ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ – ΤΜΗΜΑ 3ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 1338/2020

 

Πρόεδρος: Σ. Γκερμότσης, Εφέτης ΔΔ

Δικηγόροι: Ν. Καλούτσης, Ά. Φουρλή, Γ. Μητροπούλου, Ι. Βαβουγιού-Κεφαλάκη, Α. Κουτσόλαμπρος

 

[...] 2. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, ΠΔ 456/1984, ΦΕΚ Α’ 164) ευθύνη του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων τους ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών (ΣτΕ 1414/2017, 3098/2015, 2327/2015, 1398/2013, 1183/2013, 3839/2012, 4133/2011, 1019/2008, 2741/2007, 2796/2006, 2727/2003, 3706/2001, 4776/1997 κ.ά). Ο εν λόγω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνας πράξης, παραλείψεως ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου τους (ΣτΕ 4422/2015, 1183/2013, 572/2013, 268/2013, 1413/2006 κ.ά.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας του δημοσίου οργάνου και της επελθούσης ζημίας. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, είναι εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει την ζημία (ΣτΕ 2184/2015, 1398/2013, 750/2011, 473/2011, 322/2009, 334/2008, 1024/2005, κ.ά.).

3. Επειδή, στο άρθρο 40 παρ. 1 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Κώδικα Συμβολαιογράφων (ΚωδΣυμβολ., Ν 2830/2000, ΦΕΚ Α’ 96), ορίζεται ότι: «Ο συμβολαιογράφος για κάθε πράξη που καταρτίζει και για κάθε παροχή υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από το νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων, δικαιούται πάγια αμοιβή. Επιπλέον της αμοιβής αυτής και προκειμένου για πράξεις που το αντικείμενό τους είναι αποτιμητό σε χρήμα, δικαιούται να λάβει και αναλογική αμοιβή, που υπολογίζεται με βάση τη συνολική δηλούμενη αξία στο συμβόλαιο ή τη μεγαλύτερη αξία που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή προσωρινά ή οριστικά. Οι αμοιβές αυτές καθορίζονται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας. Με όμοιες αποφάσεις ορίζεται ο τρόπος είσπραξης των αμοιβών των συμβολαιογράφων για τη διαφορά που τυχόν προκύπτει ανάμεσα στην αξία που δηλώθηκε για το αντικείμενο της δικαιοπραξίας και στη μεγαλύτερη αξία που οριστικά καθορίσθηκε από την αρμόδια αρχή ...», στο άρθρο 98 ότι: «Οι Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης», στο άρθρο 99 ότι: «Σκοπός των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων είναι η προαγωγή και ενίσχυση του συμβολαιογραφικού θεσμού, η μέριμνα για την επιστημονική και επαγγελματική εξύψωση των συμβολαιογράφων, η επιμέλεια και η προαγωγή των ζητημάτων που αφορούν τους συμβολαιογράφους, η εποπτεία της καλής διεξαγωγής της υπηρεσίας τους, η επαγγελματική και επιστημονική συνεργασία με συμβολαιογραφικούς συλλόγους άλλων κρατών, η μέριμνα υπέρ των ασθενούντων ή αναξιοπαθούντων εν ενεργεία ή μη συμβολαιογράφων, των υπαλλήλων του συλλόγου και των μελών των οικογενειών των προσώπων αυτών, καθώς και η υλική και ηθική ενίσχυση του συλλόγου των συνταξιούχων συμβολαιογράφων στα πλαίσια των οικονομικών δυνατοτήτων των συλλόγων συμβολαιογράφων», στο άρθρο 100 ότι: «Πόροι κάθε Συμβολαιογραφικού Συλλόγου είναι: β) Τα κατά τα άρθρα 115, 117 και 118 του παρόντος εισπραττόμενα δικαιώματά του ...», στο άρθρο 113 ότι: «Τα αναλογικά δικαιώματα του Συμβολαιογράφου από τη σύνταξη συμβολαίων που αναφέρονται στα άρθρα 115, 117 και 118 του παρόντος αποδίδονται στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο υπό του Συλλόγου συμβολαιογράφο και διανέμονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 116, 117, 118 και 120 του παρόντος», στο άρθρο 114 