το ποσό στον ενάγοντα, αλλά δήλωσε ότι θεωρεί πως ο ενάγων οικειο­θελώς αποχώρησε από την εργασία του, υποβάλλοντας σχετική αναγγελία οικειο­θελούς αποχώρησης μισθωτού στο Σ.ΕΠ.Ε., με έναρξη αποχώρησης την 11.12.2014. Η εναγομένη ουδέποτε κάλεσε τον ενάγοντα, μετά την επίσχεση εργασίας του, να προσ­έλθει στην εργασία του προσφέροντας σ αυτόν τις άνω οφειλόμενες αποδοχές του, σημαντικού ύψους και ικανού χρονικού δια­στήματος.

Επισημαίνεται ότι, στο διάστημα που ακολούθησε, η εναγομένη κατέβαλε προ­σπάθειες προκειμένου να ανακάμψει και να συνεχίσει τη δραστηριότητά της, ώστε να βρίσκεται σε αποδεκτά οικονομικά επίπε­δα. Για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής αναλήφθηκαν από τη διοίκηση της εναγομένης συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και λήφθηκαν αποφάσεις προς την κατεύ­θυνση της μείωσης των λειτουργικών και μισθολογικών δαπανών της, προκειμένου να καταστεί ανταγωνιστική και βιώσιμη.

Για τους λόγους αυτούς προχώρησε, με­ταξύ άλλων, σε απομάκρυνση σημαντικού αριθμού εργαζομένων, χωρίς να προβεί σε νέες προσλήψεις, αλλά και για μερικούς, χωρίς το κόστος της καταβολής αποζημι­ώσεων απολύσεως (κατά παράβαση της ερ­γατικής νομοθεσίας), μάλιστα για το λόγο αυτό προτίμησε να εξοφλεί τις άλλες της υποχρεώσεις και να μην καταβάλλει ολό­κληρους τους μισθούς του ενάγοντος. Επί­σης, προ του ουσιώδους περιορισμού των λειτουργικών εξόδων της, προέβη σε ανα­γκαίο αναπρογραμματισμό των εργασιών της, με την διακοπή των πωλήσεων στην εσωτερική αγορά, όπου διατηρούσε ιδιαίτε­ρα ευρύ δίκτυο συνεργατών, που αποτελεί­ται από τριακόσιους περίπου αλιείς, ιχθυοκαλλιεργητές και οστρακοπαραγωγούς, σαράντα προμηθευτές υλικών συσκευασίας, μεταφορείς κλπ., και την ενίσχυση κυρίως των εξαγωγών της στο εξωτερικό, για να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρε­ώσεις. Με τον τρόπο αυτό, εξοικονομώντας σημαντικό οικονομικό όφελος, αυτή εξακο­λουθεί να ικανοποιεί άλλους εργαζόμενους και τρίτους προμηθευτές της.

Ωστόσο όμως επέδειξε επιλεκτική αδια­φορία ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσής της έναντι του ενάγοντος και ως προς την τύχη της συμβάσεώς του και συνέχισε να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της προς αυτόν. Είχε, συνεπώς, την ευχέρεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Ως εκ τούτου, δεν σταμάτησε και η υπερη­μερία της ως προς την αποδοχή της εργα­σίας του ενάγοντος.

Η εναγομένη υποστηρίζει, βέβαια, προ­βάλλοντας σχετική νόμιμη από το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επίσχεσης και της αξίωσης καταβολής μισθών υπερημερίας, ότι η επίσχεση δεν απέβλεπε στην εξυπηρέ­τηση του σκοπού για τον οποίο θεσπίστη­κε από τον νομοθέτη, ενώ προκάλεσε στην ίδια δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα. Ότι η καθυστέρηση στην καταβολή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της αλλά προκλήθηκε από απρόβλεπτες περιστάσεις και οικονομικές αντιξοότητες και δη από τη σοβαρή μεί­ωση του κύκλου των εργασιών της που οφείλεται σε οικονομικούς παράγοντες και κυρίως στην υπάρχουσα σοβαρή οικονομική κρίση, την οποία (μείωση του κύκλου εργασιών της) γνώριζε και ο ίδιος ο ενάγων.

