ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 127/2018

 

Ειρηνοδίκης: ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΜΙΧΑΗΛΙΔΗ

Δικηγόροι: Δ. Σαλαμαστράκης - Αικατερίνη Νοτοπούλου

 

(...) I. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίον συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1346/83, σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης «υποχρεούται να επαναπροσλαμβάνει» συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσον όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν κατά την τελευταία περίοδο, η δε επαναπρόσληψη γίνεται σταδιακά, όπως ειδικότερα ορίζεται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ενώ κατά την παρ. 5 του άρθρου 8 του παραπάνω νόμου, ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 14 της από 4-4-1990 ΣΣΕ των ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της Χώρας το οποίο επαναλαμβάνει η από 30-7-91 ΣΣΕ (...) και στο οποίο παραπέμπουν οι μεταγενέστερες ΣΣΕ των ξενοδοχοϋπαλλήλων (από 8-7-1992, 16-7-1993 και 26-4-1994(παρ. 12) ), ορίζεται ότι οι εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις «υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν» το προσωπικό, το οποίο απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση οι εργαζόμενοι να ειδοποιήσουν εγγράφως τον εργοδότη τους μέχρι το τέλος Ιανουαρίου, μέσω της οικείας συνδικαλιστικής τους οργανώσεως, ότι επιθυμούν να εργασθούν κατά τη νέα περίοδο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εποχιακής λειτουργίας είναι ορισμένου χρόνου, υπό την έννοια ότι λύονται μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας του ξενοδοχείου. Παρέχεται, όμως, στον εργαζόμενο από το νόμο διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψή του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο θα επαναλειτουργήσει και θα φθάσει σε ορισμένη πληρότητα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας επαγγελματικής οργανώσεώς του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Με μόνη την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέξουν οι κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 1346/83 προϋποθέσεις πληρότητας, καταρτίζεται νέα σύμβαση εργασίας για την προσεχή περίοδο (Ολ ΑΠ 14/00, ΑΠ 455/13, ΑΠ 305/11). Επομένως, ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο κατά τη νέα αυτή περίοδο, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής (δανειστή) και οφείλει να καταβάλλει στον εργαζόμενο αποδοχές υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ). Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται από το σκοπό των ως άνω διατάξεων, ήτοι την «υποχρεωτική» επανασύσταση της εργασιακής σύμβασης. Υπό την αντίθετη εκδοχή, ότι απαιτείται και αποδοχή από τον εργοδότη, χωρίς την οποία δεν επέρχεται κατάρτιση της νέας σύμβασης, ο σκοπός αυτός δεν θα επιτυγχανόταν. Διότι, η άρνηση του εργοδότη θα ματαίωνε την επαναπρόσληψη και δεν θα απέμενε στον εργαζόμενο άλλη δυνατότητα παρά η έγερση αγωγής καταδίκης του εργοδότη σε δήλωση βουλήσεως, λύση χρονοβόρα και δαπανηρή, άρα απρόσφορη. Η περιεχόμενη στις ως άνω ΣΣΕ φράση: «η πρόσληψη και τα μετά από αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις αρχίζουν από τη στιγμή που ο εργαζόμενος αναλαμβάνει εργασία» δεν αναφέρεται στον τρόπο συνάψεως της νέας συμβάσεως, αλλά διευκρινίζει ότι η μισθοδοσία και οι λοιπές εκατέρωθεν παροχές δεν αρχίζουν πριν από την πραγματική εμφάνιση του εργαζομένου για να απασχοληθεί, η οποία όμως παρέλκει αν ο εργοδότης έχει καταγγείλει στο μεταξύ τη σύμβαση. Το πιο πάνω δικαίωμα επαναπρόσληψης του εργαζομένου μπορεί να καταλύσει ο εργοδότης, καταγγέλλοντας τη σύμβαση, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Η ανάγκη «καταγγελίας», με καταβολή και της νόμιμης αποζημίωσης, προκειμένου να ματαιωθεί η επαναπρόσληψη του εργαζόμενου, επιβεβαιώνει ότι η επαναπρόσληψή του συντελείται με τη μονομερή άσκηση από αυτόν του δικαιώματός του. Διότι διαφορετικά, αν υπήρχε, δηλαδή, δυνατότητα ματαιώσεως της επαναπρόσληψης με την απλή άρνηση συναίνεσης από τον εργοδότη, η καταγγελία θα ήταν περιττή (Ολ ΑΠ 14/00).(παρ. 13)