ότι: «1. Σε κάθε περιφέρεια ειρηνοδικείου, στην οποία εδρεύουν περισσότεροι από ένας συμβολαιογράφοι, οι εντολές ή τα σχέδια για τη σύνταξη συμβολαίων, πράξεων ή εκθέσεων, στα οποία δικαιοπρακτούν πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115, αποστέλλονται στις πόλεις που εδρεύει Συμβολαιογραφικός Σύλλογος προς τον πρόεδρο αυτού, άλλως στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο που έχει ορισθεί από τον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο. 2. Ο πρόεδρος του συλλόγου ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος, στον οποίο αποστέλλονται οι ανωτέρω εντολές ή σχέδια, διανέμει αυτές χωρίς καθυστέρηση και κατά σειρά στους συμβολαιογράφους που εδρεύουν στην αυτή ειρηνοδικειακή περιφέρεια και τους παραγγέλλει να συντάξουν τα σχετικά συμβόλαια, πράξεις ή εκθέσεις. 3. Προκειμένου για συμβόλαια, πράξεις ή εκθέσεις του άρθρου 115, που συντάσσονται στην περιφέρεια των ειρηνοδικείων τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του παρόντος, οι ανωτέρω εντολές ή σχέδια αποστέλλονται στον πρόεδρο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, ο οποίος διανέμει χωρίς καθυστέρηση κατά σειρά στους συμβολαιογράφους των περιφερειών των ειρηνοδικείων αυτών και τους παραγγέλλει να συντάξουν τα σχετικά συμβόλαια, πράξεις ή εκθέσεις. 4. Συμβολαιογράφος που λαμβάνει την εντολή της πρώτης παραγράφου απευθείας από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115 ή από πρόσωπα που θα συμβληθούν με αυτά, οφείλει να τη διαβιβάσει αμέσως, μαζί με τα σχετικά έγγραφα, στον πρόεδρο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο για να ενεργήσουν αυτοί όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Η παράβαση της διάταξης αυτής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα ...», στο άρθρο 115 ότι: «Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου καταλαμβάνει τα συμβόλαια, πράξεις ή εκθέσεις στις οποίες ένα από τα μέρη που συμβάλλεται, συνυπογράφει, συναινεί ή αποκτά δικαιώματα είναι: 1. α) ... γ) Κρατικές, Δημόσιες ή Δημοτικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που έχουν παραχωρηθεί από τα εν λόγω νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), η Ολυμπιακή Αεροπορία (Ο.Α.) ... στ) Τραπεζικές και άλλες Ανώνυμες Εταιρίες στις οποίες το Δημόσιο ή τα ανωτέρω Νομικά Πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου ή έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση ... η) Θυγατρικές Ανώνυμες Εταιρίες του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων των εδαφίων α’ έως και ζ’ αυτής της παραγράφου, που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτά, καθώς και θυγατρικές των θυγατρικών εταιρίες ...», στο άρθρο 116 ότι: «Τα αναλογικά δικαιώματα του συμβολαιογράφου τα οποία προέρχονται από τη σύνταξη συμβολαίων, πράξεων ή εκθέσεων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 115 αποδίδονται στο Ταμείο του οικείου Συλλόγου ή στον εντεταλμένο Συμβολαιογράφο και διανέμονται σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 120, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι εισφορές υπέρ του Ταμείου Νομικών και του ΤΑΣ που βαρύνουν το συμβολαιογράφο που συνέταξε το συμβόλαιο, την πράξη ή την έκθεση και καταβάλλονται στα αντίστοιχα Ταμεία», στο άρθρο 117 ότι: «1. Για συμβόλαια ημεδαπών ή αλλοδαπών Τραπεζών οι οποίες λειτουργούν ή συμβάλλονται στην Ελλάδα, πλην εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 115, ο συμβολαιογράφος που τα συντάσσει καταθέτει το 68% των αναλογικών δικαιωμάτων στο Ταμείο