ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 131/2018

 

Πρωτοδίκης: ΒΑΣΙΛΙΚΗΠΑΡΑΣΧΟΥ

Δικηγόροι: Δημ. Περπατάρης - Στυλ. Βλαστός

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7 εδ. α του Ν. 2112/20 κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής σύμβασης η οποία βλάπτει τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία και γι’ αυτή ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 ΑΚ μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της σύμβασης ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης. Για την εφαρμογή όμως της διάταξης του άρθρου 7 εδ. α του Ν. 2112/20 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα ο εργοδότης, ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, την δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349 έως 351, 288 ΑΚ, 7 εδ. α Ν. 2112/20 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/55 προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασής του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το Ν. 2112/20 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/03,(παρ. 17) ΑΠ 104/17,(παρ. 18) ΑΠ 132/16, ΑΠ 130/16,(παρ. 19) ΑΠ 447/15).(παρ. 20)

Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ» και το διακριτικό τίτλο «ΕΔΟΕΑΠ», συστήθηκε με τον ΑΝ 248/67 και διέπεται από τις διατάξεις αυτού, αλλά και του από Οκτωβρίου 2012 Καταστατικού της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων ανήκει στο Διοικητικό προσωπικό του εναγόμενου, ότι αρχικά απασχολήθηκε στο εναγόμενο από 24-9-1996 έως 24-12-1996 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι στις 2-4-1997 προσλήφθηκε από το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρονου με την ειδικότητα του υπεύθυνου μηχανογράφησης, με πενθήμερη απασχόληση και με ωράριο από 8:00 έως 14:30. Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής κατείχε τη θέση του Τομεάρχη Πληροφορικής και κατά το Δεκέμβριο του 2011 οι αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 5.790,08 ευρώ μεικτά. Ο δεύτερος ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο την 1-10-2005 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πενθήμερη απασχόληση και με ωράριο από 7:30 έως 14:30, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του υπαλλήλου μηχανογράφησης και αποδείχθηκε ότι κατά το Δεκέμβριο του 2011 οι αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 3.066,57 ευρώ μεικτά. Η τρίτη ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο την 16-1-1993 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την οποία παρατάθηκε αορίστως η από 16-7-1992 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και παρείχε τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος με πενθήμερη απασχόληση και με ωράριο από 8:00 έως 14:30, από 1-3-2010 ανέλαβε τη θέση της προϊσταμένης της Γραμματείας της Διοίκησης, από 1-12-2015 ανέλαβε τη θέση της αναπληρώτριας Τομεάρχη Διοικητικού και Λειτουργίας Υπηρεσιών και κατά το Δεκέμβριο του 2011 οι αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 3.155,95 ευρώ μεικτά. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα μισθολογικά κλιμάκια του εναγόμενου ήταν προσαυξημένα συγκριτικά με τα εκάστοτε ισχύοντα των ΣΣΕ μεταξύ ΕΙΗΕΑ και ΕΠΗΕΑ, ήτοι οι αποδοχές του συνόλου των εργαζομένων του εναγόμενου έως τις 31-12-2011 υπερτερούσαν συγκριτικά με τις αντίστοιχες αποδοχές των εργαζόμενων στις εφημερίδες. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι οι εργαζόμενοι στο εναγόμενο απολάμβαναν προνομιακούς όρους εργασίας σχετικά με το ωράριο, εν προκειμένω ο πρώτος ενάγων εργαζόταν 6,5 ώρες ανά ημέρα (8:00 έως 14:30), ο δεύτερος ενάγων εργαζόταν 7 ώρες ανά ημέρα (7:30 έως 14:30) και η τρίτη ενάγουσα εργαζόταν 6,5 ώρες ανά ημέρα (8:00 έως 14:30). Περαιτέρω, το εναγόμενο με την από 20-12-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, αντιμετωπίζοντας τις δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες και τη σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση που επέφεραν πλήγμα και στην οικονομική του πορεία καθώς το έτος 2012 εμφάνιζε έλλειμμα ύψους 129.035.513,06 ευρώ, αποφάσισε να λάβει μέτρα περιστολής των εξόδων στο σύνολό τους αναμένοντας όφελος 5.409.000 ευρώ και συγκεκριμένα αποφάσισε ομόφωνα α) να μειώσει τις επικουρικές συντάξεις των δικαιούχων κατά 30% για συντάξεις άνω των 300 ευρώ, προκειμένου να αποκομίσει όφελος ποσού 1.330.000 ευρώ, β) να μειώσει από 1-1-2012 το σύνολο των αποδοχών του διοικητικού προσωπικού του Οργανισμού κατά 5% και να αυξήσει το συμβατικό ωράριο απασχόλησης από 7ωρο σε 8ωρο υπολογίζοντας να αποκομίσει όφελος ποσού 780.000 ευρώ, γ) να μειώσει το σύνολο των αποδοχών του ιατρικού προσωπικού του οργανισμού κατά 20% υπολογίζοντας να αποκομίσει όφελος ποσού 600.000 ευρώ, δ) να μειώσει κατά 20% την αμοιβή ανά συνεδρίαση για όλα τα μέλη του ΔΣ και της Εξελεγκτικής Επιτροπής, ε) να μειώσει από 1-1-2012 τα επιδόματα ευθύνης για τις μεταβολές που έγιναν σε θέσεις εργαζόμενων εντός του 2011 υπολογίζοντας να αποκομίσει όφελος ποσού 14.000 ευρώ, στ) να μειώσει κατά 13% τις αμοιβές και τα έξοδα τρίτων με αναμενόμενο όφελος 65.000 ευρώ, ζ) να μειώσει κατά 6% τις παροχές τρίτων αναμένοντας όφελος 20.000 ευρώ, η) να μειώσει από 1-2-1012 το ποσό της ιατρικής επίσκεψης από 35 ευρώ σε 30 ευρώ αναμένοντας όφελος 150.000 ευρώ, θ) να μειώσει από 1-2-2012 τον τιμοκατάλογο οδοντιατρικών εργασιών αναμένοντας όφελος 200.000 ευρώ, ι) να καλύψει από 1-2-2012 τις δαπάνες ψυχιατρικής θεραπείας με τιμές ΠΔ αναμένοντας όφελος 70.000 ευρώ, ια) να καλύψει από 1-2-2012 πρόσθετη περίθαλψη με τιμές ΕΟΠΥΥ πλέον 10% με αναμενόμενο όφελος 180.000 ευρώ, ιβ) να μειώσει από 1-2-2012 το βοήθημα κηδείας από 2.300 ευρώ σε 1.500 ευρώ για τα άμεσα μέλη και από 1.700 ευρώ σε 1.100 ευρώ για τα έμμεσα μέλη με αναμενόμενο όφελος 80.000 ευρώ και ιγ) να καθορίσει τα όρια στη διενέργεια ιατρικών επισκέψεων και εξετάσεων με αναμενόμενο όφελος 100.000 ευρώ. Περαιτέρω, από 1-1-2014 εφαρμόστηκε η από 11-12-2013 απόφαση του ΔΣ του ΕΔΟΕΑΠ με την οποία μειώθηκαν ξανά οι μισθοί όλων των εργαζόμενων του εναγόμενου με κλιμακωτό ποσοστό ανά τμήμα μισθού όπως αυτός είχε διαμορφωθεί στις 31-12-2013 ως εξής: για το τμήμα μισθού έως 1.500 ευρώ μείωση 4%, για το τμήμα μισθού από 1.500,01 ευρώ έως και 2.500 ευρώ μείωση 18%, για το τμήμα μισθού από 2.500,01 ευρώ έως και 3.500 ευρώ μείωση 22% και για το τμήμα μισθού άνω των 3.500,01 ευρώ μείωση 40%. Με την απόφαση αυτή το εναγόμενο προσδοκούσε εξοικονόμηση για το έτος 2014 ποσού 380.000 ευρώ. Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω αποφάσεις το εναγόμενο προέβη σε διαδοχικές περικοπές των υπέρτερων των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών μεταξύ άλλων και των εναγόντων. Επιπροσθέτως αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο, καίτοι αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας, ωστόσο δεν παρέλειπε να καταβάλει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εργαζόμενων και περιοριζόταν μόνο στη μετάθεση σε απώτερο χρόνο των ημεροχρονολογιών καταβολής τους και στην αναπροσαρμογή του τρόπου καταβολής τους (ήτοι καταβολή έναντι εξοφλήσεως μηνιαίου μισθού), χωρίς όμως να θίγεται επί της ουσίας το δικαίωμα λήψης μισθοδοσίας. Περαιτέρω οι εργαζόμενοι μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα των κατά τα ανωτέρω σταδιακών περικοπών των αποδοχών του διοικητικού προσωπικού του εναγόμενου με απόφαση του ΔΣ, δεν αποδεικνύεται ότι διαμαρτυρήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο είτε εγγράφως είτε προφορικά για τις επίδικες μειώσεις του μηνιαίου μισθού τους και για την αύξηση του χρόνου εργασίας τους, όπως ισχυρίζονται με την αγωγή τους οι ενάγοντες, ούτε προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, ούτε θεώρησαν τις ενέργειες αυτές του εργοδότη ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους απαιτώντας την κατά το Ν. 2112/20 αποζημίωση απόλυσης, ούτε ενέμειναν στην τήρηση των συμβατικών όρων, είτε προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, με αποτέλεσμα ο εργοδότης τους εφόσον δεν αποδεχόταν τούτο να καθίσταται υπερήμερος για την αποδοχή της εργασίας τους και να οφείλει μισθούς υπερημερίας ή έστω, εκφράζοντας την αντίθεσή τους, να παράσχουν τη νέα εργασία τους αλλά να προσφύγουν αμέσως και όχι μετά από 5 χρόνια στο Δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης τους να τους απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Επιπλέον δεν προκύπτει η πρόθεση των εναγόντων να συνεχίσουν να εργάζονται προσωρινά μεν με τους νέους όρους εργασίας επιφυλασσόμενοι για τα δικαιώματά τους από τη σύμβαση, επιφύλαξη η οποία μπορεί να συνίστατο και σε ρηματική έστω διαμαρτυρία τους, κάτι που θα τους επέτρεπε να διεξαγάγουν ένα δικαστικό αγώνα για το νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησής τους με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητα τις διαδοχικές και κλιμακωτές μεταβολές επί τα χείρω των κατά μήνα μεικτών αποδοχών τους και την αύξηση κατά μια ώρα του ωραρίου τους με αποτέλεσμα να έχουν καταρτιστεί από 1-1-2012 και εφεξής σιωπηρά νέες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, κάθε μια εξ αυτών τροποποιητική της αμέσως προηγούμενης, οι οποίες είναι έγκυρες καθόσον δεν αντίκεινται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ούτε και στα χρηστά ήθη με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση στο εναγόμενο ότι μεταξύ άλλων και οι ενάγοντες δεν θα εγείρουν δικαστικά ή εξώδικα αξιώσεις για την καταβολή των διαφορών μεταξύ των καταβληθεισών από 1-1-2012 και των καταβλητέων σε αυτούς μεικτών αποδοχών ανά μήνα. Περαιτέρω, δεν αρκούν ως διαμαρτυρία υπό την ανωτέρω έννοια οι δύο απευθυνόμενες προς το εναγόμενο διαμαρτυρίες του εκπροσώπου των εργαζομένων μελών της ΕΠΗΕΑ Χ. Β. οι οποίες έλαβαν χώρα μόλις στις αρχές του 2016 και στις οποίες δεν γίνεται αναφορά σε επαναφορά στο μισθολογικό καθεστώς του 2011 αλλά στην προσπάθεια διατήρησης του ισχύοντος κατά το χρόνο της διαμαρτυρίας καθεστώτος (Ιανουάριος 2016) και εξόφλησης των οφειλόμενων δεδουλευμένων στο σύνολο των εργαζόμενων συμπεριλαμβανομένων και των εναγόντων (Φεβρουάριος 2016). Επομένως, από το περιεχόμενο των δύο επιστολών το Δικαστήριο συνάγει ότι οι εργαζόμενοι έχουν ήδη αποδεχθεί τις έως τότε τροποποιήσεις των εργασιακών τους συμβάσεων (μείωση μισθού και αύξηση ωραρίου) και οι προσπάθειές τους εξαντλούνται στην τήρηση εκ μέρους του εναγόμενου των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές όπως έχουν πλέον διαμορφωθεί. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί επιλεκτικής περικοπής αποδοχών σε συγκεκριμένους εργαζόμενους και περί κακοδιαχειρίσεως, αλλά αντιθέτως αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο επιχείρησε να διασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας του, να διασώσει τις θέσεις εργασίας των εργαζόμενων και να διασφαλίσει ρευστότητα προβαίνοντας σε περικοπές στο σύνολο των εξόδων του και όχι μόνο στις αποδοχές των εργαζόμενων.

Επίσης, η τρίτη ενάγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη οφειλής του εναγόμενου στο πρόσωπό της από την αμοιβή για τη συμμετοχή της στις συνεδριάσεις του ΔΣ Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. (...)