ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 1272/2019

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Μ. Γκορτζολίδου, Π. Καρλή, Σύμβουλοι, Θ. Ζιάμου, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 28 Νοεμβρίου 2017 αίτηση:

του Δήμου Μονεμβασίας Ν. Λακωνίας, ο οποίος παρέστη με την δικηγόρο Αγγελική Χαροκόπου (Α.Μ. 1280 Δ.Σ. Πειραιώς), που την διόρισε με απόφασή της η Οικονομική του Επιτροπή,

κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη με την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά της παρεμβαίνουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.» και με τον διακριτικό τίτλο «Α.Δ.Μ.Η.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Δυρραχίου 89), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Απόστολο Σίνη (Α.Μ. 20198), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 40394/29.9.2017 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Θ. Ζιάμου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία του αιτούντος Δήμου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας εταιρείας και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, ζητείται η ακύρωση της 40394/ 29.9.2017 αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας με θέμα: “Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων για τη Διασυνδετική Γραμμή Μεταφοράς (Γ.Μ.) 150 KV Πελοποννήσου – Κρήτης (Υ/Σ Μολάων – Υ/Σ Χανίων)” [ΑΔΑ: Ψ4Ρ64653Π8-ΑΞΨ], όπως η πράξη αυτή επαναλήφθηκε ορθώς στις 22.12.2017, ως προς τις παραγράφους 1.2.1 (περιγραφή του έργου και των συνοδευτικών εγκαταστάσεων), 2.1.2 (διέλευση διασυνδετικής Γ.Μ. από τα όρια των Δήμων Μονεμβασιάς και Χανίων, σε εκτάσεις εκτός ορίων οικισμών), 2.1.3 (χρήσεις γης στην έκταση διέλευσης της Γ.Μ.) και 7.1 (άλλες διατάξεις).

2. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) εγκρίθηκαν: 1) η κατασκευή και λειτουργία της Διασυνδετικής Γραμμής Μεταφοράς 150 KV Πελοποννήσου – Κρήτης και ειδικότερα η ζεύξη του Υποσταθμού Μολάων Λακωνίας μέσω εναερίου – υπογείου – υποβρυχίου – υπογείου καλωδιακού συστήματος με τον Υποσταθμό Χανιά Ι, καθώς και η τροποποίηση των υφιστάμενων Υποσταθμών Μολάων και Χανίων, 2) η ανανέωση της ΑΕΠΟ για τη λειτουργία του Υποσταθμού Μολάων 150 KV/MT, 3) η λειτουργία του υφιστάμενου Υ/Σ Χανίων 150 KV/MT. Ειδικότερα, το εγκρινόμενο με την ως άνω απόφαση έργο περιλαμβάνει τα ακόλουθα επιμέρους έργα: α) την αναβάθμιση – επέκταση του υφιστάμενου Υποσταθμού 150 KV/MT Μολάων μέσω της εγκατάστασης τριών νέων κυψελών υψηλής τάσης 150 KV εντός του χώρου του, β) το εναέριο τμήμα Γραμμής Μεταφοράς 150 KV μήκους 27,5 χλμ (από τον Υποσταθμό Μολάων έως τον Τερματικό Σταθμό Αντιστάθμισης Πελοποννήσου) που αποτελείται από 16 ιστούς και 65 πυλώνες με ικανότητα μεταφοράς δύο κυκλωμάτων 150 KV, γ) τον Τερματικό Σταθμό Αντιστάθμισης Πελοποννήσου σε έκταση 20 στρεμμάτων περίπου πριν το σημείο προσαιγιάλωσης ώστε να είναι εφικτή η διασύνδεση του εναέριου και υπόγειου τμήματος της νέας Γραμμής Μεταφοράς, όπου θα εγκατασταθούν επίσης επτά αυτεπαγωγές 150 KV για την αντιστάθμιση της αέργου ισχύος που αναπτύσσεται στα υποβρύχια καλώδια που οδεύουν προς την Κρήτη, δ) το υπόγειο τμήμα Γραμμής Μεταφοράς 150 KV Λακωνίας, μήκους 9,3 χλμ που εκτείνεται από τον Τερματικό Σταθμό Αντιστάθμισης Πελοποννήσου έως τη θέση προσαιγιάλωσης στον κόλπο των Βατίκων, ε) το υποβρύχιο τμήμα Γραμμής Μεταφοράς 150 KV μήκους 132 χλμ που εκτείνεται από τη θέση προσαιγιάλωσης του Κόλπου των Βατίκων έως τη θέση προσαιγιάλωσης του Κόλπου Κίσσαμου, στ) το υπόγειο τμήμα Γραμμής Μεταφοράς 150 KV Χανίων μήκους 33,7 χλμ (που εκτείνεται από τη θέση προσαιγιάλωσης του Κόλπου Κίσσαμου έως τον Υποσταθμό Χανίων Ι), ζ)την αναβάθμιση – επέκταση του υφιστάμενου Υποσταθμού 150 KV/MT Χανίων, με την προσθήκη δύο νέων κυψελών Γραμμών Μεταφοράς 150 KV, επτά αυτεπαγωγών 150 KV για την αντιστάθμιση της αέργου ισχύος που εισάγεται από την ενδογενή χωρητικότητα των δύο υποβρυχίων καλωδίων 150 KV, καθώς και τριών επιπλέον κυψελών καλωδιακών Γραμμών Μεταφοράς 150 KV για τη διασύνδεση νέων υποσταθμών Κανδάνου και Χανίων ΙΙ που προβλέπεται να κατασκευαστούν μελλοντικά. Το έργο κατατάσσεται στην υποκατηγορία Α1 της 11ης ομάδας “Μεταφορά Ενέργειας, Καυσίμων και Χημικών Ουσιών”, α/α 10 “Εναέριες Γραμμές Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ...”, της Υπουργικής Απόφασης 37674/2016 (Β΄ 2471) “Τροποποίηση και κωδικοποίηση της ΥΑ 1958/2012 – Κατάταξη δημοσίων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες και υποκατηγορίες”.

3. Επειδή, ο αιτών Δήμος ασκεί με έννομο συμφέρον την κρινόμενη αίτηση, δεδομένου ότι τμήμα της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενεργείας, την οποία αφορά η προσβαλλόμενη πράξη, διέρχεται από τα διοικητικά του όρια και συνδέει τον Υποσταθμό Μολάων Λακωνίας, που βρίσκεται επίσης εντός των ορίων της Περιφέρειάς του, με τον Υποσταθμό Χανίων (ΣτΕ 4267/2009).

4. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ» (ΑΔΜΗΕ), στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) και έχει μεταβιβασθεί η κυριότητα του Συστήματος αυτού, με την απόσχιση και εισφορά του κλάδου της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της ΔΕΗ ΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 97 και 98 του ν. 4001/2011 (Α΄ 179) και αυτές του Κεφαλαίου V της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ (πρβλ. ΣτΕ 4166/2015, 4145/2011, 4267/2009). Η παρεμβαίνουσα εταιρεία έχει, εξάλλου, ως αποστολή την εκμετάλλευση, συντήρηση και ανάπτυξη του ΕΣΜΗΕ «ώστε να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός της χώρας με ηλεκτρική ενέργεια με τρόπο επαρκή, ασφαλή, αποδοτικό και αξιόπιστο» (άρθρο 94 παρ. 1), τη διασφάλιση «ότι η μακροχρόνια ικανότητα του συστήματος ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες για μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας, υπό οικονομικά βιώσιμες συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη την προστασία του περιβάλλοντος», καθώς και τη συμβολή «στην ασφάλεια του εφοδιασμού, διασφαλίζοντας επαρκή ικανότητα μεταφοράς και την αξιοπιστία του συστήματος» κ.λπ. (άρθρο 94 παρ. 2). Η παρέμβαση αυτή ασκείται, ενόψει των ανωτέρω, με προφανές έννομο συμφέρον.

5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, η οποία κατατέθηκε στις 29.11.2017, ασκείται εμπροθέσμως, δεδομένου ότι μόνη η ανάρτηση της προσβαλλόμενης πράξης, στις 29.9.2017, στο διαδικτυακό τόπο του προγράμματος “Διαύγεια” κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 3861/2010 (Α΄ 112) και στον ειδικό δικτυακό τόπο του ΥΠΕΚΑ κατά το άρθρο 19α του ν. 4014/2011 και την ΚΥΑ 21398/2.5.2012 (Β΄ 1470), δεν αρκεί, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, για να θεμελιώσει τεκμήριο γνώσης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η παρεμβαίνουσα ΑΔΜΗΕ ΑΕ, δεδομένου, άλλωστε, ότι η αίτηση ακυρώσεως κατατέθηκε μόλις την 61η ημέρα από την ανάρτηση της πράξης (πρβλ. ΣτΕ 1469/2018 σκ. 7, 674/2018 σκ. 10, 2657/2015).

6. Επειδή, στο άρθρο 14 του ν. 4001/2011 με τίτλο “Ανάπτυξη υποδομών και παρακολούθηση προγράμματος ανάπτυξης” ορίζονται τα εξής: “1. Η ΡΑΕ, μετά από δημόσια διαβούλευση με τους υφιστάμενους και δυνητικούς χρήστες, αποφασίζει σχετικά με τροποποιήσεις των Προγραμμάτων Ανάπτυξης που καταρτίσθηκαν από τους αρμόδιους Διαχειριστές Μεταφοράς. Η ΡΑΕ δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης και εξετάζει: α) εάν το Πρόγραμμα Ανάπτυξης καλύπτει όλες τις ανάγκες που προσδιορίστηκαν κατά τη διαδικασία της ως άνω διαβούλευσης, ιδιαίτερα δε τις επενδυτικές ανάγκες, β) εάν το Πρόγραμμα Ανάπτυξης είναι σύμφωνο προς το αντίστοιχο διακοινοτικό, μη δεσμευτικό, δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης των συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου που καταρτίζεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς (ΕΚ) 714/2009 και 715/2009 (L 211) και στη συνέχεια δύναται να ζητήσει από τον αρμόδιο Διαχειριστή Μεταφοράς να τροποποιήσει ανάλογα το Πρόγραμμά του. Εάν προκύψει αμφιβολία όσον αφορά τη συμφωνία ή μη του Προγράμματος Ανάπτυξης με το αντίστοιχο διακοινοτικό, η ΡΑΕ συμβουλεύεται τον Οργανισμό Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 713/2009.… 3. Η ΡΑΕ παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή των Προγραμμάτων Ανάπτυξης. Επίσης, η ΡΑΕ παρακολουθεί το χρόνο που χρειάζονται οι Διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς και των Δικτύων Διανομής για την πραγματοποίηση των συνδέσεων χρηστών, την υλοποίηση επισκευών και την παροχή υπηρεσιών στους χρήστες των Συστημάτων και των Δικτύων τους. Η ΡΑΕ δύναται να καθορίζει προθεσμίες σχετικά με τα ανωτέρω, καθώς και ποινικές ρήτρες που καταπίπτουν υπέρ των χρηστών σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών.” Στη συνέχεια, στο άρθρο 94 του ν. 4001/2011 με τον ειδικότερο τίτλο “Καθήκοντα του Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (άρθρο 12 της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ) ορίζονται τα εξής: “1. … 2. Ο Διαχειριστής: α….ιγ. Εκπονεί κάθε έτος, κατόπιν διαβούλευσης με όλους τους υφιστάμενους και μελλοντικούς χρήστες του ΕΣΜΗΕ, δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ), το οποίο υποβάλλει προς έγκριση στη ΡΑΕ και δημοσιεύει στην ιστοσελίδα του, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 108. ...” Στο δε άρθρο 108 με τίτλο “Ανάπτυξη του ΕΣΜΗΕ και εξουσία λήψης αποφάσεων για επενδύσεις (Άρθρο 22 της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ) ορίζεται ότι: “1. Η ΑΔΜΗΕ ΑΕ καταθέτει έως την 31η Μαρτίου εκάστου έτους στη ΡΑΕ, κατόπιν προηγούμενης διαβούλευσης με όλους τους ενδιαφερομένους, δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ, το οποίο αφορά την περίοδο με έναρξη την 1η Ιανουαρίου του αμέσως επόμενου έτους και βασίζεται στην υφιστάμενη και την προβλεπόμενη προσφορά και ζήτηση. Το Πρόγραμμα περιέχει αποτελεσματικά μέτρα με στόχο να διασφαλίζεται η επάρκεια του Συστήματος και η ασφάλεια του εφοδιασμού. 2. Συγκεκριμένα, το δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ: (α) προσδιορίζει τις κυριότερες υποδομές μεταφοράς που πρέπει να κατασκευαστούν ή να αναβαθμιστούν κατά τα επόμενα δέκα (10) έτη συμπεριλαμβανομένων και των απαραίτητων υποδομών για τη διείσδυση των ΑΠΕ, (β) περιέχει όλες τις επενδύσεις που ήδη έχουν περιληφθεί σε προηγούμενα προγράμματα ανάπτυξης και προσδιορίζει τις νέες επενδύσεις των οποίων η έναρξη υλοποίησης προβλέπεται μέσα στην επόμενη τριετία, (γ) παρέχει τεχνοοικονομική ανάλυση σκοπιμότητας για τα σημαντικά έργα μεταφοράς του εδαφίου β΄ ανωτέρω, ιδίως αυτά που αφορούν διεθνείς διασυνδέσεις και διασυνδέσεις νήσων με το Σύστημα Μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων χρονοδιαγράμματος υλοποίησης, εκτιμώμενων χρηματικών ροών αναγκών χρηματοδότησης των επενδυτικών σχεδίων των υπόψη έργων. 3. Κατά τη διαμόρφωση του δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ, η ΑΔΜΗΕ ΑΕ προβαίνει σε εύλογες παραδοχές όσον αφορά τη διαθεσιμότητα του παραγωγικού δυναμικού, την εξέλιξη της ζήτησης και του διασυνοριακού εμπορίου, λαμβάνοντας υπόψη τα επενδυτικά σχέδια για τα περιφερειακά δίκτυα και τα δίκτυα κοινοτικής εμβέλειας. 4. Η ΡΑΕ θέτει σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο του δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ κατά τρόπο ανοικτό και διαφανή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του παρόντος νόμου. Η ΡΑΕ αξιολογεί και δημοσιεύει το αποτέλεσμα της διαδικασίας διαβουλεύσεων στην ιστοσελίδα της. 5. Η ΡΑΕ εξετάζει εάν το δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ καλύπτει όλες τις επενδυτικές ανάγκες που προσδιορίστηκαν κατά τη διαδικασία των διαβουλεύσεων και εάν είναι σύμφωνο προς το μη δεσμευτικό κοινοτικό δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων (διακοινοτικό πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων) που αναφέρεται στο άρθρο 8 παρ. 3 στοιχείο β΄ του Κανονισμού (ΕΚ) 714/2009. … Η ΡΑΕ δύναται να ζητήσει από την ΑΔΜΗΕ ΑΕ να τροποποιήσει το δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ. 6. Η ΡΑΕ παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή του δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ, εκπονεί και δημοσιοποιεί σχετική έκθεση. (…) 11. (Όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 4414/2016, Α΄ 149.) Στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΣΜΗΕ καθορίζονται ιδίως οι διαδικασίες που ακολουθούνται, οι σχετικές προθεσμίες, οι υπόχρεοι καταβολής τιμημάτων και τελών και οι σχετικές μεθοδολογίες και οι παράμετροι αυτών για τον υπολογισμό και επιμερισμό των επιβαρύνσεων, τα βασικά στοιχεία για την οργάνωση των διαγωνιστικών διαδικασιών που ακολουθούνται, οι χρηματοοικονομικές διευθετήσεις, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και κάθε άλλο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.” Εξάλλου, στο άρθρο 108Α του ν. 4001/2011, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 4414/2016, ορίζονται τα εξής: “1. Με απόφαση της ΡΑΕ που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κριτήρια, η μεθοδολογία, η διαδικασία εξέτασης της οικονομικής αποδοτικότητας και τεχνικής δυνατότητας ηλεκτροδότησης ενός ή περισσοτέρων Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών (ΜΔΝ) μέσω της διασύνδεσής τους με το ΕΣΜΗΕ ή το Διασυνδεδεμένο με αυτό ΕΔΔΗΕ, σε σχέση με την εξακολούθηση της ηλεκτροδότησής του(ς) ως ΜΔΝ, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα που αφορά την αξιολόγηση αυτή, συμπεριλαμβανομένων και των ενεργειών των αρμόδιων διαχειριστών ΕΣΜΗΕ και ΕΔΔΗΕ και Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, ως προς το ζήτημα αυτό. Η απόφαση αυτή αφορά σε Συστήματα ΜΔΝ των οποίων τα έργα διασύνδεσής τους με το ΕΣΜΗΕ ή το Διασυνδεδεμένο με αυτό ΕΔΔΗΕ δεν έχουν περιληφθεί στο Δεκαετές Σχέδιο Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 108 ή το αντίστοιχο Σχέδιο Ανάπτυξης του ΕΔΔΗΕ κατά το άρθρο 128. 2. Η ΡΑΕ καθορίζει με απόφασή της τον οικονομικά αποδοτικότερο τρόπο ηλεκτροδότησης ενός ή περισσότερων Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, κατόπιν κοινής εισήγησης που υποβάλλεται από τους Διαχειριστές ΕΣΜΗΕ, ΕΔΔΗΕ και Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα κριτήρια και τον τρόπο που καθορίζονται στην απόφαση της παρ. 1. Η εισήγηση αυτή βασίζεται σε πόρισμα ομάδας εργασίας που συνίσταται με απόφαση της ΡΑΕ βάσει του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 4001/2011, με αντικείμενο τη διερεύνηση των τεχνικοοικονομικών επιλογών ηλεκτροδότησης των ΜΔΝ. Η τεχνικοοικονομική διερεύνηση πραγματοποιείται βάσει προκαταρκτικής εξέτασης τεχνικών λύσεων διασύνδεσης ή αυτόνομης ανάπτυξης του ηλεκτρικού συστήματος ΜΔΝ που στηρίζεται στις επικρατούσες τεχνολογικές επιλογές και τη διεθνή εμπειρία από την κατασκευή παρόμοιων έργων. Στους οικείους Κώδικες Διαχείρισης μπορεί να εξειδικεύονται ζητήματα σχετικά με την τεχνικοοικονομική εξέταση των επιλογών ηλεκτροδότησης των ΜΔΝ για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. 3. Η διαδικασία της παρ. 2 ολοκληρώνεται έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2017 για το σύνολο των μη διασυνδεδεμένων νησιών. Το διάστημα αυτό μπορεί να παρατείνεται με αιτιολογημένη απόφαση της ΡΑΕ έως ένα (1) έτος, εφόσον έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποφάσεις για Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά που καλύπτουν τουλάχιστον το 70% της κατανάλωσης του συνόλου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, όπως καταγράφηκε, κατά το τελευταίο, σε σχέση με τη λήψη της απόφασης αυτής, ημερολογιακό έτος λειτουργίας τους. (…) 7. Για έργα ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ που αφορούν διασυνδέσεις Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, τα οποία υλοποιούνται μέσω των διαδικασιών της παραγράφου 7(β) του άρθρου 108 και των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 108Α, ο Διαχειριστής ΕΣΜΗΕ συστήνει και διαχειρίζεται Ειδικό Λογαριασμό Διασυνδέσεων ΜΔΝ για την αποπληρωμή των επενδύσεων αυτών. Στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΣΜΗΕ καθορίζονται τα έσοδα και τα έξοδα του λογαριασμού αυτού και κάθε ειδικότερο θέμα για τη διαχείρισή του. 8. Οι όροι και οι προϋποθέσεις υλοποίησης των έργων διασυνδέσεων ΜΔΝ, ανεξάρτητα από το φορέα και τον τρόπο υλοποίησής τους, θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιβαρύνσεις των καταναλωτών, ανά κατηγορία καταναλωτή, συνολικά από χρεώσεις ΥΚΩ και τέλη χρήσης ΕΣΜΗΕ ή ΕΔΔΗΕ, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι χρεώσεις για την εκτέλεση των διασυνδέσεων αυτών, δεν υπερβαίνουν τις αντίστοιχες επιβαρύνσεις που θα προέκυπταν στην περίπτωση μη υλοποίησης των διασυνδέσεων αυτών. 9. Για κάθε έργο ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ που αφορά διασύνδεση Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, ανεξαρτήτως φορέα και τρόπου υλοποίησης, καθορίζεται κατά την ένταξη του έργου στο ΔΠΑ ή την ανάθεσή του κατά τη διαδικασία της παρ. 7(β) του άρθρου 108, δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Σε περίπτωση καθυστέρησης ολοκλήρωσης του έργου, με βάση το δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, η οποία δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία ή δικαστική αναστολή ή σε άλλη αντικειμενική αδυναμία, επιβάλλεται με απόφαση της ΡΑΕ στον αρμόδιο Διαχειριστή, εφόσον το έργο έχει ενταχθεί στο αντίστοιχο Πρόγραμμα / Σχέδιο Ανάπτυξης, είτε στον ανάδοχο που επιλέγεται μέσω εφαρμογής της διαδικασίας της παρ. 7(β) του άρθρου 108, ρήτρα για κάθε έτος καθυστέρησης, υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού που τηρείται για τις ΥΚΩ βάσει του άρθρου 55. Η συνδρομή της ανωτέρας βίας ή άλλης αντικειμενικής αδυναμίας διαπιστώνεται με απόφαση της ΡΑΕ κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του αρμόδιου Διαχειριστή ή του αναδόχου, κατά περίπτωση. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού και η διαδικασία επιβολής και είσπραξης της ρήτρας αυτής. Ο υπολογισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις δαπάνες ΥΚΩ που θα αποφεύγονταν σε περίπτωση υλοποίησης της διασύνδεσης αυτής.”.

7. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι το Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΔΠΑ) του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) περιόδου 2017-2026, το οποίο εγκρίθηκε από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας με την 280/4.8.2016 απόφασή της (Β΄ 2534/17.8.2016), κατ’ άρθρ. 14, 94, 108 του ν. 4001/2011 όπως ισχύει, προσδιορίζει τις κυριότερες υποδομές μεταφοράς που πρέπει να κατασκευαστούν ή να αναβαθμιστούν κατά τα επόμενα δέκα έτη, περιέχει όλες τις επενδύσεις που ήδη έχουν περιληφθεί σε προηγούμενα προγράμματα ανάπτυξης και προσδιορίζει τις νέες επενδύσεις των οποίων η έναρξη υλοποίησης προβλέπεται μέσα στην επόμενη τριετία, παρέχει δε τεχνοοικονομική ανάλυση σκοπιμότητας για τα σημαντικά έργα μεταφοράς, ιδίως αυτά που αφορούν διεθνείς διασυνδέσεις και διασυνδέσεις νήσων με το Σύστημα Μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων χρονοδιαγράμματος υλοποίησης, εκτιμώμενων χρηματικών ροών και αναγκών χρηματοδότησης των επενδυτικών σχεδίων των υπόψη έργων. Ειδικότερα, το προταθέν έργο διασύνδεσης της Κρήτης αξιολογείται ως εξής: “Στο τελευταίο εγκεκριμένο ΔΠΑ περιόδου 2014-2023 [απόφαση 560/2013 της ΡΑΕ, Β΄ 3297/24.12.2013], προκρίθηκε η λύση διασύνδεσης του ηλεκτρικού συστήματος της Κρήτης με το ΕΣΜΗΕ στην περιοχή της Αττικής μέσω διπολικού συνδέσμου ΣΡ συνολικής ονομαστικής ικανότητας 700-1000 MW. Ο ΑΔΜΗΕ στο παρόν ΔΠΑ 2017-2026 εκτιμά ότι ο απαιτούμενος χρόνος υλοποίησης της λύσης της διασύνδεσης ΣΡ με την Αττική θα είναι της τάξεως των 9 ετών λόγω αδειοδοτικών ζητημάτων αλλά και αντικειμενικών δυσκολιών που σχετίζονται με τις γεωλογικές συνθήκες κατά μήκος της διαδρομής πόντισης των καλωδίων. Στο ΔΠΑ 2017-2026 γίνεται αναφορά για πρώτη φορά στα ζητήματα που αναφύονται στην ανάπτυξη του ΕΣΜΗΕ λόγω της ανάγκης προσαρμογής στις νέες Οδηγίες 2010/75/ΕΕ περί βιομηχανικών εκπομπών και 2015/2193/ΕΕ για τον περιορισμό των εκπομπών ορισμένων ρύπων στην ατμόσφαιρα από μεσαίου μεγέθους μονάδες καύσης. Λόγω του νέου θεσμικού πλαισίου, ο ΑΔΜΗΕ εκτιμά ότι τα προσεχή χρόνια το σύστημα της Κρήτης με μεγάλη πιθανότητα θα αντιμετωπίσει ζητήματα επάρκειας ισχύος (λαμβανομένης υπόψη και της παλαιότητας πολλών εκ των υφιστάμενων μονάδων). Η διασύνδεση της Κρήτης κατά τον ΑΔΜΗΕ αποκτά χαρακτήρα “επείγοντος” καθιστώντας το χρόνο υλοποίησης την κρισιμότερη παράμετρο για την επιλογή της τεχνικής λύσης για τη διασύνδεση. Με βάση τα νέα δεδομένα και έπειτα από εξέταση διάφορων εναλλακτικών σεναρίων διασύνδεσης ο ΑΔΜΗΕ προκρίνει στο παρόν ΔΠΑ τη διασύνδεση του νησιού σε δύο φάσεις ως εξής: Φάση Ι: Διασύνδεση ΕΡ 150 KV ικανότητας. ΙΙ: Διασύνδεση ΣΡ ικανότητας 2χ350 MW Κρήτη – Αττική. Ως προς τη συνολική μεταφορική ικανότητα της διασύνδεσης η ΡΑΕ διατυπώνει την άποψη ότι ένα έργο τέτοιας στρατηγικής και οικονομικής σημασίας για τη χώρα, όπως είναι το έργο διασύνδεσης της Κρήτης, πρέπει να έχει τη δυνατότητα κάλυψης των αναγκών του νησιού τουλάχιστον σε βάθος 20ετίας, κάτι που διασφαλίζεται με την κατά το δυνατόν παράλληλη υλοποίηση των δύο φάσεων. Περαιτέρω είναι αναγκαία η συσχέτισή του με την ενδεχόμενη ανάγκη διασύνδεσης στο ΕΣΜΗΕ και άλλων μη διασυνδεδεμένων νησιών στο σύμπλεγμα της Δωδεκανήσου. Αναφορικά με τη Φάση Ι, η ΡΑΕ θεωρεί ότι αυτή ολοκληρώνει έναν ορθολογικό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό διασύνδεσης της Κρήτης με το ΕΣΜΗΕ, καθώς διασφαλίζει σε ικανοποιητικό βαθμό την επάρκεια ηλεκτροδότησης του νησιού μέσω διασυνδέσεων, δεδομένου ότι προσθέτει κλάδο διασύνδεσης που εκκινεί από τελείως διαφορετικό σημείο του ΕΣΜΗΕ (Υ/Σ Μολάων) έναντι της διασύνδεσης από Αττική, και καταλήγει επίσης σε διαφορετικό σημείο του συστήματος της Κρήτης (Χανιά), ακολουθώντας προφανώς διαφορετική όδευση. Λαμβανομένης δε υπόψη και της άποψης του Διαχειριστή σχετικά με την έλλειψη χρονικών περιθωρίων και τον κίνδυνο μη εξασφάλισης της επάρκειας ισχύος του νησιού, η κατασκευή της διασύνδεσης της Κρήτης με καλώδια εναλλασσόμενου ρεύματος - AC από τον Υ/Σ Μολάων, όπως προτείνεται από τον ΑΔΜΗΕ, κρίνεται αναγκαία, με υπογειοποίηση των προτεινόμενων ή άλλων τμημάτων του έργου, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις και απαιτήσεις που θα προκύψουν κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου. Αναφορικά με τη Φάση ΙΙ, με δεδομένο ότι το έργο αυτό είχε ενταχθεί στα έργα πρώτης τριετίας στο εγκεκριμένο ΔΠΑ 2014-2023 με πενιχρή, ωστόσο, πρόοδο υλοποίησης μέχρι σήμερα και με δεδομένη την αναγκαιότητα ασφάλειας εφοδιασμού της Κρήτης, ακόμα και μετά την ολοκλήρωση της Φάσης Ι, ο ΑΔΜΗΕ πρέπει να προβεί άμεσα και σε κάθε περίπτωση εντός του έτους 2016, στις αναγκαίες ενέργειες για την έναρξη μελετών και αδειοδοτήσεων, όπως ιδίως την εκπόνηση της μελέτης βυθού. Η Αρχή θεωρεί σημαντικό να συντμηθεί το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της Φάσης ΙΙ ώστε αυτή να ολοκληρωθεί το αργότερο εντός του 2021, γεγονός που συνάδει και με τη διεθνή πρακτική για αντιστοίχου μεγέθους έργα (π.χ. HVDC διασύνδεση Σαρδηνίας και ηπειρωτικό Ιταλίας). ... Το έργο της Διασύνδεσης της Κρήτης, συνολικά των Φάσεων Ι και ΙΙ, δύναται να χαρακτηρισθεί ως έργο γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας, δεδομένου ότι στοχεύει στην εξασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού του νησιού, τη μείωση του κόστους παραγωγής και επακολούθως τη μείωση των χρεώσεων με τις οποίες επιβαρύνονται οι καταναλωτές όλης της Επικράτειας για τις σχετικές Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταβληθεί μέγιστη προσπάθεια για την έγκαιρη υλοποίησή του χωρίς τις καθυστερήσεις των απαλλοτριώσεων που θα επιφέρουν σοβαρές επιπτώσεις στην έγκαιρη υλοποίηση των σχετικών έργων και της απορρόφησης των πόρων. Για το λόγο αυτό κρίνεται αναγκαίο να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 15 του ως άνω νόμου 3175/2003 ώστε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες αδειοδότησης και υλοποίησης. ... Η διασύνδεση της Κρήτης με καλώδια AC από τον Υποσταθμό Μολάων θα κατασκευαστεί όπως προτείνεται από τον ΑΔΜΗΕ, με υπογειοποίηση των προτεινόμενων ή άλλων τμημάτων του έργου, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις και απαιτήσεις που θα προκύψουν κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου.” Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, με “ειδική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου για την υπαγωγή στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 7Α του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και παροχή εξουσιοδότησης στα αρμόδια όργανα για την κήρυξη απαλλοτριώσεων” (26/20.12.2017, Α΄ 199), το σχεδιαζόμενο έργο χαρακτηρίστηκε ως έργο γενικότερης σημασίας για την οικονομία της χώρας που στοχεύει στην ουσιώδη βελτίωση των υποδομών, στην περιφερειακή ανάπτυξη και στην επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας (άρθρο τρίτο παράγραφος 5.1).

8. Επειδή, στη συνέχεια, κατά το μήνα Δεκέμβριο 2016 και κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001 και της ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ ΕΥΠΕ/οικ.107017 (Β΄ 1225/5.9.2006) με την οποία εναρμονίστηκε η εθνική νομοθεσία προς την ως άνω Οδηγία, υποβλήθηκε από την ΑΔΜΗΕ ΑΕ στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) του Προγράμματος «Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης Συστήματος Μεταφοράς 2017-2026», με σκοπό τον εντοπισμό, την περιγραφή και αξιολόγηση των ενδεχόμενων σημαντικών επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρει η εφαρμογή των προτάσεων του Προγράμματος στο περιβάλλον και στις ειδικά προστατευόμενες περιοχές και την πρόταση μέτρων αντιμετώπισης των επιπτώσεων αυτών. Με την ΚΥΑ εγκρίσεως της ως άνω ΣΜΠΕ προτείνεται ειδικότερα: “αν είναι τεχνικο-οικονομικά εφικτό και περιβαλλοντικά ορθό να επιλέγεται εκείνη η χάραξη που βρίσκεται εκτός των προστατευόμενων ... περιοχών” (βλ. Κεφ. Δ5). Στο Κεφάλαιο 3 της μελέτης ΣΜΠΕ, το Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΜΗΕ γενικά αλλά και το έργο της διασύνδεσης της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα ειδικότερα, συσχετίζεται, μεταξύ άλλων, με το Θεματολόγιο 2030 των Ηνωμένων Εθνών, τη Στρατηγική “Ευρώπη 2020”, την Εθνική Στρατηγική για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, την Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Στρατηγική, τον Ενεργειακό χάρτη πορείας για το 2050 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Εθνικό Οδικό Ενεργειακό Χάρτη Πορείας για το 2050 και την πολιτική για το περιβάλλον. Εξάλλου, στο κεφάλαιο 4 της ΣΜΠΕ τα “οφέλη από την υλοποίηση του έργου της διασύνδεσης της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα, περιλαμβανόμενων των επιδράσεων στην τοπική και εθνική οικονομία” περιγράφονται ως εξής: “Το έργο θα συνεισφέρει ουσιωδώς στην επίλυση της πλειοψηφίας των ζητημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα το αυτόνομο και απομονωμένο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής της νήσου Κρήτης ...: (α) Στο μεταβλητό κόστος παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω της χρήσης πετρελαίου από τους τοπικούς σταθμούς παραγωγής, το οποίο αντανακλάται εθνικώς σε σημαντικότερη επιβάρυνση των καταναλωτών για κάλυψη των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας. Η επιβάρυνση αυτή υπολογίζεται σε ποσό άνω των 300.000.000 ευρώ ετησίως. (β) Στο μεγάλο ετήσιο ρυθμό αύξησης του φορτίου της νήσου. Πράγματι, η συνολική ζήτηση της νήσου Κρήτης σε ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει το 5% της συνολικής ζήτησης της χώρας και ιστορικά εμφάνιζε μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το ΕΣΜΗΕ. Ακόμα και μετά το έτος 2008, όπου χρονικώς τοποθετείται η απαρχή της οικονομικής κρίσης, η ζήτηση της ηλεκτρικής ενέργειας στη νήσο Κρήτη παρουσίασε μικρότερο μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης της ζήτησης σε σχέση με το ΕΣΜΗΕ (0,7% έναντι 1,3% στο ΕΣΜΗΕ). (γ) Στην αδυναμία εξεύρεσης χώρων για την ενίσχυση των τοπικών σταθμών παραγωγής ή την ανάπτυξη νέων. Το φορτίο αυτό κατά τους θερινούς μήνες καλύπτεται οριακώς από τους τοπικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. (δ) Στα προβλήματα ευστάθειας που δημιουργεί η διείσδυση των ΑΠΕ στο αυτόνομο ηλεκτρικό σύστημα της νήσου Κρήτης. (ε) Στο χαμηλό επίπεδο αξιοπιστίας τροφοδότησης της νήσου με ηλεκτρική ενέργεια, ειδικά σε περιπτώσεις βλαβών στο τοπικό σύστημα ηλεκτροπαραγωγής. Στο ως άνω Κεφάλαιο 4 της μελέτης ΣΜΠΕ η αναγκαιότητα της διασύνδεσης της Κρήτης με το ΕΣΜΗΕ τεκμηριώνεται ως εξής: Η διασύνδεση ... αποτελεί πλέον ένα αναγκαίο έργο όσον αφορά τη σκοπιμότητα υλοποίησής του. Στο τελευταίο εγκεκριμένο ΔΠΑ περιόδου 2014-2023 προκρίθηκε η λύση διασύνδεσης του συστήματος Κρήτης με την περιοχή της Αττικής. Από τη διερεύνηση που πραγματοποίησε ο ΑΔΜΗΕ φαίνεται ότι ο απαιτούμενος χρόνος υλοποίησης της διασύνδεσης με την Αττική θα είναι της τάξεως των 9 ετών λόγω αδειοδοτικών ζητημάτων αλλά και αντικειμενικών δυσκολιών που σχετίζονται με τις γεωλογικές συνθήκες κατά μήκος της διαδρομής πόντισης των καλωδίων. Λαμβανομένων υπόψη και των νέων δεδομένων που διαμορφώνονται από την εφαρμογή των Οδηγιών 2010/75/ΕΕ και 2015/2193/ΕΕ, κατά το προηγούμενο διάστημα εξετάστηκαν εκ νέου διεξοδικά και σε βάθος διαφορετικές τοπολογίες διασύνδεσης του νησιού και έγινε μια πολυκριτηριακή αποτίμηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων. Στο πλαίσιο αυτό εξετάστηκε ένα μεγάλο πλήθος πιθανών λύσεων. 

