ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΑΠΑΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΙV

ΠΡΑΞΗ 142/2018

 

Αποτελούμενο από την Πρόεδρο του Κλιμακίου Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Σύμβουλο και τα μέλη Ευαγγελία Πασπάτη Πάρεδρο και Βασιλική Σαρηβαλάση, Εισηγήτρια.

Συνήλθε στην αίθουσα διασκέψεων του Καταστήματός του, που βρίσκεται στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία της Γραμματέως του.

Για να αποφανθεί, ύστερα από σχετική διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ της Αναπληρώτριας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην 1η Υπηρεσία Επιτρόπου στο Νομό Αχαΐας και του Πανεπιστημίου Πατρών, αν πρέπει να θεωρηθεί το ..., οικονομικού έτους 2018, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του ανωτέρω νομικού προσώπου.

Αφού μελέτησε τα στοιχεία του φακέλου

Σκέφθηκε κατά το νόμο

Αποφάσισε τα εξής:

 

I. Η Αναπληρώτρια Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην 1η Υπηρεσία Επιτρόπου στο Νομό Αχαΐας αρνήθηκε, με τη …. πράξη της, να θεωρήσει το ..., οικονομικού έτους 2018, ποσού 21.654,54 ευρώ, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων του Πανεπιστημίου Πατρών, ποσού 21.645,94 ευρώ, που αφορά στην δαπάνη αποζημίωσης της φερόμενης ως δικαιούχου εταιρείας «…. Ο.Ε.» σε εκτέλεση της …./2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Ως αιτιολογία της άρνησής της, η Αναπληρώτρια Επίτροπος προβάλλει ότι η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη, διότι όπως έχει ήδη κριθεί με την 138/2016 πράξη του παρόντος Κλιμακίου, η υπ' αρ. ….2015 σύμβαση στην οποία ερείδεται η αξίωση της φερόμενης ως δικαιούχου εταιρείας δεν έχει συναφθεί νομίμως, η δε Α430/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών (σε συμβούλιο), δε δεσμεύει το Ελεγκτικό Συνέδριο. Το Πανεπιστήμιο, με το αριθ. πρωτ. ….2018 έγγραφό του, επανυπέβαλε το ως άνω χρηματικό ένταλμα στην Αναπληρώτρια Επίτροπο για θεώρηση, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της εντελλόμενης με αυτό δαπάνης. Η Αναπληρώτρια Επίτροπος, όμως, ενέμεινε στην άρνησή της να το θεωρήσει και έτσι ανέκυψε διαφωνία, για την άρση της οποίας νόμιμα απευθύνεται, με την από 6.9.2018 έκθεσή της, στο Κλιμάκιο τούτο.

ΙΙ. Α. Το άρθρο 98 παρ. 1, στοιχ. α΄, και 2 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως:  α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό. (…). 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει. (…)». Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης, ο Κ.Ν.Ελ.Συν. ορίζει, στο άρθρο 28 παρ. 1, στοιχ. β΄, και 3, υπό τον τίτλο «Γενικές Διατάξεις που διέπουν τον έλεγχο» ότι: «1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο: (…) β) Ασκεί, κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος, τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των Ο.Τ.Α. ή άλλων νομικών προσώπων που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στον έλεγχό του, με σκοπό τη βεβαίωση ότι υπάρχει γι’  αυτές πίστωση που έχει νόμιμα χορηγηθεί και ότι κατά την πραγματοποίησή τους τηρήθηκαν οι διατάξεις του νόμου για το δημόσιο λογιστικό ή κάθε άλλη διάταξη νόμου, διατάγματος ή κανονιστικής απόφασης. 2. (…).3. Κατά τον έλεγχο που ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο επιτρέπεται η εξέταση και των ζητημάτων που αναφύονται παρεμπιπτόντως, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το δεδικασμένο. (…)». 

