ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 127/2020

 

Πρόεδρος: Α.-Π. Παπαδάτου, Πάρεδρος Πρωτοδικείου

Δικηγόροι: Σ. Λάλας, Α. Κριαρά, Ά. Ροζάκης, Ε. Μανιού, Ε. Αγγελίδης, Μ. Σαριδάκης, Α. Γκολέμη, Ά. Μαστρογιάννης, Β. Δημητρακοπούλου

 

[...] Ε. Με τον Ν 4307/2014 εισήχθη η παράλληλη προς τον Πτωχευτικό Κώδικα (εφεξής ΠτΚ) έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης για την εκκαθάριση εν λειτουργία (εκποίηση εν λειτουργία και μεταβίβαση ως συνόλων ενεργητικού ή ως επιμέρους συνόλων ενεργητικού (κλάδων) σε νέους φορείς), υπερχρεωμένων επιχειρήσεων. Η ως άνω διαδικασία συνιστά παρεμφερή, κατά τον σκοπό και τη δομή της, ή απολύτως συναφή, διαδικασία προς την ειδική εκκαθάριση της διάταξης του άρθρου 106ια του ΠτΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 14 ίου Ν 4446/2016 και είχε προστεθεί στον ΠτΚ με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν 4013/2011 και μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. Γ υποπαρ. Γ.3 περ. 16 του Ν 4336/2015 (βλ. Χρ. Χριστοπούλου, η διαδικασία εξυγίανσης ως διαχρονικός θεσμός του Ελληνικού Δικαίου, σελ. 314, Γ. Μιχαλόπουλο, Η νέα πτωχευτική νομοθεσία [πρόλογος Δ’ έκδοσης], σελ. 13, Αιτιολογική έκθεση του Ν 4336/2015, άρθρο 1, Γ.3, αριθ.11). Η ανωτέρω διαδικασία που ρυθμίζεται στις διατάξεις των άρθρων 68 επ. του Ν 4307/2014, όπως και η ειδική εκκαθάριση, είναι συλλογική διαδικασία, δεδομένου ότι συνιστά μια εξωτερική και οργανωμένη διαδικασία από τον νόμο, η οποία προβλέπεται σε περίπτωση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του έχοντος πτωχευτική ικανότητα οφειλέτη, με σκοπό την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησής του ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων (κλάδων) ή ακόμα και κατ’ ιδίαν περιουσιακών στοιχείων, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του (βλ. Χρ. Χριστοπούλου, ό.π., σελ. 315). Η διαδικασία αυτή είναι παραπτωχευτική, κηρύσσεται, εξελίσσεται και περατώνεται αυτοτελώς, χωρίς ανάμειξή της με την πτώχευση (βλ. Γ. Μιχαλόπουλο, ό.π. [πρόλογος γ1 έκδοσης], σελ. 37). Στόχος του Ν 1307/2014 ήταν να δοθεί μια νέα αρχή στις πληγείσες επιχειρήσεις (βλ. άρθρο 1 της Αιτιολογικής Έκθεσης του Ν 4307/2014). Όπως και η καταργηθείσα διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 106ια του ΠτΚ, η ως άνω διαδικασία της ειδικής διαχείρισης αποσκοπεί να αποφευχθεί η απαξίωση της επιχείρησης του νομικού προσώπου μέσω της άμεσης υπαγωγής του στην πτωχευτική διαδικασία, καθώς και να επιτευχθεί η σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών από το τίμημα της πώλησης του ενεργητικού (εν συνόλω ή επιμέρους στοιχείων) της ως άνω επιχείρησης. Κι αυτό γιατί η διάσωση της επιχείρησης δε σημαίνει αναγκαία και διάσωση του φορέα της επιχειρηματία. Συνεπώς, η διάσωση της επιχείρησης σκοπείται με την απώλεια του ελέγχου της από τον επιχειρηματία και τη μεταβίβασή της σε άλλον φορέα (πρβλ. και αιτιολογική έκθεση του Ν 4336/2015). Με την υπαγωγή της στην ειδική διαχείριση η επιχείρηση του νομικού προσώπου, το οποίο βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, δεν παύει να λειτουργεί γι’ αυτό και ο Ν 4307/2014 τιτλοφορεί την ως άνω διαδικασία ως ειδική διαχείριση. Άλλωστε και στην παρεμφερή διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης που προβλεπόταν με τη διάταξη του άρθρου 106ια του ΠτΚ - κατά παρέκκλιση των ισχυόντων στην κοινή εκκαθάριση - ρυθμιζόταν ότι η υπαγωγή στην ως άνω διαδικασία δε συνεπαγόταν την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης, εφόσον η εκκαθάριση συντελούνταν εν λειτουργία της επιχείρησης. Βασικός στόχος της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης ήταν η μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη, ενόσω αυτή εξακολουθεί να λειτουργεί (βλ. Cristoph G. Paulus, Στάθη Ποταμίτη, Αλέξανδρου Ρόκα, Ignasio Tirado, Το πτωχευτικό δίκαιο ως ένας από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας της αγοράς ΔΕΕ 11/2015, 1070).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στην έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68 επ. του Ν 4307/2014 η λειτουργία της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της ως άνω διαδικασίας αποτελεί πρωταρχικό σκοπό του ως άνω νόμου, ώστε μέσω αυτής να αποφευχθεί η απαξίωση της επιχείρησης του οφειλέτη νομικού προσώπου που έχει παύσει τις πληρωμές του και να επιτευχθεί μέσω της μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης (ως συνόλου ή μερών) η συνέχιση της λειτουργίας αυτής με μεταβολή των φορέων της και ταυτόχρονη ικανοποίηση των πιστωτών από το τίμημα της πώλησης του ενεργητικού (ΜΠρΗρ 12/2020 Nomos, ΜΠρΑθ 963/2017 αδημ.). