ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΕΛΑΣΣΩΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

ΑΠΟΦΑΣΗ 1389/2018

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2018, με την ακόλουθη σύνθεση : Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Πρόεδρος, Σωτηρία Ντούνη, Μαρία Βλαχάκη, Γεωργία Μαραγκού και Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αντιπρόεδροι, Βασιλική Ανδρεοπούλου (εισηγήτρια), Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα, Θεολογία Γναρδέλλη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Βασιλική Προβίδη, Ασημίνα Σακελλαρίου, Ευαγγελία Σεραφή, Ειρήνη Κατσικέρη και Νεκταρία Δουλιανάκη, Σύμβουλοι. Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Αργυρώ Μαυρομμάτη, Κωνσταντίνος Κρέπης και Γεωργία Παπαναγοπούλου, ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας : Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, κωλυομένης της Γενικής Επιτρόπου Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Χρυσούλας Καραμαδούκη.

Για να δικάσει την από 26 Απριλίου 2013 (αριθ. Κατάθ. .../....2013) αίτηση:

Του …., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Βασιλείου Κερασιώτη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ....),

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει την αναίρεση της 1191/2013 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Και

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 7.3.2018 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε την απόρριψη αυτής.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τη Σύμβουλο Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, που είχε κώλυμα (άρθρα 11 παρ. 2 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 και 78 παρ. 2 του π.δ. 1225/1981), καθώς και τη Σύμβουλο Νεκταρία Δουλιανάκη, που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Αποφάσισε τα εξής :

 

1. Με τη Φ..../....2008 πράξη του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας καταλογίστηκε ο ήδη αναιρεσείων, υπό την ιδιότητά του ως Αντιπλοίαρχου (Ο) του Πολεμικού Ναυτικού, με το ποσό των 254.998,17 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε έλλειμμα που διαπιστώθηκε στη διαχείριση χρηματικού της Κεντρικής Επιμελητείας του Αρχηγείου Στόλου (ΚΕΕΠ/ΑΣ) κατά την πραγματοποιηθείσα στις 14.10.2004 καταμέτρηση. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της προαναφερόμενης πράξης απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη 1191/2013 απόφαση του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατά της απόφασης αυτής στρέφεται ο ήδη αναιρεσείων αιτούμενος, για τους λόγους που αναφέρονται στο οικείο δικόγραφο αναιρέσεως, την εξαφάνιση αυτής.

2. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1191/2013 απόφασης του V Τμήματος, για την οποία ο αιτών απηλλάγη από την υποχρέωση προκαταβολής παραβόλου (βλ. την με αριθμ. 5/2017 πράξη της Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Επομένως, και αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, αυτή είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί κατά το βάσιμο των λόγων της.

3. Με την ένδικη αίτηση, ο αναιρεσείων ζητεί την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η από 18.2.2009 έφεσή του και επικυρώθηκε ο επιβληθείς σε βάρος του με την Φ...../ .....2008 πράξη του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας καταλογισμός, προβάλλοντας, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του αναιρετηρίου, ότι α) κατά παράβαση νόμου δέχθηκε η απόφαση αυτή ότι τηρήθηκε ο ουσιώδης τύπος της προηγούμενης ακρόασης κατά την έκδοση της προαναφερόμενης καταλογιστικής πράξης και απέρριψε τον περί του αντιθέτου προβληθέντα με την έφεση ουσιώδη ισχυρισμό αυτού ως αβάσιμο, β) το δικάσαν Τμήμα εσφαλμένα ερμήνευσε και πλημμελώς εφάρμοσε τις διέπουσες την επίδικη έννομη σχέση ουσιαστικές διατάξεις, καθώς το διαπιστωθέν έλλειμμα δεν οφείλεται σε οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα αυτού, δεδομένου ότι έλαβε όλα τα εξασφαλιστικά της διαχείρισής του και ενδεικνυόμενα από τις περιστάσεις δυνατά μέτρα και γ) οι διατάξεις των άρθρων 81 και 105 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο πρέπει να τύχουν ανάλογης εφαρμογής και στην επίδικη περίπτωση του οικείου αυτού καταλογισμού.

