ΑΡΙΘΜΟΣ 1283/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζήγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ζ. του Ι. και 2) Κ. Χ. του Β., κατοίκων … Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα .... Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «...», όπως μετονομάστηκε ως άνω με την υπ' αριθ. .../2-8-12 απόφαση της Δ/νσης ΑΕ και Πίστεως της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2010 ανακοπή και τους από 30-10-2013 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η απόφαση 134/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-15 αίτησή τους και τον από 9-9-2016 πρόσθετο , αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 5-3-2-018 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού προσθέτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

І. Κατά το άρθρο 847 Α.Κ., «με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή». Στην εγγύηση εφαρμόζονται οι κοινές για τις συμβάσεις διατάξεις, όπως εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως. Κατά συνέπεια, η εγγύηση μπορεί να ακυρωθεί λόγω ουσιώδους πλάνης (άρθρα 140, 142 Α.Κ), πράγμα που συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο εγγυητής υπογράφει ένα έγγραφο, νομίζοντας εσφαλμένα ότι έχει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ αυτό περιλαμβάνει διαφορετικό περιεχόμενο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 154, 180 και 184 Α.Κ. η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω ουσιώδους πλάνης επέρχεται δια δικαστικής αποφάσεως και δικαιούται να τη ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που πλανήθηκε (ή ο κληρονόμος του), η ακυρώσιμη δε δικαιοπραξία, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη (με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα, τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε). Εξάλλου, κατά το άρθρο 157 του ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την πάροδο διετίας-και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας-από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1447/2010). Στην περίπτωση λοιπόν που λόγος ανακοπής εναντίον διαταγής πληρωμής χρηματικού ποσού, το οποίο φέρεται στη διαταγή αυτή οφειλόμενο από δικαιοπραξία, πλήττει τη δικαιοπραξία αυτή ως προϊόν πλάνης εις βάρος του ανακόπτοντος, το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής ενέχει και αίτημα ενστάσεως περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας ως προϊόντος πλάνης σύμφωνα με το λόγο (της ανακοπής), που αποτελεί τη βάση της ενστάσεως, αφού, σε τέτοια περίπτωση, ζητείται πραγματικά και η ακύρωση της δικαιοπραξίας με την έννοια των άρθρων 140, 141 και 154 εδ. β' του Α.Κ., κατά την οποία η ενάσκηση του διαδικαστικού δικαιώματος για πρόκληση της δικαστικής ακυρώσεως δικαιοπραξίας προϋποθέτει λεκτική τυπικότητα, αλλά σαφή μόνον εκδήλωση ο αντίστοιχης βουλήσεως (ΑΠ 1096/2006, ΑΠ 77/1991). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΤΙ 7/2006, 4/2005). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος πράγματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προϋποθέτει πράγμα που προτάθηκε παραδεκτώς, ενώ ως «πράγματα» θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε τα εξής: «Δυνάμει της με αριθμό …/6-9-2005 σύμβασης δανείου με την εγγύηση του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» έλαβε ως πιστούχος από την καθ' ης (ήδη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 75.000,00 ευρώ. Την τήρηση των όρων της σύμβασης εγγυήθηκε η α' ανακόπτουσα (ήδη α' αναιρεσείουσα) αφενός για τον εαυτό της ατομικά και αφετέρου για λογαριασμό του τότε ανήλικου τέκνου της β' ανακόπτοντος (ήδη β' αναιρεσείοντος), ως ασκούσα από κοινού με τον .... (μη διάδικο) τη γονική μέριμνα αυτού, κατόπιν αδείας που τους χορηγήθηκε δυνάμει της με αριθμό 13152/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 της ανωτέρω σύμβασης οι εγγυητές (μεταξύ των οποίων οι ανακόπτοντες) δήλωσαν ρητά και ανεπιφύλακτα ότι εγγυώνται προς την Τράπεζα την πιστή, εμπρόθεσμη, και ολοκληρωτική, μεταξύ άλλων κατά το ανεξόφλητο κεφάλαιο, τους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) εξόφληση κάθε απαίτησης της από τη σύμβαση δανείου και εν γένει την εκπλήρωση από την οφειλέτρια όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονταν με την ένδικο σύμβαση και ότι ενέχονται εις ολόκληρον μαζί με αυτή ως αυτοφειλέτες. Σύμφωνα με το ίδιο ως άνω άρθρο δήλωσαν επίσης ότι έλαβαν πλήρη γνώση όλων των όρων της σύμβασης δανείου, τους οποίους κατανόησαν πλήρως, καθώς και ότι παραιτούνται από την ένσταση διζήσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 855 ΑΚ. Προς εξασφάλιση της προαναφερομένης