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν 4307/2014: «1, Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση κεφαλαιουχικών εταιριών, αυτές μπορούν να υπάγονται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου και εφόσον συντρέχει ως προς αυτές για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσης κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του Ν 2190/1920 και ήδη από 1.1.2019 κατά το άρθρο 165 του N 4548/2018 (αναλογικά εφαρμοζόμενου στις λοιπές μορφές κεφαλαιουχικών εταιριών), (ΜΠρΑθ 843/2016 ΕΕμπΔ 2016, 679, σχ. Αλ. Ρόκα, βλ. Περάκη Ε., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του Ν 4307/2014, σελ. 92 επ.), 2. Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη. 3. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται όσοι έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (ΠΔ 4123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν οικονομικές καταστάσεις, υποχρεωτικά ή προαιρετικά σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οι απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από τον ως άνω χρόνο αναφοράς μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων, εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιο πάνω οικονομικές καταστάσεις. 4. Ο υπολογισμός του ποσοστού των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες της παρ. 2 γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχο άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α’ ή Β’ Τάξεως του Ν 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, βασίζεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις ή/και τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη ή/και των αιτούντων πιστωτών και αποτυπώνεται σε βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοφηφίας της παρ. 2. Η βεβαίωση αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση της παρ. 1 με ποινή απαράδεκτου. Κοινοπρακτουντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού της παρ. 2 σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. 5. Για το παραδεκτό της αίτησης απαιτείται η ταυτόχρονη κατάθεση δήλωσης του προτεινομένου ως ειδικού διαχειριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί αποδοχής του σχετικού έργου. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 69 παρ. 1. «Ως ειδικός διαχειριστής ορίζεται νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στον Ν 3693/2008 (Α’ 174) ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α’ τάξεως του Ν 2515/1997 (Α’ 154), Ειδικός διαχειριστής μπορεί να ορισθεί και σύμπραξη προσώπων εφόσον συμμετέχει σε αυτή νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α’ τάξεως του Ν 2515/1997 (βλ. Περάκη Ε., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του Ν 4307/2014, σελ. 93 επ.). Ενώ στην παρ. 2 ορίζεται ότι: «Ως προς τον ειδικό διαχειριστή ισχύει το άρθρο 106ια παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα».

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι προκειμένου να τεθεί ένα νομικό πρόσωπο σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης θα πρέπει: α) να έχει πτωχευτική ικανότητα, β) να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων (ΑΠ 829/2003 ΕλλΔνη 45, 171, ΕφΛαρ 12/2014 ΔΕΕ 10(2014), ΕφΑθ 4514/2010 ΔΕΕ 2011, 195, ΕφΘεσ 485/2010 Αρμ 2012, 88, ΕφΛαρ 726/2008, ΕφΛαρ 715/2007 Nomos, ΕφΘεσ 2632/7006 Αρμ 2007, 739, ΕφΑθ 2407/2006 ΕλλΔνη 47, 1114, ΕφΙωανν 294/2005 Αρμ 60, 261, ΕφΑθ 1572/2001 ΕλλΔνη 42, 1418, ΕφΑθ 9038/2000 ΕλλΔνη 44, 561, ΠΠρΑθ 665/2016, ΠΠρΘεσ 3111/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης, ΜΠρΗρ 12/2020 Nomos, ΜΠρΔραμ 53/2017 ΕΕμπΔ 2017, 427 επ., με σχ. Μαστρομανώλη, με εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία, βλ. Περάκη Ε., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής (διαχείρισης, άρθρα 68-77 του Ν 4307/2014, σελ. 92 επ.), γ) να υποβάλλεται αίτηση από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη. Στη διαδικασία αυτή, η οποία εντάσσεται στις προπτωχευτικές διαδικασίες και ρυθμίζεται ωστόσο εκτός διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, έχουν αναλογική εφαρμογή (συμπληρωματικά) οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα (Ν 3588/2007).