Η συγκριτική αποτίμηση των ωφελειών από την υλοποίηση κάθε σεναρίου διασύνδεσης έγινε λαμβάνοντας υπόψη ένα πλήθος παραγόντων και παραμέτρων, που μπορούν να διακριθούν σε τεχνικούς, όπως τεχνολογία διασύνδεσης (ΕΡ-ΣΡ), σημεία σύνδεσης στο ΕΣΜΗΕ και στην Κρήτη, μεταφορική ικανότητα διασύνδεσης, τάση διασύνδεσης (150kv – 220kv – 400kv), επίδραση στο ΕΣΜΗΕ και το Σύστημα της Κρήτης απαιτούμενες ενισχύσεις), οικονομικούς, σχετιζόμενους με το κόστος, τη χρονική διάρκεια υλοποίησης και την επιτυγχανόμενη εξοικονόμηση ΥΚΩ, περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς κλπ, αποτιμώντας το αναμενόμενο κόστος επένδυσης κάθε λύσης και τα προσδοκώμενα οφέλη από τη διασύνδεση … Με βάση προκαταρκτική διερεύνηση που πραγματοποιήθηκε από το Τμήμα Γεωλογίας του Εργαστηρίου Θαλάσσιας Γεωλογίας και Φυσικής Ωκεανογραφίας του Πανεπιστημίου Πατρών (…2014) προέκυψαν τα ακόλουθα συμπεράσματα: Οι οδεύσεις από την Κρήτη προς τη Νοτιοανατολική Πελοπόννησο έχουν μικρότερο μήκος και βάθος πόντισης, παρουσιάζουν σημαντικά μικρότερο μήκος ταφής του καλωδίου και διέρχονται από λιγότερα σημεία που χρήζουν προσοχής λόγω γεωλογικών κινδύνων. Υπάρχουν θετικές ενδείξεις καταλληλότητας της υποβρύχιας όδευσης μεταξύ Νοτιοανατολικής Πελοποννήσου και Κρήτης, όπως προκύπτει και από παλαιότερες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της αρχικής απόπειρας σύνδεσης της Κρήτης με το Ηπειρωτικό Σύστημα. Συνεκτιμώντας τα αποτελέσματα της πιο πάνω διερεύνησης, προκρίνεται η διασύνδεση του νησιού σε δύο φάσεις ως εξής: Φάση Ι: Διασύνδεση Κρήτη – Πελοπόννησος. Η διασύνδεση της Κρήτης με την Πελοπόννησο σχεδιάζεται να γίνει μέσω 2 κυκλωμάτων ΕΡ 150kv, μεταφορικής ικανότητας 200MVA έκαστο. Ως σημεία σύνδεσης έχουν επιλεγεί η ευρύτερη περιοχή του ακρωτηρίου Μαλέα, στην Πελοπόννησο και ο Υ/Σ Χανιά Ι, στην Κρήτη. Το προϋπολογιζόμενο κόστος του έργου είναι της τάξεως των 330 εκ. Ευρώ. (…) Φάση ΙΙ: Διασύνδεση Κρήτη – Αττική. Η διασύνδεση της Κρήτης με την Αττική θα γίνει με χρήση συνδέσμου ΣΡ και η μεταφορική ισχύς θα είναι 700MW (2x350MW), αν και ανάλογα με τις τεχνικές εξελίξεις (τάση λειτουργίας, στοιχεία μοναδιαίου κόστους κλπ.) και ιδίως την πορεία ωρίμανσης και υλοποίησης μεγάλων έργων ΑΠΕ στην Κρήτη, το μέγεθος του συνδέσμου θα επανεξετάζεται συνεχώς για πιθανή αναθεώρηση (μέχρι το επίπεδο των 1000MW), ανάλογα με τις ανάγκες που θα προκύπτουν. (...)” Εξάλλου, στο Κεφάλαιο 6 της μελέτης ΣΜΠΕ επισημαίνεται ότι ο σχεδιασμός λαμβάνει υπόψη το δίκτυο Natura και τις προστατευόμενες εν γένει περιοχές, στο Κεφάλαιο 7 εκτιμώνται και αξιολογούνται γενικά οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εναέριων γραμμών μεταφοράς και της επέκτασης των υφιστάμενων ΚΥΤ, με ειδικότερη αναφορά στα πιθανά προβλήματα από την εγκατάσταση υποθαλάσσιων καλωδίων και τον προτεινόμενο τρόπο αντιμετώπισης αυτών, ενώ καταγράφονται όλες οι περιβαλλοντικές παράμετροι του σχεδιασμού, οι περιβαλλοντικοί στόχοι και τα κριτήρια αξιολόγησης.

9. Επειδή, η διασύνδεση της Κρήτης με το Ελληνικό Διασυνδεδεμένο Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας προβλέπεται, ευθέως ή εμμέσως, και στα εγκριθέντα πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης Γενικό και άλλα Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου ανάπτυξης, ως εξής: Στο Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης του έτους 2008, το οποίο εγκρίθηκε με την απόφαση 6876/4872/12.6.2008 της Ολομέλειας της Βουλής (Α΄ 128), σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2742/1999 (Α΄ 207), προβλέπεται ειδικώς [άρθρο 6 στ. Β΄ (Ενέργεια) 2 (Υποδομές Ενέργειας) δ΄ (Ριζική βελτίωση του συστήματος παραγωγής και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας)] η «Σύνδεση του συνόλου των κατοικημένων νησιών της χώρας με το δίκτυο μεταφοράς ενέργειας του ηπειρωτικού τμήματος της χώρας, δηλαδή με το διασυνδεδεμένο δίκτυο της ΔΕΗ, τα οποία θα διατηρούν σε εφεδρεία και τις αυτόνομες μονάδες παραγωγής ενέργειάς τους». Περαιτέρω δε, για τον τομέα της ενέργειας, διαπιστώνονται ειδικότερα τα εξής: “(α) Η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται κυρίως στη Δυτική Μακεδονία ενώ καταναλώνεται ιδίως στα ανατολικά και τα νότια διαμερίσματα της χώρας. Κριτήριο χωροθέτησης των δικτύων παραγωγής και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν οι πηγές ενέργειας του ελλαδικού χώρου. (β) Τα στρατηγικής σημασίας δίκτυα διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας είναι διασυνδεδεμένα με τα δίκτυα των γειτονικών χωρών και χωροθετούνται κυρίως στον άξονα ανάπτυξης Βορρά-Νότου, με γνώμονα την εξυπηρέτηση του πληθυσμού των μεγάλων αστικών κέντρων και των περί αυτά εγκατεστημένων δραστηριοτήτων. (γ) Το νησιωτικό σύστημα δεν είναι ουσιαστικά διασυνδεδεμένο και εξυπηρετείται κυρίως από αυτόνομα δίκτυα. (δ) Το δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου από τη Ρωσία ακολουθεί επίσης τον άξονα ανάπτυξης, στο νότιο άκρο του οποίου (Ρεβυθούσα) υπάρχει σταθμός αποθήκευσης υγροποιημένου φυσικού αερίου που μεταφέρεται διά θαλάσσης. (ε) Οι σταθμοί φόρτωσης πετρελαίου και τα διυλιστήρια βρίσκονται στις ευρύτερες περιφέρειες των δύο μητροπολιτικών κέντρων. (στ) Το 2006 οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κάλυψαν μόλις το 11,5% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρισμού στην Ελλάδα, με το 9,71% από Υ-Η μονάδες 1,5% από αιολική ενέργεια και 0,23% από βιοαέριο. Εκτιμάται ότι στο άμεσο μέλλον θα υπάρξει ουσιαστική αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στην παραγωγή ενέργειας, ιδίως με την ανάπτυξη αιολικής ενέργειας.” Όσον αφορά δε την Περιφέρεια Πελοποννήσου, στην 25294/25.6.2003 απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία εγκρίθηκε το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Πελοποννήσου (Β΄ 1485), αναφέρεται ως προς το ζήτημα της ενέργειας (άρθρο 3 σημ.Α1.3.2 “Δίκτυα Τεχνικής Υποδομής”) ότι υπάρχει επάρκεια ενέργειας για το σύνολο της Περιφέρειας που καλύπτεται ισότιμα από το διασυνδεδεμένο δίκτυο της ΔΕΗ. Εξάλλου, στην 25291/2003 απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία εγκρίθηκε το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Κρήτης (Β΄ 1486), ορίζονται, στις σελίδες 20828, 20829 και 20838, αντιστοίχως, ότι στόχος του Πλαισίου είναι η “αντιμετώπιση των οξυμένων προβλημάτων στους κρίσιμους τομείς της αξιόπιστης κάλυψης της ηλεκτρικής ισχύος κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παραγωγής ενέργειας και της διαχείρισης του υδάτινου δυναμικού, με ενίσχυση των τοπικών δυνατοτήτων, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις χωροταξικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους. Επισημαίνεται ότι ιδιαίτερα στις ΑΠΕ και τις τεχνολογίες που αναπτύσσονται γύρω από αυτές η Κρήτη θα μπορούσε να αποτελέσει κέντρο ανάπτυξης επιδεικτικών πιλοτικών και παραγωγικών εφαρμογών και μεταφοράς τεχνολογίας στις γύρω περιοχές”, ότι “ως προς το σύστημα των υποστηρικτικών δομών θα προωθούνται εκείνες που αξιοποιούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και προσδίδουν στην Περιφέρεια τα χαρακτηριστικά που αναδεικνύουν την ανταγωνιστικότητά της. Η χωρική οργάνωση της παραγωγής ενέργειας θα υποστηρίζεται κυρίως από τους δύο υφιστάμενους σταθμούς, στους οποίους αναλαμβάνονται σταδιακά σημαντικές δράσεις εκσυγχρονισμού και βελτίωσης...”, ενώ ως προς τον εκσυγχρονισμό του συστήματος μεταφοράς και διανομής του ηλεκτρισμού αναφέρεται ότι “η Περιφέρεια Κρήτης διαθέτει πλήρεις κατευθύνσεις και λεπτομερές σχέδιο Περιφερειακού Ενεργειακού Προγραμματισμού που αφορά στη συμβατική ηλεκτροπαραγωγή και σε όλες τις μορφές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων διείσδυσής τους, καθώς και στην πληροφόρηση – ενημέρωση του κοινού για την ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας. Θεωρείται σκόπιμη η ίδρυση και λειτουργία του Ενεργειακού Κέντρου Περιφέρειας της Κρήτης, που εκτός των άλλων θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη σύνδεση της ενεργειακής συνιστώσας με άλλες περιφερειακές πολιτικές”. Εξάλλου, η κρισιμότητα του σχεδιαζόμενου έργου της διασύνδεσης της Κρήτης με το ηπειρωτικό Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου για την προώθηση της ανάπτυξης του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας της νήσου Κρήτης, για τη σύνδεση και λειτουργία των προτεινόμενων ενεργειακών κόμβων της Νήσου (ενεργειακοί κόμβοι Αθερινόλακκου, Κορακιάς και Ξυλοκαμάρας Χανίων), αλλά και για την αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ, επισημαίνεται και στο αναθεωρημένο Περιφερειακό Χωροταξικό Πλαίσιο της Περιφέρειας Κρήτης που δημοσιεύτηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ [ΥΑ 42284/ 13.10.2017 (ΑΑΠ 260/8.11.2017) με τίτλο “Έγκριση αναθεώρησης του Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου της Περιφέρειας Κρήτης και έγκριση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού”]. Επίσης, προβλέψεις σχετικές με τους όρους και τις προϋποθέσεις εγκατάστασης του σχεδιαζόμενου έργου περιέχονται και στο Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (ΣΧΟΑΑΠ) της Δημοτικής Ενότητας Μονεμβασίας (ΑΑΠ 231/2013): “Άρθρο 6 ‘Γενικές και μεταβατικές διατάξεις – Μορφολογικοί Όροι’: Απαγορεύεται κάθε δόμηση σε ζώνη 50μ εκατέρωθεν του άξονα κάθε γραμμής μεταφοράς ενέργειας 150kv και 400kv και των πυλώνων της, υπό την προϋπόθεση ότι δεν απαιτείται μεγαλύτερη απόσταση από τυχόν εγκριθέντες περιβαλλοντικούς όρους και την κείμενη νομοθεσία. Ο περιορισμός αυτός παύει να ισχύει σε περίπτωση απενεργοποίησης της γραμμής, θα ισχύσει δε για οποιαδήποτε ενδεχόμενη νέα θέση της. (…) Επιτρέπονται σε όλες τις περιοχές εγκαταστάσεις και δίκτυα διανομής ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, ύδρευσης, αποχέτευσης, μετεωρολογικών, γεωδυναμικών και συναφών σταθμών και εγκαταστάσεων λήψης δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν απαγορεύονται από άλλες διατάξεις της παρούσας και εφόσον τηρηθούν οι απαιτούμενες διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης και δεν δημιουργούν όχληση στο περιβάλλον. Ειδικά στις ΠΕΠ Αρχαιολογικών Χώρων και Μνημείων απαιτείται η υπογειοποίηση των δικτύων διανομής ενέργειας και τηλεπικοινωνιών”. Περαιτέρω δε, και στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Νεάπολης Λακωνίας (Δ΄ 567/1985) περιλήφθηκαν προτάσεις για τα απαραίτητα έργα και μελέτες δικτύων υποδομής, ιδίως όσον αφορά το ενεργειακό – τηλεπικοινωνιακό σύστημα και την προσαρμογή των προγραμμάτων ΔΕΗ και ΟΤΕ στα προγράμματα γενικότερης οργάνωσης της περιοχής.

10. Επειδή, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι το σύνθετο έργο της διασύνδεσης του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο χωρικού και ενεργειακού σχεδιασμού και προγραμματισμού. Ειδικότερα, το έργο αυτό έχει συμπεριληφθεί, κατά τα προαναφερόμενα, στα Δεκαετή Προγράμματα Ανάπτυξης (ΔΠΑ) των περιόδων 2014-2023 (διασύνδεση μέσω Αττικής) και 2017-2026 (διασύνδεση μέσω Πελοποννήσου), τα οποία, κατά το νόμο, αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη του συστήματος και των διασυνδέσεων με το υφιστάμενο εθνικό διασυνδεδεμένο σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της ικανότητας μεταφοράς των υφιστάμενων διασυνδέσεων και την ανάπτυξη νέων, περιέχουν τεκμηρίωση της σκοπιμότητας κατασκευής κάθε έργου σε σχέση με κριτήρια, στα οποία προδήλως συμπεριλαμβάνεται η προστασία του περιβάλλοντος (βλ. και άρθρο 261 του προμνημονευομένου Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας), περιλαμβάνουν χρονοδιάγραμμα υλοποίησης κάθε έργου, το οποίο προσδιορίζεται κατ’ εκτίμηση και των απαιτήσεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας που αναφέρεται στην κατάρτιση των απαιτουμένων μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τέλος δε, περιέχουν ομαδοποίηση των έργων ανά γεωγραφική περιοχή, ώστε να επιτυγχάνεται συντονισμός και έγκαιρη επίτευξη των στόχων των ΔΑΠ. Περαιτέρω δε, το τεχνικο-οικονομικά εφικτό του έργου λαμβανομένων υπόψη και των σημαντικών περιβαλλοντικών παραμέτρων του αποτέλεσαν αντικείμενο και της από το Δεκέμβριο του 2016 Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Τέλος, οι αναπτυξιακοί σκοποί αφενός της διασύνδεσης της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα και αφετέρου της χρησιμοποίησης και βελτίωσης των υφιστάμενων υποδομών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, περιλαμβάνονται, κατά τα προαναφερόμενα, στο Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης και στα Περιφερειακά Πλαίσια Κρήτης και Πελοποννήσου, αντιστοίχως. Ενόψει τούτων, το συγκεκριμένο έργο στο οποίο αφορά η προσβαλλόμενη πράξη, έχει ενσωματώσει σχεδιασμό πλειόνων επιπέδων, η συμβατότητα του οποίου (σχεδιασμού) με το άρθρο 24 του Συντάγματος και την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης ειδικώς της Πελοποννήσου δεν αμφισβητείται κατά τρόπο ορισμένο από τους αιτούντες.

11. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ πρέπει να ακυρωθεί διότι ελλείπει ο προηγούμενος χωροταξικός σχεδιασμός για το ένδικο έργο, η έλλειψη δε αυτή παραβιάζει την αρχή της χωρικής διάρθρωσης των δικτύων υποδομών στρατηγικής σημασίας και των δικτύων τεχνικής υποδομής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 1β του ν. 2742/1999 και στα άρθρα 5 παρ. 1Δ του ν. 4269/2014 και 3 παρ. 1ε του ν. 4447/2016, αντιστοίχως. Ειδικότερα προβάλλεται ότι στο Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (Α΄ 128/2006) δεν προβλέπεται συγκεκριμένη όδευση των γραμμών μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος και εν γένει ο τρόπος που θα διασυνδεθούν τα νησιά μεταξύ τους και με την ηπειρωτική χώρα, το είδος των γραμμών, η δυναμικότητά τους κλπ., ενώ ούτε στο Περιφερειακό Πλαίσιο Πελοποννήσου περιέχεται πρόβλεψη για το ένδικο έργο, στο δε Περιφερειακό Χωροταξικό Πλαίσιο Κρήτης περιέχεται μόνο μια γενικόλογη αναφορά στην αυξημένη ζήτηση ενέργειας κατά τους θερινούς μήνες, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με τη διασύνδεση της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα. Εξάλλου, κατά τα προβαλλόμενα από τον αιτούντα Δήμο, η πρόβλεψη του έργου που περιέχεται στο Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ 2017-2026, που εγκρίθηκε με την 280/2016 απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (Β΄ 2534/2016), πέραν του ότι προβλέπει διαφορετικό σημείο προσαιγιάλωσης της Γραμμής στη Λακωνία, δεν στηρίζεται σε προηγούμενη Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση, αντιθέτως δε, η εγκριτική απόφαση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικής Εκτίμησης εκδόθηκε πολύ αργότερα, στις 26.5.2017.

12. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων (σκ. 7-10), οι κρίσιμες παράμετροι του ένδικου έργου αποτέλεσαν αντικείμενο επαρκούς μελέτης και σχεδιασμού στα αντίστοιχα επίπεδα. Ειδικότερα, οι υφιστάμενες υποδομές και επενδύσεις, η τεχνικο-οικονομική σκοπιμότητα του έργου, η δυνατότητα παράλληλης διασύνδεσης της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα τόσο μέσω της Πελοποννήσου όσο και μέσω της Αττικής με τις αντίστοιχες τεχνικές διαφοροποιήσεις (εναλλασσόμενο ρεύμα στην πρώτη περίπτωση, συνεχές ρεύμα στη δεύτερη), το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του έργου δεδομένων και των στενών χρονικών περιθωρίων συμμόρφωσης προς διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα και η τεχνολογία διασύνδεσης, δηλαδή, η αναπτυξιακή διάσταση του έργου, σχεδιάστηκε και μελετήθηκε από τον κατά νόμο αρμόδιο ΔΕΣΜΗΕ και εγκρίθηκε από τη ΡΑΕ στο πλαίσιο του Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης (ΔΠΑ) 2017-2026. Στη συνέχεια, η τεχνικο-οικονομική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα του έργου μελετήθηκε στο πλαίσιο της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία, άλλωστε, δεν απαιτείται από το νόμο να προηγείται των εγκρινόμενων ΔΠΑ. Εξάλλου, ο χωρικός σχεδιασμός του έργου, σε αδρές, κατ’ ανάγκη, γραμμές, υφίστατο ήδη στο Γενικό και στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια Πελοποννήσου και Κρήτης, η δε περαιτέρω εξειδίκευση του χωροταξικού σχεδιασμού νομίμως χωρεί κατά το στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης του έργου. Με τα παραπάνω δεδομένα δεν διαπιστώνονται πλημμέλειες στον εν γένει σχεδιασμό του ένδικου έργου και είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αιτούντα Δήμο.

13. Επειδή, εξάλλου, στην οδηγία 79/409/ΕΟΚ“Περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών” (L. 103), όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένα και εν τέλει κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2009/147/ΕΚ (L. 20), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 1: “Η παρούσα οδηγία αφορά τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών …. 2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα πτηνά, τα αυγά, τις φωλιές και τους οικοτόπους τους”. Άρθρο 2: “Τα κράτη μέλη υιοθετούν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διατηρηθεί ή να προσαρμοσθεί ο πληθυσμός όλων των ειδών των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 σε επίπεδο που να ανταποκρίνεται μεταξύ άλλων στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις”. Άρθρο 3: “1. Λαμβάνοντας υπόψη τις κατά το άρθρο 2 απαιτήσεις, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διαφυλαχθεί, διατηρηθεί ή αποκατασταθεί για όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 είδη πτηνών επαρκής ποικιλία και επιφάνεια οικοτόπων. 2. Η διαφύλαξη, η συντήρηση και η αποκατάσταση των βιοτόπων και των οικοτόπων περιλαμβάνουν προπάντων τα ακόλουθα μέτρα: α) δημιουργία ζωνών προστασίας· β) συντήρηση και διευθέτηση σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων που βρίσκονται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό των ζωνών προστασίας· …”. Άρθρο 4: “1. Για τα είδη που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους. … Τα κράτη μέλη κατατάσσουν κυρίως σε ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών … 2. Ανάλογα μέτρα υιοθετούνται από τα κράτη μέλη για τα αποδημητικά πουλιά που δεν μνημονεύονται στο Παράρτημα Ι, των οποίων η έλευση είναι τακτική … 3. … 4. Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφεύγουν, στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, τη ρύπανση ή την υποβάθμιση των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη θα προσπαθήσουν επίσης να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων και έξω από τις ζώνες προστασίας”. Άρθρο 5: “... τα κράτη μέλη υιοθετούν τα αναγκαία μέτρα για να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας όλων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και περιλαμβάνουν ειδικότερα την απαγόρευση: α) του εκ προθέσεως φόνου ή συλλήψεως πτηνών με οιονδήποτε τρόπο· ... δ) της σκόπιμης ενόχλησης των πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, όταν αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς σκοπούς της παρούσας οδηγίας ...”.

14. Επειδή, εξάλλου, η ΚΥΑ Η.Π. 37338/1807/Ε.103/1.9.2010 (Β΄ 1495), η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την προμνησθείσα οδηγία 2009/147/ΕΚ, ορίζει, στο άρθρο 5, ότι “1. ... 3.1. Κάθε έργο ή δραστηριότητα, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση μιας Ζώνης Ειδικής Προστασίας - ΖΕΠ, το οποίο όμως είναι δυνατόν να την επηρεάζει σημαντικά, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα έργα ή δραστηριότητες, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησης της εν λόγω ΖΕΠ. 3.2. Για κάθε έργο ή δραστηριότητα για το οποίο προβλέπεται η έγκριση περιβαλλοντικών όρων … η εκτίμηση των επιπτώσεων στη ΖΕΠ γίνεται κατά την διαδικασία προκαταρκτικής εκτίμησης και αξιολόγησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του έργου ή δραστηριότητας, … συνεκτιμώντας τα σχετικά ορνιθολογικά στοιχεία τα οποία υποχρεωτικά οφείλει να υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στην ΖΕΠ η αρμόδια αρχή συμφωνεί για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας μόνον εφόσον δεν επέρχονται αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία και στην ακεραιότητα της ΖΕΠ”. Η ως άνω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την ΚΥΑ Η.Π. 8353/276/Ε103/ 17.2.2012 (Β΄ 415), με το άρθρο 2 παρ. 3 της οποίας ορίσθηκαν τα εξής: «Μεταξύ των άρθρων 5 και 6 της υπ’ αριθμ. 37338/1807/2010 κοινής υπουργικής απόφασης παρεμβάλλονται τα άρθρα 5(Α) έως 5(Ι) που αφορούν στον καθορισμό μέτρων ειδικής προστασίας, διατήρησης και αποκατάστασης των ειδών και των ενδιατημάτων/οικοτόπων της άγριας ορνιθοπανίδας στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ). Τα μέτρα αυτά … έχουν ως ακολούθως: “Άρθρο 5Α Μέτρα ειδικής προστασίας για την πραγματοποίηση έργων και δραστηριοτήτων 1. Για την πραγματοποίηση έργων ή δραστηριοτήτων εντός των ορίων των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) … ακολουθείται, κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, η διαδικασία της ειδικής οικολογικής αξιολόγησης, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 (παρ. 8, 9 και 10) του … νόμου” [4014/2011]. “2. Η ειδική οικολογική αξιολόγηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 10 του νόμου 4014/2011, περιλαμβάνει υποχρεωτικά, εκτός των άλλων και εξειδικευμένα ορνιθολογικά στοιχεία και πληροφορίες για τα είδη χαρακτηρισμού των ΖΕΠ.

15. Επειδή, με όλες τις παραπάνω διατάξεις θεσπίζεται τόσο για τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα I, όσο και για τα αποδημητικά πτηνά, ειδικό και ενισχυμένο σύστημα προστασίας, το οποίο δικαιολογείται από το γεγονός ότι πρόκειται, αντιστοίχως, για είδη που απειλούνται με εξαφάνιση και είδη που αποτελούν κοινή κληρονομιά των χωρών της Ένωσης. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει μέτρα γενικής και ειδικής διατήρησης, όπως είναι η δημιουργία ζωνών προστασίας και ειδικών προστατευτικών ζωνών (ΖΕΠ), βάσει αποκλειστικώς και μόνον ορνιθολογικών κριτηρίων, χωρίς να μπορούν, παράλληλα, να ληφθούν υπόψη επιταγές οικονομικής φύσεως (βλ. ΔΕΚ Royal Society for the protection of Birds, απόφαση της 11.7.1996, C- 44/1995). Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 της οδηγίας αυτής, τα κράτη – μέλη υποχρεούνται να καθιερώνουν, για τις ζώνες ειδικής προστασίας που θεσπίζουν εντός της επικράτειάς τους, αυστηρό νομικό καθεστώς που διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την επιβίωση και την αναπαραγωγή των πτηνών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας αυτής, καθώς και την αναπαραγωγή, την αλλαγή φτερώματος και τη διαχείμαση των αποδημητικών πτηνών που δεν περιλαμβάνονται μεν στο παράρτημα I, η έλευση, όμως, των οποίων από τα εδάφη της Ένωσης είναι τακτική (βλ. ΔΕΚ Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, απόφαση της 11.12.2008, C-293/2007, Επιτροπή κατά Ισπανίας, απόφαση της 2.8.1993, C-355/1990, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας απόφαση της 18.3.1999, C-166/1997). Από τη συνδυασμένη, εξάλλου, ερμηνεία των άρθρων 4 της οδηγίας περί πτηνών και 6 και 7 της οδηγίας περί οικοτόπων συνάγεται, περαιτέρω, ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 6 παρ. 2 - 4 ισχύουν για ζώνες που έχουν χαρακτηρισθεί δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 ή 2 της οδηγίας περί πτηνών. Κατά τις διατάξεις δε του εν λόγω άρθρου 6 παρ. 4, όταν συντρέχουν λόγοι επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως, είναι επιτρεπτή η εκτέλεση σχεδίου που έχει σημαντικές επιπτώσεις σε περιοχή, η οποία, βάσει ορνιθολογικών κριτηρίων, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, έχει καθορισθεί ως ΖΕΠ (ΔΕΚ Royal Society for the protection of Birds, απόφαση της 11.7.1996, C-44/1995). Αντίθετα, σε ζώνες οι οποίες δεν έχουν καταταγεί ως ΖΕΠ, ενώ θα έπρεπε να είχε εξετασθεί η υπαγωγή τους σε κάποιο προστατευτικό καθεστώς, εφαρμόζεται το αυστηρό καθεστώς προστασίας του άρθρου 4 παρ. 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ περί πτηνών και, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ περί οικοτόπων, οι οποίες επιτρέπουν την έγκριση σχεδίων για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων των παραπάνω λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως (ΔΕΚ Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας - Basses Corbières, απόφαση της 7.12.2000, C-374/1998).

16. Επειδή, εξάλλου, η οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992 “για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας” (L. 206), ορίζει, στο άρθρο 3, ότι: “1. Συνιστάται ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών, επονομαζόμενο Natura 2000. Το δίκτυο αυτό, που αποτελείται από τους τόπους όπου ευρίσκονται τύποι φυσικών οικοτόπων που εμφαίνονται στο παράρτημα I και τους οικότοπους των ειδών που εμφαίνονται στο παράρτημα II, πρέπει να διασφαλίζει την διατήρηση ή, ενδεχομένως, την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής των ειδών αυτών. Το δίκτυο Natura 2000 περιλαμβάνει και τις ζώνες ειδικής προστασίας που έχουν ταξινομηθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ. 2. Κάθε κράτος μέλος συμβάλλει στη σύσταση του Natura 2000 ανάλογα με τα είδη φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των ειδών τα οποία αναφέρει η παράγραφος 1, που υπάρχουν στο έδαφός του. Προς το σκοπό αυτό κάθε κράτος μέλος ορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 4, τόπους ως ειδικές ζώνες διατήρησης, … 3. ...”. Η αυτή οδηγία ορίζει, στο άρθρο 4, ότι: “1. Κάθε κράτος μέλος ... προτείνει έναν κατάλογο τόπων, όπου υποδεικνύεται ποιοί τύποι φυσικών οικοτόπων από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I και ποιά τοπικά είδη από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II, απαντώνται στους εν λόγω τόπους … Ο κατάλογος διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέσα σε μια τριετία από τη γνωστοποίηση της παρούσας οδηγίας ταυτόχρονα με τις πληροφορίες για κάθε τόπο. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν ένα χάρτη του τόπου, την ονομασία του, τη θέση του, την έκτασή του, καθώς και τα δεδομένα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος III (στάδιο 1) και παρέχονται βάσει ενός εντύπου που καταρτίζει η Επιτροπή ... 2. Η Επιτροπή ... καταρτίζει, σε συμφωνία με καθένα από τα κράτη μέλη και βάσει των καταλόγων των κρατών μελών, σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας ... 3. ... 4. Όταν ένας τόπος κοινοτικής σημασίας ... επιλέχθηκε δυνάμει της διαδικασίας της παραγράφου 2, το οικείο κράτος μέλος ορίζει τον εν λόγω τόπο ως ειδική ζώνη διατήρησης το ταχύτερο δυνατόν και, το αργότερο, μέσα σε μια εξαετία ... 5. Μόλις ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο ... της δεύτερης παραγράφου, υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 6”. Με την παρ. 2 του άρθρου 6 της εν λόγω οδηγίας [92/43/ΕΟΚ] επιβάλλεται στα κράτη – μέλη η υποχρέωση να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο υποβάθμισης των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών και πρόκλησης ενοχλήσεων που έχουν επιπτώσεις στα είδη για την προστασία των οποίων έχουν καθοριστεί οι ζώνες αυτές, “εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της ... οδηγίας”. Στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 6 προβλέπονται τα εξής: “3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο ..., οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη. 4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε”. Τέλος, το άρθρο 7 της ανωτέρω οδηγίας προβλέπει ότι οι υποχρεώσεις που πηγάζουν, μεταξύ άλλων, από την παράγραφο 3 του άρθρου 6 ισχύουν και για τις ζώνες που έχουν αναγνωρισθεί με βάση την οδηγία 79/409/ΕΟΚ. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, τα κράτη - μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα προστασίας των εν λόγω περιοχών, ικανά να διαφυλάξουν το ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον τους, δεν μπορούν δε να επιτρέπουν παρεμβάσεις που μπορεί να ελαττώσουν σημαντικά την έκταση του προστατευόμενου τόπου ή να προκαλέσουν την εξαφάνιση ειδών προτεραιότητας (ΔΕΚ Bund Naturschutz in Bayern, απόφαση της 14.9.2006, C-244/05). Από τις διατάξεις αυτές δεν αποκλείεται, πάντως, η εκτέλεση έργου σε προστατευόμενη περιοχή, έστω και μη συνδεόμενου άμεσα ή μη αναγκαίου για τη διαχείρισή της, καθώς επίσης και η ανάπτυξη παραγωγικών δραστηριοτήτων, εφόσον στην οικεία μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιέχονται εκτιμήσεις ως προς τις επιπτώσεις του και προτείνονται μέτρα για την αντιμετώπισή τους κατά τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να μην επέρχεται υποβάθμιση της περιοχής, δεδομένου ότι τα χαρακτηριστικά των περιοχών που περιλαμβάνονται στον εθνικό κατάλογο και η σημασία των αντίστοιχων οικοσυστημάτων, καθώς και τα αναγκαία για τη διαφύλαξή τους μέτρα διαφοροποιούνται σε σημαντικό βαθμό (βλ. ΣτΕ 2741, 585/2014, 2816/2013, 2059/2007, 1990/ 2007, 2547/2005 κ.ά.). Η κατά τα ανωτέρω δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου στον προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι, πριν από την έγκριση του σχεδίου ή του έργου, προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων για το θέμα αυτό, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, είτε η καθεμία από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατήρησης του τόπου αυτού. Η αρμόδια αρχή επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας στον προστατευόμενο τόπο, μόνον εφόσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του (ΔΕΚ Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 20.10.2005, C-6/2004, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 20.9.2007, C-304/05, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 4.3.2010, C-241/08, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας – Alto Sil, απόφαση της 24.11.2011, C- 404/09, πρβλ. ΣτΕ 4784-5/2013).