οφειλής και δυνάμει της με αριθμό 13152/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η α' ανακόπτουσα συναίνεσε επίσης, ως ασκούσα από κοινού με τον... τη γονική μέριμνα του τότε ανήλικου τέκνου τους, β' ανακόπτοντος, στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα οικεία βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης και για το ποσό των 136.500,00 ευρώ επί ενός διαμερίσματος, το οποίο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην ίδια και στο β' ανακόπτοντα. Ειδικότερα, συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης επί ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος του ισογείου ορόφου, από μία οικοδομή, που βρίσκεται στο Συνοικισμό …, του τότε Δήμου Συκιών του Νομού Θεσσαλονίκης και επί των οδών …, αρ. … και … (...). Εξαιτίας της μη κανονικής εκπλήρωσης από την πιστούχο των υποχρεώσεων της από την ως άνω σύμβαση, η καθ’ ης προέβη στις 7-9-2010 στην καταγγελία αυτής, κηρύσσοντας το υπόλοιπο της σύμβασης ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, καλώντας τους ανακόπτοντες ταυτόχρονα να της καταβάλλουν το ποσό των 33.753,09 ευρώ με το νόμιμο τόκο και ανατοκισμό πλέον εξόδων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Κατόπιν υποβληθείσας αίτησης εκ μέρους της καθ' ης εκδόθηκε η με αριθμό …/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πιστούχο το ανωτέρω ποσό των 33.753,09 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και με ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο σύμφωνα με τη σύμβαση και το νόμο, καθώς και το ποσό των 531,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της ανακοπής τους και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής διότι -όπως ισχυρίζονται- η καθ' ης ουδέποτε τους ενημέρωσε ότι υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή των οφειλόμενων δόσεων από την πρωτοφειλέτρια και ουδέποτε τους ενημέρωσε σχετικά με τη δυνατότητα για ρύθμιση της οφειλής τους με βάση τις διατάξεις του ν. 3816/2010. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθόσον οι ανακόπτοντες ως συμβληθέντες εγγυητές είχαν ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτημα προς την καθ' ης και να ενημερωθούν σχετικά με την κίνηση και την πορεία της σύμβασης δανείου, την ύπαρξη της οποίας δεν αρνούνται, όπερ όμως ουδέποτε έπραξαν ακόμη και μετά την καταγγελία αυτής στις 7.9.2010 (...). Με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι πρέπει να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής καθόσον η α' ανακόπτουσα, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό του ανήλικου τότε β" ανακόπτοντος, τελούσε σε πλάνη τόσο ως προς την υπογραφή της σύμβασης όσο και ως προς το περιεχόμενο αυτής. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε ότι υπέγραφε ως εγγυήτρια, αλλά ότι υπέγραφε μόνο προκειμένου να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στην ακίνητη περιουσία της ίδιας και του ανήλικου τέκνου της β' ανακόπτοντος, ότι δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο της σύμβασης που υπέγραψε, ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι δεν της έδωσαν τις απαιτούμενες διευκρινίσεις που ζήτησε σχετικά με το περιεχόμενο της σύμβασης, καθώς και ότι οι τελευταίο], εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και την απειρία της, της υφάρπαξαν την υπογραφή. Σύμφωνα δε με τον ως άνω λόγο ανακοπής το αίτημα για την ακύρωση της ανακοπττόμενης διαταγής πληρωμής ενέχει και αίτημα ενστάσεως περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας ως προϊόντος πλάνης. Πλην όμως ο λόγος αυτός ανακοπής, και αληθής υποτιθέμενος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθόσον έχει παρέλθει η διετής προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 157 ΑΚ και ως εκ τούτου έχει αποσβεσθεί το δικαίωμα των ανακοπτόντων για ακύρωση της σύμβασης. Και τούτο διότι η σύμβαση δανείου (και εγγύησης) καταρτίστηκε στις 6-9-2005, ενώ το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, με το οποίο και αιτούνται το πρώτον την ακύρωση της σύμβασης, κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 1-11-2013 και επιδόθηκε αυθημερόν στην καθ' ης, ήτοι παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της διετίας. Η ως άνω διετής αποσβεστική προθεσμία έχει παρέλθει, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι οι ανακόπτοντες έλαβαν γνώση της πλάνης τους μεταγενέστερα, ήτοι κατά το χρόνο επίδοσης σε αυτούς της από 6-8-2010 καταγγελίας της καθ’ ης, η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 7-9-2010, καθώς Και κατά το χρόνο κοινοποίησης σε αυτούς της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής με την παρά πόδας αυτής από 