Εξάλλου, συνέπειες της εκδοθείσας και δημοσιευθείσας απόφασης που κάνει δεκτή την αίτηση υπαγωγής της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης είναι: α) η παύση της συνολικής εξουσίας των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης (νομικού προσώπου), ήτοι της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου, β) η άμεση - από τη δημοσίευση - ανάληψη καθηκόντων εκ μέρους του διορισθέντος διαχειριστή, στον οποίο περιέρχεται το σύνολο των εξουσιών διοίκησης της επιχείρησης του φορέα αυτής, νομικού προσώπου, με δημιουργούμενη κατάσταση όμοια με εκείνη της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης (πρβλ. για τα ισχύοντα στην ειδική εκκαθάριση, Σ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, σελ. 143, 144), γ) η αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης, καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του Ν 4174/2013 «κώδικα φορολογικής διαδικασίας». Την αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών διώξεων με ίδιου περιεχομένου ρύθμιση προέβλεπε και ο μεταγενέστερος Ν 4335/2015 στο άρθρο 2 παρ. Γ υποπαρ. Γ3 περ. 16 αυτού, με την οποία αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 106 ια του ΠτΚ περί της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης. Μάλιστα στην αιτιολογική έκθεση του Ν 4335/2015 αναφέρεται ότι: «η διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης που προβλέπεται στο άρθρο 106ια απλοποιείται ως προς τις συγκεκριμένες πτυχές της, έτσι ώστε να καταστεί περισσότερο εύχρηστη και δημοφιλής και να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο συνέχισης της δραστηριότητας της επιχείρησης ενός αφερέγγυου οφειλέτη. Προς τον σκοπό ... προβλέπεται ο διορισμός εκκαθαριστή κατά το πρότυπο της διαδικασίας ειδικής εκκαθάρισης του Ν 4307/2014 (άρθρο 69 παρ. 4), εισάγεται η αναστολή των ατομικών διώξεων σε περίπτωση αποδοχής της διαδικασίας ...». Κατ’ ακολουθίαν, τόσο ο Ν 4307/2014, όσο και ο μεταγενέστερος κατά το πρότυπό του Ν 4335/2015 που τροποιποίησε την αρχική ρύθμιση του άρθρου 106ια ΠτΚ για τη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης, ήδη καταργηθέντος άρθρου, εισάγουν ως συνέπεια αυτοδίκαιη της αποδοχής της αίτησης για ειδική διαχείριση ή ειδική εκκαθάριση, αντιστοίχως, την αναστολή όλων ίων ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης. Δεδομένου, ότι η διαδικασία της ειδικής διαχείρισης είναι παραπτωχευτική, όπως προαναφέρθηκε/σε αυτήν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΠτΚ, όπου ρητώς οι διατάξεις του ως άνω νόμου παραπέμπουν στον ΠτΚ για αναλογική εφαρμογή του ή δεν αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή του από τη γραμματική ή τελολογική ερμηνεία ίων διατάξεων του Ν 4307/2014. Πλην όμως, δε δυναται να εφαρμοστεί ο ΠτΚ, στο μέτρο που ο Ν 4307/2014 εισάγει ρητώς διαφορετική ρύθμιση (ΜΠρΗρ 12/2020 Nomos, ΜΠρΔραμ 53/2017 ΔΕΕ 2017, 907, ΕΕμπΔ 2017, 427, σχ. Μαστρομανώλη, βλ. Περάκη Ε., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του Ν 4307/2014, σελ. 93 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν 4307/2014 θεσπίζει ρητώς την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων, χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις, ως προς όλους του πιστωτές. Επομένως, με την ως άνω ρύθμιση εισάγεται διάφορη και ειδική ρύθμιση στην παραπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, αντιθέτως με τα ισχύοντα επί πτώχευσης (άρθρα 25, 26 του ΠτΚ). Ήτοι, η θέση της επιχείρησης σε ειδική διαχείριση, με την απόφαση αποδοχής της αίτησης υπαγωγής της, συνεπάγεται αυτοδικαίως την αναστολή των ατομικών διώξεων για όλους τους πιστωτές της επιχείρησης, τόσο τους εγχειρόγραφους όσο και τους ενέγγυους. Σε περίπτωση που ο ειδικός διαχειριστής, μετά τον διορισμό του, δεν εξεύρει χρηματοδότηση για τις ανάγκες της ειδικής διαχείρισης (έξοδα διαδικασίας αυτής), στα οποία περιλαμβάνονται και οι δαπάνες για τη λειτουργία της επιχείρησης, τότε συντρέχει λόγος ανάκλησης της απόφασης περί υπαγωγής της επιχείρησης στην ειδική διαχείριση (άρθρο 758 ΚΠολΔ). Και αυτό διότι ο Ν 4307/2014 θέτει στη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1, ως προϋποθέσεις για την αποδοχή της αίτησης, τις ρυθμιζόμενες στις παρ. 1, 2 του άρθρου 68 και δεν ορίζει την επάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας, ως θετική προϋπόθεση, για τη θέση της επιχείρησης σε ειδική διαχείριση (βλ. άρθρο 3 παρ. 4 του ΠτΚ) ή την τυχόν ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη, ως λόγο απόρριψης της αίτησης (βλ. καταργηθέν άρθρο 6 παρ. 2 του ΠτΚ) (ΜΠρΗρ 12/2020 Nomos, ΜΠρΑθ 1612/2017 ΕΕμπΔ 2017, 656, ΜΠρΑθ 963/2017 ΔΕΕ 2017, 371, ΜΠρΔραμ 53/2017 ΕΕμπΔ 2017, 427 επ., με σχ. Γεωργαντόπουλου Παν., ΜΔΕ Εμπορικού Δικαίου-Δικηγόρου, με εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία, βλ. Περάκη Ε., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του Ν 4307/2014, σελ. 95-96).