Β. Ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/...9 ΦΕΚ 97 Α΄), ορίζει στο άρθρο 126Β ”Ενδοδικαστική συμβιβαστική επίλυση σε συμβούλιο των διαφορών από αγωγές για απαιτήσεις από δημόσιες συμβάσεις”, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α΄240), ότι “1. Οι διαφορές από αγωγές για απαιτήσεις από την εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων αρμοδιότητας των διοικητικών εφετείων υπόκεινται στη διαδικασία ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης σε συμβούλιο, σύμφωνα με τους όρους των επόμενων παραγράφων. 2. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης ή ο Δικαστής που διευθύνει το Δικαστήριο ή ο οριζόμενος από αυτόν Δικαστής, αμέσως μετά την κατάθεση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, ορίζει με πράξη του επ’ αυτού το αρμόδιο τμήμα για την ενδοδικαστική επίλυση της διαφοράς. Ο πρόεδρος του οικείου τμήματος ορίζει εισηγητή Δικαστή με πράξη του, η οποία κοινοποιείται στους διαδίκους. Εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση, οι διάδικοι δύνανται να προσκομίσουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επίλυση της διαφοράς. Εάν μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας δεν έχουν προσκομιστεί τα προαναφερόμενα στοιχεία, η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, κατόπιν σχετικής επισημείωσης από τον εισηγητή Δικαστή επί του φακέλου της δικογραφίας, ματαιώνεται. Ο εισηγητής επιμελείται τη συγκέντρωση των αναγκαίων στοιχείων από τους διαδίκους και μπορεί να ζητά, διά της γραμματείας και εφόσον το κρίνει αναγκαίο, την προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων και οργανώνει την επικοινωνία με αυτούς προς το σκοπό επίλυσης της διαφοράς. Προς τούτο καλούνται σε κοινή συνάντηση από τον εισηγητή σε ημερομηνία που ορίζεται από τον ίδιο. Κατά τη συνάντηση τηρούνται πρακτικά από τον γραμματέα, στα οποία αποτυπώνεται είτε το αποτέλεσμα του συμβιβασμού είτε η ματαίωσή του. Τα πρακτικά υπογράφονται από τους εκπροσώπους των διαδίκων, τον εισηγητή Δικαστή και τον γραμματέα. Εφόσον συνταχθεί πρακτικό συμβιβασμού, η υπόθεση εισάγεται στο συμβούλιο, για την έκδοση απόφασης, με την οποία επιλύεται συμβιβαστικά η διαφορά. Σε αντίθετη περίπτωση το πρακτικό ματαίωσης του συμβιβασμού παραμένει στο φάκελο της υπόθεσης. Εάν κατά την κρίση του εισηγητή δικαστή η αγωγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, η υπόθεση μπορεί να εισαχθεί στο συμβούλιο προκειμένου να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 126Α του παρόντος Κώδικα. 3. Η απόφαση ενδοδικαστικής επίλυσης, η οποία περιέχει το ύψος της απαίτησης χωρίς παράθεση του πραγματικού, το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας και τον προσδιορισμό του επιτοκίου, έχει τα αποτελέσματα αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και συνιστά εκτελεστό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου ... (παρ. 1) του παρόντος Κώδικα, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.»  4. Η διαδικασία ενδοδικαστικής επίλυσης διεξάγεται κατά τρόπο που να διασφαλίζεται το απόρρητο αυτής. 5. Οι διάδικοι, πλην του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τους οποίους έχει εφαρμογή η παράγραφος 1 του άρθρου 29 του παρόντος Κώδικα, εκπροσωπούνται στη διαδικασία του παρόντος άρθρου από δικηγόρους, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, εφαρμοζόμενης και της διάταξης της περίπτωσης Α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του παρόντος Κώδικα. Για την ενδοδικαστική επίλυση της διαφοράς απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα». Τέλος, το άρθρο ... ¨Αναγκαστική Εκτέλεση” του ως άνω Κώδικα ορίζει ότι “1. Οι τελεσίδικες, οι ανέκκλητες και οι προσωρινώς εκτελεστές καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με την άσκηση αγωγής, αποτελούν τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας” (βλ. και το άρθρο 904 παρ. 1 και 2 περ. Γ του΄"Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας",π.δ/μα 503/1985, ΦΕΚ 182 Α΄ που ορίζει ότι «1. Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου. 2. Εκτελεστοί τίτλοι είναι α) (...) γ) τα πρακτικά ελληνικών δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό (...)». )

