ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 130/2018

 

Πρόεδρος: Ε. Μπουτοπούλου, Ειρηνοδίκης

Δικηγόροι: Ε. Κονομόδη, Ε. Πανούση, Α. Τσάκα, Δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ, Α. Δήμας

 

[...] Περαιτέρω, υπαγόμενα πρόσωπα στις ευεργετικές διατάξεις του Ν 3869/2010, είναι τα φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα. Η εμπορική τους ιδιότητα απαγορεύει την υπαγωγή τους στη διαδικασία, ανεξαρτήτως του είδους των χρεών τους. Σύμφωνα με το άρθρο 1 ΕμπΝ, έμπορος είναι όποιος κατά σύνηθες επάγγελμα τελεί πρωτότυπα εμπορικές πράξεις. Το ΒΔ 2/14-05-1835 προβλέπει ποιες είναι οι πρωτότυπα εμπορικές πράξεις βάσει των οποίων κάποιος αποκτά την εμπορική ιδιότητα. Ωστόσο, κάποια πρόσωπα, αν και οι πράξεις που διενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα είναι πρωτότυπα εμπορικές, δεν αποκτούν την εμπορική ιδιότητα, επειδή το αντάλλαγμα που λαμβάνουν για τις πράξεις αυτές έχει το χαρακτήρα αμοιβής για τη σωματική τους καταπόνηση και όχι το χαρακτήρα του εμπορικού κέρδους (μικρέμποροι). Μικροεμπορία, λοιπόν, ασκούν πρόσωπα που διενεργούν εμπορικές πράξεις κατά το ΒΔ 2/14-05-1835 αλλά δεν δραστηριοποιούνται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση και κατ’ ουσίαν παρέχουν προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή. Δεν είναι έμποροι λοιπόν όσοι ασκούν μικροεμπορία (ΕιρΕρινεού 2/2012, ΝΟΜΟΣ, βλ. και ΕιρΠατρών 16/2012, ΝΟΜΟΣ). Κριτήρια για να αξιολογηθεί ένα πρόσωπο ως μικρέμπορος αποτελούν α) η απουσία απασχόλησης προσωπικού και η προσωπική ενασχόληση του οφειλέτη, β) η απουσία ιδιαίτερου εξοπλισμού και επένδυσης κεφαλαίου σε εγκαταστάσεις (βλ. ΕιρΑμαλ 83/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 138/2011, ΕιρΚορ 65/2012 και 246/2012, ΕιρΚαλυμν 5/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΜεγαρ 23/2014) και γ) ο μικρός κύκλος εργασιών (βλ. ΕιρΠατρ 16/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαλαν 16/2013 και 18/2013, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΠεριστ 16/2013, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΚαλυμν 4/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑχαρν 25/2015, ΕιρΑμαλ 83/2014, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στη διαδικασία ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, υπάγονται τα πρόσωπα και όχι τα χρέη τους, δηλαδή δεν μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία φυσικό πρόσωπο που έχει την εμπορική ιδιότητα, ακόμα και αν τα χρέη του είναι αποκλειστικώς καταναλωτικά - αστικά, ενώ υπάγεται στη διαδικασία αυτός που φέρει εμπορικά χρέη και δεν είναι έμπορος κατά την κατάθεση της αίτησης. Αυτό οφείλεται στην επιταγή του αρ. 1 παρ. 1 να εξετάζεται ποιος είναι ο αιτών της προστασίας και όχι τι είδους χρέη οφείλει. Η διαδικασία λοιπόν είναι προσωποπαγής, έχουσα ως επίκεντρο το πρόσωπο και όχι τα χρέη του (I. Βενιέρης- Θ. Κατσάς, ό.π., εκδ. 2013, σελ. 42, 43).

Περαιτέρω, σε περίπτωση ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πράγματι αδυναμία καταβολής και ελάχιστου ακόμα ποσού, στο πλαίσιο της κατ’ άρθρον 8 Ν 3869/2010 ρύθμισης των χρεών τους, όπως ενδεικτικά σε περιπτώσεις χρόνιας ανεργίας δίχως την υπαιτιότητα αυτών, σοβαρών προβλημάτων υγείας των ίδιων ή μελών της οικογένειας τους, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών τους ή για λόγους αντίστοιχης βαρύτητας επιτρέπεται στο Δικαστήριο, κατ’ άρθρον 8 παρ. 5 του ως άνω νόμου, να καθορίσει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμα, ορίζοντας παράλληλα με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο, που απέχει από την προηγούμενη κατ’ ελάχιστο όριο πέντε μήνες, για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. Το Δικαστήριο δύναται να μην ορίσει νέα δικάσιμο με το σκεπτικό ότι δεν πρόκειται να βελτιωθεί το εισόδημα του οφειλέτη ή με το σκεπτικό ότι η υποχρέωση καταβολής μηνιαίων δόσεων θα οδηγήσει τον τελευταίο σε εξαθλίωση (βλ. ΕιρΧαλκ 346/2011). Στη νέα αυτή δικάσιμο είτε επαναλαμβάνεται η προηγούμενη ρύθμιση, είτε προσδιορίζονται εκ νέου καταβολές υψηλότερες ή χαμηλότερες, εφόσον συντρέχει αντίστοιχη περίπτωση (βλ. Κρητικό Αθ., Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση το Ν 3869/2010, εκδ. 2012, σελ. 198). Το Δικαστήριο, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή καλείται να επανεξετάσει και να επαναξιολογήσει την οικονομική κατάσταση του συγκεκριμένου οφειλέτη, την τυχόν μεταβολή των συνθηκών που είχαν οδηγήσει σε κατ’ εξαίρεση προσδιορισμό χαμηλών ή και μηδενικών ακόμα δόσεων και να κρίνει την υποχρέωσή του περί καταβολής συγκεκριμένου ποσού κατά τη διάρκεια της τριετίας έως πενταετίας (άρθρο 8 παρ. 2 Ν 3869/2010 ως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 16 παρ. 2 Ν 4161/2013).