4. Στην παρ. 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται υπέρ του διοικουμένου το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, υπό την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται σ’ αυτόν η δυνατότητα, πριν την έκδοση σε βάρος του δυσμενούς διοικητικής πράξης, να εκφράσει τις απόψεις και τις αντιρρήσεις του. Η πρόσκληση για την άσκηση του ανωτέρω ατομικού δικαιώματος δεν απαιτείται να περιβληθεί ορισμένο πανηγυρικό τύπο. Αρκεί η με κάθε δυνατό τρόπο παραχώρηση στον ενδιαφερόμενο της ευχέρειας να αμυνθεί επί των διαπιστώσεων και πορισμάτων του διοικητικού οργάνου και να προβάλει τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του (βλ. ενδεικτ. Ολ. Ελ. Συν. 1810/2014).

5. Περαιτέρω, το ν.δ. 721 της 14/23 Νοεμ. 1970 «Περί οικονομικής μερίμνης και λογιστικού των Ενόπλων Δυνάμεων» (ΦΕΚ Α΄ 251) ορίζει, στο άρθρο 21, ότι: «1. Όργανα των Ενόπλων Δυνάμεων, δυνάμενα ως εκ της υπηρεσίας των να υπέχωσιν οικονομικάς ευθύνας είναι: α. Το κεκτημένον στρατιωτικήν ιδιότητα προσωπικόν. β. Το εις τας Ενόπλους Δυνάμεις εντεταγμένον ή εργαζόμενον υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα και σχέσιν πάσης φύσεως προσωπικόν εκ πολιτών (μόνιμοι, έκτακτοι επί συμβάσει και ημερομίσθιοι υπάλληλοι, τεχνίται, εργάται κ.λπ.). 2. Παν όργανον εκ των εν τη προηγουμένη παραγράφω εις ο ανετέθη μονίμως ή προσκαίρως η διαχείρισις, κατόπιν διαταγής αρμοδίως εκδοθείσης, ή ανέλαβε και άνευ διαταγής τινός την διαχείρισιν χρημάτων, υλικών, εφοδίων, εγκαταστάσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των Ενόπλων Δυνάμεων καθίσταται δημόσιος υπόλογος, ευθυνόμενος κατά τας διατάξεις περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, του παρόντος και των εις εκτέλεσιν αυτού εκδιδομένων Β. Διαταγμάτων και Γενικών και Ειδικών Κανονισμών (…)», στο άρθρο 67, ότι: «1. (…) 4. Οι διαχειρισταί Χρηματικού, διαχειριζόμενοι την παγίαν προκαταβολήν ή άλλα χρήματα, υπέχουσιν εις τας κάτωθι περιπτώσεις διοικητικήν ευθύνην, ως και αστικήν τοιαύτην δια πάσαν θετικήν ζημίαν του Δημοσίου: α) Δια παν χρηματικόν έλλειμμα της διαχειρίσεώς των μη δυνάμενον να δικαιολογηθή. β) (…) 6. Τας αυτάς ευθύνας προς τους εν παραγράφοις 4 (…) του παρόντος άρθρου διαχειριστάς έχουσι πάντες οι οπωσδήποτε διαχειριζόμενοι χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία των Ενόπλων Δυνάμεων, ανεξαρτήτως της ιδιότητος αυτών ως Γενικών ή Μερικών διαχειριστών πάσης φύσεως ως και πάντες οι λογιζόμενοι ως δημόσιοι υπόλογοι κατά το άρθρον 21 του παρόντος. 7. (…) », στο άρθρο 89, ότι: «1. (…). 2. Η αρμοδιότης καταλογισμού αστικών ευθυνών εις βάρος των οργάνων των Ενόπλων Δυνάμεων ανήκει εις τον Υπουργόν ή εις τα προς τούτο εξουσιοδοτούμενα κατά Κλάδον όργανα ή εις τα ειδικώς υπό των διατάξεων του παρόντος οριζόμενα τοιαύτα. 3. Ο καταλογισμός αστικών ευθυνών εις βάρος των οργάνων των Ενόπλων Δυνάμεων ενεργείται κατά τας διατάξεις περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτων εκδιδομένων Β. Διαταγμάτων και Γενικών και Ειδικών Κανονισμών και Αποφάσεων» και, στο άρθρο 90 παρ. 1, ότι: «Παν έλλειμμα χρημάτων δέον να αναπληρωθή υπό του υπολόγου εντός της καθοριζομένης προθεσμίας υπό των διατάξεων περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, άλλως καταλογίζεται εις βάρος αυτού, εξαιρέσει της περιπτώσεως συνδρομής ανωτέρας βίας ή άλλων γεγονότων, ένεκα των οποίων δεν θα ηδύνατο να υποστηριχθή υπαιτιότης του υπολόγου (…)». Εξάλλου, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 247), που έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, ορίζει, στο άρθρο 56, ότι: «1. Έλλειμμα δημοσίου υπολόγου είναι οποιαδήποτε έλλειψη χρημάτων, (…) που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία στη διαχείρισή του, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχειρίσεως που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο. (…). 2. Οποιοδήποτε έλλειμμα αναπληρώνεται από τον υπόλογο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, διαφορετικά αυτός απομακρύνεται από τη διαχείριση αμέσως και καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος που βεβαιώνεται, χωρίς αναβολή, ως δημόσιο έσοδο, λαμβάνεται δε και κάθε άλλο απαραίτητο μέτρο για την εξασφάλιση της απαιτήσεως του Δημοσίου. (…)».

6. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο διαχειριστής χρηματικού, καθώς και όποιος διαχειρίζεται, έστω και χωρίς νόμιμη διαταγή, χρήματα των Ενόπλων Δυνάμεων, φέρει την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου και, ως εκ τούτου, υπέχει ειδική διαχειριστική (δημοσιολογιστική) ευθύνη έναντι του Δημοσίου για κάθε έλλειψη χρημάτων που διαπιστώνεται στη διαχείρισή του και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Συνεπώς, σε περίπτωση διαπίστωσης ύπαρξης ελλείμματος στη διαχείριση αυτού, ο υπόλογος, πριν την έκδοση της οικείας καταλογιστικής απόφασης, καλείται, στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του άρθρου 56 παρ. 2 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, να το αναπληρώσει εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών, διαφορετικά αυτός καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος. Η κλήση αυτή έχει την ειδικότερη έννοια ότι για την αποτροπή της έκδοσης της καταλογιστικής απόφασης μπορεί ο υπόλογος να αποκρούσει την ύπαρξη του ελλείμματος και να προβάλει τους λόγους, για τους οποίους δε γεννάται υποχρέωσή του προς αναπλήρωση αυτού. Η εν λόγω κλήση αποτελεί, ενόψει του δικαιολογητικού αυτής λόγου και της βαρύτητας των συνεπειών που επιφέρει ο καταλογισμός στα έννομα συμφέροντα του υπολόγου, ουσιώδη τύπο της οικείας διαδικασίας, η μη τήρηση ή πλημμελής τήρηση του οποίου επάγεται την ακυρότητα της καταλογιστικής απόφασης. Περαιτέρω, προκειμένου να μην είναι πλημμελής η τήρηση του ως άνω διαδικαστικού τύπου και να μην φαλκιδεύεται το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, πρέπει, εφόσον ζητηθεί, να τίθεται υπόψη του προς καταλογισμό προσώπου από τη Διοίκηση ο πλήρης φάκελος της υπόθεσης, ώστε να μπορεί αυτός να αμυνθεί αποτελεσματικά επί του συνόλου των διαθεσίμων στοιχείων, βάσει των οποίων αυτή προτίθεται να προχωρήσει στον καταλογισμό του και να του παρασχεθεί εύλογος χρόνος, ούτως ώστε, αφού ενημερωθεί πλήρως ο ενδιαφερόμενος, να αναπτύξει τις απόψεις του αναφορικά με το αποδιδόμενο σ’ αυτόν έλλειμμα. Αν η Διοίκηση παραβιάσει την ως άνω υποχρέωση και προβεί στην έκδοση της καταλογιστικής απόφασης πριν ικανοποιηθεί το σχετικό αίτημα του υπολόγου για πλήρη, σύμφωνα προς τα ανωτέρω, ενημέρωσή του και παρασχεθεί σ’ αυτόν πραγματική δυνατότητα άμυνας, τότε η εκδοθείσα κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων καταλογιστική απόφαση είναι ακυρωτέα. Πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι η πλημμέλεια της μη τήρησης του ανωτέρω ουσιώδους τύπου της διαδικασίας δεν μπορεί να θεραπευτεί από το γεγονός ότι ο υπόλογος έχει κληθεί και έχει δώσει κατάθεση στο πλαίσιο διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης, αφού με την κατάθεση αυτή, στην οποία αντιμετωπίζεται ως ουδέτερος μάρτυς και όχι ως υπεύθυνος, σε βάρος του οποίου επίκειται η έκδοση δυσμενούς πράξης, δεν υλοποιείται πλήρως το συνταγματικό δικαίωμά του για προηγούμενη ακρόαση ούτε τηρείται ο ανωτέρω ουσιώδης διαδικαστικός τύπος, καθόσον κατά το στάδιο αυτό δεν έχει ακόμα συνταχθεί η πορισματική έκθεση και δεν έχει εξαχθεί το τελικό αποτέλεσμα του ελέγχου και ως εκ τούτου στερείται της δυνατότητας να έχει στη διάθεσή του όλα τα κρίσιμα στοιχεία που στηρίζουν τον επικείμενο καταλογισμό (απόφ. Ολομ. Ελ. Συν. 2445/2007).

7. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι, κατόπιν της .../..../....2004 διαταγής του Αρχηγού Στόλου, διενεργήθηκε Ένορκη Διοικητική Εξέταση από τον Αρχιπλοίαρχο (ΠΝ) Ε. Χωριανόπουλο, προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπιστώθηκε πραγματικό έλλειμμα μετρητών στην Κεντρική Επιμελητεία του Στόλου (ΚΕΕΠ/ΑΣ). Ότι, μετά το πέρας της διαταχθείσας Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, συντάχθηκε το από 22.10.2004 πόρισμα, από το οποίο προκύπτουν τα εξής: Στις 14.10.2004 ο τμηματάρχης και διαχειριστής χρηματικού της Κεντρικής Επιμελητείας του Αρχηγείου Στόλου (ΚΕΕΠ/ΑΣ), τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, παρουσιάσθηκε στον Αρχηγό Στόλου και του ανέφερε ότι διαπίστωσε στη διαχείρισή του έλλειμμα μετρητών της τάξεως των 250.000 ευρώ. Αμέσως συγκροτήθηκε με διαταγή του Αρχηγού Στόλου τριμελής επιτροπή, στην οποία ανατέθηκε η καταμέτρηση του υπολοίπου μετρητών της ΚΕΕΠ/ΑΣ και ο έλεγχος τυχόν διαφοράς αυτού από τα αναγραφόμενα στο ημερολόγιο κινήσεως μετρητών (ΗΚΜ) που ετηρείτο στη διαχείριση. Τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας, η ως άνω επιτροπή διαπίστωσε στην εν λόγω διαχείριση πραγματικό έλλειμμα ανερχόμενο σε 254.998,17 ευρώ, ποσό το οποίο ο ανωτέρω διαχειριστής κλήθηκε να αποκαταστήσει εντός 48 ωρών με την .../..../.....15-10-2004 διαταγή του Αρχιεπιστολέα Στόλου. Σύμφωνα με το προαναφερθέν πόρισμα, αποκλειστικά υπεύθυνος για τη δημιουργία του ως άνω διαπιστωθέντος ελλείμματος είναι ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, Αρχιπλοίαρχος (Ο) του Πολεμικού Ναυτικού και διαχειριστής χρηματικού της Κεντρικής Επιμελητείας του Αρχηγείου Στόλου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, το πόρισμα αποφαίνεται ότι το διαπιστωθέν έλλειμμα έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 15.9.2004 μέχρι και 11.10.2004, οπότε ο ανωτέρω διαπίστωσε την ύπαρξή του και εν συνεχεία (στις 14.10.2004) το ανέφερε στον Αρχηγό Στόλου. Το χρηματοκιβώτιο όπου φυλάσσονταν τα χρήματα βρισκόταν στους χώρους του γραφείου του τμηματάρχη και διαχειριστή χρηματικού της ΚΕΕΠ/ΑΣ (ήδη αναιρεσείοντος), διέθετε μηχανισμό ασφαλείας με κλειδαριά και συνδυασμό (που κατείχε μόνο ο ανωτέρω, ο οποίος εκτελούσε προσωπικά τις χρηματικές συναλλαγές) και δεν έφερε ίχνη παραβίασης, ενώ οι χώροι του γραφείου διέθεταν σύστημα συναγερμού και κάγκελα ασφαλείας σε όλες τις δυνατές προσβάσεις. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 15.9.2004 και 14.10.2004 πραγματοποιήθηκαν τρεις χρηματαποστολές προς τη διαχείριση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, στις 23.9.2004 (ποσού 695.000 ευρώ), στις 30.9.2004 (ποσού 2.300.000 ευρώ) και στις 11.10.2004 (ποσού 200.000 ευρώ). Κατά τη χρηματαποστολή της 30.9.2004 η εξωτερική θύρα του ειδικού θωρακισμένου οχήματος υπέστη βλάβη, με αποτέλεσμα τα χρήματα που προορίζονταν για την ΚΕΕΠ/ΑΣ να τοποθετηθούν στο χώρο των επιβατών και όχι στο ειδικό διαμέρισμα του οχήματος. Παρ’ όλα αυτά, κατά την άφιξη του οχήματος της χρηματαποστολής ο ανωτέρω πραγματοποίησε οπτική καταμέτρηση του ποσού των 2.300.000 ευρώ, το οποίο ήταν συσκευασμένο σε δέματα και δεσμίδες και στη συνέχεια το τοποθέτησε στο χρηματοκιβώτιο. Ότι, ακολούθως, με βάση το ανωτέρω πόρισμα εκδόθηκε η Φ...../.2005 καταλογιστική σε βάρος του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος πράξη, η οποία ακυρώθηκε με την 805/2008 απόφαση του V Τμήματος, και στη συνέχεια εκδόθηκε η ήδη προσβληθείσα ενώπιον του δικάσαντος Τμήματος με την έφεση Φ...../.....2008 πράξη του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας, με την οποία καταλογίστηκε ο ανωτέρω, ως υπεύθυνος για το ως άνω έλλειμμα, με το ποσό των 254.998,17 ευρώ.