17. Επειδή, στο άρθρο 2 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, ορίζεται ότι «Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων κατηγορίας Α ή τη μετεγκατάσταση ήδη υφισταμένων απαιτείται διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης με τη διεξαγωγή ΜΠΕ και έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων [ΑΕΠΟ]» (παρ. 1) και καθορίζεται «κοινή διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων κατηγορίας Α» (παρ. 2-14). Σύμφωνα με την παρ. 7 του εν λόγω άρθρου 2 του νόμου, “Με την ΑΕΠΟ επιβάλλονται προϋποθέσεις, όροι, περιορισμοί και διαφοροποιήσεις για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας, ιδίως ως προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία και τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά. Επίσης, επιβάλλονται τυχόν αναγκαία επανορθωτικά ή προληπτικά μέτρα και δράσεις παρακολούθησης των περιβαλλοντικών μέσων και παραμέτρων ή και αντισταθμιστικά μέτρα. Οι όροι αφορούν κατά σειρά προτεραιότητας στην αποφυγή ή ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων ή στην επανόρθωση ή αποκατάσταση του περιβάλλοντος. Σε περιπτώσεις όπου, παρά την εφαρμογή όλων των ανωτέρω όρων, διαπιστώνονται επιπτώσεις στο περιβάλλον και εφόσον αυτές αξιολογηθούν ως σημαντικές, δύναται να επιβάλλονται συμπληρωματικά αντισταθμιστικά μέτρα ή και τέλη κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του παρόντος. Σε κάθε περίπτωση, οι όροι θα πρέπει να είναι: α) Συμβατοί με την ισχύουσα περιβαλλοντική ή άλλη νομοθεσία και το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. β) Επαρκείς για την περιβαλλοντική προστασία. γ) Άμεσα συσχετιζόμενοι με το συγκεκριμένο έργο ή δραστηριότητα και τις επιπτώσεις του. δ) Δίκαιοι και αναλογικοί με το μέγεθος και το είδος του έργου ή της δραστηριότητας. ε) Ακριβείς, εφικτοί, δεσμευτικοί και ελέγξιμοι”. Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 του νόμου, “1. Στην περίπτωση έργων και δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura, η περιβαλλοντική αδειοδότηση διενεργείται με βάση τις σχετικές πρόνοιες των ειδικότερων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων προστασίας. Σε περίπτωση ελλείψεως σχετικών προβλέψεων: α) … β) για έργα κατηγορίας Α΄ υποβάλλεται, ως τμήμα της ΜΠΕ, ειδική οικολογική αξιολόγηση … 2. Η ειδική οικολογική αξιολόγηση και η ΜΠΕ, … εστιάζει στις συνέπειες για την περιοχή βάσει των στόχων διατήρησής της. Η σημασία των επιπτώσεων προσδιορίζεται σε σχέση με τα ειδικά χαρακτηριστικά και τις ειδικές περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν στην προστατευόμενη περιοχή την οποία αφορά το έργο ή η δραστηριότητα, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους στόχους διατήρησης της περιοχής. Βάσει των συμπερασμάτων της ειδικής οικολογικής αξιολόγησης και της ΜΠΕ … η αρμόδια αρχή συμφωνεί για το οικείο έργο … μόνο αφού βεβαιωθεί ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Ειδικότερα, η εξέταση πιθανών μέτρων αντιμετώπισης των επιπτώσεων και εναλλακτικών λύσεων μπορεί να επιτρέψει τη διαπίστωση ότι, βάσει τέτοιων λύσεων ή μέτρων, το έργο … δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα της περιοχής. … 3. … Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων με βάση τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα έργο ή δραστηριότητα πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημόσιου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, λαμβάνεται κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής των περιοχών του δικτύου Natura 2000. Εντός δύο μηνών από την έκδοση ΑΕΠΟ του έργου ή της δραστηριότητας, ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις επιπτώσεις που ενδέχεται να προκύψουν και τα αντισταθμιστικά μέτρα που ελήφθησαν. Όταν στη συγκεκριμένη περιοχή ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημόσιου συμφέροντος. Η απόφαση σχετικά με το αν ένα έργο ή δραστηριότητα πρέπει να πραγματοποιηθεί για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημόσιου συμφέροντος, κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου, λαμβάνεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. 5. Για κάθε έργο ή δραστηριότητα, το οποίο βρίσκεται εκτός προστατευόμενων περιοχών του δικτύου NATURA, αλλά όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά την εν λόγω περιοχή, καθ’ εαυτό ή από κοινού με άλλα έργα ή δραστηριότητες, εφαρμόζεται η διαδικασία του παρόντος άρθρου, μετά από αιτιολογημένη εντολή της αδειοδοτούσας αρχής, προκειμένου να εκτιμηθεί δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στην προστατευόμενη περιοχή. 6. …”. Στο άρθρο 3 “Έργα και δραστηριότητες υποκατηγορίας Α1” ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: “1. Αρμόδια περιβαλλοντική αρχή για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων και δραστηριοτήτων της υποκατηγορίας Α1 του άρθρου 1 είναι το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Η έγκριση των περιβαλλοντικών όρων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. 2. Για την έκδοση της ΑΕΠΟ ακολουθείται η εξής διαδικασία: α….β. Εάν δεν επιλέγεται από τον υπόχρεο φορέα του έργου ή της δραστηριότητας η διαδικασία της γνωμοδότησης με την υποβολή φακέλου ΠΠΠΑ τότε απαιτούνται: αα) Υποβολή φακέλου ΜΠΕ και φακέλου με συνοδευτικά έγγραφα και σχέδια τεκμηρίωσης από τον φορέα του έργου ή της δραστηριότητας. ββ) Έλεγχος τυπικής πληρότητας του φακέλου ΜΠΕ εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής του. Στο στάδιο αυτό είναι δυνατή η υποβολή του φακέλου της ΜΠΕ σε ένα μόνο αντίγραφο και εφόσον αυτός κριθεί ότι πληροί τις τυπικές απαιτήσεις ακολουθεί η υποβολή από τον υπόχρεο φορέα του έργου ή της δραστηριότητας των υπόλοιπων προβλεπόμενων αντιγράφων του φακέλου. Στην περίπτωση διαπίστωσης μη πληρότητας αυτού, η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή δεν αποδέχεται το φάκελο και τον επιστρέφει με έγγραφη αιτιολόγηση, καταγράφοντας τα απαιτούμενα προς συμπλήρωση πεδία και στοιχεία. γγ) Αποστολή του φακέλου της ΜΠΕ προς τις υπηρεσίες και φορείς της Διοίκησης, καθώς και δημοσιοποίηση της ΜΠΕ για την έναρξη της διαδικασίας διαβούλευσης εντός δύο εργάσιμων ημερών από την ολοκλήρωση του ελέγχου πληρότητας. δδ) Συλλογή γνωμοδοτήσεων από τις αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς της Διοίκησης και απόψεων του κοινού και άλλων φορέων (διαδικασία διαβούλευσης) σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε εργάσιμων ημερών από την αποστολή και δημοσιοποίηση της ΜΠΕ. εε) Αξιολόγηση και στάθμιση γνωμοδοτήσεων και απόψεων, καθώς και τυχόν απόψεων του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας επ’ αυτών, από την αρμόδια υπηρεσία εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας του προηγούμενου σταδίου (δδ). στστ) Σύνταξη ΑΕΠΟ ή απόφασης απόρριψης από την αρμόδια περιβαλλοντική αρχή εντός είκοσι πέντε εργάσιμων ημερών από την ολοκλήρωση του σταδίου (εε) βάσει της αξιολόγησης των υφιστάμενων γνωμοδοτήσεων και απόψεων και ανεξαρτήτως του αν έχουν γνωμοδοτήσει όλοι οι συναρμόδιοι φορείς. … ζζ) Έκδοση ΑΕΠΟ ή απόφασης απόρριψης, αν η αρμόδια αρχή κρίνει αιτιολογημένα ότι οι αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις του προτεινόμενου έργου ή της δραστηριότητας είναι εξαιρετικά σημαντικές ακόμη και μετά την πρόβλεψη ειδικών όρων και περιορισμών, καθώς και μετά την αντιστάθμισή τους. 3. Για το σύνολο των έργων και δραστηριοτήτων ζητείται γνώμη της Διεύθυνσης Χωροταξίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. 4. … 5. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ή ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Περιβάλλοντος μπορούν να ζητήσουν τη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 13, εντός δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών, εφόσον είτε: α) δεν έχουν διαβιβασθεί γνωμοδοτήσεις από υπηρεσίες των οποίων το περιεχόμενο εκτιμάται ως ουσιώδες για τον πληρέστερο καθορισμό των περιβαλλοντικών όρων ως προς την κατασκευή και λειτουργία του συυγκεκριμένου έργου ή της δραστηριότητας αυτού είτε β) από τις διαβιβασθείσες γνωμοδοτήσεις προκύπτουν αντιφατικά δεδομένα που χρήζουν ιδιαίτερης τεκμηρίωσης.” Στο άρθρο 11 ορίζονται τα ακόλουθα: “1. …9. Η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση για έργα και δραστηριότητες κατηγορίας Α εντάσσεται σε παράρτημα της ΜΠΕ, ως αναπόσπαστο μέρος της, παρουσιάζοντας ... α) αναλυτική καταγραφή στοιχείων φυσικού περιβάλλοντος με έμφαση στα προστατευτέα αντικείμενα των περιοχών Natura ..., που δύναται να επηρεαστούν από το έργο … και β) δέουσα εκτίμηση επιπτώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου. 10. Η δέουσα εκτίμηση επιπτώσεων πρέπει να περιλαμβάνει ανάλυση και αξιολόγηση των εκτιμώμενων επιπτώσεων με ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία επί: α) των τύπων οικοτόπων …, ιδίως ως προς την αντιπροσωπευτικότητα, τη σχετική επιφάνεια και το καθεστώς διατήρησής τους, β) των ειδών χλωρίδας και πανίδας … γ) των ειδών ορνιθοπανίδας του Παραρτήματος Ι της κ.υ.α. Η.Π. 37338/1807/Ε.103 (Β΄ 1495), καθώς και άλλων ειδών μεταναστευτικής ορνιθοπανίδας με σημαντική παρουσία στην περιοχή Natura 2000, ιδίως ως προς το μέγεθος και την πυκνότητα των πληθυσμών, την κατάσταση διατήρησής τους και την απομόνωση τους, δ) ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία σχετικά με το αν διασφαλίζεται η ακεραιότητα των περιοχών. Σε περίπτωση εκτίμησης πιθανών σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων, παρατίθενται με ανάλογη τεκμηρίωση τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή και ελαχιστοποίηση ώστε να διασφαλίζεται η ακεραιότητα της περιοχής. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της περιοχής, παρατίθενται, με ανάλογη τεκμηρίωση και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 του παρόντος, τα αναγκαία μέτρα αντιστάθμισης των αρνητικών επιπτώσεων”. Σύμφωνα με το “ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II - Ελάχιστα περιεχόμενα φακέλου ΜΠΕ” του νόμου, η ΜΠΕ πρέπει να περιέχει: “1) ... 3) Περιγραφή και αξιολόγηση των εναλλακτικών λύσεων, ιδίως ως προς τη θέση, το μέγεθος ή / και την τεχνολογία αυτών, συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής λύσης, που εξετάστηκαν από τον φορέα του έργου ή της δραστηριότητας και παρουσίαση των κύριων λόγων της επιλογής της προτεινόμενης λύσης σχετικά με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. 4) Περιγραφή των στοιχείων του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν σημαντικά από το προτεινόμενο έργο ή δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων ειδικότερα του πληθυσμού, της πανίδας, της χλωρίδας, των οικοτόπων, ... 5) Περιγραφή, εκτίμηση και αξιολόγηση των πιθανά σημαντικών επιπτώσεων που το προτεινόμενο έργο ή δραστηριότητα ενδέχεται να προκαλέσει στο περιβάλλον από ... τη δημιουργία οχλήσεων ... 6) Αναλυτική περιγραφή των μέτρων που προβλέπονται για να αποφευχθούν, μειωθούν, αποκατασταθούν και αντισταθμιστούν οι σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις του έργου ή της δραστηριότητας στο περιβάλλον. 7) Σχέδιο περιβαλλοντικής διαχείρισης που θα εφαρμοστεί για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας του περιβάλλοντος και εφαρμογής των προτεινόμενων μέτρων, το οποίο θα περιλαμβάνει και το προτεινόμενο πρόγραμμα παρακολούθησης. 8)...”. Τέλος, στην απόφαση 170225/20.1.2014 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής “Εξειδίκευση των περιεχομένων των φακέλων περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων της Κατηγορίας Α της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής με αρ. 1958/2012 (Β΄ 21) όπως ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), καθώς και κάθε άλλης σχετικής λεπτομέρειας” (Β΄ 135), ορίζονται τα εξής: “Άρθρο 1 Σκοπός. Με την παρούσα απόφαση εξειδικεύονται, ... τα περιεχόμενα ... · της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης ... Άρθρο 3 Παραρτήματα. Προσαρτώνται στην παρούσα απόφαση τα ακόλουθα παραρτήματα: ... Παράρτημα 3.2: Προδιαγραφές Μελέτης Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (Ε.Ο.Α). Παράρτημα 3.2.1: Προδιαγραφές Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) για έργα και δραστηριότητες που βρίσκονται σε περιοχή του Δικτύου Natura 2000, για την οποία δεν προβλέπονται ειδικότερες πρόνοιες προστασίας και διαχείρισης ή δεν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις. Παράρτημα 3.2.2: Προδιαγραφές Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) για έργα και δραστηριότητες που βρίσκονται σε περιοχή του Δικτύου Natura 2000, για την οποία συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις ...”. Στο Παράρτημα 3.2.1 προβλέπονται τα εξής: “Πεδίο Εφαρμογής. Οι παρούσες προδιαγραφές EOA εφαρμόζονται κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, που προτείνονται προς υλοποίηση εντός (μερικώς ή ολικώς) προστατευόμενων περιοχών του Δικτύου NATURA 2000 (ΕΖΔ, ΤΚΣ ή πΤΚΣ, ΖΕΠ), για τις οποίες δεν υφίστανται σχετικές πρόνοιες ειδικότερων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων προστασίας και διαχείρισης που έχουν εκδοθεί για τις περιοχές αυτές, ή δεν υπάρχουν επαρκή, τεκμηριωμένα, αξιόπιστα και αξιοποιήσιμα στοιχεία και καταγραφές. Η ΕΟΑ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ΜΠΕ και εντάσσεται σ’ αυτή με τη μορφή Παραρτήματος. Περιοχή Μελέτης - Έρευνας Πεδίου. Προσδιορίζεται η Περιοχή Μελέτης (Π.Μ) και η Περιοχή Έρευνας Πεδίου (Π.Ε.Π) του υπό εξέταση έργου ή της δραστηριότητας ... Α. Περιοχή Μελέτης (Π.Μ). Περιλαμβάνει τουλάχιστον το σύνολο της έκτασης της περιοχής Natura 2000 που εμπίπτει το έργο ή δραστηριότητα (συμπεριλαμβανομένων και των εναλλακτικών λύσεων του έργου). Η έκταση της Περιοχής Μελέτης μπορεί κατά περίπτωση και κατά την κρίση του μελετητή της EOA να επεκταθεί εκτός της περιοχής του Δικτύου Natura 2000 που βρίσκεται το υπό εξέταση έργο ή δραστηριότητα και σε γειτονική περιοχή Natura 2000, όταν το υπό εξέταση έργο ή δραστηριότητα είναι δυνατόν να επηρεάσει τις περιοχές αυτές (μεμονωμένο ή συνεργιστικά με άλλα έργα). ... Β. Περιοχή Έρευνας Πεδίου (ΠΕΠ). Για σημειακά και εμβαδικά έργα ή δραστηριότητες υποκατηγορίας Α1, κατ’ ελάχιστο 1Km από τα όρια του γηπέδου ή του χώρου κατάληψης. Για γραμμικά έργα ή δραστηριότητες υποκατηγορίας Α1, κατ’ ελάχιστο 500m εκατέρωθεν του άξονα τους. Η έκταση της ΠΕΠ μπορεί κατά περίπτωση και κατά την κρίση του μελετητή της EOA, να επεκταθεί, αν προς τούτο συντρέχουν λόγοι που απαιτούνται από το προστατευτέο αντικείμενο, το είδος και μέγεθος του έργου ή της δραστηριότητας ... Εξάλλου, στο Παράρτημα 3.2.2 προβλέπονται τα εξής: “Πεδίο Εφαρμογής. Οι παρούσες προδιαγραφές ΕΟΑ εφαρμόζονται για έργα και δραστηριότητες που προτείνονται προς υλοποίηση σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000, για τις οποίες υπάρχουν επαρκή, τεκμηριωμένα, αξιόπιστα και αξιοποιήσιμα στοιχεία και καταγραφές για την περιοχή έρευνας πεδίου όπως αυτή καθορίζεται στο Παράρτημα 3.2.1 και με την προϋπόθεση ότι αθροιστικά: i) τα διαθέσιμα στοιχεία είναι αναλυτικά (και όχι γενικές καταγραφές όπως π.δ. των τύπων οικοτόπων σε κλίμακα 1:50.000 ή των Τυποποιημένων Δελτίων Δεδομένων ή των Εθνικών Εκθέσεων εφαρμογής των κοινοτικών Οδηγιών), προερχόμενα από μελέτες και παρατηρήσεις των αρμοδίων Υπηρεσιών του ΥΠΕΚΑ ή των Φορέων Διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών του Δικτύου Natura 2000 (ΤΚΣ, πΤΚΣ, ΕΖΔ, ΖΕΠ) ή από άλλες πηγές, ii) τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πρόσφατα (τελευταίας 10ετίας), iii) τα διαθέσιμα στοιχεία κριθούν επαρκή από το μελετητή, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και το είδος του έργου ή της δραστηριότητας. Η ΕΟΑ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ΜΠΕ και εντάσσεται σ’ αυτή με τη μορφή Παραρτήματος. 1. … 2. Δέουσα Εκτίμηση και Αξιολόγηση των επιπτώσεων. … (ΙΙΙ) Για έργα και δραστηριότητες της Υποκατηγορίας Α1 που υλοποιούνται εντός ΖΕΠ, η εργασία / μελέτη πεδίου θα καλύπτει τις οικολογικές απαιτήσεις ενός ετήσιου κύκλου της ορνιθοπανίδας ανάλογα με την εποχιακή παρουσία των ειδών σε κάθε περιοχή και θα περιλαμβάνει τουλάχιστον τα κάτωθι: παρατηρήσεις κατά: α) την αναπαραγωγική περίοδο των ειδών ορνιθοπανίδας (Μάρτιος έως και Ιούνιος για τα περισσότερα είδη), β) τη μεταναστευτική περίοδο (Άνοιξη και Φθινόπωρο), γ) την περίοδο διαχείμασης (χειμερινοί μήνες) ανάλογα με την εποχιακή παρουσία των ειδών σε κάθε περιοχή, εκτός εάν τεκμηριωθεί από το μελετητή της ΕΟΑ ότι μπορεί να περιορισθεί το χρονικό διάστημα εργασιών πεδίου. Ενδεικτικά αναφέρονται ως μέθοδοι καταγραφής της ορνιθοπανίδας οι σημειακές καταγραφές, οι γραμμικές διαδρομές, η άμεση καταμέτρηση και άμεση παρατήρηση – εργασίες πεδίου που θα έχουν διάρκεια από 20 έως και 60 ημέρες, ανάλογα με τα υπό διερεύνηση είδη, την έκταση, το ανάγλυφο και τα ενδιαιτήματα της περιοχής, το μέγεθος και το είδος του έργου ή της δραστηριότητας – καταγραφή όλων των στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ενδείξεις αναπαραγωγής των ειδών. Τα στοιχεία αυτά κατηγοριοποιούνται κατά βαθμό αξιοπιστίας ως: α) ενδεχόμενη αναπαραγωγή, β) πιθανή αναπαραγωγή και γ) εξακριβωμένη αναπαραγωγή – αναγνώριση και τη χαρτογράφηση των κρίσιμων ενδιαιτημάτων των ειδών, τα οποία ο μελετητής θα τα εντοπίζει και θα τα αποτυπώνει σε χάρτη – οργάνωση της έρευνας πεδίου λαμβάνοντας υπόψη: τους πληθυσμούς των ειδών που φιλοξενεί, το βαθμό επάρκειας των διαθέσιμων ορνιθολογικών στοιχείων από τις βιβλιογραφικές αναφορές, τη γνώση και εμπειρία των μελετητών για την περιοχή, το μέγεθος, το ανάγλυφο και την προσβασιμότητα της κάθε περιοχής, την ομοιογένεια, την έκταση και την ποικιλότητα των τύπων βλάστησης (ή τύπων οικοτόπων) της κάθε περιοχής...”.