Ως προς το ζήτημα αυτό προέκυψαν τα εξής: Όπως προεκτέθηκε, η επιχείρηση της εναγομένης από το έτος 2010 και μετά αντι­μετωπίζει οικονομικά προβλήματα, γεγονός που δεν αμφισβήτησε ποτέ ο ενάγων. Η γε­νικότερη αυτή αδυναμία της εναγομένης να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της που την υποχρέωσε, προκειμένου να αποφύγει την πτώχευση, να προσφύγει στην προπτωχευτική διαδικασία του άρθρου 99 ΠτΚ, με την υποβολή σχετικής αίτησης, για την υπαγωγή της σε διαδικασία εξυγίανσης, δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του ενάγοντος, ο οποίος προέβη στην ενέργεια αυτή μετά από μακρά αναμονή εκ μέρους του, και δη τρία (3) σχεδόν έτη μετά την υποβολή της ως άνω αιτήσεως από την εναγόμενη και ένα (1) και πλέον έτος από την τελεσίδικη απόρριψη της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης και βλέποντας, παράλληλα, ότι η τελευταία εξακολουθούσε να λειτουργεί έστω και με μειωμένα έσοδα και να καταβάλλει κατ επιλογή σε προμη­θευτές και τρίτους. Η ενέργεια δε αυτή του ενάγοντος δεν συνέτεινε στην κακή οικο­νομική κατάσταση της εναγόμενης εται­ρείας, ούτε προκάλεσε δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στην τελευταία, αφού η οικονομική της αδυναμία, ήδη από τα έτη 2010-2011, ήταν γενική.

Εξάλλου, η οικονομική δυσπραγία της εναγομένης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει απαίτησή της να εξακο­λουθεί ο ενάγων-εργαζόμενος να παρέχει την εργασία του χωρίς να πληρώνεται για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα, καλύ­πτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες της σε εργατικό δυναμικό, ώστε να μπορεί να συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστη­ριότητα. Άλλωστε, η επίκληση οικονομικών δυσχερειών από την εναγομένη δεν πρέπει να κριθεί μεμονωμένα, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί, αφού τον επιχειρηματικό κίν­δυνο και το κόστος των επιλογών φέρει η ίδια και δεν μπορεί το βάρος να μετακυλίεται στους εργαζομένους οι οποίοι δεν ευ­θύνονται για τις διαχειριστικές πράξεις της.