8. Με βάση τα προαναφερόμενα δεδομένα, το δικάσαν V Τμήμα ήχθη στην κρίση ότι νομίμως καταλογίσθηκε ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την προσβληθείσα πράξη, καθώς, αν και υπόλογος στην ως άνω Διαχείριση, δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε μορφή υπαιτιότητας σχετικά με την πρόκληση του προαναφερθέντος ελλείμματος, δεδομένου ότι δεν προέβαινε, ως όφειλε βάσει του άρθρου 304 παρ. 3ι του Εγχειριδίου Οικονομικών Υπηρεσιών, σε καθημερινή καταμέτρηση και σύγκριση των μετρητών του ταμείου του με τα λογιστικά υπόλοιπα του ημερολογίου κίνησης μετρητών (ΗΚΜ), γεγονός που θα απέτρεπε τις πιθανότερες αιτίες της δημιουργίας του ελλείμματος, οι οποίες είναι είτε η παραλαβή από τον ανωτέρω – σε κάποια από τις χρηματαποστολές – μικρότερου χρηματικού ποσού είτε η παράδοση σε κάποιο πλοίο ή Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού χρηματικού ποσού μεγαλύτερου από εκείνο που χρεώθηκε στις αποδείξεις, όπως συνέβη κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2002 με τη Φ/Γ ΨΑΡΑ και διαπιστώθηκε εκ των υστέρων. Κατόπιν αυτού, ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίθηκε και ο λόγος έφεσης περί μη τήρησης του τύπου της προηγούμενης ακρόασης, με την αιτιολογία ότι ο ανωτέρω, πριν από την έκδοση της προσβληθείσας με την έφεση πράξης, κλήθηκε να αναπληρώσει το έλλειμμα, οπότε και έλαβε γνώση όλων των εγγράφων του φακέλου, διατύπωσε δε τις απόψεις του, με την από 16.10.2004 κατάθεση και την από 18.10.2004 συμπληρωματική κατάθεση, στα πλαίσια της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης σχετικά με τις συνθήκες δημιουργίας του ελλείμματος. Ακολούθως, το δικάσαν V Τμήμα, αφού απέρριψε και τους λοιπούς προβληθέντες με την έφεση λόγους ως αβάσιμους, προήλθε στην απόρριψη αυτής στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης.