18. Επειδή, προβάλλεται ότι θα προκληθεί υποβάθμιση στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής από το σχεδιαζόμενο έργο, κυρίως ενόψει της μη εξέτασης, ως εναλλακτικής λύσης, της δυνατότητας υπογειοποίησης της Γραμμής Μεταφοράς [παρά μόνο της εξέτασης δύο εναλλακτικών οδεύσεων της ένδικης γραμμής μεταφοράς καθώς και της μηδενικής λύσης στο Κεφ. 7 (σελ. 147 επ.) της υποβληθείσας ΜΠΕ] ούτως ώστε να αποφευχθούν η αισθητική υποβάθμιση του τοπίου από τα εναέρια καλώδια (Κεφ. 9.3 της ΜΠΕ, σελ. 334 επ.), η ακουστική όχληση από το φαινόμενο CORONA (σελ. 383-384 της ΜΠΕ), οι επιπτώσεις στην πανίδα και την ορνιθοπανίδα ιδίως κατά την περίοδο της μετανάστευσης των πτηνών (σελ. 353-357 της ΜΠΕ), οι απαλλοτριώσεις γης για την εγκατάσταση πυλώνων και καλωδίων, η ανάπτυξη ηλεκτρομαγνητικών πεδίων μη ιοντίζουσας ακτινοβολίας, επιπροσθέτως δε ενόψει της μη εξέτασης εναλλακτικών λύσεων προσαιγιάλωσης της Γραμμής Μεταφοράς ώστε να αποφευχθεί η χρησιμοποίηση για τον σκοπό αυτό του Κόλπου των Βατίκων όπου υπάρχουν κατασκευαστικές δυσκολίες λόγω της γειτνίασης με αρχαιότητες, και της χρήσης του Κόλπου για αλιεία, τουρισμό και αναψυχή. Κατά τα προβαλλόμενα περαιτέρω με την αίτηση ακυρώσεως, η θέση της παρεμβαίνουσας ΑΔΜΗΕ ΑΕ ότι η πλήρης υπογειοποίηση της γραμμής μεταφοράς στην ΠΕ Λακωνίας συνιστά ανέφικτη λύση από τεχνικοοικονομική άποψη, είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, διότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο συστηματικής εξέτασης στο πλαίσιο της υποβληθείσας ΜΠΕ (παρά μόνο αναφέρεται στα συμπληρωματικά στοιχεία που υπέβαλε ο φορέας του έργου κατόπιν προσκλήσεως από το Περιφερειακό Συμβούλιο Λακωνίας), λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι το αντίστοιχο τμήμα του ένδικου έργου εντός της ΠΕ Χανίων είναι πλήρως υπογειοποιημένο.

19. Επειδή, στο υποκεφάλαιο 2.6 της ΜΠΕ αναφέρονται τόσο οι βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις που εξετάστηκαν όσο και οι κύριοι λόγοι για τους οποίους επιλέχθηκε η τελικώς υιοθετηθείσα λύση. Καταρχάς εξετάστηκε η μηδενική λύση της μη υλοποίησης του έργου και απορρίφθηκε ως αντίθετη στη βιώσιμη ανάπτυξη. Περαιτέρω εξετάστηκαν δύο εναλλακτικές λύσεις, που περιγράφονται αναλυτικά στη ΜΠΕ, μεταξύ δε αυτών επιλέχθηκε η πλέον ενδεδειγμένη από περιβαλλοντικής απόψεως. Αναφέρεται δε ότι δεν εξετάστηκαν εναλλακτικές λύσεις ως προς την περιοχή χωροθέτησης των δύο υφιστάμενων υποσταθμών στους Μολάους και στα Χανιά, με τη σύνδεση των οποίων επιτυγχάνεται η ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα, διότι η θέση τους θεωρείται μονοσήμαντη. Όσον αφορά την εξέταση της εναλλακτικής λύσης της υπογειοποίησης του συνόλου του έργου που διέρχεται από τη Λακωνία, αναφέρεται (σημεία 41, 42 της ΑΕΠΟ) ότι η λύση αυτή είναι τεχνικώς ανέφικτη και συνεπώς μη βιώσιμη. Η τελικώς υιοθετηθείσα λύση αφορά συνολικό μήκος 175 χιλιομέτρων υπογείων και υποθαλάσσιων οδεύσεων, το οποίο συνιστά τεχνικό σχεδιασμό παγκόσμιας πρωτοτυπίας. Η υπόγεια όδευση στην Κρήτη είναι μήκους μόλις 33,7 χιλιομέτρων και θα διενεργηθεί επί του υφιστάμενου οδικού δικτύου του Βορείου Οδικού Άξονα Κρήτης. Ειδικότερα, το έργο εκκινεί από τον Υποσταθμό Μολάων του ν. Λακωνίας με εναέριο γραμμή μεταφοράς, η οποία διανύει 27,5 χλμ κρεμάμενη σε 16 ιστούς και 65 πυλώνες και καταλήγει στον Τερματικό Σταθμό Αντιστάθμισης Πελοποννήσου, απ' όπου αναχωρούν δύο υπόγειες καλωδιακές γραμμές συνολικού μήκους 9,3χλμ έως το σημείο προσαιγιάλωσής τους που κείται στον κόλπο Βατίκων Νεάπολης (όρος 1.2.1 ΑΕΠΟ). Η όδευση της εναέριας γραμμής μεταφοράς στο ν. Λακωνίας λαμβάνει χώρα εντός γεωργικών και θαμνωδών εκτάσεων που βρίσκονται εκτός ορίων οικισμών, ενώ η όδευση της υπόγειας χαράσσεται επί υφιστάμενου οδικού δικτύου, το οποίο κινείται επίσης εντός θαμνωδών εκτάσεων και γεωργικών καλλιεργειών (όροι 2.1.2 και 2.1.3 της ΑΕΠΟ). Στην περίπτωση που το σύνολο του έργου στη Λακωνία πραγματοποιείτο ως υπόγειο έργο, θα έπρεπε να υλοποιηθεί εξολοκλήρου επί του υφιστάμενου οδικού δικτύου σε μήκος που κυμαίνεται μεταξύ των 50,7 χλμ (δυτική διαδρομή Υ/Σ Μολάων – Νεάπολη, μέσω οικισμού Παπαδιάνικα) και 57,5 χλμ (ανατολική διαδρομή Υ/Σ Μολάων – Νεάπολη, μέσω οικισμού Συκέας). Στην περίπτωση αυτή το συνολικό μήκος του υπόγειου και του υποθαλάσσιου τμήματος του έργου θα κυμαινόταν μεταξύ των 216,4 χλμ και 223,2 χλμ αντί του συνολικού μήκους των 175 χλμ υπογείων και υποθαλάσσιων οδεύσεων της τελικώς επιλεγείσας λύσης (βλ. το 21382/1.6.2017 έγγραφο της παρεμβαίνουσας ΑΔΜΗΕ ΑΕ, το οποίο διαβιβάστηκε στην Περιφέρεια Πελοποννήσου από τη Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με το 27450/8.6.2017 έγγραφό της, σε απάντηση αιτήματος του Περιφερειακού Συμβουλίου για διευκρινίσεις επί της ΜΠΕ που διατυπώθηκε με την 138/2017 απόφασή του). Ενόψει της ως άνω τεχνικοοικονομικής προσέγγισης του σχεδιαζόμενου έργου, η επιλογή του εναλλασσόμενου αντί του συνεχούς ρεύματος παρίσταται, κατά την εκτίμηση της Μελέτης, ως η πλέον ενδεδειγμένη λύση, λαμβανομένης υπόψη και της μικρής ποσότητας των μεταφερόμενων ηλεκτρικών φορτίων (2 κυκλώματα ΕΠ 150 kv, μεταφορικής ικανότητας 250 MW έκαστο, σελ. 55 της ΜΠΕ). Περαιτέρω, αναφορικά με τις επιπτώσεις του έργου στο ευρύτερο φυσικό περιβάλλον, στη ΜΠΕ τεκμηριώνεται ότι η υλοποίηση του έργου δεν θα έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις και δεν θα βλάψει την ακεραιότητα των προστατευόμενων και μη περιοχών (σελ. 14-20, 334-340). Ειδικώς για την προστασία της ορνιθοπανίδας, στο υποκεφάλαιο 9.5.1 της ΜΠΕ αναφέρεται ότι οι επιπτώσεις του έργου δεν χαρακτηρίζονται ως σημαντικές για την ορνιθοπανίδα εφόσον: α) οι εναέριοι αγωγοί της γραμμής μεταφοράς βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, άρα ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας ελαχιστοποιείται ακόμα και για μεγάλα πουλιά. β) Η διάμετρος των εναέριων αγωγών είναι αρκετά μεγάλη (25mm) και συνεπώς οι αγωγοί είναι ορατοί από μεγάλη απόσταση. γ) Η γραμμή μεταφοράς βρίσκεται στη διεύθυνση Βορρά – Νότου, δηλαδή έχει την ίδια διεύθυνση με τις κύριες μεταναστευτικές κινήσεις. δ) Η περιοχή δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλη συχνότητα φαινομένων ομίχλης. Εξάλλου, επειδή λαμβάνεται υπόψη ότι η προτεινόμενη γραμμή μεταφοράς υψηλής τάσης θα κατασκευαστεί πλησίον περιοχής ΖΕΠ που φιλοξενεί σημαντικά αρπακτικά είδη, επιβάλλεται με τον όρο 5.4.3 της ΑΕΠΟ κατάλληλη σήμανση των μη ηλεκτρισμένων εναέριων αγωγών μεταξύ των πυλώνων / ιστών Κ9/32-34, 35-36, 36-38, 39-20, 46-Κ12/47. Ενόψει των ανωτέρω, δεν υφίσταται, κατά την εκτίμηση της Μελέτης, κίνδυνος από τον ακουστικό θόρυβο, ενώ ο ισχυρισμός περί απαλλοτριώσεων προβάλλεται αορίστως. Αναφορικά δε με τη θέση προσαιγιάλωσης της γραμμής μεταφοράς στον κόλπο των Βατίκων αναφέρεται στη ΜΠΕ ότι προέκυψε μετά από προκαταρκτική διερεύνηση που πραγματοποιήθηκε από το Τμήμα Γεωλογίας του Εργαστηρίου Θαλάσσιας Γεωλογίας και Φυσικής Ωκεανογραφίας του Πανεπιστημίου Πατρών, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της οποίας: “Οι οδεύσεις από την Κρήτη προς τη Νοτιοανατολική Πελοπόννησο έχουν μικρότερο μήκος και βάθος πόντισης, παρουσιάζουν σημαντικά μικρότερο μήκος ταφής του καλωδίου και διέρχονται από λιγότερα σημεία που χρήζουν προσοχής λόγω γεωλογικών κινδύνων. Υπάρχουν θετικές ενδείξεις καταλληλότητας της υποβρύχιας όδευσης μεταξύ Νοτιοανατολικής Πελοποννήσου και Κρήτης, όπως προκύπτει από παλαιότερες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της αρχικής απόπειρας σύνδεσης της Κρήτης με το Ηπειρωτικό Σύστημα. Σε κάθε περίπτωση, οι μελέτες αυτές θα επικαιροποιηθούν.” (Κεφ. 4.1.1, σελ. 52). Περαιτέρω, στη μελέτη αναφέρεται ότι η ίδια αυτή θέση προσαιγιάλωσης είναι μέρος δύο εναλλακτικών λύσεων που εξετάστηκαν και αναπτύσσονται διεξοδικώς (σελ. 39-20), οι οποίες είχαν ως βασικά σημεία αναφοράς τις μονοσήμαντες θέσεις των δύο υφιστάμενων υποσταθμών στους Μολάους και στα Χανιά, η τελική δε λύση επιλέχθηκε ως περιβαλλοντικά επωφελέστερη για τους ακόλουθους λόγους: Παρουσιάζει σημαντικά μικρότερο μήκος όσον αφορά στο εναέριο τμήμα (27,5km έναντι 44,6km) και μεγαλύτερο στο υπόγειο τμήμα (9,3km έναντι 7km) στην ΠΕ Λακωνίας και συνεπώς θα έχει ασθενέστερες επιπτώσεις στο τοπίο, τόσο στη φάση κατασκευής όσο και στη φάση λειτουργίας. Αλλά και όσον αφορά τις περιοχές δικτύου Natura 2000, στην τελικώς επιλεγείσα λύση χωροθετείται μικρό μόνο τμήμα του υπόγειου έργου (μήκους περίπου 0,8km) εντός της περιοχής του δικτύου Natura 2000 ΕΖΔ “GR2540002-Περιοχή Νεάπολης και Νήσος Ελαφόνησος) και επί του ορίου της περιοχής σε μήκος περίπου 6,2km, το υπόγειο δε έργο οδεύει κατά το μεγαλύτερο μέρος του επί του υφιστάμενου οδικού δικτύου, ενώ σύμφωνα με τη μη επιλεγείσα πρώτη εναλλακτική λύση θα χωροθετείτο τμήμα του υποβρύχιου έργου μήκους περίπου 5km εντός της θαλάσσιας περιοχής του δικτύου Natura 2000 ΕΖΔ “GR3000008-Αντικύθηρα – Πρασονήσι και Λαγουβάρδος”. Με την προτεινόμενη λύση προβλέπονται στη μελέτη (σελ. 40) μόλις 4 πυλώνες εντός Καταφυγίου Άγριας Ζωής (Κ524 – Πράταγος – Αετοφωλιά (Έλικας – Αγ. Νικολάου)) ενώ με τη μη επιλεγείσα εναλλακτική λύση θα χωροθετούντο συνολικά 16 πυλώνες εντός δύο Καταφυγίων Άγριας Ζωής (Κ524 – Πράταγος – Αετοφωλιά (Έλικας – Αγ. Νικολάου) και Κ777 – Βαβίλα – Κούνος περιοχής Νεαπόλεως, Λαχίου, Αγ. Νικολάου, Βελανιδιών Καστανιάς – Φαρακλού Δήμου Βοιών). Σε απόσταση περί τα 560m νοτιοανατολικά από τη θέση προσαιγιάλωσης απαντάται αρχαιολογικός χώρος και βορειοδυτικά αυτής μέχρι τη θέση “Νερατζώνες” απαντάται ερειπωμένη περιοχή (σελ. 74 ΜΠΕ). Ειδικώς για την προστασία των αρχαιοτήτων στην ΑΕΠΟ τίθεται ο όρος 5.3.1, σύμφωνα με τον οποίο: “Σε όλες τις περιπτώσεις οι εκσκαφές και επιχωματώσεις, τόσο για την επίγεια – υπόγεια όσο και για την υποβρύχια γραμμή μεταφοράς, θα πραγματοποιηθούν παρουσία εκπροσώπων των αρμόδιων Εφορειών Αρχαιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων. Σε περίπτωση εντοπισμού αρχαίων, οι εργασίες θα διακοπούν ώστε να ακολουθήσει ανασκαφική έρευνα, η δαπάνη της οποίας θα καλυφθεί από τον προϋπολογισμό του έργου.” Ειδικότερα δε, η θέση προσαιγιάλωσης της γραμμής μεταφοράς στον κόλπο των Βατίκων βρίσκεται σε βραχώδη ακτή και δεν αναμένεται να υπάρξουν επιπτώσεις στη βλάστηση και στα είδη χλωρίδας από αυτή (τα οποία καταγράφονται στον πίνακα 8.5-3 της ΜΠΕ). Επίσης οι ακτές κολύμβησης είναι πολύ μακριά από την ίδια ως άνω θέση, ενώ από την υλοποίηση και τη λειτουργία του έργου δεν αναμένονται επιπτώσεις μόνιμου χαρακτήρα στην ευρύτερη περιοχή της επίμαχης θέσης προσαιγιάλωσης, τα σχετικά δε στοιχεία ελήφθησαν από τη βάση δεδομένων “Μητρώο ταυτοτήτων υδάτων κολύμβησης της Ελλάδας” της Ειδικής Γραμματείας Υδάτων (Κεφ. 8.5.7 της ΜΠΕ). Ούτε στο θαλάσσιο περιβάλλον αναμένονται ουσιαστικές επιπτώσεις κατά τη φάση της πόντισης των καλωδίων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και κατά τη φάση της λειτουργίας του έργου, ειδικότερα δε επισημαίνεται ότι δεν αναμένονται επιπτώσεις στα λιβάδια Ποσειδωνίας (Posidonia oceanica): “Σε αυτό έχει συντελέσει η προσπάθεια που έχει καταβληθεί από το φορέα του έργου στο πλαίσιο του τεχνικού σχεδιασμού του έργου να αποφευχθεί η διέλευση του καλωδίου από τέτοιου τύπου σημαντικές οικολογικά περιοχές. Χαρακτηριστικό είναι ότι η γραμμή μεταφοράς δεν διέρχεται από καμιά περιοχή του δικτύου Natura 2000 που να περιέχει θαλάσσιες περιοχές. Επιπρόσθετα, ο ανάδοχος του έργου θα εκπονήσει τελική έρευνα βυθού και θαλάσσιου χώρου με σκοπό την επιλογή της βέλτιστης όδευσης για την ασφαλή πόντιση και λειτουργικότητα των υποβρυχίων καλωδίων. Θα εκπονηθούν ειδικές βυθομετρικές και μορφολογικές αποτυπώσεις που θα υποδείξουν όλα εκείνα τα κρίσιμα δομικά στοιχεία του θαλάσσιου περιβάλλοντος που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την πόντιση και ταφή των καλωδίων, αναδεικνύοντας έτσι την πλέον φιλοπεριβαλλοντική λύση για την κατασκευή της υποβρύχιας διασύνδεσης στην εν λόγω θέση. Συμπερασματικά, σε ό,τι αφορά σε τυχόν επιπτώσεις των υποβρύχιων γραμμών μεταφοράς, αυτές εκτιμώνται ως ασθενείς αρνητικές, βραχυχρόνιες και πλήρως αναστρέψιμες στο θαλάσσιο περιβάλλον.” (Κεφάλαιο 2.3.4 της ΜΠΕ). Σε άλλο δε σημείο της ΜΠΕ “εκτιμάται με ασφάλεια ότι σε όλο το μήκος της υποβρύχιας εγκατάστασης των καλωδίων το μαγνητικό πεδίο θα απέχει πάρα πολύ από την οριακή τιμή των 100μΤ (σελ. 31, πίνακας 2.3-2). Εξάλλου, ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι νοτιοανατολικά της θέσης προσαιγιάλωσης, σε απόσταση περί τα 560m απαντάται ο αρχαιολογικός χώρος της περιοχής της Νεάπολης Βοιών και η βορειοδυτικά αυτής μέχρι της θέσεως “Νερατζώνες” ερειπωμένη περιοχή, όπου ευρίσκονται τα ερείπια της πόλεως Βοιών (Β΄ 1431/1976) [σελ. 74 της ΜΠΕ, πίνακας 5.1-14].