του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο, προκειμένου αυτά να διανεμηθούν σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 120, το 25% στο Ταμείο Ασφάλισης Συμβολαιογράφων (ΤΑΣ) από τα οποία 10% για τον κλάδο Πρόνοιας, 15% για τον κλάδο Υγείας και παρακρατεί το υπόλοιπο 7%. Η ίδια υποχρέωση βαρύνει το συμβολαιογράφο και για τα συμβόλαια στα οποία συμβαλλόμενες είναι θυγατρικές εταιρίες των Τραπεζών του εδαφίου α’ ή εταιρίες κατά τη σύσταση, τροποποίηση, μετατροπή ή συγχώνευση των οποίων μετέχουν οι πιο πάνω Τράπεζες ή θυγατρικές εταιρίες των εν λόγω Τραπεζών ...», στο άρθρο 119 ότι: «1. Ο συμβολαιογράφος που συντάσσει συμβόλαια των άρθρων 115, 117 και 118 οφείλει να καταθέσει στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφο τα αναλογικά δικαιώματα των συμβολαίων αυτών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου από την υπογραφή του συμβολαίου μήνα (όπως το εδάφιο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 7 του άρθρου 32 του Ν 2915/2001, Α’ 109). Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας ο συμβολαιογράφος καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκο υπερημερίας. 2. Τα καθυστερούμενα από την παραπάνω αιτία ποσά, με τους τόκους υπερημερίας, τα εισπράττει ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος από τον υπόχρεο συμβολαιογράφο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Τίτλο για τη βεβαίωση και την είσπραξη των απαιτήσεων αυτών αποτελεί η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη και καθορίζει επακριβώς το εισπρακτέο ποσό από καθυστερούμενες οφειλές και τόκους κατά τη χρονική περίοδο στην οποία αντιστοιχούν, σύμφωνα με τις εκθέσεις ελέγχου των αρμόδιων οργάνων του Συλλόγου ... 4. Η παρακράτηση από το συμβολαιογράφο δικαιωμάτων από συμβόλαια των άρθρων 115, 117 και 118 του παρόντος πέραν της προθεσμίας των τριών μηνών από τη σύνταξη των συμβολαίων τιμωρείται κατά τις διατάξεις περί υπεξαίρεσης του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 375) 5. Ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους ...», στο άρθρο 120 ότι: «Από τα ποσά που εισπράττει ο Σύλλογος ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 116, 117 και 118: 1. Προαφαιρούνται: ... 4. Το ποσό που απομένει μετά τις αφαιρέσεις κατανέμεται ισομερώς με μέριμνα του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου ή του εντεταλμένου συμβολαιογράφου μεταξύ των δικαιούχων της αυτής ειρηνοδικειακής περιφέρειας που αναφέρονται στο άρθρο 121 ...», στο άρθρο 121 ότι: «1. Δικαιούχοι μερίσματος είναι: α) Οι εν ενεργεία συμβολαιογράφοι, που εδρεύουν στην αυτή ειρηνοδικειακή περιφέρεια ... β) Οι συμβολαιογράφοι που εξέρχονται από την υπηρεσία για μία δωδεκαετία από την έξοδό τους και εφόσον λαμβάνουν σύνταξη από το Ταμείο Νομικών και δεν καταλαμβάνουν άλλη έμμισθη δημόσια υπηρεσία ή δεν ασκούν άλλο επάγγελμα για το οποίο είναι ασφαλισμένοι σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης ... γ) Ο επιζών σύζυγος συμβολαιογράφου ... καθώς και τα ανήλικα ή ενήλικα τέκνα μέχρι ηλικίας 25 ετών, εφόσον σπουδάζουν ... δ) Οι εξερχόμενοι της υπηρεσίας υπάλληλοι των οικείων Συμβολαιογραφικών Συλλόγων, εφόσον έχουν συμπληρώσει εικοσιπενταετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία και για διάστημα δύο ετών από την έξοδό τους» και, τέλος, στο άρθρο 125 παρ. 1 ότι: «Δεν λαμβάνει μέρισμα: α) ... γ) Όποιος καθυστερεί να αποδώσει στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο δικαιώματα που έχει εισπράξει από συμβόλαια που υπάγονται στα άρθρα 115, 117 και 118 και έως την πλήρη απόδοσή τους ...».

4. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 10 του Ν 3049/2002 «Αποκρατικοποίηση επιχειρήσεων του Δημοσίου και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 212) ορίζεται ότι: «1. Οι συμβάσεις και πράξεις που συνομολογούνται σε εφαρμογή διαδικασιών αποκρατικοποίησης ή εξυγίανσης σύμφωνα με το νόμο αυτόν, περιλαμβανομένης και της πράξης ή της σύμβασης συγχώνευσης ή της διάσπασης ή της κατάργησης ή διάλυσης επιχειρήσεων, και οι σχετιζόμενες με αυτές μεταβιβάσεις ακινήτων, κινητών, μετοχών ή πάσης φύσεως δικαιωμάτων, εισφορές περιουσιακών στοιχείων, κινητών ή ακινήτων ή επιχειρηματικών κλάδων ή τμημάτων, μεταγραφές και πάσης φύσεως συμβάσεις και πράξεις προς πραγμάτωσή τους, περιλαμβανομένης της συστάσεως και εγγραφής υποθήκης, της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης και της συστάσεως ενεχύρου, απαλλάσσονται από οποιονδήποτε φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου εισοδήματος λόγω υπεραξίας, τέλος, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, δικαίωμα ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ν 2859/2000 (ΦΕΚ Α΄ 248) και του Ν 1676/1986. 2. Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών μελών της ΔΕΑ και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών είναι δυνατόν να περιορισθούν τα δικαιώματα και οι αμοιβές συμβολαιογράφων, δικηγόρων και υποθηκοφυλάκων, για κάθε πράξη της παρ. 1 του άρθρου αυτού καθώς και της παραγράφου 3 του άρθρου 4».