Από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν 3869/2010 προκύπτει ότι με τον καθορισμό μηδενικών καταβολών από το Δικαστήριο δεν εκκαθαρίζεται οριστικώς το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη, αλλά αναμένεται η παρέλευση των τριών έως πέντε ετών και πραγματοποιείται εκ νέου έλεγχος μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάξουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματά του, που θα δικαιολογήσουν νέο προσδιορισμό του ύψους των καταβολών (ίδετε Κρητικό Αθ., ό.π., σελ. 198). Ο προσδιορισμός της νέας δικασίμου κατά το άρθρο 8 παρ. 5 μπορεί να γίνει από το ίδιο το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αν το τελευταίο διαπιστώνει την ανάγκη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 5 (ιδέτε I. Βενιέρη - Θ. Κατσά εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη 2016, σελ. 535). Η έναρξη του χρόνου της τριετίας έως πενταετίας αρχίζει με την έκδοση της μη οριστικής απόφασης κατά το άρθρο 8 παρ. 5 Ν 3869/2010, ακόμα και αν αυτή διατάσσει προσωρινά μηδενικές μηνιαίες καταβολές (ΕιρΛαυρ 29/2012). Αυτό είναι ορθό, καθώς η μη οριστική διευθέτηση του ζητήματος των καταβολών δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ρύθμιση και έναρξη αυτής μέχρι την επόμενη δικαστική κρίση, αντιθέτως υπάρχει έναρξη της διάρκειας των αποπληρωμών κατ’ άρθρο 8 παρ. 2 Ν 3869/2010 (I. Βενιέρης - Θ. Κατσάς, όπ.π., σελ. 536, έτσι και Κρητικός σε παρατ. ΕιρΑθ 303/2012 ΕφΑΔ 2013, 85). Οι διάδικοι (οφειλέτης-πιστωτές) ενημερώνονται για τη νέα δικάσιμο, την οποία ορίζει το Δικαστήριο κατ’ άρθρο 8 παρ. 5 Ν 3869/2010 με δική τους επιμέλεια, (ίδετε Αθανάσιο Κρητικό, ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, σ. 138-139), χωρίς να υπάρχει ανάγκη κλητεύσεώς τους (βλ. I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π., σελ. 532, ΕιρΛαρ 106/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 584/2012, ΕφΑΔ 2/2013, 172, ΕιρΝεμεας 51/2015, ΕιρΝεμεας 50/2014, ΕιρΦαρσ 14/2015, ΕιρΠεριστ 18/2013, ΤΝΠ ΔΣΑ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία κατ’ άρθ. 741 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως χα ειδικά θέματα που αποτελούν το αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει αυτεπαγγέλτως την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, εάν, κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη, εμφανίζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, ως προς το πραγματικό υλικό ή τις αποδείξεις, τα οποία έχουν ανάγκη συμπληρώσεως ή επεξηγήσεως. Για το σκοπό αυτό, με την επανάληψη, μπορεί να διατάξει τόσο την προσαγωγή αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων, όπως προσκομιδή εγγράφων, αποδεικτικών των ισχυρισμών των διάδικων ή πραγματικών περιστατικών, όσο και την εκ νέου εξέταση των ήδη εξετασθέντων μαρτύρων για συμπλήρωση ή διευκρίνιση των καταθέσεών τους και νέες αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ (βλ. Κεραμέας- Κονδύλης-Νίκας “Ερμηνεία ΚΠολΔ” υπ' αρθ. 744 παρ. 6, 7 και εκεί παραπομπές).

Σύμφωνα περαιτέρω με την παρ. 3 του αρθ. 2 των μεταβατικών διατάξεων του Ν 4336/15, «3. Οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλει αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4, οι υποθέσεις των οποίων δεν έχουν συζητηθεί ή για τις οποίες δεν έχει επέλθει συμβιβασμός με τους πιστωτές τους, δύνανται να επανυποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του Ν 3869/2010, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τούς με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου....». Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 3 του αρθ. 2 (εδ. β΄), εκδόθηκε η ΚΥΑ 8986/15, στην οποία γίνεται λόγος για υποβολή «αίτησης συμπλήρωσης οφειλών». Κατά τη διατύπωση της παραπάνω διάταξης της παρ. 3 του αρθ. 2 των μεταβατικών διατάξεων, και συγκεκριμένα με τη χρήση του όρου «επανυποβολή» της αίτησης νοείται νέα αίτηση, η οποία κατά περιεχόμενο θα περιλαμβάνει τα παλιά και τα νέα χρέη, με σύγχρονη όμως παραίτηση από την παλιά. Όμως με την ΚΥΑ 8986/15, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της πιο πάνω διάταξης, γίνεται λόγος για υποβολή «αίτησης συμπλήρωσης οφειλών». Μια τέτοια αίτηση, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως συμπληρωματική της πρώτης, ως προς την οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, (βλ. για τη δυνατότητα υποβολής συμπληρωματικής αίτησης υπό το προ του Ν 4336/15 νομοθετικό καθεστώς και σε Κρητικό «Ρύθμιση Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων”, εκδ. 3η σελ. 73 και 123). Η διατύπωση της παρ. 3 του αρθ. 2 των μεταβατικών διατάξεων, με τη χρήση του όρου «επανυποβολή» της αίτησης και αυτή της ΚΥΑ 8986/15 με τη χρήση του όρου «αίτησης συμπλήρωσης οφειλών» είναι εντελώς διαφορετικές. Άλλο επανυποβολή της αίτησης και άλλο συμπληρωματική αίτηση. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για νέα αίτηση, στην οποία εμπεριέχεται σαφής παραίτηση από την εκκρεμή, ενώ στη δεύτερη πρόκειται για απλή συμπλήρωση της ήδη εκκρεμούς αίτησης με νέα χρέη. Συνεπώς, η ΚΥΑ 8986/15 εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης και ως αντισυνταγματική (αρθ. 43 Συντ.) είναι ανίσχυρη (ΕιρΠατρ 716/2016, ΝΟΜΟΣ, βλ, και σε Κρητικό «Ρύθμιση Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων”, εκδ. 4η σελ. 563 επ. με παραπομπές).

Δημιουργείται τότε το ζήτημα της τύχης μιας τέτοιας συμπληρωματικής αίτησης, ενόψει και της εκκρεμότητας της παλιάς και ειδικότερα του νομοθετικού καθεστώτος υπό το οποίο θα εκδικαστούν οι δύο αιτήσεις, αρχική και συμπληρωματική της, οι οποίες και θα συνεκδικαστούν. Προφανώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί το προηγούμενο δίκαιο για την παλιά και το νέο για τη συμπληρωματική. Κάτι τέτοιο δεν είναι νοητό αφού περιέχονται διαφορετικές επιμέρους ρυθμίσεις, όπως, η διάρκεια της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2, ο τρόπος ικανοποίησης των απαιτήσεων του Δημοσίου κ.λπ. στα πλαίσια της ρύθμισης για τη διάσωση της κατοικίας (σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών ή κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των αρθ. 974 επ. ΚΠολΔ) κ.λπ. Εξάλλου στη συντριπτική πλειοψηφία των εκκρεμών αιτήσεων έχει ήδη γίνει προσωρινή ρύθμιση με τον ορισμό προσωρινών καταβολών, που αποτελεί μέρος της οριστικής ρύθμισης, με την οποία αναγκαία συνέχεται και συνεπώς ως προς τις αιτήσεις αυτές έχει γίνει, ήδη η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου με την ένταξη της ρύθμισης στο προγενέστερο δίκαιο.