20. Επειδή, από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη συνάγεται ότι επαρκώς μελετήθηκαν οι δύο παριστάμενες ως μόνες εφικτές εναλλακτικές λύσεις χωροθέτησης των υπέργειων, υπόγειων και υποθαλάσσιων τμημάτων του έργου που διέρχονται από το Δήμο Μονεμβασίας, αιτιολογημένα δε προκρίνεται, σε όλες τις περιπτώσεις, η πλέον ενδεδειγμένη, κατά την αιτιολογημένη εκτίμηση της Διοίκησης, και βιώσιμη από τεχνικο-οικονομικής απόψεως λύση, λαμβανομένων ιδιαιτέρως υπόψη των περιβαλλοντικών παραμέτρων του έργου. Ειδικότερα, η τελικώς επιλεγείσα λύση αιτιολογείται επαρκώς με βάση τη θέση του υφιστάμενου υποσταθμού Μολάων, την ανάγκη να περιοριστούν στο ελάχιστο δυνατό η διέλευση από προστατευόμενες περιοχές και οι επεμβάσεις σε γη και θάλασσα, ούτως ώστε να υλοποιηθεί το έργο στον προγραμματισμένο χρόνο και να εξυπηρετηθεί άμεσα ο αναγνωρισμένος ως δημοσίου συμφέροντος σκοπός του έργου. Μόνες δε οι ενστάσεις και αντιρρήσεις του αιτούντος Δήμου ως προς τις επιλογές του ΑΣΜΗΕ και της Διοίκησης, αναγόμενες, άλλωστε, σε τεχνικές εκτιμήσεις, δεν καθιστούν πλημμελή την προσβαλλόμενη πράξη.

21. Επειδή, περαιτέρω, με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων προβάλλεται ότι ενώ η περιοχή του έργου εμπίπτει εν μέρει σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000 (GR2540002 “Περιοχή Νεάπολης και Νήσος Ελαφόνησος”, GR2540007 “Όρη Ανατολικής Λακωνίας”, IBA GR 123 περιοχή σημαντική για την ορνιθοπανίδα - ΖΕΠ), εντούτοις ελλείπει από την εγκριθείσα μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (μελέτη ΕΟΑ) και η δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου στις εν λόγω προστατευόμενες περιοχές, ιδίως δε ελλείπουν η ειδική αναφορά στη διαφύλαξη της ακεραιότητας του προστατευόμενου τοπίου και στις σωρευτικές συνέπειες περισσότερων έργων (ιδίως ενόψει του σχεδιαζόμενου υποθαλάσσιου αγωγού διάθεσης λυμάτων από την Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων της Νεάπολης που θα απολήγει στον κόλπο των Βατίκων, σε μικρή απόσταση από το σημείο προσαιγιάλωσης της ένδικης γραμμής μεταφοράς), η πληρότητα της εκτίμησης, η προστασία των οικολογικών χαρακτηριστικών των οικοτόπων, ενώ δεν διαπιστώνεται η συνδρομή των λόγων δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την εκτέλεση του σχεδιαζόμενου έργου, όπως προβλέπεται από την οικεία ενωσιακή και εθνική νομοθεσία. Αντιθέτως, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος Δήμου, στη μελέτη ΕΟΑ γίνεται αποσπασματική και μόνο αναφορά στις επιπτώσεις του έργου στην περιοχή με κωδικό GR2540002 και αγνοείται το γεγονός ότι σε μικρή απόσταση από τα όρια της ως άνω περιοχής η ένδικη γραμμή μεταφοράς είναι εναέρια και καταλήγει στον Τερματικό Σταθμό Αντιστάθμισης Πελοποννήσου, ο οποίος πρόκειται επίσης να κατασκευασθεί σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από τα όρια της ως άνω προστατευόμενης περιοχής. Διατυπώνεται δε συμπερασματικά μόνον η κρίση ότι το έργο δεν θα έχει επιπτώσεις επειδή η υπόγεια γραμμή που θα διέλθει εντός της Ειδικής Ζώνης Διατήρησης, πρόκειται να κατασκευαστεί κατά μήκος του υφιστάμενου οδικού δικτύου. Όσον αφορά ειδικότερα την ΖΕΠ με κωδικό GR2540007 προβάλλεται ότι στη μελέτη ΕΟΑ δεν γίνεται καθόλου αναφορά παρότι ταυτίζεται στο συγκεκριμένο τμήμα με τη σημαντική για την ορνιθοπανίδα περιοχή με κωδικό IBA GR 123 και παρότι το εναέριο τμήμα της γραμμής μεταφοράς και οι πυλώνες πρόκειται να εγκατασταθούν σε πολύ μικρή απόσταση από τα όρια της εν λόγω ΖΕΠ.

22. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το έργο δεν χωροθετείται εντός της Σημαντικής Περιοχής για τα Πουλιά (ΣΠΠ) “IBA GR123” που αποτελεί μέρος της ΖΕΠ “GR2540007 – Όρη Ανατολικής Λακωνίας” του δικτύου Natura αλλά κείται εκτός αυτής, με πλησιέστερο σημείο στη ΖΕΠ αυτή έναν πυλώνα γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας με στοιχείο Κ9/32, που βρίσκεται σε απόσταση περί τα 200 μέτρα από αυτή (βλ. Υποκεφάλαιο 2.2.2 “Όρια περιοχών του εθνικού συστήματος προστατευόμενων περιοχών του ν. 3937/2011, Α΄60, σελ. 12 και 13 της ΜΠΕ, το υποκεφάλαιο “8.5.3 Περιοχές του εθνικού συστήματος προστατευόμενων περιοχών” σελ. 199 επ. της ΜΠΕ και το υποκεφάλαιο “8.5.3.2 Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά – ΣΠΠ – Important Bird Areas – IBA” του κεφαλαίου 8.5.3, σελ. 202 της ΜΠΕ). Επομένως, αβασίμως ο αιτών Δήμος ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε αντικείμενο της μελέτης ΕΟΑ να είναι και η ΖΕΠ με κωδικό GR 2540007. Σε κάθε περίπτωση, στο κεφάλαιο 8.5 της ΜΠΕ (σελ. 180-229 ΜΠΕ) εξετάζεται ενδελεχώς και αναλύεται το φυσικό περιβάλλον, τόσο αυτό εντός του οποίου χωροθετείται το έργο (εναέριοι πυλώνες και αγωγοί μεταφοράς ενέργειας), όσο και αυτό που γειτνιάζει με το έργο, μάλιστα η περιοχή ΣΠΠ “IBA GR 123” (σελ. 194, 202 της ΜΠΕ), που αποτελεί μέρος της ΖΕΠ “GR 2540007 – Όρη Ανατολικής Λακωνίας” (σελ. 189, 190, 199), αναλύεται ενδελεχώς ως προς την πανίδα και τη χλωρίδα της. Στη συνέχεια, στο κεφάλαιο 9.5 “Επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον” αναλύονται, σε ξεχωριστά υποκεφάλαια, οι συνέπειες του έργου στο άμεσο και στο γειτνιάζον φυσικό περιβάλλον κατά τις φάσεις κατασκευής και λειτουργίας του έργου, ειδικότερα δε αναλύονται οι επιπτώσεις στη χλωρίδα, στην πανίδα και στα οικοσυστήματα. Σχετικώς με τις επιπτώσεις του έργου στην ορνιθοπανίδα της ΣΠΠ “IBA GR 123”, στο ίδιο υποκεφάλαιο 9.5.1 της ΜΠΕ αναφέρεται ότι η περιοχή χωροθέτησης ενός πυλώνα γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε απόσταση περί τα 200 μέτρα από την εν λόγω ΣΠΠ και ΖΕΠ κινείται μεν πλησίον αλλά εκτός των κύριων μεταναστευτικών της ορνιθοπανίδας της περιοχής διαδρόμων της Ελλάδας (σελ. 351 της ΜΠΕ). Στο πλαίσιο αυτό εκτιμάται ότι κατά τη φάση κατασκευής του έργου αναμένεται να υπάρξουν ασθενείς και βραχυχρόνιες επιπτώσεις στην ορνιθοπανίδα της περιοχής (μόνιμη ή διερχόμενη) λόγω της όχλησης, της αυξημένης ανθρωπογενούς παρουσίας στην περιοχή και λόγω της έστω και μικρής κατάληψης ενδιαιτημάτων πανίδας. Οι επιπτώσεις αυτές αναμένεται να είναι μεγαλύτερης κλίμακας στις αρχικές φάσεις κατασκευής και ειδικότερα κατά τη διενέργεια χωματουργικών εργασιών όπου διενεργούνται αποψιλώσεις φυσικής βλάστησης, οπότε τα είδη ορνιθοπανίδας στην άμεσα γειτνιάζουσα περιοχή του έργου θα αναγκαστούν να κινηθούν σε παραπλήσιες περιοχές, οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλη έκταση στην ευρύτερη περιοχή και έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά ενδιαιτήματος, όμως, με το τέλος της φάσης κατασκευής του έργου τα είδη ορνιθοπανίδας θα επιστρέψουν στην περιοχή όπου θα πραγματοποιηθούν επεμβάσεις και ορισμένα εξ αυτών (κυρίως μικρά στρουθιόμορφα είδη) θα είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν την περιοχή για το σύνολο των βιοτικών τους αναγκών καθώς και ότι δεν αναμένεται να καταληφθεί κάποιος αποκλειστικός βιότοπος ειδών ορνιθοπανίδας. Όσον αφορά δε τη φάση λειτουργίας του έργου, αναφέρεται στο ίδιο υποκεφάλαιο 9.5.1 ότι: “... Όπως προαναφέρθηκε η εναέρια γραμμή του υπό μελέτη έργου διέρχεται δυτικά της περιοχής ΖΕΠ του δικτύου Natura 2000 “GR2540007 – Όρη Ανατολικής Λακωνίας” σε απόσταση περί τα 200m (απόσταση από τον πυλώνα Κ9/32 και δυτικά της περιοχής IBA GR123 “Όρη Ανατολικής Λακωνίας”, σε απόσταση περί τα 200m από τον πυλώνα Κ9/32. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει επαρκής βιβλιογραφία από τον Ελληνικό χώρο σχετικά με τον κίνδυνο προσκρούσεων και ηλεκτροπληξίας ειδών ορνιθοπανίδας σε γραμμές μεταφοράς ρεύματος υψηλής τάσης. Εντούτοις υπάρχει διαθέσιμη ξένη βιβλιογραφία, η οποία αναφέρει τις πιθανές επιπτώσεις από πρόσκρουση ή ηλεκτροπληξία στα σημαντικά αρπακτικά είδη πτηνών σε περιοχές ανάπττυξης γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής τάσης (Marcus 1972, Ferrer et al. 1991, Bayle 1999, Van Rooyen 2000, Barabashen 2005, Mastina 2005, Catron et al. 2006, Harnerss 1998, 2000, 2008, Rollan et al 2010, Rubolini et al. 2001, Shobrak 2012). Σε κάθε περίπτωση οι όποιες επιπτώσεις δεν χαρακτηρίζονται ως σημαντικές για το υπό μελέτη έργο λαμβάνοντας υπόψη τα εξής: Οι εναέριοι αγωγοί της γραμμής μεταφοράς βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους άρα ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας ελαχιστοποιείται ακόμα και για μεγάλα πουλιά. Η διάμετρος των εναέριων αγωγών είναι αρκετά μεγάλη (25mm) και συνεπώς οι αγωγοί είναι ορατοί από μεγάλη απόσταση. Η υπό μελέτη γραμμή μεταφοράς βρίσκεται στη διεύθυνση Βορρά – Νότου δηλαδή έχει την ίδια διεύθυνση με τις κύριες μεταναστευτικές κινήσεις. Η περιοχή δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλη συχνότητα φαινομένων ομίχλης. Παρά ταύτα, λαμβάνονται υπόψη τα παρακάτω: η προτεινόμενη γραμμή μεταφοράς υψηλής τάσης θα κατασκευαστεί πλησίον της περιοχής ΖΕΠ η οποία φιλοξενεί σημαντικά αρπακτικά είδη όπως Circaetus gallicus (Φιδαετός), Hieraaetus fasciatus (Σπιζαετός), η ευρύτερη περιοχή χρησιμοποιείται ως μεταναστευτικός διάδρομος ειδών ορνιθοπανίδας – Ο Σπιζαετός, είδος χαρακτηρισμού της ΖΕΠ GR2540007, χρησιμοποιεί την ευρύτερη περιοχή του έργου – Ο Μπούφος είναι είδος με παρουσία στη ΖΕΠ GR2540007 και ευαισθησία στις επιπτώσεις από πρόσκρουση, για λόγους ασφάλειας, προτείνεται κατάλληλη σήμανση των εναέριων αγωγών μεταξύ των πυλώνων / ιστών Κ9/32-34, 35-36, 36-38, 39-40, 46-Κ12/47. Επισημαίνεται ότι οι περισσότερες προσκρούσεις προκύπτουν σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες (ομίχλη, βροχόπτωση, χιόνι, δυνατοί άνεμοι) και κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης. Οι προσκρούσεις των πτηνών είναι συχνότερες στους μη ηλεκτροφόρους αγωγούς (αγωγοί προστασίας), οι οποίοι είναι μικρότερης διαμέτρου και λιγότερο διακριτοί από τους μεγαλύτερης διαμέτρου, ηλεκτροφόρους οι οποίοι βρίσκονται χαμηλότερα. Ο αριθμός των προσκρούσεων μειώνεται σημαντικά όταν οι μη ηλεκτροφόροι αγωγοί (αγωγοί προστασίας) σημαίνονται κατάλληλα με κινούμενα με τον άνεμο εξαρτήματα (δίσκοι, τετράγωνα, κορδέλες) ή σταθερά εξαρτήματα (μπάλες, σπιράλ), τα οποία καθιστούν περισσότερο ορατές τις γραμμές. Με κατάλληλη βαφή, τα αντικείμενα αυτά γίνονται ορατά και τη νύχτα. Οι δαπάνες για τη σήμανση των γραμμών για την ασφάλεια διέλευσης των πτηνών κυμαίνονται από 3.000 – 8.000 ευρώ ανά χιλιόμετρο, ανάλογα με τον τύπο του αντικειμένου σήμανσης (υλικό κατασκευής, μέγεθος κ.λπ.) [βλ. Σελ. 353-354 της ΜΠΕ.]. Στη συνέχεια, στο υποκεφάλαιο 9.5.2 “Επιπτώσεις στις περιοχές του εθνικού συστήματος προστατευόμενων περιοχών” αναλύονται περαιτέρω οι επιπτώσεις στις προστατευόμενες περιβαλλοντικά περιοχές που βρίσκονται εντός ή πλησίον του έργου και αναμένεται να επηρεαστούν από αυτό. Ειδικώς για το Καταφύγιο Άγριας Ζωής “Κ524-Πρόταγος – Αετοφωλιά (Έλικας – Αγ. Νικολάου), που επικαλούνται οι αιτούντες, αναφέρονται τα εξής: “... Οι πυλώνες 41, 42, Κ11/43 και 44 (και οι ζώνες πρόσβασης για την κατασκευή αυτών) βρίσκονται εντός του Καταφυγίου Άγριας Ζωής “Κ524- Πράταγος – Αετοφωλιά (Έλικας – Αγ. Νικολάου) [ΦΕΚ 458/23.7.1985]. Λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη κατάληψη από την κατασκευή των πυλώνων 41, 42, Κ11/43 και 44 και των ζωνών πρόσβασης στα ενδιαιτήματα των ειδών πανίδας καθώς και το γεγονός ότι θα είναι τοπικού χαρακτήρα και χρονικά περιορισμένες κατά τη φάση κατασκευής, οι επιπτώσεις του προτεινόμενου έργου στα είδη και ενδιαιτήματα του Καταφυγίου Άγριας Ζωής εκτιμώνται ως ασθενείς, είναι τοπικού χαρακτήρα και χρονικά περιορισμένες κατά τη φάση κατασκευής. Ο σχεδιασμός του έργου είναι τέτοιος ώστε το έργο να διέρχεται σε πολύ μικρό τμήμα του εντός του ΚΑΖ στο ΒΔ του άκρο ...” (σελ. 356 της ΜΠΕ). Εξάλλου και με τον όρο 5.4.3 της προσβαλλόμενης πράξης επιβάλλεται στην παρεμβαίνουσα ΑΔΜΗΕ ΑΕ ως φορέα του έργου η πρόσθετη υποχρέωση να σημάνει καταλλήλως τους εναέριους αγωγούς μεταξύ των πυλώνων / ιστών με στοιχεία Κ9/32-34, 35-36, 36-38, 39-40 και 46-Κ12/47 για λόγους ασφάλειας της ορνιθοπανίδας που ενδιαιτεί στη ΖΕΠ “GR2540007 – Όρη Ανατολικής Λακωνίας”.