5. Επειδή, κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν 3049/2002, στην θεσπισθείσα απαλλαγή των αναφερομένων σε αυτήν συμβάσεων, μεταγραφών κ.λπ. από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου ή οποιουδήποτε άλλου τέλους υπέρ του Δημοσίου, καθώς και εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ οποιουδήποτε τρίτου περιλαμβάνονται τα δικαιώματα μόνο τρίτων προσώπων, τα οποία δεν έχουν σχέση με την καταρτισθείσα σύμβαση ή την προσφερθείσα κατ΄ αυτήν ή μετ΄ αυτήν υπηρεσία, δηλαδή τρίτων προσώπων που δεν έχουν σχέση με την σύνταξη του συμβολαίου, την μεταγραφή κ.λπ. Ειδικότερα, ως δικαιώματα υπέρ τρίτου νοούνται εκείνα που εισπράττονται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων χωρίς προσφορά εκ μέρους τους, στην συγκεκριμένη πράξη, υπηρεσίας, όπως και τα επιβληθέντα με διάταξη νόμου ως πρόσθετες επιβαρύνσεις προς εκπλήρωση γενικοτέρων σκοπών από τα πρόσωπα ή τους οργανισμούς υπέρ των οποίων επιβλήθηκαν, όπως είναι τα όργανα τοπικής αυτοδιοικήσεως, τα ασφαλιστικά ταμεία, το ταμείο ασφαλίσεως συμβολαιογράφων, το ταμείο χρηματοδοτήσεως δικαστικών κτιρίων κ.λπ. (ΑΠ 893/2009, 1358/1998). Περαιτέρω, τα αναλογικά δικαιώματα από τα κρατικά συμβόλαια του άρθρου 115 του Ν 2830/2000 δεν συνιστούν δικαιώματα ή αμοιβή του συγκεκριμένου συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο, αλλά δικαιώματα ή επιβαρύνσεις υπέρ του οικείου συμβολαιογραφικού συλλόγου, με την ιδιότητά του ως τρίτου κατά την προαναφερόμενη έννοια του άρθρου 10 του Ν 3049/2002 και, επομένως, δεν εντάσσονται στην εξαιρετική ρύθμιση της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν 3049/2002, αλλά στην απαλλακτική ρύθμιση της διατάξεως της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, με την οποία ρυθμίζονται τα δικαιώματα τρίτων. Ειδικότερα, όπως συνάγεται τόσο από την διάταξη του άρθρου 100 περ. β’ του ΚωδΣυμβολ., στην οποία ορίζεται ότι πόροι κάθε συμβολαιογραφικού συλλόγου είναι και τα κατά τα άρθρα 115, 117 και 118 του εν λόγω Κώδικα εισπραττόμενα δικαιώματά του, όσο και από την συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 119 του ιδίου Κώδικα και του άρθρου 375 του ΠΚ περί υπεξαιρέσεως, ο εκάστοτε συμβολαιογραφικός σύλλογος είναι ο δικαιούχος των αναλογικών δικαιωμάτων που εισπράττουν οι συμβολαιογράφοι από την σύνταξη κρατικών συμβολαίων και πράξεων (ΑΠ Ολ 15/1989, ΑΠ 92/2010), ο οποίος διανέμει αυτά στα μέλη του, για την πραγμάτωση των δημοσίου συμφέροντος, ως ΝΠΔΔ, σκοπών του, συνιστάμενων, μεταξύ άλλων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 98 και 99 του Ν 2830/2000, στην οικονομική μέριμνα υπέρ των μελών του και των οικογενειών τους, αποβλέποντας στην εξασφάλιση κατωτάτου ορίου εισοδήματος και, μέσω αυτού, στην διαφύλαξη της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συμβολαιογράφων ως δημοσίων λειτουργών (ΣτΕ 1397/2017, 140/2016, 3417/2015, 3491/2005, αλλά και ΑΠ 148/2001). Σκοπός δε των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν 3049/2002, είναι η απαλλαγή όλων των συμβάσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ιδιωτικοποιήσεως κρατικών εταιριών από όλα τα βάρη, τέλη, φόρους, εισφορές και δικαιώματα κάθε φύσης υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων και, συνεπώς, τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι δηλαδή υφίσταται υποχρέωση καταβολής αναλογικών δικαιωμάτων κατά την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων, θα είχε ως αποτέλεσμα τον ανεπίτρεπτο περιορισμό του ρυθμιστικού πεδίου της εν λόγω διατάξεως (βλ. ΔΕφΑθ 1138/2020 σκ. 5, 1088/2020 σκ. 9).