Γ. Από τις παρατεθείσες στις προηγούμενες σκέψεις διατάξεις - ερμηνευόμενες σύμφωνα και με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται τόσο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α., ν.δ/μα 53/1974, ΦΕΚ 256 Α΄), στο κανονιστικό περιεχόμενο του οποίου περιλαμβάνεται και η αναγκαστική εκτέλεση, η οποία δύναται να διεξάγεται με βάση αναγνωριζόμενο από τις οικείες διατάξεις εκτελεστό τίτλο συνάγονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους, των Ο.Τ.Α. και των νομικών προσώπων που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στον έλεγχό του, το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει παρεμπιπτόντως και τα αναγκαίως με τη νομιμότητα (ουσιαστική) των δαπανών αυτών συναπτόμενα ζητήματα, εφόσον αυτά δεν έχουν κριθεί τελεσιδίκως με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου (βλ. Ελ.Συν., Ολ., πρακτ., 3ης Γεν.Συν./17.2.2010, 5ης Γεν.Συν./8.2.2006-Θέμα Γ΄, 17ης Γεν.Συν./4.6.2003, 7ης Γεν.Συν./19.3.2003-Θέμα Α΄). Στο πλαίσιο αυτό, περαιτέρω, όταν η αξίωση του φερόμενου ως δικαιούχου δαπάνης σε βάρος νομικού προσώπου στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό, με βάση τον οποίο δύναται να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά τον ενεργούμενο υπ’ αυτού έλεγχο, υποχρεούται, αφού διαπιστώσει το τύποις υποστατό του επικαλούμενου εκτελεστού τίτλου, να προβεί σε θεώρηση του χρηματικού εντάλματος, που εκδίδεται υπέρ του φερόμενου ως δικαιούχου στον εκτελεστό τίτλο. Και τούτο, διότι και το Ελεγκτικό Συνέριο υποχρεούται να συμμορφωθεί με τον υπάρχοντα νόμιμο εκτελεστό τίτλο, αφού δεν αποτελεί, κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 28 παρ. 3 του Κ.Ν.Ελ.Συν., παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα, δηλαδή ζήτημα που αναφέρεται στη νομιμότητα ή μη ουσιαστικής αξίωσης. Ο εκτελεστός τίτλος ως τέτοιος ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη της περιεχόμενης σ’ αυτόν ουσιαστικής αξίωσης του υπέρ ου εκδόθηκε, αποτελεί για το Ελεγκτικό Συνέδριο νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό για την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος του υπέρ ου ο τίτλος. Αντίθετη εκδοχή θα είχε ως συνέπεια την, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας, εν τοις πράγμασι κατάλυση της ισχύος του εκτελεστού τίτλου από το Ελεγκτικό Συνέδριο, με συνέπεια την αντίστοιχη κατάλυση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας του αναφερόμενου στον εκτελεστό τίτλο δικαιούχου προσώπου, που, όπως προαναφέρθηκε, προστατεύεται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. (βλ. Ελ.Συν., Ολ., πρακτ., 3ης Γεν. Συν/σεως της 26.1.2011-θέμα Α΄ & Β΄, 9ης Γεν.Συν./19.5.2010, σχετική μειοψηφία στα πρακτ. 7ης Γεν.Συν./19.3.2003-θέμα Α΄, 33ης Γεν.Συν./15.10....7, IV Τμ. ΚΠΕΔ 218, 257/2015. VII Tμ. ΚΠΕΔ 209/2015, Ι Τμ. ΚΠΕΔ 314/2014). Ενόψει τούτων, το Ελεγκτικό Συνέδριο υποχρεούται να συμμορφωθεί με την κατ' άρθρο 126Β του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας απόφαση ενδοδικαστικής επίλυσης των Διοικητικών Εφετείων, από την οποία παράγεται εκτελεστός τίτλος, που συνιστά για το λόγο τούτο νόμιμο δικαιολογητικό πληρωμής, του προληπτικού ελέγχου περιοριζομένου μόνον στην εξέταση του τύποις υποστατού του σχετικού τίτλου.