23. Επειδή, ως προς τον οικότοπο του δικτύου Natura “Περιοχή Νεάπολης και Νήσος Ελαφόνησος” με κωδικό GR 2540002 (υπό τον οποίο διέρχεται, παραλλήλως με το οδικό δίκτυο, το υπόγειο τμήμα του έργου, καταλαμβάνοντας ποσοστό μόλις 0,03% του χώρου), στο δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης ΕΟΑ αναλύονται όλα τα δεδομένα περιβάλλοντος που αφορούν στον εν λόγω οικότοπο, στο τρίτο κεφάλαιο της μελέτης ΕΟΑ αξιολογούνται οι πιθανές επιπτώσεις από την κατασκευή και τη λειτουργία του ένδικου έργου και περιλαμβάνονται ακόμη εκτίμηση των συνεργιστικών επιπτώσεων καθώς και δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων στον οικότοπο, στο τέταρτο κεφάλαιο περιλαμβάνονται τα μέτρα αντιμετώπισης των πιθανών επιπτώσεων, στο πέμπτο κεφάλαιο αναφέρονται τα τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν σε περίπτωση που θιγεί η συνοχή του οικότοπου, στο έκτο κεφάλαιο αναλύεται το πρόγραμμα παρακολούθησης που προτείνεται για την παρακολούθηση των επιπτώσεων και στο έβδομο κεφάλαιο εκτίθενται τα συμπεράσματα από τις ως άνω μελέτες. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα αυτά, εφόσον η γραμμή μεταφοράς θα διέλθει υπογείως, εντός του υφιστάμενου εντός του οικοτόπου οδικού δικτύου (το οποίο διέρχεται κυρίως από γεωργικές καλλιέργειες – ελαιώνες και περιοχές οικισμών), η δε συνολική κατάληψη από το υποτμήμα του υπόγειου έργου ανέρχεται στο 0,03% της συνολικής έκτασης του οικοτόπου, που αντιστοιχεί, όπως προαναφέρθηκε, σε κατάστρωμα ή έρεισμα οδικού δικτύου, δεν αναμένεται να επηρεαστεί η ακεραιότητα του οικότοπου αυτού από την ένδικη γραμμή μεταφοράς. Ειδικότερα, δεν αναμένεται να υπάρξει σημαντική μείωση της έκτασης ή υποβάθμιση της φυσικότητας, της αντιπροσωπευτικότητας, της δομής και των συνθηκών διατήρησης των τύπων φυσικών οικοτόπων και των ειδών χλωρίδας εντός της περιοχής Natura 2000. Η κατασκευή του υποτμήματος του υπόγειου έργου ΠΕ Λακωνίας ενδέχεται μεν να αλλοιώσει τοπικά την παρόδια βλάστηση, όμως, η άμεση επίπτωση της κατασκευής του σχεδιαζόμενου έργου χαρακτηρίζεται παροδικά δυσμενής για τη βλάστηση που αναπτύσσεται εκατέρωθεν του υφιστάμενου οδικού δικτύου αλλά τοπικά περιορισμένη στη ζώνη κατάληψης του έργου. Εξάλλου στο υποκεφάλαιο 3.2 της μελέτης ΕΟΑ προβλέπεται ότι στην περίπτωση που απαιτηθεί η αποψίλωση παρόδιας βλάστησης για τις ανάγκες κατασκευής, θα γίνει αποκατάσταση αυτής με την ολοκλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών, όλη δε η περιοχή επέμβασης θα αποκατασταθεί στην προτέρα κατάσταση μετά την ολοκλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών. Όσον αφορά στις επιπτώσεις της ρύπανσης της ατμόσφαιρας στη χλωρίδα της περιοχής του έργου, εκτιμάται ότι δεν αναμένεται να υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις αφού δεν αναμένεται αισθητή επιβάρυνση του ατμοσφαιρικού περιβάλλοντος της περιοχής μελέτης κατά τη φάση κατασκευής. Ούτε και ως προς τα είδη πανίδας αναμένεται να προκαλέσει αξιοσημείωτες επιπτώσεις η κατασκευή του υπόγειου τμήματος του έργου, στη δε φάση λειτουργίας του έργου οι επιπτώσεις θα είναι ουδέτερες αφού το έργο είναι υπόγειο και εργασίες θα πραγματοποιηθούν μόνο εφόσον απαιτηθούν εργασίες επισκευής βλάβης (ο εξοπλισμός που εγκαθίσταται δεν χρειάζεται συντήρηση), αλλά και στην περίπτωση που απαιτηθούν τέτοιες εργασίες, και πάλι θα πραγματοποιηθούν επί του υφιστάμενου οδικού δικτύου. Εξάλλου, στο κεφάλαιο 11 της ΜΠΕ, παράρτημα της οποίας αποτελεί η μελέτη ΕΟΑ, προτείνεται πρόγραμμα παρακολούθησης (monitoring) για το ένδικο έργο, το οποίο, σύμφωνα με τον περιβαλλοντικό όρο 5.4.3 της προσβαλλόμενης πράξης, εφαρμόζεται και για τον οικότοπο “Περιοχή Νεάπολης και νήσος Ελαφόνησος” με κωδικό GR2540002. Με τα δεδομένα αυτά, ο εκτεθείς στη σκέψη 21 λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από τα προεκτεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι όλες οι σχετικές αιτιάσεις έχουν αντιμετωπισθεί με ειδική αιτιολογία, δεν προβάλλεται δε, πάντως, ότι είχαν προβληθεί, κατά τη διαδικασία διαβούλευσης, αντίστοιχοι τεχνικής φύσεως ισχυρισμοί, οι οποίοι να κατελήφθησαν αναπάντητοι.

24. Επειδή, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται, περαιτέρω ότι, παρά το γεγονός ότι στον οικότοπο του δικτύου Natura “Περιοχή Νεάπολης και Νήσος Ελαφόνησος” με κωδικό GR2540002 ενδημεί το είδος “Linaria hellenica Turrill” και υφίσταται φυσικός οικότοπος προτεραιότητας με κωδ. 2250 “Λόχμες των παραλίων με αρκεύθους – Juniperus spp), δεν έχει τηρηθεί η διαδικασία των εδαφίων γ΄ και δ΄ της παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 4014/2011, κατά την οποία είναι δυνατό να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία των ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή και άλλοι επιτακτικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος κατόπιν όμως, γνωμοδοτήσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην τελευταία δε περίπτωση, η απόφαση σχετικά με το εάν ένα έργο ή δραστηριότητα πρέπει να πραγματοποιηθεί για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημόσιους συμφέροντος λαμβάνεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος. Τέλος, με το ίδιο δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται ότι είναι αναιτιολόγητη και εν γένει εσφαλμένη η κρίση του μελετητή της ΕΟΑ ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την περιοχή έρευνας πεδίου, το οποίο έχει ως συνέπεια το περιεχόμενο της μελέτης να υπάγεται στο λιγότερο αυστηρό Παράρτημα 3.2.2 της υπουργικής απόφασης 170225/2015 (Β΄ 135/2015) και όχι όπως θα έπρεπε, στο Παράρτημα 3.2.1 της ως άνω υπουργικής απόφασης, το οποίο θέτει περισσότερες απαιτήσεις για τη διενέργεια εργασιών έρευνας πεδίου, ιδίως όσον αφορά στη χρονική διάρκεια των εργασιών έρευνας πεδίου.

25. Επειδή, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, εφόσον η μελέτη ΕΟΑ δεν κατέληξε σε αρνητικά συμπεράσματα σχετικά με τις επιπτώσεις του έργου στον εν λόγω οικότοπο, τα εδάφια γ΄ και δ΄ της παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 4014/2011, που αφορούν σε διαδικασία τηρούμενη ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν έλκονται σε εφαρμογή. Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος με το ίδιο δικόγραφο πρόσθετος λόγος ότι στη μελέτη ΕΟΑ αγνοείται το γεγονός ότι σε πολύ μικρή απόσταση από τα όρια της περιοχής με κωδικό GR2540002 η ένδικη γραμμή μεταφοράς είναι εναέρια και καταλήγει στον Τερματικό Σταθμό Αντιστάθμισης Πελοποννήσου, ο οποίος πρόκειται να κατασκευασθεί σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από τα όρια της προστατευόμενης περιοχής. Τούτο, διότι ο εν λόγω τερματικός σταθμός χωροθετείται εκτός της προστατευόμενης περιοχής του δικτύου Natura, οι εν γένει δε περιβαλλοντικές συνέπειες της κατασκευής και λειτουργίας αυτού αντιμετωπίζονται εκτενώς στη ΜΠΕ (σελ. 334, 341, 344, 346, 349, 358, 375, 387, 398-399, 408, 417 της ΜΠΕ). Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο ο αιτών Δήμος παραπονείται ότι προσήκουσα εξέταση των σωρευτικών επιπτώσεων του έργου σε συνδυασμό με άλλα έργα και εν γένει ανθρωπογενείς δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή δεν έλαβε χώρα διόλου στη ΜΠΕ και ανεπαρκώς, μόλις σε μισή σελίδα, στη μελέτη ΕΟΑ. Τούτο δε διότι στα υποκεφάλαια 8.6 έως 8.14 της ΜΠΕ καταγράφονται αναλυτικά όλες οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες που αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή του, στο δε υποκεφάλαιο 9.14-1 παρατίθεται ο πίνακας 9.14-1 “Εποπτική αξιολόγηση των επιπτώσεων από την κατασκευή και λειτουργία του υπό μελέτη έργου ανά περιβαλλοντικό μέσο, στο τέλος του οποίου καταγράφεται το συμπέρασμα ότι οι επιπτώσεις του έργου κατά τη φάση κατασκευής του έργου είναι εξαιρετικά περιορισμένες ενώ κατά τη λειτουργία του είναι σχεδόν μηδενικές στο περιβάλλον και ειδικώς στις ανθρωπογενείς δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής. Στα δε υποκεφάλαια 10.5 έως και 10.11 της ΜΠΕ (σελ. 411-418) προτείνονται μέτρα αντιμετώπισης των επιπτώσεων του έργου σε σχέση με τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες που αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή του. Όσον αφορά δε τη μελέτη ΕΟΑ που αναφέρεται στο υπόγειο τμήμα του έργου, ο προβαλλόμενος πρόσθετος λόγος είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, στην εν λόγω μελέτη επισημαίνεται ότι, εφόσον το ένδικο έργο διέρχεται επί του υφιστάμενου οδικού δικτύου και συνεπώς παρουσιάζει ασθενείς επιπτώσεις στα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος εντός των ως άνω περιοχών Natura 2000, δεν αναμένεται να συμβάλλει περαιτέρω σε άλλες επιπτώσεις από άλλα έργα στην περιοχή του έργου, οπότε δεν αναμένονται συνεργιστικές επιπτώσεις (υποκεφάλαιο 3.4 της μελέτης ΕΟΑ, σελ. 56-58, 62). Εξάλλου, απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος είναι ο πρόσθετος λόγος ακυρώσεως με τον οποίο πλήττεται ως αναιτιολόγητη η ειδικότερη κρίση του μελετητή της ΕΟΑ ότι για τον οικότοπο του δικτύου Natura “Περιοχή Νεάπολης και Νήσος Ελαφόνησος” με κωδικό GR 2540002 δεν υπάρχουν επαρκή, τεκμηριωμένα, αξιόπιστα και αξιοποιήσιμα στοιχεία και καταγραφές για την περιοχή έρευνας πεδίου και με τον οποίο προβάλλεται, αντιθέτως, ότι υπάρχουν τέτοια στοιχεία και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι αυστηρότερες προδιαγραφές (ιδίως ως προς τη διάρκεια της έρευνας πεδίου) του Παραρτήματος 3.2.1 της ΥΑ 170225/2015 (Β΄ 135) και όχι του Παραρτήματος 3.2.2 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως. Ούτε δε άλλωστε είναι δυνατή η ευθεία αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του Παραρτήματος 3.2.2, διότι τούτο προϋποθέτει διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση στηριζομένη στις εκτιμήσεις αυτές. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι για όλα τα ανωτέρω τιθέμενα με τους λόγους αυτούς ακυρώσεως ζητήματα, τεχνικής μάλιστα φύσεως, δεν προβάλλεται ότι είχαν προβληθεί, κατά το στάδιο της διαδικασίας διαβουλεύσεων, αντίστοιχοι τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί, οι οποίοι να κατελήφθησαν αναπάντητοι.

26. Επειδή, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ και του παρεμβαίνοντος, η οποία ανέρχεται σε εξακόσια σαράντα (640) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2018

Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος Η Γραμματέας

Αθ. Ράντος Μ. Βλασερού

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 11 Ιουλίου 2019.

Η Πρόεδρος Η Γραμματέας

του Α´ Τμήματος Διακοπών

Σπ. Χρυσικοπούλου Μ. Βλασερού

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, ...........................................................

Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος Η Γραμματέας