13-10-2010 επιταγή, η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 29-10-2011. Σε κάθε δε περίπτωση από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ο ισχυρισμός της α' ανακόπτουσας ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια την ανωτέρω σύμβαση χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της και ότι η σύμβαση δεν της δόθηκε προς ανάγνωση. Άλλωστε, το γεγονός ότι η ίδια γνώριζε τόσο σχετικά με το περιεχόμενο της σύμβασης δανείου που επρόκειτο να υπογράψει όσο και την ευθύνη που επρόκειτο να αναλάβει τόσο για τον εαυτό της ατομικά όσο και για λογαριασμό του β' ανακόπτοντος, προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 10-2-2005 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2005 αίτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία είχε καταθέσει από κοινού με το σύζυγο της, επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό 13152/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (...). Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο ανακοπής του δικογράφου των πρόσθετων λόγων ο β' ανακόπτων ζητά την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, επικαλούμενος ακυρότητα της επίδικης σύμβασης καθόσον, όπως ισχυρίζεται, δεν είχε χορηγηθεί άδεια στους ακούντες τότε τη γονική μέριμνα γονείς του, α' ανακόπτουσα και Β., προκειμένου να συμβληθούν για λογαριασμό του σε σύμβαση εγγύησης αλλά μόνο να συναινέσουν σε εγγραφή προσημείωσης. Ο ως άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθόσον, όπως αποδεικνύεται με σαφήνεια από το περιεχόμενο της με αριθμό 13125/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, Θεσσαλονίκης, τους είχε χορηγηθεί νομίμως άδεια μεταξύ άλλων και προκειμένου να συνάψουν για λογαριασμό του σύμβαση δανείου με οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, στην οποία εμπίπτει και η σύμβαση εγγύησης». Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένδικη ανακοπή στο σύνολο της και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Όμως οι ήδη αναιρεσείοντες με την ως άνω ανακοπή, όπως αυτή παραδεκτά διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε με τις προτάσεις, τα δικόγραφα των οποίων παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ζητούσαν την ακύρωση της εις βάρος τους εκδοθείσης υπ' αριθ. …/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, επικαλούμενοι ως πρώτο λόγο ακυρώσεως ότι η πρώτη εξ αυτών, ενεργούσα ατομικά αλλά και για λογαριασμό του τότε ανήλικου τέκνου της δευτέρου εξ αυτών, όταν προσκλήθηκε το Σεπτέμβριο του 2005 στο υποκατάστημα της σναιρεσίβλητης Τράπεζας για να υπογράψει διατελούσε με την πεποίθηση ότι υπογράφει (με τις δύο προαναφερθείσες ιδιότητες) μόνο δανειστική σύμβαση ποσού 105.000 €, με δανειολήπτη τον πατέρα του ως άνω ανηλίκου, προς εξασφάλιση της οποίας και θα παραχωρούσε στη συνέχεια δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο του ανηλίκου, μέχρι του ποσού των 136.500 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα κατά παραπλάνηση της είχε υπογράψει παράλληλα και όμοια σύμβαση ποσού 75.000 €, ως εγγυήτρια, ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου, πράγμα που διαπίστωσε πολύ αργότερα, όταν η αναιρεσίβλητη της απέστειλε τις από 6-8-2010 και 3-9-2010 επιστολές, με τις οποίες την ενημέρωνε ότι κατήγγειλε τις δύο αυτές συμβάσεις και μετέφερε τα ανεξόφλητα υπόλοιπα σε οριστική καθυστέρηση. Ο λόγος αυτός της ανακοπής εμφανώς πλήττει τη σύμβαση του δανείου των 75.000 ευρώ ως προϊόν πλάνης εις βάρος της α' των ανακοπτόντων και συνεπώς το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής ενείχε και αίτημα ενστάσεως περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας ως προϊόντος πλάνης σύμφωνα με το λόγο αυτό, που αποτελεί τη βάση της ενστάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή πραγματικό αίτημα ήταν η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω πλάνης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προπαρατιθέμενη απόφαση του, εκτίμησε ότι ο ισχυρισμός περί πλάνης δεν περιεχόταν στο κύριο δικόγραφο της ανακοπής, αλλά για πρώτη φορά σ' αυτό των προσθέτων λόγων και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, κρίνοντας ότι κατά το χρόνο προβολής του ισχυρισμού αυτού (1-11-2013) έχει παρέλθει η διετής προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 157 ΑΚ και ως εκ τούτου έχει αποσβεσθεί το δικαίωμα της α' των ανακοπτόντων για ακύρωση της συμβάσεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο όμως το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η απόφαση του οποίου κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας εφέσεως, μη λαμβάνοντας υπόψη τον προαναφερόμενο