Ενόψει αυτών δεν είναι νοητό στην ίδια απόφαση να εφαρμοστούν δύο διαφορετικά δίκαια (ενδεχομένως και τρία), αφού κάτι τέτοιο θα δημιουργήσει σύγχυση και αδιέξοδα. Συνεπώς ένα δίκαιο θα εφαρμοστεί, αυτό που διέπει την παλιά αίτηση, με το οποίο θα εκδικαστεί και η νέα, η οποία είναι συμπληρωματική της αρχικής, ως προς την οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα. Σύμφωνα όμως με το προγενέστερο δίκαιο (Ν 3869/10 και 4161/2013), τα χρέη προς το Δημόσιο, Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης κ.λπ. εξαιρούνται της ρύθμισης του νόμου. Παράλληλα η ένταξη της κατηγορίας αυτής χρεών στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου που έγινε με το Ν 4336/2015 καταλαμβάνει τις αιτήσεις που έχουν κατατεθεί μετά την έναρξη της ισχύος του, μετά δηλαδή την 19η.8.15, εφόσον από τη διάταξη της παρ. 5 των μεταβατικών διατάξεων του συνάγεται η σαφής και αναμφίβολη βούληση του νομοθέτη περί μη αναδρομικότητας του νέου νόμου (ΕιρΠατρ 716/2016, ΝΟΜΟΣ, βλ. και αρθ. 14 παρ. 11 του Ν 4346/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η με αρ. εκθ. κατ. .../2015 αίτηση του αιτούντος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής και από τον τίτλο της (αίτηση συμπλήρωσης οφειλών) δεν αποτελεί νέα αίτηση στην οποία εμπεριέχεται σαφής παραίτηση από την εκκρεμή (με αρ. εκθ. κατ. .../2013 αίτηση), αλλά αποτελεί συμπληρωματική αίτηση της εκκρεμούς αιτήσεως, εφόσον φέρονται με αυτή προς ρύθμιση νέα χρέη σε συμπλήρωση των φερομένων με την με αρ. εκθ. κατ. .../2013 αίτηση. Επομένως και για τη συμπληρωματική αυτή αίτηση θα εφαρμοστεί, κατά τα προλεχθέντα, το δίκαιο που διέπει την εκκρεμή αίτηση (με αρ. εκθ. κατ. .../2013), με το οποίο θα εκδικαστεί και η νέα. Σύμφωνα με το αρθ. 1 παρ. 2 Ν 3869/2010, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της με αρ. εκθ. κατ. .../2013 αίτησης, τα χρέη προς το Δημόσιο και ΟΑΕΕ εξαιρούνται του ρυθμιστικού πεδίου εφαρμογής του νόμου και εφόσον οι διατάξεις των Ν 4336/2015 και 4346/2015, με τους οποίους καταργήθηκε η εξαίρεση των χρεών αυτών, δεν έχουν αναδρομική ισχύ, δεν καταλαμβάνουν την με αρ. εκθ. κατ. .../2013 εκκρεμή αίτηση, η οποία κατατέθηκε πριν την έναρξη της ισχύος τους. Επομένως η με αρ. εκθ. κατ. .../2015 συμπληρωματική αίτηση με την οποία φέρονται προς ρύθμιση χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο και προς τον ΟΑΕΕ, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο ΕΦΚΑ πρέπει, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να απορριφθεί ως μη νόμιμη και να διαταχθούν τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Περαιτέρω, ο αιτών, επικαλούμενος με την υπό κρίση με αρ. εκθ. κατ. .../2013 αίτησή του όπως το περιεχόμενο αυτής παραδεκτώς συμπληρώθηκε - διορθώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του, ότι αποτελεί φυσικό πρόσωπο μη έχον την εμπορική ιδιότητα, το οποίο έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζητεί να γίνει δεκτό από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές του, το προτεινόμενο απ’ αυτόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, διαφορετικά και σε περίπτωση αποτυχίας του προδικαστικού συμβιβασμού να ρυθμιστούν τα χρέη του από το Δικαστήριο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αίτησή του, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, την οποία εκθέτει με σκοπό την απαλλαγή του απ’ αυτά, να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση το περιγραφόμενο στην ένδικη αίτησή του όχημα ιδιοκτησίας του για τους λόγους που εκθέτει και να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί από τα χρέη του έναντι των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών του.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αίτηση, εισάγεται παραδεκτώς και αρμοδίως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, της περιφέρειας της κατοικίας του αιτούντος, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 3 Ν 3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της: α) τηρήθηκε η προδικασία, του εξωδικαστικού συμβιβασμού, με την διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν την σχετική εκ του νόμου εξουσία (άρθ. 2 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 11 του Ν 4161/2013, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 19 παρ. 3 του τελευταίου νόμου, για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν την θέση σε ισχύ αυτού), ο οποίος απέτυχε την 07.06.2013, όπως προκύπτει από την από 07.06.2013 Βεβαίωση Αποτυχίας Εξωδικαστικού Συμβιβασμού της Δικηγόρου Κορίνθου ..., β) κατατέθηκε την 11.06.2013, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν 3869/2010, ως ίσχυε, από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των οφειλών του από το Δικαστήριο αυτό ή από άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση των οφειλών του, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ' άρθρο 13 παρ. 2 του ίδιου νόμου (βλ. το υπ' αρ. πρωτ. .../13-09-2017 έγγραφο - Βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, Τμήμα Ρύθμισης Οφειλών, προς το Ειρηνοδικείο Κορίνθου, σε συνδυασμό με το υπ’ αρ. πρωτ. .../05-05-2017 έγγραφο του Ειρηνοδικείου Κορίνθου προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, τα οποία βρίσκονται αμφότερα στο φάκελο της δικογραφίας). Επιπρόσθετα, η ένδικη αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών (βλ. τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως εκθέσεις επιδόσεως της ένδικης αίτησης στις καθ’ ων η αίτηση), β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού της Βεβαίωσης αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού και των λοιπών εγγράφων των παρ. 2 και 4 του άρθρου 4 Ν 3869/2010, όπως αυτές ίσχυαν προ της κατάργησής τους από το Ν 4161/2013 (Βεβαίωσης αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και την πληρότητα της κατάστασης της περιουσίας του αιτούντος και των κάθε φύσης εισοδημάτων αυτού και της συζύγου του, για την κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία κ.λπ.) και γ) την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έγινε δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις καθ’ ων η αίτηση (βλ. τις έγγραφες παρατηρήσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν εμπρόθεσμα).

Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι ορισμένη αφού περιλαμβάνει 1) ισχυρισμό περί περιέλευσης του αιτούντος, ως φυσικού προσώπου που δεν έχει την πτωχευτική ικανότητα, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, 2) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των πάσης φύσεως εισοδημάτων αυτού και της συζύγου του, 3) κατάσταση των πιστωτών του αιτούντος και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχέδιο διευθέτησης οφειλών (Κρητικός, ρύθμιση Ν 3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν./64-Ανάτυπο σελ. 1477) και 5) τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 747 ΚΠολΔ και ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα του ορισμένου της αίτησης, απορριπτόμενης ως νόμω αβάσιμης της προβαλλόμενης από την δεύτερη των καθ’ ων ενστάσεως αοριστίας. Τα δε πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την περιέλευση του αιτούντος σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμών δεν απαιτείται εκ του νόμου να αναφέρονται επί ποινή απαραδέκτου στην αίτηση για ρύθμιση των οφειλών του (βλ. Κρητικό Αθ., Εισήγηση με θέμα «Αοριστία της κατ’ άρθρον 4 παρ. 1 αιτήσεως του οφειλέτη περί υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010), στο δεύτερο επιμορφωτικό σεμινάριο Δοκίμων Ειρηνοδικών της Εθνικής Σχολής Δικαστών, ΕιρΘεσ 8186/2011, ΕιρΝικ 2/2011, I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π., σελ. 85, ΕιρΛαρ 106/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ), αλλά αποτελούν στοιχεία που ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα της αιτήσεως.

Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8 και 11 του Ν 3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του νόμου, ήτοι ο αιτών φέρεται να είναι φυσικό πρόσωπο, το οποίο στερείται πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του οποίου δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και το οποίο έχει ήδη περιέλθει χωρίς δόλο σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, πλην του αιτήματος να αναγνωριστεί ότι ο αιτών θα απαλλαγεί από τις οφειλές του έναντι των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών του με την τήρηση της ρύθμισης, το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο αφού σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν 3869/2010, τούτο υποβάλλεται στο Δικαστήριο με μεταγενέστερη αίτηση του οφειλέτη, εφόσον έχει λάβει χώρα από τον οφειλέτη κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8. Επομένως, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών του, πρέπει η υπό κρίση με αρ. εκθ. κατ. .../2013 αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η δεύτερη των καθ’ ων, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της αρνείται την αίτηση ως νόμω και ουσία αβάσιμη και πρωτίστως αρνείται τον ισχυρισμό περί περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Σε περίπτωση δε κατά την οποία η ένδικη αίτηση ήθελε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη προβάλει αίτημα ρευστοποίησης της ακίνητης περιουσίας του αιτούντος και το διορισμό εκκαθαριστή. Περαιτέρω η δεύτερη των καθ’ ων προβάλλει ένσταση, απαράδεκτου της αιτήσεως λόγω εμπορικής ιδιότητας του αιτούντος, ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος είναι αυτοκινητιστής, εκμεταλλευόμενος άδεια ταξί και δηλώνει εισοδήματα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενώ η παρεχόμενη επιχείρηση μεταφοράς προσδίδει σε όποιον την ασκεί την εμπορική ιδιότητα, ενώ έχει λάβει χώρα σημαντική επένδυση κεφαλαίου για την απόκτηση του αυτοκινήτου και της άδειας εκμετάλλευσής του. Η ανωτέρω ένσταση παραδεκτώς προβάλλεται, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 1 παρ. 1 Ν 3869/2010 και θα εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσία. Περαιτέρω η δεύτερη των καθ’ ων ισχυρίζεται ότι ο αιτών δεν είναι δυνατόν να μην γνώριζε ότι σε περίπτωση κατά την οποία καλούνταν να καταβάλει τα ποσά που είχε δανειστεί δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει με βάση την εκτίμηση των οικονομικών δυνατοτήτων του, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής και εισοδηματικής του κατάστασης, την οποία όφειλε να προτάξει ως οφείλει κάθε συνετός καταναλωτής, καθώς και ότι προσέφυγε στη σύναψη πολυάριθμων συμβάσεων δανείων προκειμένου να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από αυτό, το οποίο του επέτρεπε το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά του. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών παραδεκτώς προβάλλεται, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στο άρθρο 1 παρ. 1 Ν 3869/2010 και θα εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Περαιτέρω, η αιτούσα, επικαλούμενη με την υπό κρίση με αρ. εκθ. κατ. .../2013 αίτησή της όπως το περιεχόμενο αυτής παραδεκτώς συμπληρώθηκε - διορθώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, ότι αποτελεί φυσικό πρόσωπο μη έχον την εμπορική ιδιότητα, το οποίο έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζητεί να γίνει δεκτό από την μετέχουσα στη δίκη πιστώτριά της, το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, διαφορετικά και σε περίπτωση αποτυχίας του προδικαστικού συμβιβασμού να ρυθμιστούν τα χρέη της από το Δικαστήριο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αίτησή της, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, την οποία εκθέτει με σκοπό την απαλλαγή της απ’ αυτά, να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση η περιγραφόμενη στην ένδικη αίτησή της κύρια κατοικία ψιλής κυριότητάς της, και να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί από τα χρέη της έναντι της μετέχουσας στη δίκη πιστώτριάς της.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αίτηση, εισάγεται παραδεκτώς και αρμοδίως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, της περιφέρειας της κατοικίας της αιτούσας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 3 Ν 3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, με την διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν την σχετική εκ του νόμου εξουσία (άρθ. 2 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 11 του Ν 4161/2013, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 19 παρ. 3 του τελευταίου νόμου, για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν την θέση σε ισχύ αυτού), ο οποίος απέτυχε την 07.06.2013, όπως προκύπτει από την από 07.06.2013 Βεβαίωση Αποτυχίας Εξωδικαστικού Συμβιβασμού της Δικηγόρου Κορίνθου ..., β) κατατέθηκε την 11.06.2013, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν 3869/2010, ως ίσχυε, από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των οφειλών της από το Δικαστήριο αυτό ή από άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση των οφειλών της, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 του ίδιου νόμου (βλ. το υπ’ αρ. πρωτ. .../13-09-2017 έγγραφο - Βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, Τμήμα Ρύθμισης Οφειλών, προς το Ειρηνοδικείο Κορίνθου, σε συνδυασμό με το υπ’ αρ. πρωτ. .../05-05-2017 έγγραφο του Ειρηνοδικείου Κορίνθου προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, τα οποία βρίσκονται αμφότερα στο φάκελο της δικογραφίας).

Επιπρόσθετα, η ένδικη αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση της καθ’ ης (βλ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως έκθεση επιδόσεως της ένδικης αίτησης στην καθ’ ης η αίτηση), β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού της Βεβαίωσης αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού και των λοιπών εγγράφων των παρ. 2 και 4 του άρθρου 4 Ν 3869/2010, όπως αυτές ίσχυαν προ της κατάργησής τους από το Ν 4161/2013 (Βεβαίωσης αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και την πληρότητα της κατάστασης της περιουσίας της αιτούσας κατ των κάθε φύσης εισοδημάτων αυτής και του συζύγου της, για την κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία κ.λπ.) και γ) την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έγινε δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από την καθ’ ης η αίτηση (βλ. τις έγγραφες παρατηρήσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν εμπρόθεσμα).

Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι ορισμένη αφού περιλαμβάνει 1) ισχυρισμό περί περιέλευσης της αιτούσας, ως φυσικού προσώπου που δεν έχει την πτωχευτική ικανότητα, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, 2) κατάσταση της περιουσίας της απούσας και των πάσης φύσεως εισοδημάτων αυτής και του συζύγου της, 3) κατάσταση των πιστωτών της αιτούσας και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχέδιο διευθέτησης οφειλών (Κρητικός, ρύθμιση Ν 3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν./64-Ανάτυπο σελ. 1477) και 5) τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 747 ΚΠολΔ και ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα του ορισμένου της αίτησης. Τα δε πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την περιέλευση της αιτούσας σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμών δεν απαιτείται εκ του νόμου να αναφέρονται επί ποινή απαραδέκτου στην αίτηση για ρύθμιση των οφειλών της (βλ. Κρητικό Αθ., Εισήγηση με θέμα «Αοριστία της κατ’ άρθρον 4 παρ. 1 αιτήσεως του οφειλέτη περί υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010», στο δεύτερο επιμορφωτικό σεμινάριο Δοκίμων Ειρηνοδικών της Εθνικής Σχολής Δικαστών, ΕιρΘεσ 8186/2011, ΕιρΝικ 2/2011, Ι. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π., σελ. 85, ΕιρΛαρ 106/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ), αλλά αποτελούν στοιχεία που ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα της αιτήσεως.

Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη σας διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του Ν 3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, ήτοι η αιτούσα φέρεται να είναι φυσικό πρόσωπο, το οποίο στερείται πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της οποίας δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και το οποίο έχει ήδη περιέλθει χωρίς δόλο σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του πλην του αιτήματος να αναγνωριστεί ότι η αιτούσα θα απαλλαγεί από τις οφειλές της έναντι της μετέχουσας στη δίκη πιστώτριάς της με την τήρηση ρύθμισης, το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο αφού σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν 3869/2010, τούτο υποβάλλεται στο Δικαστήριο με μεταγενέστερη αίτηση του οφειλέτη, εφόσον έχει λάβει χώρα από τον οφειλέτη κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8. Επομένως, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και της καθ’ ης, πρέπει η υπό κρίση με αρ. εκθ. κατ. .../2013 αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, από τα οποία δεν έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από την ανωμοτί κατάθεση της αιτούσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση Πρακτικά, από όσα οι διάδικοι ρητώς ή εμμέσως συνομολογούν, από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη και από τη διαδικασία γενικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο αιτών, γεννηθείς την 17.05.1965 στο ... Κορινθίας είναι παντρεμένος με την αιτούσα, γεννηθείσα την 30.04.1970 στον Δήμο ... και έχουν αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους δύο τέκνα (ήδη ενήλικα), τον ..., γεννηθέντα την 28.08.1990 στο ... Αττικής και τον ..., γεννηθέντα την 19.11.1996 στην Κόρινθο. Ο αιτών διαμένει με την αιτούσα, τον πατέρα του και τον μικρότερο υιό τους, ο οποίος ωστόσο επί του παρόντος υπηρετεί ως φαντάρος, σε ισόγεια κατοικία, εμβαδού 90 τ.μ. στο ... Κορινθίας, της οποίας είναι συγκύριος σε ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου (έτεροι συγκύριοι είναι ο πατέρας του και η αδελφή του). Ο μεγαλύτερος υιός των αιτούντων εργάζεται σε καφετέρια στην Κόρινθο, διαμένει μόνος του και με το εισόδημά του καλύπτει τις ατομικές δαπάνες διαβίωσής του. Ο μικρότερος υιός των αιτούντων εργάζεται περιστασιακά σε καφετέριες και με το εισόδημά του καλύπτει τις ατομικές του δαπάνες διαβίωσης, ενώ ήδη υπηρετεί ως φαντάρος στον ελληνικό στρατό. Ο αιτών εργάζεται ως οδηγός ταξί με έδρα το ... Κορινθίας, έχων στην ιδιοκτησία του άδεια εκμετάλλευσης ταξί. Τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009 το δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος από την ανωτέρω δραστηριότητα ανήλθε στο ποσό των 8.000 ευρώ ετησίως και τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα από την ανωτέρω ατομική του επιχείρηση (παροχής υπηρεσιών μεταφοράς προσώπων) στο ποσό των 8.000 ευρώ ετησίως, το έτος 2010 το δηλωθέν εισόδημά του από την ανωτέρω δραστηριότητα ανήλθε στο ποσό των 11.088,99 ευρώ και τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα από την ανωτέρω ατομική του επιχείρηση στο ποσό των 18.204,19 ευρώ, το έτος 2011 το δηλωθέν εισόδημά του από την ανωτέρω δραστηριότητα ανήλθε στο ποσό των 10.783,39 ευρώ και τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα από την ανωτέρω ατομική του επιχείρηση στο ποσό των 22.383,72 ευρώ, το έτος 2012 το δηλωθέν εισόδημά του από την ανωτέρω δραστηριότητα ανήλθε στο ποσό των 6.731,81 ευρώ και τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα από την ανωτέρω ατομική του επιχείρηση στο ποσό των 15.141,01 ευρώ, το έτος 2013 το δηλωθέν εισόδημά του από την ανωτέρω δραστηριότητα ανήλθε στο ποσό των 4.790,55 ευρώ και τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα από την ανωτέρω ατομική του επιχείρηση στο ποσό των 11.255,69 ευρώ, το έτος 2014 το δηλωθέν εισόδημά του από την ανωτέρω δραστηριότητα ανήλθε στο ποσό των 4.825,66 ευρώ και τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα από την ανωτέρω ατομική του επιχείρηση στο ποσό των 10.999,63 ευρώ και το έτος 2015 το δηλωθέν εισόδημά του από την ανωτέρω δραστηριότητα ανήλθε στο ποσό των 4.710,43 ευρώ και τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα από την ανωτέρω ατομική του επιχείρηση στο ποσό των 9.144,33 ευρώ (ιδέτε τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως εκκαθαριστικά σημειώματα του αιτούντος και της αιτούσας συζύγου του οικ. ετών 2006 έως και 2014 και φορ. ετών 2014 έως και 2015). Το δε δηλωθέν εισόδημα της αιτούσας καθ’ όλα τα ανωτέρω έτη (2005 έως και 2015) ήταν μηδενικό (ιδέτε τα ανωτέρω αναφερόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα). Το εισόδημα των αιτούντων προερχόμενο από την εργασία του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 400 ευρώ περίπου μηνιαίως, ενώ ο πατέρας του αιτούντος, ο οποίος διαμένει μαζί τους και είναι συνταξιούχος λαμβάνοντας σύνταξη ποσού 680 ευρώ περίπου μηνιαίως, παρέχει οικονομική βοήθεια στους αιτούντες συνεισφέροντας στην κάλυψη των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης των αιτούντων με το ποσό των 330 ευρώ περίπου μηνιαίως (δεδομένου ότι όπως συνομολογούν οι αιτούντες ο πατέρας του αιτούντος, ο οποίος έχει ατομικό εισόδημα και δεν αποτελεί εξαρτώμενο ενήλικα - προστατευόμενο μέλος της οικογένειας των αιτούντων, διαθέτει μηνιαίως το ποσό των 500 ευρώ για την κάλυψη των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης των αιτούντων και του ίδιου). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω το οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων προερχόμενο από τις ανωτέρω πηγές ανέρχεται στο ποσό των 730 ευρώ περίπου μηνιαίως. Η ως άνω απασχόληση του αιτούντος δεν του έχει προσδώσει την εμπορική ιδιότητα καθόσον ο τελευταίος δεν απασχολεί προσωπικό, αντιθέτως ασχολείται προσωπικά με την ως άνω δραστηριότητα, δεν έχει επενδύσει σημαντικά κεφάλαια στην ανωτέρω δραστηριότητα, ενώ τα ακαθάριστα έσοδα του αιτούντος από την ανωτέρω δραστηριότητα δεν είναι υψηλά κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο αιτών έχει την ιδιότητα του μικρεμπόρου καθόσον το αντάλλαγμα που λαμβάνει από την δραστηριότητα του οδηγού ταξί του οποίου έχει την άδεια εκμετάλλευσης έχει το χαρακτήρα αμοιβής για τη σωματική του καταπόνηση και όχι το χαρακτήρα του εμπορικού κέρδους, προερχόμενου από ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η προβαλλόμενη από την πρώτη των καθ’ ων ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως λόγω εμπορικής ιδιότητας του αιτούντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.

Το μηνιαίο οικογενειακό κόστος διαβίωσης των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 650 ευρώ περίπου μηνιαίως και περιλαμβάνει τις αναγκαίες δαπάνες για την τροφή, την ένδυση, την υπόδηση, την οίκηση, τη θέρμανση, την υδροδότηση και τον ηλεκτροφωτισμό, τη μετακίνηση, την ενημέρωση, την επικοινωνία μέσω υπηρεσιών τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, την ασφάλιση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ανωτέρω προσώπων, δεδομένου και του γεγονότος ότι οι αιτούντες δεν καταβάλουν ενοίκιο αφού διαμένουν σε οικία συγκυριότητας του αιτούντος. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης (έτη 2007 και 2008) ο αιτών είχε συμβληθεί ως οφειλέτης α) με την πρώτη των καθ' ων i) σε σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας με αρ. λογαριασμού ... και για την ανωτέρω αιτία οφείλει το ποσό των 0,39 ευρώ ως οφειλόμενο ποσό τόκων, ii) στην υπ’ αρ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης και για την ανωτέρω αιτία οφείλει μαζί με τους τόκους το ποσό των 10.726,88 ευρώ και iii) στην υπ’ αρ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης και για την ανωτέρω αιτία οφείλει το ποσό των 43,05 ευρώ ως οφειλόμενο ποσό εξόδων και β) με την Τράπεζα ... ειδική διάδοχος των απαιτήσεων της οποίας είναι η δεύτερη των καθ ων σε σύμβαση καταναλωτικού δανείου με αρ. λογαριασμού ... και για την ανωτέρω αιτία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 3.166,65 ευρώ, οι δε ανωτέρω απαιτήσεις των ανωτέρω πιστωτριών του αιτούντος θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους (άρθρο 6 παρ. 3 Ν 3869/2010 ως είχε προ της τροποποίησής του με το Ν 4336/2015). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω το σύνολο των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 13.936,97 ευρώ.

Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε συμβληθεί με την καθ’ ης η αίτησή της ως οφειλέτρια στην υπ’ αρ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου και για την ανωτέρω αιτία οφείλει μαζί με τους τόκους το ποσό των 20.373,70 ευρώ, η 6η απαίτηση της ανωτέρω πιστώτριας θεωρείται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμη και παύει να παράγει νόμιμους ή συμβατικούς τόκους (άρθρο 6 παρ. 3 Ν 3869/2010 ως είχε προ της τροποποίησής του με το Ν 4336/2015). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω το σύνολο των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 20,373,70 ευρώ.

