ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ-ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 131/2021

 

ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Νίκη Ζυγογιάννη, Πρωτόδικη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Θεόδωρο Βλαχακη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 23-10-2018, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1. Ε. Λ. του Β., κατοίκου ….. Αττικής, οδός ….. αριθμ. …., με ΑΦΜ …….

2. Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ….. Αττικής, οδός ….. αριθμ. …, με ΑΦΜ ….., οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Απόστολου Παπακωνσταντίνου.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ», που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής, οδός Αγ. Σπυρίδωνα και νόμιμα εκπροσωπείται το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Βάη Καραφυλλίδου.

Οι ενάγουσες, ζητούν να γίνει δεκτή η από 12-07-2018 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό καταθέσεως, ....../2018, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Από τις διατάξεις αυτές, πρωτοποριακές για την εποχή τους, με τις οποίες από τότε επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2). Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του αρθρ. 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2007, ΑΠ 264/2011, δημοσίευση ΊΝΠ ΝΟΜΟΣ).

II. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των OTA και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ФЕК А 85/18-42001) και με σκοπό τη μεγίστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Z' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους OTA και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Κατά τη γνώμη που επικράτησε, όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβάνονταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά, πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος αλλά και της κοινής νομοθεσίας (άρθρα 56 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστώνονταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον πιο πάνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με το διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ, 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ/21-3-2001 σελ 768, 771, 772, 782). Έτσι μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ' της παρ/φου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή "αντισυνταγματικότητα", ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ/φο 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους OTA και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών (ήτοι των συναφθέντων μετά την 17-4-2001, καθόσον για τις προγενέστερες, ως κατωτέρω αναλυτικά θα εκτεθεί δύναται ο ορθός χαρακτηρισμός τους εφόσον είχαν προσλάβει ήδη το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ΟλΑΠ 7/2011) κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει. Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (Ολ ΑΠ 20/2007, ΑΠ 264/2011, ΑΠ 1678/2011, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

III. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παραγωγό κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και СЕЕР, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκόψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή τής κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου. Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται"). Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης (ΑΠ 20/2007, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