λόγο της ανακοπής παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο ανακοπής των αναιρεσειόντων, και επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ (κατά την ορθή νοηματική τους εκτίμηση) πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως αβάσιμο, και συνεπώς τον έλαβε υπόψη, δια της παραδοχής με επάλληλη αιτιολογία, κατά την απόρριψη του πρώτου προσθέτου λόγου ανακοπής, ότι «από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της α' ανακόπτουσας ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια την ανωτέρω σύμβαση χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της....», είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για την απόρριψη του λόγου αυτού της ανακοπής αποκλειστικά στο γεγονός ότι η πρώτη αναιρεσείουσα γνώριζε το περιεχόμενο της συμβάσεως δανείου και την ευθύνη που επρόκειτο να αναλάβει λόγω του ότι είχε υποβάλει και αυτή για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της σχετική αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ.13152/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πλην όμως, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο χορήγησε στην αναιρεσείουσα άδεια συνάψεως δανείου και όχι εγγυήσεως.

IΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1526 ΑΚ, οι γονείς δεν μπορούν, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, να επιχειρήσουν στο όνομα του τέκνου τις πράξεις που απαγορεύονται και στον επίτροπο ανηλίκου χωρίς άδεια του δικαστηρίου. Η διάταξη αναφέρεται σε πράξεις τις οποίες επιχειρούν οι γονείς ως νόμιμοι αντιπρόσωποι του τέκνου, όχι υπό άλλη ιδιότητα ή στο δικό τους όνομα. Οι πράξεις αυτές περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 1624 και 1625 ΑΚ. Ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 1624 αρ. 8 και 11 ΑΚ, απαιτείται άδεια του δικαστηρίου όταν, για λογαριασμό του ανηλίκου, οι γονείς του δανείζουν ή δανείζονται, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 1623, που ορίζει ότι μπορεί να τους δοθεί γενική άδεια να δανείζονται στο όνομα του ανηλίκου, να αναδέχονται ξένο χρέος και να παρέχουν εγγύηση για χάρη της εκμετάλλευσης επιχείρησης του ανηλίκου. Άδεια απαιτείται επίσης και όταν αυτοί εγγυώνται ή αναδέχονται από επαχθή αιτία ξένο χρέος. Η επιχείρηση των πράξεων αυτών, χωρίς την ανωτέρω διατύπωση που τάσσει ο νόμος, επάγεται κατά το άρθρο 1528 του ίδιου Κώδικα σχετική ακυρότητα, την οποία εκτός των άλλων μπορεί να προτείνει ο ανήλικος. Εξ άλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 561, 847, 851 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή και αντισυμβαλλόμενο του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σε εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο. Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη. Η απαίτηση του δανειστή εις βάρος του εγγυητή, από τη μεταξύ τους σύμβαση εγγυήσεως, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από την υπερημερία του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 843/2011). Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο β' αναιρεσείων (που έχει έννομο συμφέρον) προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον ισχυρισμό ότι το δίκασαν δικαστήριο παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τα άρθρα 806, 847, 1526, 1528 και 1624 του ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι αρκούσε η χορηγηθείσα στους γονείς του (εφόσον αυτός τότε ήταν ανήλικος) με την υπ' αρ. 13125/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης άδεια για σύναψη δανείου επ' ονόματί του με οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, ώστε να είναι έγκυρη η τελικώς αντ' αυτής συναφθείσα σύμβαση εγγυήσεως. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο χορήγησε αδεία για τη σύναψη συμβάσεως δανείου, με αποτέλεσμα η σύμβαση εγγυήσεως, η οποία είναι διαφορετική σύμβαση και έχει διαφορετικές έννομες συνέπειες εις βάρος του τότε ανηλίκου, να έχει τελικώς συναφθεί χωρίς άδεια δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η από 17-3-2015 αίτηση ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλον δικαστή εκτός εκείνης που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 § 3 του ΚΠολΔ, η επιστροφή των παραβόλων στους αναιρεσείοντες και να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειοντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 134/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνης που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στους αναιρεσείοντες και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειοντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2018.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