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις, αποδείχτηκε ότι οι αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώνουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, καθόσον το οικογενειακό εισόδημά τους, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 730 ευρώ περίπου μηνιαίως κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δεν επαρκεί για την κάλυψη του μηνιαίου οικογενειακού κόστους διαβίωσής τους, το οποίο προσδιορίζεται στο συνολικό ποσό των 650 ευρώ περίπου μηνιαίως και για την καταβολή από τους αιτούντες των μηνιαίων δόσεων που καλούνται να καταβάλουν στις καθ’ ων πιστώτριές τους συνολικού ποσού 600 ευρώ μηνιαίως περίπου. Κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης, οι αιτούντες βρίσκονταν ομοίως σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δεδομένου ότι το εισόδημά τους, προερχόμενο από την εργασία του αιτούντος (το οποίο κατά την κατάθεση της αιτήσεως ανερχόταν στο ποσό των 850 ευρώ μεικτό μηνιαίο εισόδημα), δεν επαρκούσε για την κάλυψη του μηνιαίου οικογενειακού κόστους διαβίωσης των ίδιων και των τέκνων τους, εκ των οποίων ο μεγαλύτερος υιός τους ήταν άνεργος και ο μικρότερος ανήλικος, ποσού 780 ευρώ περίπου μηνιαίως και για την καταβολή από τους αιτούντες των μηνιαίων δόσεων που καλούνταν να καταβάλουν στις καθ’ ων η αίτηση πιστώτριές τους, ποσού 600 ευρώ περίπου μηνιαίως. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι ως άνω απαιτήσεις των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, συνδυαζόμενες με την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση των αιτούντων, το οικογενειακό εισόδημά τους, την ανεργία της αιτούσας και το μηνιαίο οικογενειακό κόστος διαβίωσης τους, υποδηλώνουν ότι οι αιτούντες βρίσκονται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Η περιέλευση των αιτούντων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών οφείλεται σιη μείωση του εισοδήματος του αιτούντος από το έτος 2011 και εφεξής κατ’ ακολουθία των ανωτέρω. Περαιτέρω, όπως υποδείχτηκε, ο αιτών ανέλαβε τις υποχρεώσεις από τα ένδικα δάνεια κατά τα έτη 2007 και 2008, ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του από την ανάληψή τους μέχρι και το έτος 2011 και εξακολούθησε να προβαίνει σε μηνιαίες καταβολές για την κάλυψη των δόσεων των ένδικων δανείων μέχρι και το έτος 2012, ήτοι ακόμα και μετά την μείωση των εισοδημάτων του κατά τα ανωτέρω, προσπαθώντας να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις του. Επομένως ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι βαρύνει αμέλεια τον αιτούντα αναφορικά με την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι ο τελευταίος προέβη σε τραπεζικό δανεισμό αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να μην καταφέρει να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτριών του. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η προβαλλόμενη από την δεύτερη των καθ’ ων η με αρ. εκθ. κατ. .../2013 αίτηση ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.

Περαιτέρω ο αιτών έχει στην κυριότητά του το υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΕΔΧ αυτοκίνητο (ταξί), μάρκας ..., τύπου ..., 1.896 κυβικών, 13.0 φορ. ίππων, έτους κυκλοφορίας 2003, εμπορικής αξίας 3.000 ευρώ περίπου. Το ανωτέρω όχημα είναι απαραίτητο για την εργασία του αιτούντος - κατ’ επάγγελμα οδηγού ταξί, ο οποίος αποκτά από την εργασία του τα προς το ζην, αφού χωρίς αυτό δεν θα δύναται να προβαίνει στην μεταφορά προσώπων. Επομένως το ανωτέρω κινητό περιουσιακό στοιχείο του αιτούντος είναι ακατάσχετο κατ’ άρθρο 953 παρ. 3 ΚΠολΔ και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να διαταχθεί η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 Ν 3869/2010 εκποίησή του. Ομοίως ακατάσχετη είναι και η άδεια εκμετάλλευσης του ταξί κυριότητας του αιτούντος για τους ίδιους ως άνω λόγους. Περαιτέρω ο αιτών είναι συγκύριος σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου με αρ. κυκλοφορίας ... μάρκας ..., τύπου ..., 2.400 κυβικών, έτους κυκλοφορίας 2007, εμπορικής αξίας του ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας 2.000 ευρώ περίπου, του οποίου η άδεια κυκλοφορίας και οι πινακίδες κατατέθηκαν στη ΔΟΥ την 27.12.2012 κατόπιν δήλωσης ακινησίας αυτού. Η εκποίηση του ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας του αιτούντος επί του ανωτέρω οχήματος κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 Ν 3869/2010 δεν κρίνεται απαραίτητη, γιατί έχει μικρή εμπορική αξία, ενώ η προσφορά του προς εκποίηση δεν θα προκαλέσει ιδιαίτερο αγοραστικό ενδιαφέρον αλλά ούτε και θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψη α) των ανωτέρω αναφερόμενων χαρακτηριστικών του, β) της πολυετούς ακινησίας του, γ) της οικονομικής κρίσης που πλήττει τα τελευταία χρόνια τη χώρα και δ) των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, τα οποία πρέπει προηγουμένως να καλυφθούν (βλ. ΜΠρΣυρ 110/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΧαν 197/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕιρΜάσσητος 69/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝεαπ 8/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑΘ 191/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠατρ 444/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠατρ 591/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, όπ.π., εκδ. 2016, σελ. 565). Περαιτέρω η αιτούσα έχει στην κυριότητά της το έτερο 50% εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου με αρ. κυκλοφορίας ... μάρκας ..., τύπου ..., 2.400 κυβικών, έτους, κυκλοφορίας 2007, εμπορικής αξίας του ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας 2.000 ευρώ περίπου, του οποίου η άδεια κυκλοφορίας και οι πινακίδες κατατέθηκαν στη ΔΟΥ την 27.12.2012 κατόπιν δήλωσης ακινησίας αυτού. Η εκποίηση του ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας της αιτούσας επί του ανωτέρω οχήματος κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 Ν 3869/2010 δεν κρίνεται απαραίτητη, γιατί έχει μικρή εμπορική αξία, ενώ η προσφορά του προς εκποίηση δεν θα προκαλέσει ιδιαίτερο αγοραστικό ενδιαφέρον αλλά ούτε και θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας της αιτούσας, λαμβανομένων υπόψη α) των ανωτέρω αναφερόμενων χαρακτηριστικών του, β) της πολυετούς ακινησίας του, γ) της οικονομικής κρίσης που πλήττει τα τελευταία χρόνια τη χώρα και δ) των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, τα οποία πρέπει προηγουμένως να καλυφθούν (βλ. ΜΠρΣυρ 110/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΧαν 197/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕιρΜάσσητος 69/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝεαπ 8/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑΘ 191/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠατρ 444/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠατρ 591/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π., εκδ. 2016, σελ. 565).