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν το επίμαχο χρηματικό ένταλμα προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Πανεπιστήμιο Πατρών κατόπιν του υπ' αρ. …..2015 πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού ανέθεσε στην εταιρεία «…. Ο.Ε.», αντί του ποσού των 21.654,54 ευρώ (με Φ.Π.Α.) την προμήθεια εξοπλισμού γραφείων, βάσει της αριθ. πρωτ. ….2015 σύμβασης, σε εκτέλεση της οποίας εκδόθηκε το 17/2016 χρηματικό ένταλμα,. Ο προληπτικός έλεγχος επί του εν λόγω εντάλματος απέβη αρνητικός και κατόπιν σχετικής διαφωνίας της Επιτρόπου με το Πανεπιστήμιο Πατρών, εκδόθηκε η 138/2016 πράξη του παρόντος Κλιμακίου με την οποία κρίθηκε ότι η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους. Εν συνεχεία, η εταιρεία «…. Ο.Ε.» άσκησε αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, ζητώντας να υποχρεωθεί το Πανεπιστήμιο να της καταβάλει (με το νόμιμο τόκο υπερημερίας) την εν λόγω αμοιβή. Της συζήτησης της αγωγής αυτής, που είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 7.12.2018, προηγήθηκε απόπειρα της διαδικασίας ενδοδικαστικού συμβιβασμού, σύμφωνα με το άρθρο 126Β του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η Α430/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών σε Συμβούλιο, με την οποία διαπιστώθηκε η επίτευξη ενδοδικαστικής επίλυσης της διαφοράς. Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση, συμφωνήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων η καταβολή από το εναγόμενο ν.π.δ.δ. προς την ενάγουσα εταιρεία του ποσού των 21.654,54 ευρώ, καταβλητέο έως τις 30.9.2018 (άλλως από την επόμενη θα οφείλεται τόκος υπερημερίας) και διατάχθηκε η διαγραφή της ένδικης υπόθεσης από το πινάκιο της δικασίμου της 7.12.2018. Σε εκτέλεση δε της Α430/2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών εκδόθηκε το επίμαχο χρηματικό ένταλμα.

ΙV. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η Α430/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών (Συμβούλιο) συνιστά εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με τα άρθρα 126Β παρ.3 και ... παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και επομένως δεσμεύει το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τον προληπτικό έλεγχο της ερειδόμενης σ’ αυτό δαπάνης. Συνεπώς, δεν δύναται να αμφισβητηθεί η ουσιαστική νομιμότητα του δικαστικού συμβιβασμού, καθιστώντας ανενεργό τον εκτελεστό τίτλο, όπως αβασίμως προβάλλει η διαφωνούσα Αναπληρώτρια Επίτροπος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η δαπάνη που εντέλλεται με το ..., οικονομικού έτους 2018, χρηματικό ένταλμα πληρωμής είναι νόμιμη και ως εκ τούτου αυτό πρέπει να θεωρηθεί.

 

Για τους λόγους αυτούς

Αποφαίνεται ότι το ..., οικονομικού έτους 2018, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Πανεπιστημίου Πατρών, ποσού 21.654,54 ευρώ, πρέπει να θεωρηθεί.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΑΡΗΒΑΛΑΣΗ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