Επιπλέον, σύμφωνα με τη μείζονα, της παρούσας σκέψη, ακόμα και η παύση της λειτουργίας της επιχείρησης λόγω οικονο­μικών δυσχερειών, δεν αίρει την υπερημε­ρία του εργοδότη, αφού, για να λυθούν οι συμβάσεις εργασίας των μισθωτών, απαι­τείται έγγραφη καταγγελία από τον εργο­δότη και καταβολή αποζημίωσης σε τέτοια δε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν προέβη ποτέ η εναγομένη. Όφειλε δε η εναγόμενη, εφόσον πράγμα­τι αντιμετώπιζε σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες οι οποίες όμως εντάσσονται στους γενικότερους κινδύνους από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος τον οποίο αδυνατούσε πλέον να απασχολήσει, αντί να παύσει μονομερώς να καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδο­χές του (βλ. και Α.Π. 2094/2014 στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι η εναγομένη άρχισε από το έτος 2011 να καθυστερεί και από το 2012 να μην κατα­βάλλει κανονικά στον ενάγοντα τις δεδου­λευμένες αποδοχές του, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρά της, ο δε ενάγων επί σχεδόν δύο χρόνια έδειξε υπομονή και το αποδέχθηκε μόνο και μόνο για να της δώσει την πίστωση χρόνου που, κατά τις αιτιάσεις της, χρειαζόταν για να αντιμετω­πίσει τα προβλήματα της επιχείρησής της, αναγνωρίζοντας, προφανώς, τη συνεπή μέ­χρι το έτος 2010 συμπεριφορά της εναγο­μένης έναντι του, β) ότι υπήρχε μία χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, ενόψει και των ατομικών, οικογενειακών και οι­κονομικών αναγκών του ενάγοντος, για τις οποίες ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός αποτελούσε μέσο βιοπορισμού, σε σχέση με το ύψος των ληξιπρόθεσμων, ως άνω, οφειλόμενων αποδοχών, το οποίο επίσης κρίνεται αξιόλογο, γ) ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να είναι συνεπής προς τον ενάγοντα εργα­ζόμενο, δεδομένης και της μεγάλης αξίας των περιουσιακών της στοιχείων (εγκατα­στάσεις της και οικόπεδα όπου στεγάζεται το εργοστάσιο της στην περιοχή της Θέρ­μης Θεσσαλονίκης, δύο χώροι γραφείων στην οδό ... στη Θεσσαλονίκη, αλλά και ιδιόκτητα φορτηγά αυτοκίνητα του δικτύου διανομών κ.λπ.) συγκριτικά με την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος, δ) ότι, μολονότι προέβη σε πλήρη ή μερική καταβολή απο­δοχών προς άλλους εργαζομένους της (επι­λεκτική πληρωμή), εξαίρεσε τον ενάγοντα, ενέργεια που καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να ικανοποιήσει, έστω και εν μέρει, τις αξιώ­σεις αυτού, ε) ότι δεν αποδείχθηκε πως η επίσχεση εργασίας προξένησε στην εναγο­μένη δυσανάλογη ζημία, ούτε προέκυψε ότι η εναγομένη εξαιτίας της επίσχεσης εργα­σίας απώλεσε έσοδα, και στ) ότι οι όποιες προσπάθειες της εναγομένης για να αντι­μετωπίσει την οικονομική της δυσχέρεια θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μόνο μια βραχύχρονη και μη επαναλαμβανόμενη καθυστέρηση, αφού σε κάθε περίπτωση η διασφάλιση μισθού, απολύτως αναγκαίου, για τη διατροφή (Α.Κ. 664), έχει προτεραιό­τητα απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη αξιο­λόγηση (I. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 2014, κεφάλ. 4ο), κρίνει ότι δεν μπορεί η συνέχιση της ένδικης επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος να χαρακτηρισθεί, τουλάχιστον, μέχρι την 31.12.2015 ως κα­ταχρηστική, γιατί η άσκησή της δεν υπερ­βαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Από την 31.12.2015 και εντεύθεν η συν­έχιση, από μέρους του ενάγοντος, της επί­σχεσης εργασίας του κρίνεται καταχρη­στική, λόγω αφενός της παρατεταμένης διάρκειάς της (που την 31.12.2015 είχε συμπληρώσει δώδεκα περίπου μήνες) και αφετέρου διότι το αποτέλεσμα των ήδη, από μακρού χρόνου, διαμορφωμένων συνθηκών της, εν γένει, πτωτικής πορείας της επιχείρησης (που παράλληλα διέδραμαν, κατά τον χρόνο της καθυστέρησης), οδήγησε στην διαμόρφωση αρνητικών οι­κονομικών δεδομένων, παρότι, όπως προεκτέθηκε, υπήρξε προσπάθειά της για ανάκαμψη της κερδοφορίας, με την συγκράτη­ση των λειτουργικών εξόδων, αλλά και οι ειδικότεροι κίνδυνοι της αγοράς (έλλειψη χρηματοδοτικών εγγυήσεων, φορολογικές επιβαρύνσεις) έθεσαν εκτός στέρεων βάσε­ων την επιχειρηματική δράση της εταιρείας.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι την 21.12.2015 το Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης (Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών - Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών - Κ.Ε.Α.Ο.) προέβη, δυνάμει της με αριθμό .../14.12.2015 κατα­σχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελη­τή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ.Μ., σε αναγκαστική κατάσχεση της ακίνητης πε­ριουσίας της. Επίσης η πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τρά­πεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.» την 23.1.2017 επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος περιουσιακών στοιχείων της —που απο­τελούν θεμελιώδη μεγέθη της επιχειρησια­κής της δραστηριότητας—, γεγονότα που οδηγούν, για το πιστοληπτικό προφίλ της, στη διατάραξη της ισορροπίας των πιστωτών της, στον κλονισμό της εμπιστο­σύνης τους και στη δημιουργία αρνητικού κλίματος σχετικά με την βιωσιμότητά της.

Ενδεικτικό της ιδιαίτερης πλέον δυσχε­ρούς οικονομικής κατάστασής της αποτελεί και η προσπάθεια υπαγωγής της εταιρείας στην εξωδικαστική ρύθμιση χρηματικών οφειλών του ν. 4469/2017, προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητά της με την κατάρτιση σύμβασης αναδιάρθρωσης των οφειλών της.