Περαιτέρω, στο άρθρο 70 παρ. 1 εδ. α’ ορίζεται ότι: «Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας», ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου «Η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κύριες παρεμβάσεις κατατίθενται υποχρεωτικά και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, και συνεκδικάζονται, υποχρεωτικώς όπως και οι τυχόν πρόσθετες παρεμβάσεις, με την αίτηση. Οι κυρίως παρεμβαίνοντες φέρουν το βάρος απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 68» (βλ. Περάκη Ε., Πτωχευτικό Δίκαιο, 311 έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του Ν 4307/2014, σελ. 94). Οι κυρίως παρεμβαίνοντες φέρουν το βάρος απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 68.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης φυσικού ή νομικού προσώπου δεν απευθύνεται κατά αυτού, αλλά απλώς κοινοποιείται στην υπό υπαγωγή επιχείρηση τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κατά συνέπεια, και ενόψει του ότι η σχετική αίτηση δικάζεται, κατά τα προεκτιθέμενα, σύμφωνα με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας εφόσον δεν επιβάλλεται από τον νόμο η απεύθυνση της αίτησης προς το υπό υπαγωγή σε ειδική διαχείριση πρόσωπο, η μη απεύθυνσή της δεν επάγεται την ακυρότητα της αίτησης ή το απαράδεκτο αυτής. Στην περίπτωση δε αυτή, ακόμη και αν η αίτηση στραφεί κατά του υπό υπαγωγή σε ειδική εκκαθάριση προσώπου, το τελευταίο δεν καθίσταται διάδικος, αφού αυτή η ιδιότητα, στην εκούσια δικαιοδοσία, προσλαμβάνεται μόνο με τους περιοριστικά προκύπτοντες από τις σχετικές διατάξεις τρόπους. Στην περίπτωση της αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68επ. του Ν 4307/2014, το υπό ειδική διαχείριση πρόσωπο (νομικό ή φυσικό), προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου -και δεδομένου ότι στις σχετικές διατάξεις του νόμου αυτού δεν ορίζεται ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον αυτού του προσώπου-, μπορεί να ασκήσει, εφόσον αιτείται την απόρριψη της αίτησης, κύρια παρέμβαση, σύμφωνα με τα ειδικότερα επιτασσόμενα από τη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 4 εδ. β’ του Ν 4307/2014. Εξάλλου, με τη διατύπωση του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. γ’ του Ν 4307/2014, ως άνω, ο νομοθέτης προβαίνει σε αντιστροφή του βάρους απόδειξης ζητώντας από τον κυρίως παρεμβαίνοντα να αποδείξει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του οφειλέτη στη διαδικασία, πλην όμως η διάταξη επαναλαμβάνει τη γενική υποχρέωση απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ’ άρθρο 338 παρ. 1 σε συνδ. με 741 ΚΠολΔ, την αυτοτελή αίτησή του, καθώς μάλιστα, η εκδίκαση των υποθέσεων του Ν 4307/2014 γίνεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία υποστηρίζεται ότι δεν υφίσταται κατανομή του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένης της ισχύος του ανακριτικού συστήματος (άρθρο 744 ΚΠολΔ). Ακριβέστερα, επί τη βάσει του άρθρου 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει το σύστημα της πλήρους ελεύθερης απόδειξης υπό την έννοια ότι το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αποδεικτική δύναμη που προσδίδει ο νόμος στα αποδεικτικά μέσα, αλλά εκτιμά κατ’ ελεύθερη κρίση όλα τα προσκομιζόμενα ή διαταχθέντα από αυτό αποδεικτικά μέσα, δίδοντας κατά την κρίση του δέουσα αποδεικτική βαρύτητα (βλ. σχετ. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, έκδ.1985, σελ. 103, Νικολόπουλου, Το δίκαιο της αποδείξεως, έκδ. 2011, σελ. 101-102). Το βάρος αποδείξεως λειτουργεί αντικειμενικά και η σχετική αίτηση απορρίπτεται αν τα θεμελιωτικά της περιστατικά δεν αποδειχθούν από όλα τα αποδεικτικά μέσα, εισφερθέντα από τους διαδίκους ή συλλεγέντα αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου (βλ. σχετ. Μπότσαρη, Βάσεις και διαδικαστικά προβλήματα της εκούσιας δικαιοδοσίας, έκδ. 1997, σελ. 74-75, Χατζηιωάννου, Η δίκη της πτώχευσης και των προληπτικών μέτρων της, έκδ. 2.016, σελ. 166). Με την έκδοση της δικαστικής απόφασης ο οφειλέτης στερείται άμεσα την διοίκηση της περιουσίας του και μάλιστα χωρίς την δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων (πλην των ενδίκων βοηθημάτων της αίτησης ανάκλησης της απόφασης κατ’ άρθρο 758 ΚΠολΔ και τριτανακοπής κατ’ άρθρο 773 ΚΠολΔ) και χωρίς την δυνατότητα εξόδου από την διαδικασία αυτή, όπως συμβαίνει στην Πτώχευση, μέσω του θεσμού της αναδιοργάνωσης. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να υφίσταται απόλυτη βεβαιότητα, ως προς την πλήρωση των προϋποθέσεων υπαγωγής του νομικού προσώπου σε ειδική διαχείριση και ιδιαίτερα, ως προς την παύση πληρωμών και ως προς τον συσχετισμό του ύψους των υποχρεώσεων προς τον ή τους αιτούντες και των συνολικών υποχρεώσεων του οφειλέτη. Κατά συνέπεια οι απαιτήσεις σε βάρος του οφειλέτη, βάσει των οποίων θα κριθεί η παύση των πληρωμών και το ύφος του ποσοστού των αιτούντων, θα πρέπει να είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, δηλαδή να μην αμφισβητούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο δικαστικά ή εξώδικα (ΜΠρΔράμας 53/2017 Nomos, Ψυχομάνης, Πτωχευτικό Δίκαιο, εκδ. 2016, σελ. 50). Χρέος το οποίο έχει καταστεί επίδικο δεν είναι βέβαιο έως την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως, εκτός εάν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, η οποία είναι προσωρινά εκτελεστή (Λ. Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, 10η έκδ. 78.126). Εάν αντίθετα λαμβάνονταν υπόψη επίδικα ή αμφισβητούμενα χρέη θα δημιουργείτο αβεβαιότητα περί της υπαγωγής ή μη του οφειλέτη σε μία μη αναστρέψιμη διαδικασία και θα αναδεικνύετο εκ των υστέρων, όταν πλέον θα ήτο άνευ αντικειμένου η ορθότητα της δικανικής κρίσης, κατά τον χρόνο που θα εκδίδετο απόφαση περί της οφειλής ή μη των εν λόγω χρεών. Ο δε κίνδυνος παρέλκυσης της διαδικασίας από την εμφάνιση εικονικών ή άλως αβάσιμων απαιτήσεων θα μεγάλωνε υπέρμετρα. Συνεπώς τα επίδικα χρέη δεν λαμβάνονται υπόψη, τόσο ως προς την διαπίστωση της παύσης πληρωμών, όσο και ως προς την διακρίβωση του συνολικού ύφους των υποχρεώσεων του οφειλέτη και του αντίστοιχου ποσοστού των οφειλών του προς τους αιτούντες. Για τον λόγο αυτό, σε περίπτωση που υφίστανται επίδικα χρέη, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 249 ΚΠολΔ, διότι δεν δικαιολογείται η αναβολή έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον κατά τον χρόνο της συζήτησης πληρούνται ήδη οι προϋποθέσεις του άρθρου 68 Ν 4307/2014 με βάση τις βέβαιες και εκκαθαρισμένες οφειλές της επιχείρησης. Ο χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων του Ν 4307/2014 είναι αυτός της συζήτησης της υπόθεσης και το δικαστήριο οφείλει να κάνει δεκτή ή να απορρίφει την αίτηση με βάση τα υπάρχοντα κατά τον χρόνο αυτό δεδομένα. Εφόσον δε η κρίση του δικαστηρίου βασίζεται στην οικονομική κατάσταση του νομικού προσώπου κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης η εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ θα οδηγούσε σε αλλεπάλληλες αναβολές για τον ίδιο λόγο, καθώς, έως την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως επί μίας επίδικης