9. Ενόψει των ως άνω παραδοχών του δικάσαντος Τμήματος και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 6 της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι βασίμως προσάπτεται υπό του αναιρεσείοντος στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης νόμου, κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε ο προβληθείς με το δικόγραφο της έφεσης ουσιώδης ισχυρισμός του περί παραβίασης, κατά την έκδοση της προσβληθείσας ενώπιον του δικάσαντος Τμήματος καταλογιστικής πράξης, του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης αυτού. Και τούτο, καθόσον της έκδοσης της νέας αυτής πράξης (κατόπιν της ακύρωσης της αρχικής Φ..../...2005 καταλογιστικής πράξης με την 805/2008 απόφαση του V Τμήματος) δεν προηγήθηκε (νέα) πρόσκληση του ήδη αιτούντος υπολόγου προς αναπλήρωση εντός 48 ωρών του διαπιστωθέντος ελλείμματος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 56 παρ. 2 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, οπότε μπορούσε ο ανωτέρω να ζητήσει να λάβει γνώση των συνταχθέντων πορισμάτων και όλων των λοιπών εγγράφων στοιχείων του φακέλου και, κατόπιν τυχόν αιτηθείσας και δοθείσας από τη Διοίκηση εύλογης προθεσμίας, να προβάλει εξαντλητικά τις απόψεις του τόσο για την ύπαρξη όσο και για το ύψος του διαπιστωθέντος ελλείμματος, καθώς και για οποιαδήποτε άλλη διαπίστωση, στην οποία είχε προέλθει η ελεγκτική επιτροπή. Κατόπιν αυτού, έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε ότι τηρήθηκε ο απορρέων από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος ουσιώδης τύπος της προηγούμενης ακρόασης, κατά την έκδοση της εκκληθείσας καταλογιστικής πράξης και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης, όπως το περιεχόμενό του εκτιμάται από το Δικαστήριο, ενόψει και των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την πληττόμενη απόφαση, πρέπει, για το λόγο αυτό, να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής.

10. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, μετά την αναίρεση αυτής, η Ολομέλεια κρίνει ότι πρέπει να διακρατήσει και να δικάσει στην ουσία την υπόθεση, καθόσον αυτή δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό αυτής μέρος (άρθρα 87 παρ. 4 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και 116 εδ. πρώτο π.δ/τος 1225/1981).

11. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 18.2.2009 έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη Φ...../1..2008 καταλογιστική πράξη του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας και να διαταχθεί η απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος παραβόλου εφέσεως (άρθρο 73 παρ. 4 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο).

 

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την από 26.4.2013 αίτηση του ….για αναίρεση της 1191/2013 απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση.

Διακρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την από 18.2.2009 έφεση του ανωτέρω.

Ακυρώνει την …./15.7.2008 καταλογιστική πράξη του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας.

Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος παραβόλου εφέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 19 Σεπτεμβρίου 2018.