IV. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου’ αυτού π.δ/τος τα εξής: "1 Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του Ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Ομως, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση...." (άρθρ 11 παρ. Ια). Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού. Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος της διατάξεως του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη του ΠΔ 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 και 5 αυτού προκύπτει (ΟλΑπ 20/2007, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 852/2011, ΑΠ 264/2011, ΑΠ 590/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ A' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ Ολ. 7/2011, ΑΠ 79/2013, δημοσίευση, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι απασχολούνται από την 28-09-1992 και 08-01-1997 αντίστοιχα στο εναγόμενο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, όπως αυτό προέκυψε από τη συγχώνευση του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Αθηνών και του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πειραιά με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου που προσχηματικά, αφού δεν συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίσθηκαν από το εναγόμενο ως ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτές καλύπτουν από την αρχική πρόσληψή τους πάγιες, διαρκείς και μόνιμες διδακτικές ανάγκες του εναγόμενου. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες ζητούν, επικαλούμενες τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του N. 2112/1920, της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70, του ΠΔ 81/2003 και των άρθρων 5 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, 164/2004: 1) να αναγνωρισθεί ότι καθεμιά απ’ αυτές συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή της, 2) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τις απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στην ίδια θέση και ειδικότητα και με τους ίδιους όρους με τους οποίους τους απασχολούσε μέχρι την έγερση της αγωγής, με βάση σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 180 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της εκδοθησόμενης αποφάσεως 3) Να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά τους έξοδα. Η αγωγή, με το περιεχόμενο αυτό, αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 16 αρ. 2, 25 παρ.2 ΚΠολΔ, 621, 614 ΚΠολΔ), και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που έχουν προαναφερθεί και σε αυτές των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 70, 176, 907 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσκομίζουν αποδείχθηκαν τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Η πρώτη ενάγουσα απασχολείται από την 28.09.1992 στο Τμήμα Μαιευτικής της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγομένου αρχικά ως καθηγήτρια εφαρμογών και ακολούθως ως εργαστηριακός συνεργάτης. Ειδικότερα, διδάσκει τα μαθήματα της Νοσηλευτικής, της Μαιευτικής Νοσηλευτικής Φροντίδας, της Μαιευτικής Φροντίδας Τοκετού, της Μαιευτικής Φροντίδας Κύηση Υψηλού Κινδύνου κ,ά. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1992 και απασχολήθηκε ως ακολούθως: Κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1992-1993 (28-09-1992 έως 0507-1993) 20 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1993-1994 (27-09-1993 έως 05-07-1994) 20 ώρες διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1994-1995 (26-09-1994 έως 05-07-1995) 20 ώρες διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1995-1996 (09-10-1996 έως 05-07-1997) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1996-1997 (07.10.96 05.07.97) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1997-1998 (13.10.97 05.07.98) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1998-1999 (28.09.98-05.07.99) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1999-2000 (01.11.99 05.07.00) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2000-2001 (09.10.00 05.07.01) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2001 2002 (08.10.01 -05.07.02) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2002-2003 (30.09.02 05.07.03) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2003 2004 (22.10.03 05.07.04) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2004 2005 (22.10.04 05.07.04) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2005 2006 (10.10.05 05.07.06) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2006 2007 (17.10.06 05.07.07) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2007-2008 (15.10.07 05.07.08) 10 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2011-2012 (24-10-2011 10-07-2012) 4 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2013-2014 (29-10-2011 -28-02-2014) 4 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 20152016 (04-11-2015 έως 01-07-2016) 5 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 20162017 (01-11-2016 έως 30-06-2017) 10 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 20172018 (από 29-11-2017 έως και την άσκηση της αγωγής ) 5 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως. 2) Η δεύτερη ενάγουσα απασχολείται από την 08-011997 στο Τμήμα Μαιευτικής της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγομένου ως εργαστηριακός συνεργάτης. Ειδικότερα, διδάσκει τα μαθήματα της Νοσηλευτικής, της Γυναικολογικής Νοσηλευτικής, της Νεογνολογικής Νοσηλευτικής, της Γυναικολογικής Νοσηλευτικής Φροντίδας, της Μαιευτικής Φροντίδας Κύηση Υψηλού Κινδύνου κ.ά Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1996 και απασχολήθηκε ως ακολούθως: Κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1996-1997 (08.01.97 05.07.97) 14 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1997-1998 (13.10.97 05.07.98) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 19981999 (28.09.98 05.07.99) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 1999-2000 (01.11.99 05.07.00) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2000-2001 (09.10.00 05.07.01) 14 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2001 2002 (08.10.01 -05.07.02) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2002 2003 (30.09.02 05.07.03) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2003 2004 (22.10.03 05.07.04) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2004 2005 (22.10.04 05.07.04) 14 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2005 2006 (10.10.05 05.07.06) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2006 2007 (17.10.06 05.07.07) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2007 2008 (15.10.07 05.07.08) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 20082009 ( 01-10-2008 05-07-2009) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2009-2010 (05-10-2009 -05-07-2010) 15 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2010-2011 (04-10-2010 05-07-2011) 14 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2011-2012 (24-10-2011 -10-07-2012) 12 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2012-2013 (08-10-2012 — 12-07-2013) 8 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2013-2014 (29-10-2011 04-07-2014) 6 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 2014-2015 (27-10-2014 06-07-2015) 13 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 20152016 (04-11-2015 έως 01-07-2016) 10 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 20162017 (01-112016 έως 30-06-2017) 8 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, 20172018 (από 29-11-2017 έως και την άσκηση της αγωγής ) 12 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως. Η εκπαιδευτική δραστηριότητα των ως άνω εναγουσών περιελάμβανε τη διδασκαλία των εργαστηριακών μαθημάτων. Οι ανάγκες που κάλυπταν οι ενάγουσες είναι πάγιες και διαρκείς καθότι τα μαθήματα που δίδασκαν αυτές επαναλαμβάνονταν κάθε εαρινό ή χειμερινό εξάμηνο και δεν εξαρτώνται από τον αριθμό των σπουδαστών ή την εγγραφή σε αυτά συγκεκριμένου αριθμού προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διδασκαλία του συγκριμένου μαθήματος. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για κάλυψη παροδικών και έκτακτων αναγκών του εναγόμενου, αφού οι συμβάσεις των εναγουσώνν ανανεώνονταν σταθερά με τέτοια συχνότητα και διάρκεια, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία του εναγόμενου, η δε εργασία τους ήταν πλήρως ενταγμένη στην εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού του (εναγόμενου) και εξυπηρετούσαν πάγιες, διαρκείς, τακτικές και προβλέψιμες ανάγκες του στους ως άνω τομείς. Επίσης, η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας των ανωτέρω εναγουσών με το εναγόμενο δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας που παρείχαν ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας του εναγόμενου, αλλά ούτε από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εκπαιδευτικού επιστημονικού εργαστηριακού προσωπικού ή η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας. Αντίθετα, από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, και ιδίως από τις αυξημένες ανάγκες λειτουργίας του εναγόμενου προκύπτει ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των ανωτέρω αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας των εναγουσών έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του N. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των ως άνω συμβάσεων ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειας τους και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων τους με το εναγόμενο να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για κάθε ενάγουσα, με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης καθεμίας. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι αγωγές ασκούνται καταχρηστικά επειδή οι ενάγουσες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εκλογής σε θέση μόνιμου Ε.Π., καθώς η ανάθεση διδακτικού έργου γινόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 19 του N. 1404/1983. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος γιατί οι ενάγουσες δεν διεκδικούν την εκλογή τους σε θέση μόνιμου Ε.Π. αλλά την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα των αλλεπάλληλων ορισμένου χρόνου συμβάσεων εργασίας τους με το εναγόμενο ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη. Περαιτέρω, πρέπει να απαγγελθεί χρηματική ποινή ύψους 100,00 ευρώ σε βάρος του εναγόμενου για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών των εναγόντων. Επιπλέον, πρέπει η απόφαση να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς την υποχρέωση του εναγομένου για πραγματική απασχόληση των εναγόντων, γιατί η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει ζημία στις ενάγουσες, δεδομένου ότι ο μισθός τους αποτελεί τη μοναδική πηγή βιοπορισμού τους. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων ενόψει της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την έναρξη της απασχόλησής τους και ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα από 28-09-1992 και η δεύτερη ενάγουσα από 08-01-1997.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσήκοντος προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγουσών και να τις απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων.

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ χρηματική ποινή ύψους εκατό (100,00) ευρώ σε βάρος του εναγόμενου για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών των εναγουσών.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια, έκτακτη, συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 01-02-2021, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ‘’ΑΠ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ – Ν.-Κ. ΧΛΕΠΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ’’ ]