Περαιτέρω η αιτούσα έχει α) την ψιλή κυριότητα επί ενός διαμερίσματος εμβαδού 84 τ.μ., του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της με στοιχεία (1β) κάθετης ιδιοκτησίας (διώροφης οικοδομής), έτους κατασκευής 1968, κείμενης εντός οικοπέδου εκτάσεως 1.145,79 τ.μ. που βρίσκεται εντός σχεδίου της πόλεως ... ... Κορινθίας και συνορεύει ανατολικά με ήδη απαλλοτριωμένο τμήμα πρώην ιδιοκτησίας κληρονόμων ... και πέραν αυτού με Λεωφόρο Αθηνών, δυτικά με ρυμοτομούμενο τμήμα που έχει παραχωρηθεί σε κοινή χρήση με την υπ’ αρ. .../2008 Πράξη της Συμβολαιογράφου Κορίνθου ..., βόρεια με ιδιοκτησία ... και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., η δε με στοιχεία (1β) κάθετη ιδιοκτησία (διώροφη οικοδομή), το περίγραμμα της οποίας φαίνεται με τον μέσα σε κύκλο αραβικό αριθμό ΕΝΑ (1) και το μικρό αλφαβητικό γράμμα βήτα (β) στο τοπογραφικό διάγραμμα με κλίμακα 1:200 και στον πίνακα των κάθετων ιδιοκτησιών που είναι σημειωμένος στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα που έχουν συνταχτεί τον Αύγουστο 2004 από τον τοπογράφο μηχανικό ..., αντίγραφο του οποίου έχει προσαρτηθεί στην υπ’ αρ. .../2008 Πράξη της ανωτέρω Συμβολαιογράφου και στην υπ’ αρ. .../2008 Πράξη διανομής αστικών ακινήτων (οικοπέδων - κάθετων και οριζόντιων ιδιοκτησιών) της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, αποτελείται από ισόγειο όροφο εμβαδού 84 τ.μ. και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο εμβαδού 84 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με ήδη απαλλοτριωμένο τμήμα πρώην ιδιοκτησίας κληρονόμων ... και πέραν αυτού με Λεωφόρο Αθηνών, δυτικά με ρυμοτομούμενο τμήμα που έχει παραχωρηθεί σε κοινή χρήση με την υπ’ αρ. .../2008 Πράξη της Συμβολαιογράφου Κορίνθου ..., βόρεια με την με στοιχεία (Ια) κάθετη ιδιοκτησία και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., το δε διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου φαίνεται στο σχεδιάγραμμα κάτοψης του Α’ ορόφου με κλίμακα 1:50 και στον πίνακα ποσοστών των οριζόντιων ιδιοκτησιών της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας που έχουν συνταχτεί τον Αύγουστο 2004 από τον τοπογράφο μηχανικό ... με τον χαρακτηρισμό «ΚΑΤΟΙΚΙΑ - ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ» που έχει προσαρτηθεί στην υπ’ αρ. .../2008 Πράξη της ανωτέρω Συμβολαιογράφου, αποτελείται από καθιστικό, τραπεζαρία, 2 υπνοδωμάτια, κουζίνα και λουτρό, έχει ιδιόκτητο εμβαδό 84 τ.μ., εμβαδόν κοινοχρήστων 12,61 τ.μ., ιδιόκτητο όγκο 252 κ.μ., όγκο κοινοχρήστων 37,83 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στην με στοιχεία (1 β) κάθετη ιδιοκτησία 225 χιλιοστά που αντιστοιχεί σε 257,80 τ.μ., ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων στην με στοιχεία (1β) κάθετη ιδιοκτησία 500 χιλιοστά και στις δαπάνες θέρμανσης 500 χιλιοστά, ψήφους 225 στις 1000 και συνορεύει βόρεια με ακάλυπτο ιδιόχρηστο χώρο της με στοιχεία (1β) κάθετης ιδιοκτησίας, νότια με ακάλυπτο ιδιόχρηστο χώρο της με στοιχεία (1β) κάθετης ιδιοκτησίας, ανατολικά με ακάλυπτο ιδιόχρηστο χώρο της με στοιχεία (1β) κάθετης -ιδιοκτησίας και πέραν αυτού με ήδη απαλλοτριωμένο τμήμα πρώην ιδιοκτησίας κληρονόμων ... και πέραν αυτού με Λεωφόρο Αθηνών και δυτικά εν μέρει με κλιμακοστάσιο οικοδομής και εν μέρει με ακάλυπτο ιδιόχρηστο χώρο της με στοιχεία (1β) κάθετης ιδιοκτησίας, και β) το 1/2 εκ αδιαιρέτου της μελλοντικής δόμησης της με στοιχεία (1β) κάθετης ιδιοκτησίας (διώροφης οικοδομής). Η ψιλή κυριότητα της αιτούσας επί του ανωτέρω διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της με στοιχεία (1β) κάθετης ιδιοκτησίας (διώροφης οικοδομής) και το 1/2 εκ αδιαιρέτου της μελλοντικής δόμησης της με στοιχεία (1β) κάθετης ιδιοκτησίας (διώροφης οικοδομής), αποτελούν την δυνητική κύρια κατοικία της απούσας, η οποία δεν διαθέτει άλλα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, ζητεί δε την εξαίρεσή της από τη ρευστοποίηση, αίτημα το οποίο είναι νόμιμο και πρέπει να γίνει δεκτό και στην ουσία του, δεδομένου ότι στην απαλλαγή εμπίπτει και η δυνητική κύρια κατοικία, δηλαδή η κατοικία που δεν χρησιμοποιείται ως κύρια από τον οφειλέτη (εν προκειμένω την αιτούσα) για οποιοδήποτε σοβαρό λόγο (εν προκειμένω η αιτούσα έχει επί του παρόντος μόνο την ψιλή κυριότητα επ’ αυτής και όχι το δικαίωμα επικαρπίας) αλλά δύναται να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον ως κύρια κατοικία. Τα δε ανωτέρω εμπράγματα δικαιώματα τα απέκτησε η αιτούσα δυνάμει της υπ’ αρ. .../16-12-2008 συμβολαιογραφικής Πράξης διανομής ακινήτων της Συμβολαιογράφου Κορίνθου ..., νομίμως μεταγεγραμμένης, Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 146.074,79 ευρώ, το οποίο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας από έγγαμη με δύο τέκνα, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος, για την εξαίρεσή της από την εκποίηση (9 παρ. 2 Ν 3869/2010).

Περαιτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται ότι έχει κληρονομήσει από την κληρονομιά της μητέρας του ..., η οποία απεβίωσε την 04.04.2010 με πλησιέστερους συγγενείς κατά το χρόνο θανάτου της τον αιτούντα υιό της, την αδελφή του ..., και τον πατέρα του ... α) το 37,5% εξ αδιαιρέτου επί μίας ισόγειας κατοικίας εμβαδού 90 τ.μ. στο ... Κορινθίας, (επί της οδού ...) έτους κατασκευής 1992, αντικειμενικής αξίας του ανωτέρω ποσοστού 34.880,65 ευρώ και β) το 37,5% εξ αδιαιρέτου επί μίας ισόγειας κατοικίας εμβαδού 40 τ.μ. στο ... Κορινθίας, (επί της οδού ...), έτους κατασκευής 1988, αντικειμενικής αξίας του ανωτέρω ποσοστού 6.581 ευρώ (ιδέτε την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως Βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης του αιτούντος όπως έχει δηλωθεί την 1n Ιανουάριου 2015 την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) έτους 2016, την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου της αποβιώσασας ... εκδόσεως της Ληξιάρχου του Δήμου Λουτρακίου - Περαχώρας με αρ. πράξεως .../2010 και το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως Πιστοποιητικό Πλησιέστερων Συγγενών της θανούσας ... υπ’ αρ. πρωτ. .../2017 εκδόσεως του Δήμου Λουτρακίου ...). Καίτοι ο αιτών διαμένει με την αιτούσα στην πρώτη εκ των ανωτέρω αναφερόμενων κατοικιών, εντούτοις δεν προβάλλει αίτημα περί εξαίρεσής της από την εκποίηση κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 Ν 3869/2010. Ωστόσο δεν προσκομίζονται από τον αιτούντα (προκειμένου να δύναται να κριθεί η δυνατότητα εκποίησης των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων) ο τίτλος κτήσης της φερόμενης ως δικαιοπαρόχου του αιτούντος και οποιοδήποτε έγγραφο (π.χ. Πιστοποιητικό) από το οποίο να προκύπτει η μη δημοσίευση διαθήκης της θανούσας μητρός του αιτούντος. Για τους ανωτέρω λόγους πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως της ένδικης αίτησης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προκειμένου να προσκομιστούν από τον αιτούντα αναφορικά με τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία συγκυριότητάς του και τη δυνατότητα ρευστοποίησής τους κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 Ν 3869/2010, ο τίτλος κτήσης της φερόμενης ως δικαιοπαρόχου του αιτούντος, οποιοδήποτε έγγραφο (π.χ. Πιστοποιητικό αρμοδίως εκδοθέν) από το οποίο να προκύπτει η μη δημοσίευση διαθήκης της θανούσας μητρός του αιτούντος και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο δύναται να συμβάλλει στη συμπλήρωση - επεξήγηση των ως άνω κενών - αμφίβολων σημείων (αναφορικά με την ύπαρξη εμπράγματων δικαιωμάτων του αιτούντος επί των ανωτέρω ακινήτων) που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν 3869/2010. Έτσι η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις καθ’ ων η αίτησή του από τα εισοδήματά του (άρθρο 8 παρ. 2 Ν 3869/2010) που θα αρχίζουν την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα από την δημοσίευση της παρούσας απόφασης (άρθρο 8 παρ. 2 Ν 3869/2010) και θα ισχύσουν για το χρονικό διάστημα μέχρι τη δημοσίευση της νέας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που θα επαναπροσδιορίζει τις μηνιαίες καταβολές (βλ. ΕιρΚουφαλ 3/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στις ανωτέρω πιστώτριες του αιτούντος ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών του αναγκών, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, ανέρχεται στο ποσό των σαράντα (40) ευρώ το μήνα, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των απαιτήσεων έκαστης μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας του αιτούντος, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος κατ' άρθρο 8 παρ. 5 Ν. 3869/2010 και ειδικότερα λόγω του χαμηλού οικογενειακού του εισοδήματος που δεν του επιτρέπει την πραγματοποίηση μηνιαίων καταβολών μεγαλύτερου ύψους χωρίς να διακινδυνεύσει η αξιοπρεπής του διαβίωση.

Περαιτέρω, με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν 3869/2010. Έτσι η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στην καθ' ης η αίτησή της από τα οικογενειακά εισοδήματά της (άρθρο 8 παρ. 2 Ν 3869/2010) που θα αρχίζουν την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα από την δημοσίευση της παρούσας απόφασης (άρθρο 8 παρ. 2 Ν 3869/2010) και θα ισχύσουν για το χρονικό διάστημα μέχρι τη δημοσίευση της νέας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που θα επαναπροσδιορίζει τις μηνιαίες καταβολές (βλ. ΕιρΚουφαλ 3/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στην ανωτέρω πιστώτρια της αιτούσας ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών της αναγκών, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, ανέρχεται στο ποσό των σαράντα (40) ευρώ το μήνα, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας κατ’ άρθρο 8 παρ. 5 Ν 3869/2010 και ειδικότερα λόγω της ανεργίας της και του χαμηλού οικογενειακού της εισοδήματος που δεν της επιτρέπει την πραγματοποίηση μηνιαίων καταβολών μεγαλύτερου ύψους χωρίς να διακινδυνεύσει η αξιοπρεπής της διαβίωση. Παράλληλα, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να οριστεί νέα δικάσιμος κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Κορίνθου προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων εκάστου εκ τον αιτούντων και να επαναπροσδιοριστούν οι μηνιαίες καταβολές εκάστου εκ των αιτούντων στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές του για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της τριετίας, το οποίο άρχεται την πρώτη ήμερα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον ενδέχεται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος να βελτιωθεί η οικονομική - εισοδηματική κατάσταση των αιτούντων είτε με την αύξηση του εισοδήματος του αιτούντος από την εργασία του ως οδηγού ταξί, είτε με την εύρεση από την αιτούσα εργασίας. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις εξαίρεσης της εκποίησης της δυνητικής κύριας κατοικίας της αιτούσας, αυτές θα οριστούν πιθανώς κατά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε ενδεχομένως θα γίνει η συνολική ρύθμιση, παρέχοντας από τώρα περίοδο χάριτος μέχρι την ημερομηνία επαναπροσδιορισμού και για τυχόν επιμήκυνση αυτής (της περιόδου χάριτος) ενδεχομένως ν’ αποφανθεί το Δικαστήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο (βλ. ΕιρΘεσ 2449/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 2517/2012, Ειρ Κουφαλ 3/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π. εκδ. 2016, σελ. 536).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι ένδικες με αρ. εκθ. κατ. .../2013 και .../2013 αιτήσεις πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως ουσία βάσιμες (αναφορικά με τα ζητήματα αυτών τα οποία κρίθηκαν οριστικώς), να ρυθμιστούν τα χρέη των αιτούντων κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω με μηνιαίες καταβολές εκάστου εκ των αιτούντων, αρχόμενες την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, καταβλητέες εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου εκάστου μηνός, οι οποίες θα ισχύσουν για το χρονικό διάστημα μέχρι τη δημοσίευση της νέας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που θα επαναπροσδιορίζει τις μηνιαίες καταβολές, ενώ παράλληλα πρέπει να οριστεί νέα δικάσιμος κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Κορίνθου προκειμένου α) να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων εκάστου εκ των αιτούντων και να επαναπροσδιοριστούν οι μηνιαίες καταβολές εκάστου εκ των αιτούντων στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές του για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της τριετίας, το οποίο άρχεται την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, β) να οριστούν οι κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 Ν 3869/2010 καταβολές της αιτούσας προς την καθ’ ης για την διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας της, ως προς το χρόνο έναρξής τους, τη διάρκεια τους και το ποσό τους και γ) να προσκομιστούν από τον αιτούντα αναφορικά με τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία συγκυριότητάς του σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του και τη δυνατότητα ρευστοποίησής τους κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 Ν 3369/2010, ο τίτλος κτήσης της φερόμενης ως δικαιοπαρόχου του αιτούντος, οποιοδήποτε έγγραφο (π.χ. Πιστοποιητικό αρμοδίως εκδοθέν) από το οποίο να προκύπτει η μη δημοσίευση διαθήκης της θανούσας μητρός του αιτούντος και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο δύναται να συμβάλλει στη συμπλήρωση - επεξήγηση των ως άνω κενών - αμφίβολων σημείων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω πρέπει να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση α) το υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΕΔΧ αυτοκίνητο (ταξί), μάρκας ..., τύπου ..., 1.896 κυβικών, 13.0 φορ. ίππων, έτους κυκλοφορίας 2003, ιδιοκτησίας του αιτούντος, β) η άδεια ταξί ιδιοκτησίας του αιτούντος, γ) το 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του αιτούντος επί ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου με αρ. κυκλοφορίας ... μάρκας ..., τύπου ..., 2.400 κυβικών, έτους κυκλοφορίας 2007 και δ) το 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας της απούσας επί ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου με αρ. κυκλοφορίας ... μάρκας ..., τύπου, ..., 2.400 κυβικών, έτους κυκλοφορίας 2007 και να διαταχθούν τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν 3869/2010.