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 114/18.3.2009 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων αποφασίσθηκε, κατά τις διατάξεις του Ν 3049/2002, η σταδιακή πώληση στην ΑΕ «Μ.» των μετοχών της εκκαλούσας ΑΕ, με την τότε επωνυμία «Ε. ΑΕ» και η πώληση από την ΑΕ «Ο. ΑΕ» επιλεγμένων περιουσιακών στοιχείων σε αυτήν. Σε εκτέλεση της ανωτέρω διυπουργικής αποφάσεως, συνήφθη στις 23.3.2009 σύμβαση πωλήσεως και αγοράς μετοχών μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, της ΑΕ «Ο. ΑΕ»,της εκκαλούσας ΑΕ και της ΑΕ «M.», η οποία κυρώθηκε από την Βουλή των Ελλήνων με τον Ν 3759/2009 (ΦΕΚ Α’ 69) και απέκτησε τυπική ισχύ νόμου. Στην εν λόγω σύμβαση προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, και η πώληση και μεταβίβαση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων της ΑΕ «Ο. ΑΕ» στην εκκαλούσα ΑΕ, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν (κατά το παράρτημα 2) και η από 18.6.2009 σύμβαση μεταξύ της ΑΕ «Δ. ΑΕ» και της εκκαλούσας ΑΕ, για την παραχώρηση δικαιωμάτων αεροδρομίου και μισθώσεως για τον μισθωμένο χώρο Εμπορευματικού Σταθμού, δυνάμει του .../18.6.2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σ. Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως και αγοράς μετοχών, η εκκαλούσα ΑΕ, δυνάμει του ..../29.6.2009 συμβολαίου της ιδίας συμβολαιογράφου, εκχώρησε και μεταβίβασε ως σύνολο έννομης σχέσης στην ΑΕ «Ε. ΑΕ», μετονομασθείσας από 24.6.2009 (ΦΕΚ 5255/24.6.2009, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) σε «O. H. ΑΕ», όλα τα δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και ευθύνες της, που πήγαζαν από την ανωτέρω .../18.6.2009 σύμβαση. Προκειμένου να προβεί στην κατάρτιση του ανωτέρω .../29.6.2009 συμβολαίου, η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος ζήτησε από τα συμβαλλόμενα μέρη την καταβολή ποσού 128.700€, σύμφωνα με τα άρθρο 115 του Ν 2830/2000, που προσδιορίσθηκε κατά νόμον ως ποσοστό 1,2% επί της αξίας της συμβάσεως, η οποία ανήλθε σε 10.724.000€ και καταβλήθηκε εξ’ ημισείας από τους δύο συμβαλλομένους και κατόπιν σχετικής επιφυλάξεώς τους περί μη οφειλής του. Ειδικότερα, από την εκκαλούσα καταβλήθηκε στις 30.6.2009 ποσό 64.350€, από το οποίο παρακρατήθηκαν από τη συμβολαιογράφο δικαιώματα υπέρ του Ταμείου Νομικών (πλέον ΕΤΑΑ/ΤΑΝ) ποσοστού 9% (δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. ιστ’ του ΝΔ 4114/1960, ΦΕΚ Α’ 164) και ποσού 5.791,50€ και δικαιώματα υπέρ Ταμείου Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων ποσοστού 6% (δυνάμει της 4215/21.5-6.6.1952 υπουργικής αποφάσεως, ΦΕΚ Β’ 132/7.6.1952) και ποσού 3.861€, τα οποία και αποδόθηκαν από αυτήν στους οικείους φορείς, το δε απομείναν υπόλοιπο ποσό (54.697,50€) καταβλήθηκε στο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ (βλ. σχετ. Την ..../29.6.2009 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας εκδόσεως της εκκαλούσας). Στην συνέχεια, η εκκαλούσα ΑΕ άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την αναφερόμενη στην πρώτη σκέψη αγωγή, με την οποία προέβαλε ότι παρά τον νόμο το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ εισέπραξε από αυτήν, μέσω της προαναφερομένης συμβολαιογράφου, τα κατά το άρθρο 115 του Ν 2830/2000 δικαιώματα για την κατάρτιση του ..../29.6.2009 κρατικού συμβολαίου εκχωρήσεως και μεταβιβάσεως, διότι αυτό συντάχθηκε κατ΄ εφαρμογήν διαδικασίας αποκρατικοποιήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 3049/2002 και, συνεπώς, απαλλάσσεται από τα τέλη χαρτοσήμου, φόρους, εισφορές κάθε φύσης και δικαιώματα υπέρ τρίτων, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου αυτού, καθώς επίσης και διότι το εφεσίβλητο, που δεν συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στην σύνταξη του εν λόγω συμβολαίου, ούτε προσέφερε κάποια υπηρεσία κατά την σύνταξή του ή μετά από αυτήν, εμπίπτει ως «τρίτος», στο ρυθμιστικό πεδίο της εν λόγω απαλλαγής από την καταβολή οποιασδήποτε επιβαρύνσεως υπέρ του. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι υπέστη υλική ζημία ίση με το παρά τον νόμο καταβληθέν ποσό των 54.697,50€, για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ να της καταβάλει το ποσό αυτό νομιμοτόκως, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και, επικουρικώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 επ. του ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού κρίθηκε ότι δικαιούχοι των ενδίκων αναλογικών δικαιωμάτων είναι οι συμβολαιογράφοι, ενώ το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν είναι «τρίτος», κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν 3049/2002 και, επομένως, ότι τα εν λόγω δικαιώματα δεν εμπίπτουν στην απαλλακτική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν 3049/2002, αλλά σε εκείνην της παρ. 2, με την οποία ορίζεται ότι τα δικαιώματα αυτά δύνανται να περιορισθούν με προεδρικό διάταγμα, το οποίο, όμως, δεν είχε εκδοθεί, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι νομίμως εισπράχθηκαν από την προαναφερομένη συμβολαιογράφο και αποδόθηκαν στο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ τα ένδικα δικαιώματα, απέρριψε δε την αγωγή, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της.

7. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη έφεση και το επ’ αυτής νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, η εκκαλούσα ζητά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικώς τους ως άνω ισχυρισμούς που προέβαλε στην ανωτέρω αγωγή της, ζητά την αποδοχή αυτής. Αντιθέτως, με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ αρνείται την βασιμότητα της κρινομένης εφέσεως και ζητά την απόρριψή της.

8. Επειδή, κατόπιν όλων όσων προεκτέθηκαν, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ένδικο .../29.6.2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σ., με το οποίο εκχωρήθηκαν και μεταβιβάσθηκαν περιουσιακά στοιχεία, συνομολογήθηκε κατά τις διατάξεις του Ν 3049/2002, το δε ποσό που καταβλήθηκε στην εν λόγω συμβολαιογράφο από την εκκαλούσα ΑΕ, αποδόθηκε από αυτήν περαιτέρω (κατόπιν παρακρατήσεως των εισφορών υπέρ του Ταμείου Νομικών και υπέρ του Ταμείου Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 116 του ΚωδΣυμβολ.), στο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ, όπως προκύπτει από την .../29.6.2009 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας εκδόσεως της εκκαλούσας ΑΕ, καθώς και ότι, όπως προκύπτει από το ιστορικό της υποθέσεως, το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ ουδεμία σχέση είχε με την κατάρτιση του ενδίκου συμβολαίου, ούτε προσέφερε οποιαδήποτε υπηρεσία πριν, κατά ή μετά την σύνταξη αυτού και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην μείζονα (5η) σκέψη της παρούσας αποφάσεως, εμπίπτει αυτό στην έννοια του «τρίτου» της απαλλακτικής διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν 3049/2002, είναι δε ο δικαιούχος των ενδίκων αναλογικών δικαιωμάτων για το συμβόλαιο αυτό (κατά τις διατάξεις της περ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 115 του ΚωδΣυμβολ.) προκειμένου να τα διανείμει ακολούθως στα μέλη του για την εκπλήρωση των δημοσίου συμφέροντος σκοπών του, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως, ήτοι κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν 3049/2002, το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ εισέπραξε από την εκκαλούσα ΑΕ, μέσω της προαναφερομένης συμβολαιογράφου, τα ένδικα αναλογικά δικαιώματα, διότι το προαναφερόμενο συμβόλαιο απαλλάσσεται από κάθε δικαίωμα υπέρ του εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ, ως τρίτου. Επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε περί του αντιθέτου, έσφαλε και πρέπει η απόφασή του αυτή να εξαφανισθεί, κατ’ αποδοχήν ως βασίμων των σχετικών λόγων της κρινομένης εφέσεως. Δικάζοντας δε επί της αναφερομένης στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ να καταβάλει στην εκκαλούσα ΑΕ, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη κατά τα προαναφερθέντα, το μη νομίμως καταβληθέν από αυτήν και εισπραχθέν από το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ ποσό των 54.697,50€, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στις 31.12.2014 (βλ. σχετ. την προσκομισθείσα πρωτοδίκως .../31.12.2014 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ...), κατ΄ αποδοχήν ως βάσιμης της ανωτέρω αγωγής. [...]

 

(Δέχεται την έφεση.)