Συνεπώς, μετά από εκείνο το χρονικό σημείο (31.12.2015), ήταν πλέον σαφές ότι η παράλειψη της εργοδότριας εναγομένης να τον απασχολεί δεν οφειλόταν σε κακοβουλία, δυστροπία και κακοπιστία της, αλλά σε υπαρκτή οικονομική αδυναμία, λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της, ενώ το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεών του. Ο δε εξαναγκασμός της εναγομένης, πλέον, με επίσχεση, σε εκπλήρωση υποχρε­ώσεων, που εκ των πραγμάτων αδυνατού­σε να πραγματοποιήσει, υπερακοντίζει το σκοπό του δικαιώματος αυτού και καθιστά την άσκησή του αντίθετη προς την καλή πίστη και άρα μη υπερήμερη την εναγόμενη και μη υπόχρεη σε καταβολή μισθών υπερημερίας από τις 31.12.2015 έως και την 30.11.2016 (χρόνος άσκησης της αγωγής).

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένσταση που πρόβαλε νόμιμα και παρα­δεκτά η εναγόμενη είναι βάσιμη κατά ένα μέρος από ουσιαστική άποψη και το πρω­τοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την ως άνω ένσταση στο σύνολο της κρίνοντας μη καταχρηστική την επίσχεση εργασίας για όλο το διάστημα που αυτή διήρκεσε, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμου του σχε­τικού λόγου έφεσης της εναγομένης.

Μετά λοιπόν την παραδοχή ότι η εναγο­μένη περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των ενάγοντος, η οποία υπερημερία διήρκεσε, τουλάχιστον, μέχρι την 31.12.2015, υποχρεούται να κα­ταβάλει στον ενάγοντα τα ακόλουθα ποσά (σημειουμένου ότι ο ενάγων υπολογίζει τα διεκδικούμενα, για τις ως άνω αιτίες κονδύλια με βάση τις καθαρές αποδοχές του και ζητεί τις εν λόγω αξιώσεις του με καθαρούς μισθούς, υπολογισμό που θα προβεί και το δικαστήριο, όπως προέβη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο): ά) για μισθούς υπερη­μερίας από 1.5.2015 έως και 31.12.2015 το συνολικό ποσό των 8.487,36 ευρώ (8 μήνες χ 1.060,92 ευρώ), β) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2015 το ποσό των 1.105,11 ευρώ (1.060,92 ο μηνιαίος μισθός x 0,04166 η προσαύξηση), γ) για αποδοχές και επίδο­μα αδείας 2015 το ποσό των 1.591,38 ευρώ και ειδικότερα 1.060,92 ευρώ για αποδοχές αδείας και 530,46 ευρώ (1.060,92 x 1/2) για επίδομα αδείας. Επομένως, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για τις ως άνω δεδουλευμένες καθαρές αποδοχές του το συνολικό ποσό των 11.183,85 ευρώ (8.487.36 + 1.105,11 + 1.591.38). Η εκκαλούμενη δέχτηκε την αγωγή για μεγαλύτερο μέρος, και δη για το συνολικό ποσό των 25.840,40 ευρώ.

Κρίνοντας όμως έτσι, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο που αφορά στις αξιώσεις του ενάγοντος που στηρίζονται στη καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως την 30.11.2016, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγόμενη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συμπερι­φορά της εναγομένης προς τον ενάγοντα, ήτοι η επί μεγάλο χρονικό διάστημα καθυ­στέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, τόσο μέχρι την άσκηση της επίσχεσης εργασίας όσο και για όσο χρό­νο διήρκεσε αυτή, ήταν ιδιαίτερα πιεστική και ανοίκεια, με σκοπό να τον εξωθήσει σε παραίτηση, ώστε να αποφύγει την κατα­βολή της αποζημίωσης απόλυσης, η οποία, ενόψει της μακρόχρονης απασχόλησής του στην επιχείρηση, ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Και για το λόγο αυτό, εξάλλου, δεν του απηύ­θυνε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγω­γής πρόσκληση προφορική ή γραπτή να επιστρέψει στην εργασία του, αφού, όπως κατέθεσε και ο μάρτυράς της, δεν προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως, διότι «αδυ­νατούσε» να καταβάλει την νόμιμη αποζη­μίωση.