οφειλής, τίποτε δεν εμποδίζει την δημιουργία νέων χρεών, τα οποία έχουν εντωμεταξύ καταστεί επίδικα, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να αναβάλλει εκ νέου προκειμένου να καταστούν βέβαια τα νεότερα αυτά χρέη. Σε κάθε δε περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ είναι ασύμβατες με την ταχύτητα που απαιτείται στην εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής διαχείρισης, με τις οποίες επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η επιβίωση και να αποφευχθεί η απαξίωση της επιχείρησης του οφειλέτη. Η δε εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα, καθώς για να μπορέσει η επιχείρηση να μεταβιβασθεί ως σύνολο παρέχονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης προληπτικά μέτρα κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (70 παρ. 3 Ν 4307/2014 σε συνδ. με αρ. 10 ΠτΚ). Σε περίπτωση αναβολής έκδοσης οριστικής απόφασης έως την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως, επί εκκρεμούσης υποθέσεως, περί αμφισβητούμενης οφειλής της επιχείρησης, οι δανειστές περιάγονται σε κατάσταση ομηρίας, καθώς η έκδοση τελεσιδίκου απόφασης απαιτεί την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο δεν μπορούν πλέον να κινήσουν την διαδικασία ατομικής εκτέλεσης, παρά μόνο αν παραιτηθούν από την υπό κρίση αίτησή τους, στερούμενοι κατ’ αυτό τον τρόπο δικαστικής προστασίας, η οποία οφείλει να είναι αποτελεσματική και έγκαιρη.

ΣΤ. Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του ΠτωχΚ προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, άρα και η ανώνυμη εταιρία (άρθρο 1 του Ν 2190/1920) που χαρακτηρίζεται έμπορος κατευθείαν από τον νόμο με βάση το «τυπικό» σύστημα εμπορικότητας. Αναφορικά με την έννοια της παύσης πληρωμών (βλ. αναλυτικά Εμμ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, Κεφ. 15, Η κήρυξη ης πτώχευσης - Η παύση πληρωμών, σελ. 122 επ.), αποτελεί εκείνη η κατάσταση, κατά την οποία ο έμπορος, ανεξαρτήτως προς την πραγματική περιουσιακή του δυνατότητα, περιέρχεται σε μόνιμη πραγματική -όχι δε προσωρινή από εντελώς παροδικές αιτίες- αδυναμία για την εμπρόθεσμη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών, χρεών του (βλ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 7η έκδ., έκδ. 2008, σελ. 140 επ.). Επομένως, όχι οποιαδήποτε μη πληρωμή, αλλά η μη πληρωμή που έχει τον χαρακτήρα της γενικότητας και μονιμότητας και υποδηλώνει συγχρόνως νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής κίνησης, αθεράπευτο κλονισμό της πίστης του εμπόρου ή διαταραχή στην οικονομική του υπόσταση, συνιστά παύση πληρωμών κατά την έννοια του νόμου και δεν αρκεί η απλή έλλειψη ρευστότητας του οφειλέτη (ΑΠ 1399/2000 ΕλλΔνη 2001, 733, ΑΠ 910/2000 ΕλλΔνη 2001, 733, ΕφΠειρ 467/2010 ΔΕΕ 2010, 915, ΕφΛαρ 726/2008 ΕπισκΕΔ 2008, 1113, ΠΠρΘεσ 1228/2012 ΕλλΔνη 2013, 1105, βλ. Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 2010, σελ. 5, Κοτσίρη Λ., Πτωχευτικό Δίκαιο, 7η έκδ. 2008, σελ. 140 επ.). Η γενικότητα και μονιμότητα μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και καταδεικνύεται από την έναντι του κοινού αδυναμία αντιμετώπισης των χρεών του, που μπορεί να συντρέχει και στην περίπτωση της μη πληρωμής ενός μόνο χρέους, τέτοιας όμως σημασίας, ώστε αυτή να φανερώνει μη πληρωμή έναντι του κοινού, δηλ. κλονισμό της εμπορικής πίστης του εμπόρου και πραγματική αδυναμία συνέχισης της εμπορίας του (ΑΠ 829/2003 Nomos, ΑΠ 281/2001 ΕΕμπΔ 2001, 590, ΑΠ 1399/2000 ΕλλΔνη 2001, 733, ΕφΠειρ 161/2003 ΔΕΕ 2003, 544). Απαιτείται αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώνει τις οφειλές του με τον ρυθμό που καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Δεν αρκεί συνεπώς η αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών κάποιας χρονικής στιγμής, αλλά θα πρέπει να προβλέπεται ότι η αδυναμία αυτή θα πλήξει και τα επερχόμενα χρέη (βλ. Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, σελ. 125). Δεν υπάρχει μονιμότητα, αν ο οφειλέτης πληρώσει σημαντικά χρέη, συνεχίζει την εμπορική του δραστηριότητα και εξακολουθεί την πληρωμή του εργατοτεχνικού προσωπικού του. Εάν δημιουργηθούν, από την άλλη μεριά, βάσιμες προσδοκίες ανάκαμψης, το οποίο αποτελεί ζήτημα υπό την κρίση του δικαστηρίου, η παύση πληρωμών αίρεται λ.χ. η βάσιμη προσδοκία είσπραξης μεγάλου χρηματικού ποσού ενισχύει τον χαρακτήρα της παροδικής οικονομικής αδυναμίας (ΠΠρΘεσ 638/1987 ΕΕμπΔ 1989, 486). Με τον ορισμό της παύσης πληρωμών ο ΠτΚ παρέμεινε στο σύστημα της αδυναμίας του οφειλέτη να καταβάλει τα χρέη του, οφειλόμενη σε έλλειψη ρευστότητας. Δεν υιοθέτησε ο την ά|ρψη ότι η κρίση της επιχείρησης του οφειλέτη πρέπει να αποδίδεται σε «υπερχρέωση», στην κατάσταση δηλαδή εκείνη όπου το παθητικό υπερβαίνει το ενεργητικό, καθώς τα δυο αυτά κριτήρια διαφέρουν (βλ. Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, σελ. 126). Εάν συντρέχουν πολλά χρέη, η καταβολή μερικών και η, έστω κατά αδικαιολόγητη διάκριση, άρνηση εξοφλήσεως άλλων, δεν συνιστά παύση πληρωμών γενικώς, εκτός αν αποδεικνύεται ότι είναι αδύνατη η ικανοποίηση όλων, ήτοι όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει ένα ουσιώδες μέρος των εμπορικών του υποχρεώσεων.

Το γεγονός της παύσης πληρωμών απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο θα στηριχθεί επί πραγματικών γεγονότων, που μαρτυρούν την ιδιαίτερη εκείνη θέση του οφειλέτη, συνεπεία της οποίας αυτός δεν αντιμετωπίσει, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο και όχι απλώς παροδικά, τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του (ΑΠ 876/2017 Nomos, ΑΠ 829/2003 ΕλλΔνη 45, 171, ΕφΑθ 2407/2006 ΕλλΔνη 2006, 1115, ΕφΑθ 1572/2001 ΕλλΔνη 2001, 1418, ΕφΠατρ 212/2001 ΔΕΕ 2003, 544, ΕφΑθ 149/2001 ΔΕΕ 2001, 391 ΕφΛαρ 46/2001 ΕΕμπΔ 2001, 513, ΕφΑθ 1207/2000 ΕλλΔνη 41, 859, ΠΠρΑθ 12/2010 ΔΕΕ 2010, 445, βλ. Ρόκα, Πτωχ. Δικ., παρ. 12, II). Η απόδειξη της παύσης των πληρωμών βαρύνει τον αιτούντα την πτώχευση και μπορεί να γίνει με κάθε επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Το δικαστήριο θα στηριχθεί και σε πραγματικά γεγονότα που μαρτυρούν τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη. Ως πραγματικό γεγονός μπορεί να αποδειχθεί με κάθε μέσο, ιδίως δε, από διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για μη πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές αποφάσεις για χρηματικές οφειλές που δεν εξοφλήθηκαν, κατασχέσεις, ομολογίες του οφειλέτη από επιστολές προς δανειστές και αιτήματα για φιλικό διακανονισμό, συμφωνητικά εξώδικου συμβιβασμού που δεν εκτελέστηκε, μαρτυρικές καταθέσεις, φυγή του οφειλέτη κ.λπ. (βλ. Κοτσίρη Λ., Πτωχευτικό Δίκαιο, παρ. 62, σελ. 144). Σχετικώς εκτιμώνται και περιστατικά όπως η φυγή του οφειλέτη, το κλείσιμο του καταστήματος του, η αδιαφορία για τρέχοντες λογαριασμούς, η επιβολή κατασχέσεων, η άρνηση πιστωτών να ρυθμίσουν τα χρέη, οι μάταιες προσπάθειες εκτέλεσης κ.λπ. (βλ. Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, σελ. 127-128). Η κατ’ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του (ΑΠ 829/2003 ΕλλΔνη 45.171, ΕφΑθ 4326/2017, ΕφΘεσ 819/2014 ΕλλΔνη 2014, 1479, ΕφΑθ 4514/2010, ΕφΛαρ 726/2008 Nomos). Η παύση πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο της συζήτησης της αίτησης και σε κάθε περίπτωση στον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, συνεπώς, τυχόν προγενέστερη απόφαση που εκδόθηκε σε αίτηση ανοίγματος διαδικασίας εξυγίανσης που δεν άνοιξε εν τελεί, είτε αναγνωρίστηκε είτε όχι η παύση πληρωμών, δεν αποτελεί δεδικασμένο σε έτερη μεταγενέστερη δίκη (βλ. σχετ. Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, σελ. 128). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 18 περ. ιθ’ του Ν 2479/1997, οι απαιτήσεις του πιστωτή που ζητά την πτώχευση εμπόρου πρέπει να προκύπτουν από έγγραφα βέβαιης χρονολογίας κατά το άρθρο 446 ΚΠολΔ ή από τα τηρούμενα επίσημα εμπορικά βιβλία (ΑΠ 852/2006 Nomos, ΠΠρΘεσ 286/2007 Αρμ 2007, 883). Ωστόσο, ο οφειλέτης μπορεί να μην κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, εφόσον αυτός αρνείται την πληρωμή ενός σημαντικού χρέους, εξαιτίας ενστάσεως, την οποία επιτρέπεται να θεωρεί καλόπιστα, ως βάσιμη, όπως πρέπει να γίνει δεκτό και υπό την ισχύ του Πτωχευτικού Κώδικα, παρά την κατάργηση, της, επ’ αυτού, σαφούς διάταξης ίου άρθρου 528 παρ. 2 ΕμπΝ (ΑΠ 910/2000 ΕΕμπΔ ΝΑ’, 779, ΑΠ 1399/2000 ΕλλΔνη 42, 733, βλ. Ψυχομάνη Σπ., Πτωχευτικό Δίκαιο, σελ. 36, αριθ. 84). Για την παραδοχή της παραπάνω ένστασης ερευνάται μόνο εάν ο έμπορος επιτρέπεται να θεωρεί την ένσταση αυτή, καλόπιστα ως βάσιμη, ανεξάρτητα εάν αυτή είναι πράγματι και ουσιαστικά βάσιμη (ΕφΘεσ 1749/1996 Αρμ 1996, 1350, ΕφΘεσ 42/1994 Αρμ 1994, 12.81, ΕφΑθ 44/1983 ΕλλΔνη 24, 812, ΕφΑθ 1224/1981 Αρμ 1982, 39, βλ. Κοτσίρη Λ., Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 1998, σελ. 157). Η καλή πίστη του εμπόρου, υπό την παραπάνω έννοια, ταυτίζεται εννοιολογικά με το επιτρεπτό της πεποίθησης του, τη μη αντίφαση, δηλαδή, της συμπεριφοράς του, προς την προβολή και το περιεχόμενο της ένστασης. Σημαίνει, δηλαδή, με άλλα λόγια ότι όλη η εμπορική δραστηριότητα του και η εν γένει συμπεριφορά του, κατά το πριν τη δίκη, διάστημα, δικαιολογούν την, κατά τη διάρκειά της, προβολή της συγκεκριμένης ένστασης (ΑΠ 1399/2000 ΕλλΔνη 2001, 733, ΑΠ 910/2000 ΕΕμπΔ 2000, 779, ΕφΑθ 4514/2010 ΔΕΕ 2011, 195, ΕφΑθ 1117/2001 ΔΕΕ 2001, 617, βλ. Κουφό, Αρνηση πληρωμών ένεκεν ενστάσεων και πλασματική παύση πληρωμών, Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 528 παρ. 2 εδ. β’ και γ’ του ΕμπΝ, Αρμ 41 (1987), 913 επ. και ιδίως σελ. 919). Αλλά και αναιτιολόγητη άρνηση πληρωμής δεν αποτελεί αυτόματα λόγο πτώχευσης και ο πιστωτής πρέπει να καταφεύγει στα κοινά μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. σχετ, Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, σελ. 127). Πάντως η μη πληρωμή εμπορικών χρεών, έστω και από κακή πίστη του οφειλέτη, δεν αποτελεί απόδειξη παύσης πληρωμών (ΕφΘεσ 380/1999 Αρμ 2000, 222, ΠΠρΘεσ 3111/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης). Τέλος, η κατάσταση της παύσης πληρωμών ενδέχεται να αρθεί εάν αρχίσουν εκ νέου οι πληρωμές με γενικότητα και διάρκεια (βλ. σχετ. Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, σελ. 129).

Z. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή. Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (ΑΠ Ολ 5/2011, ΑΠ 1151/2018, ΑΠ 16/2017 Nomos). Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ’ αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολ 8/2001 Nomos, ΑΠ Ολ 7/1991 ΕλλΔνη 32, 796, ΑΠ Ολ 210/1984 ΝοΒ 33, 648, ΑΠ 924/1987 ΝοΒ 36, 1922, ΕφΘεσ 713/1992 Αρμ 1992, 227).

 

(Δέχεται την αίτηση.)