Έπειτα, σε περίπτωση που υφίσταται επιχειρησιακή συνήθεια ή υπάρχει όρος σε ατομική σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο ο εργαζόμενος δεν απαιτείται να προβεί σε μονομερή έγγραφη ειδοποίηση απευθυντέα προς τον εργοδότη, προκειμένου να καταρτιστεί νέα σύμβαση, όπως ο παραπάνω νόμος και οι οικείες ΣΣΕ προβλέπουν, αλλά θεωρείται ότι έχει αυτή σιωπηρώς επανασυσταθεί στην αρχή της επόμενης τουριστικής περιόδου ή ότι αρκεί η προφορική μόνο δήλωση του εργαζομένου περί επαναπροσλήψεώς του (άτυπη δήλωση), για την οποία ωστόσο ο εργοδότης επεφύλαξε το δικαίωμα λύσεώς της, καταγγέλλοντας τη σύμβαση, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως ή ο εργαζόμενος επεφύλαξε το δικαίωμα οικειοθελούς αποχώρησης, τότε η συμφωνία αυτή υπερισχύει στο πλαίσιο της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης (άρθρ. 361 ΑΚ). Δυνάμει δε της γενικής αρχής της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, και της αρχής της εύνοιας υπέρ των τελευταίων, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.

II. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία ορίζει, ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, και δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται, κατά τρόπο ανόμοιο, τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και προβαίνοντας σε διακρίσεις, εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Άρα, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει την δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα αυτά ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό, υπάλληλο και γενικά μισθωτό, οπότε στην περίπτωση αυτή, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που, αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ., και 87 επ. του Συντάγματος αφού, σ’ αυτή την περίπτωση υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση αυτή, να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, ο οποίος περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Έπειτα, το άρθρο 22 παρ. 1 β’ του Συντάγματος αποτελεί ειδικότερη μορφή της αρχής της ισότητας που καθιερώνει το πιο πάνω άρθρο 4 παρ. 1 αυτού, και δεσμεύει τον νομοθέτη. Περαιτέρω, με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28-6-1999, η οποία αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (τη CES, τη UNISE και το CEEP), επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Η αρχή της μη διάκρισης αφορά στην ισχύ ομοειδών ρυθμίσεων και στην εξάλειψη τυχόν διαφορών και ανισοτήτων μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου (ήτοι προσώπων με σύμβαση ή σχέση εργασίας η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους ―το σκοπό και το είδος της σύμβασης― όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ή ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος) και αντίστοιχων ή συγκρίσιμων εργαζομένων αορίστου χρόνου (προσώπων με σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου είτε απασχολούμενων στην ίδια επιχείρηση και στην ίδια ή παρόμοια εργασία, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή δεξιοτήτων, είτε υπαγόμενων στην εκάστοτε εφαρμοζόμενη συλλογική σύμβαση ή, ελλείψει αυτής, στις εθνικές συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές, της οποίας η διάρκεια ούτε ορίστηκε ούτε προκύπτει από το σκοπό και το είδος της). Ειδικότερα, με τη ρήτρα 5 της παρ. 1 της προαναφερομένης Οδηγίας, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή και οι κοινωνικοί εταίροι όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνουν, για την πρόληψη των καταχρήσεων, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και, καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται «διαδοχικές», β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις «αορίστου χρόνου». Οι διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ βρίσκουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις αυτές. Ακόμη η παραπάνω Οδηγία επιβάλλει στα κράτη - μέλη την υποχρέωση συμμόρφωσης και προσαρμογής της νομοθεσίας τους με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις της μέχρι 10-7-2001. Η Ελλάδα έχει ήδη προβεί από 2-4-2003 σε ενσωμάτωση της παραπάνω Οδηγίας με το ΠΔ 81/03 (ΦΕΚ Α77/2-4-2003), με το άρθρο 4 του οποίου θεσπίστηκε η προαναφερόμενη αρχή της μη διάκρισης, δηλαδή της μη επιτρεπόμενης δυσμενέστερης αντιμετώπισης των εργαζομένων με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι συγκρινόμενων εργαζομένων αορίστου χρόνου, ενώ με το άρθρο 5 (όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ΠΔ 180/04) θεσπίστηκαν κανόνες προστασίας εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους και ορίστηκαν στην παράγραφο 1 εδ. α’ του πιο πάνω άρθρου ως αντικειμενικοί λόγοι, που δικαιολογούν τη χωρίς περιορισμό σύναψη ή ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ενδεικτικά οι ακόλουθοι:(παρ. 14) 1) οι συνδεόμενοι με τη μορφή, το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, 2) οι αφορώντες ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από τη σύμβαση εργασίας (π.χ. προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, προσωρινή σώρευση εργασίας, εκπαίδευση ή κατάρτιση μισθωτού, διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδεόμενη με συγκεκριμένο γεγονός), 3) είναι αποτέλεσμα δικαστικού συμβιβασμού, 4) επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη, 5) αν εξυπηρετεί την υποβολή σε δοκιμασία, 6) ο εργαζόμενος αμείβεται από πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού ή προϋπολογισμού ΝΠΔΔ που προορίζονται για εργασία ορισμένου χρόνου, 7) η ανάγκη της εκμετάλλευσης για παροχή εργασίας υφίσταται μόνο προσωρινά, 8) η ιδιομορφία της εργασιακής σχέσης ή οι κείμενοι στο πρόσωπο του εργαζομένου λόγοι δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, 9) πρόκειται για Διευθυντικά Στελέχη ή Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό, 10) πρόκειται για απασχολήσεις εποχιακού χαρακτήρα ή κάλυψη εποχιακών αναγκών. Από την προαναφερθείσα πολλαπλή απαρίθμηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΔ 81/03 συνάγεται ότι η κατάρτιση ή ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιτρέπεται κατ’ ουσία σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η ορισμένη διάρκεια της σύμβασης εργασίας δικαιολογείται από όλους τους αντικειμενικούς λόγους που έχει δεχθεί η νομολογία, εξαρτώμενους δηλαδή από το είδος ή τη φύση της παρεχόμενης εργασίας, ή από το είδος, ή τις ανάγκες της επιχείρησης ή ακόμη από τις ανάγκες ή το συμφέρον του μισθωτού (Βλ. σχετικά Απόφαση ΔΕΕ της 14ης-9-2016 στην υπόθεση C-596/14 de Diego Porras, ΑΠ (Ολομ) 16/17,(παρ. 15) ΑΠ (Ολομ) 13/17, ΑΠ 121/17,(παρ. 16) ΑΠ 1643/17, Εφ Αθ 3422/14 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ. Λεβέντης ΔΕΝ 56.833).

III. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β’ και γ’ του Ν. 3198/55, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του ΝΔ 3789/57 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/76, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφ’ όσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/55, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/20 και του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση (παρ. 17). Για τον καθορισμό δηλαδή του ύψους της αποζημιώσεως αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα που απομένει μετά την αφαίρεση, από τον, μετά την αρχική πρόσληψη, συνολικό χρόνο υπηρεσίας του απολυομένου, του χρόνου των νεκρών περιόδων, κατά τη διάρκεια των οποίων η σχέση εργασίας διακοπτόταν και ο μισθωτός μπορούσε να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ. 1 β’ του Συντάγματος, 4 και 5 του ΠΔ 81/03 (ΦΕΚ Α77/2-4-2003), των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ, του άρθρου 8 του Ν. 1346/83 με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β’ και γ’ του Ν. 3198/55, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του ΝΔ 3789/57 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/76 συνάγονται τα κάτωθι: ότι είναι κοινή αρχή στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πλέον, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας, και του ημεδαπού δικαίου, η σύναψη συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και η κατ’ εξαίρεση σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, μόνο όταν κάτι τέτοιο επιβάλλεται από αντικειμενικές συνθήκες της επιχείρησης, όταν δηλαδή πρόκειται για εποχιακές επιχειρήσεις ή για εποχιακές εργασίες. Περαιτέρω και σε αυτές τις περιπτώσεις και προς αντιμετώπιση της διακριτικής μεταχείρισης όταν αφορά ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις (κριτήριο της απασχολήσεως), είναι επιβεβλημένο να καταβάλλεται αποζημίωση απολύσεως ή μειωμένη αποζημίωση λόγω πλήρους σύνταξης γήρατος κατά τη λύση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατ’ εξαίρεση (αρχή της στενής ερμηνείας των εξαιρέσεων). Ακολούθως, η «φυσιολογική» λύση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή η λύση της διά της παρόδου του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της, προσομοιάζει σαφώς στην τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας, υπό την έννοια ότι και στις δύο περιπτώσεις ο εργαζόμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως για το χρονικό σημείο στο οποίο θα λυθεί η εργασιακή του σχέση.(παρ. 18) Έτσι, στην μεν καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ο μισθωτός ενημερώνεται κατά τη στιγμή της καταγγελίας για το χρονικό σημείο της επερχόμενης λύσης της σύμβασης μέσω της τηρήσεως της προθεσμίας προειδοποίησης εκ μέρους του εργοδότη, στην δε σύμβαση ορισμένου χρόνου ο μισθωτός γνωρίζει εξ αρχής το χρονικό σημείο λύσεως της συμβάσεως (ή πάντως μπορεί κατά προσέγγιση να το προβλέψει). Συνεπώς, στις περιπτώσεις λύσεως της σύμβασης ορισμένου χρόνου διά της παρόδου του συμφωνημένου χρόνου, η αποζημίωση που οφείλεται στον μισθωτό δυνάμει της ρήτρας 4 της συμφωνίας - πλαισίου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (αρχή της μη διάκρισης) είναι αυτή η οποία θα καταβαλλόταν επί τακτικής καταγγελίας στον εργαζόμενο αορίστου χρόνου του οποίου η εργασιακή σχέση θα είχε διαρκέσει όσο συνολικά διήρκεσε η λήγουσα σύμβαση ορισμένου χρόνου - συνυπολογιζομένων ασφαλώς για τον καθορισμό της συνολικής αυτής διάρκειας και των τυχόν προηγούμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον ίδιο εργοδότη (Βλ. Μελέτη του Χρόνη Τσιμπούκη, Σχόλιο στην απόφαση ΔΕΕ της 14-9-2016 στην υπόθεση C-596/14, Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου, Τόμος 75ος, Τεύχος 9, Έτος 2016, σελ. 1112).