Από την άλλη πλευρά, ο ενάγων-εργαζόμενος, πράγματι, καταχρηστικά εξακο­λούθησε από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2016 και εντεύθεν την επίσχεση εργασίας του και έκτοτε δεν δικαιούται μισθούς υπερ­ημερίας, εξ αυτού του λόγου, πλην όμως με την επίσχεση εργασίας εκδήλωσε τη βούλησή του να εμμείνει στη σύμβαση εργασίας και όχι να τη λύσει, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστα­τικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί η βούλησή του να παραιτηθεί. Αυτός εξάντλησε όλα τα νόμιμα περιθώρια και, θε­ωρώντας την ανωτέρω συμπεριφορά της εργοδότριάς του ως δόλια εξώθησή του σε παραίτηση, προχώρησε στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, εκλαμβάνοντας την ημερομηνία άσκησής της ως ημερομηνία άτα­κτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης, αφού η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, συνιστά μονομερή βλαπτική με­ταβολή των όρων εργασίας του, η οποία, θεωρούμενη ως «άτακτη» καταγγελία της εργασιακής του σχέσης, σύμφωνα με το άρ­θρο 7 εδ. α του ν. 2112/1920, θεμελιώνει δικαίωμα αυτού για λήψη της νόμιμης αποζημιώσεώς του. Η αποζημίωση απόλυσης που δικαιούται να λάβει ο ενάγων (σημει­ουμένου ότι υπολογίζει την διεκδικούμενη αποζημίωση με βάση τις μικτές αποδοχές του και ζητεί την εν λόγω αξίωσή της με μι­κτούς μισθούς, υπολογισμό που θα προβεί και το δικαστήριο) ανέρχεται στο ποσό των 29.786,61 ευρώ [(1.418,41 μικτές μηνιαίες αποδοχές x 18 μήνες = 25.531,38 ευρώ + 4.255,23 (1/6 αναλογία δώρων εορτών)].

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η μη καταβολή, από την εναγόμενη ερ­γοδότρια εταιρία, στον ενάγοντα εργαζόμε­νο των δεδουλευμένων δεν αποτελεί μονο­μερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασί­ας του, διότι δεν έγινε δολίως, με σκοπό να εξαναγκαστεί ο ενάγων να αποχωρήσει από την εργασία του, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως και μη νομίμως ο τελευταίος την θεώρησε άτακτη καταγγελία της συμβάσεως του και ως εκ τούτου δεν δικαιούντο αποζημιώσεως απο­λύσεως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρ­μοσε το νόμο και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Γι αυτό η έφεση του ενάγοντος, με την οποία προβάλλεται με ορισμένο και σαφή τρόπο το προαναφερόμενο σφάλμα της εκκαλούμενης, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Κατόπιν τούτων, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η ένδικη αγωγή του ενάγο­ντος έπρεπε να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη και: α) να υποχρεω­θεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγο­ντα το ποσό των 8.487,36 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο, για κάθε επί μέρους μηνιαίο μισθό, από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον στον οποίο αναφέρεται, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφεί­λει στον ενάγοντα, για επιδόματα εορτών, αποδοχών και επιδομάτων άδειας και απο­ζημίωσης απόλυσης, τα ανωτέρω αναφε­ρόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο, για μεν τα ποσά που αντιστοιχούν σε επιδόματα και αποδοχές αδείας από την πρώτη του επομένου έτους, στο οποίο καθένα αφορά, για δε την αποζημίωση απόλυσης, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Μετά τις σκέψεις αυτές, εφόσον γίνο­νται δεκτοί οι πιο πάνω λόγοι των εφέσεων, πρέπει να γίνουν αυτές δεκτές και ως ουσία βάσιμες και κατόπιν αυτού να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της (και τις μη προσβληθείσες επι­τυχώς με την έφεση της εναγομένης), για το ενιαίο της εκτέλεσης. Στη συνέχεια πρέ­πει να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστή­ριο τούτο και, αφού δικαστεί κατ ουσίαν η αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή, κατά ένα μέρος όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει η εκκαλούσα-εναγόμενη-εφεσίβλητη, που ηττήθηκε μερικώς στην υπόθεση αυτή, να καταδικαστεί στα μερικά δικαστικά έξοδα του ενάγοντος-εφεσιβλήτου-εκκαλούντος, ανάλογα με την έκταση της ήττας της και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1, 190 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.