(παρ. 19) Ως εκ τούτου, ξενοδοχοϋπάλληλος του οποίου η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έχει λυθεί λόγω παρελεύσεως του συμφωνηθέντος χρόνου (σε απασχόληση εποχιακού χαρακτήρα και για κάλυψη εποχιακών αναγκών) και η οποία, παρότι δεν ανανεώθηκε με νέα σύμβαση επειδή ο εργαζόμενος δεν άσκησε το δικαίωμα προαιρέσεως ή σε περίπτωση που υποχρεωτικώς επανασυστάθηκε για την προσεχή τουριστική περίοδο αλλά ο ξενοδοχοϋπάλληλος οικειοθελώς αποχώρησε από την εργασία του επειδή πληροί τις προϋποθέσεις για την συνταξιοδότησή του λόγω γήρατος, δύναται να αντιμετωπιστεί ως σύμβαση αορίστου χρόνου και συνεπώς ο τελευταίος δικαιούται να λάβει τη μειωμένη αποζημίωση του Ν. 3198/55,(παρ. 20) εφόσον ασκήσει τη συναφή αξίωσή του εντός της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του άνω νόμου (πρβλ. ερμηνεία της Ρήτρας 4 - Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, Έννοια των «συνθηκών απασχόλησης», Συγκρισιμότητα των καταστάσεων, Δικαιολόγηση, Έννοια των «αντικειμενικών λόγων» στην Απόφαση της 5-6-2018 ΔΕΚ στην υπόθεση C-677/16 και στην Απόφαση της 5-6-2018 ΔΕΚ στην υπόθεση C-574/16 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του εκθέτει ότι αρχές Απριλίου 1991 προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να απασχοληθεί ως σερβιτόρος μέχρι τις 31-10-1991 στο ξενοδοχείο της «...», που βρίσκεται στην Τ.Κ. .... του Δήμου Ρόδου και λειτουργεί εποχιακά, ήτοι μόνο τη θερινή τουριστική περίοδο, από αρχές Απριλίου μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου κάθε χρόνου, (...) Ότι για την επαναπρόσληψή του δεν υπέβαλλε μέχρι τέλος Ιανουαρίου κάθε έτους στην εναγόμενη αίτηση - δήλωση μέσω του σωματείου του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί και τη νέα περίοδο εργασίας, όπως απαιτούσαν οι παραπάνω ΣΣΕ, καθόσον είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης αλλά και όλου του άλλου προσωπικού της ότι δεν θα ήταν υποχρεωμένος να υποβάλλει την αίτηση - δήλωση, απλά αν δεν επιθυμούσε να τον επαναπροσλάβει για την επόμενη περίοδο εργασίας θα του το ανακοίνωνε με τη λήξη της προηγούμενης περιόδου εργασίας. Ότι επικουρικά δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια(παρ. 21) ως προς τον τρόπο επαναπρόσληψης, αφού έτσι γινόταν για ολόκληρο το προσωπικό για όλα τα παραπάνω χρόνια. Ότι ο ενάγων, τα τελευταία τρία χρόνια από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να θέλει να μεταβάλει τον παραπάνω τρόπο επαναπρόσληψης υπέβαλλε τη σχετική αίτηση - δήλωση μέσω του σωματείου του. Ότι την 18-2-2017 συμπλήρωσε το 62ο έτος της ηλικίας του, καθόσον είχε γεννηθεί στις 18-2-1955 και λόγω του ότι είχε συμπληρώσει 8.283 ημέρες ασφάλισης στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ από τις οποίες οι 7.983 στα βαρέα και ανθυγιεινά και από αυτές είχε 1.000 τουλάχιστον τα τελευταία 13 χρόνια πριν τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, δικαιούτο να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 του Ν. 1902/90, όπως ισχύει, και των νόμων 4093/12 και 4336/15, ενόψει και του ότι δεν ελάμβανε άλλη σύνταξη λόγω γήρατος ή αναπηρίας από το Δημόσιο ή άλλο ασφαλιστικό φορέα. Ότι στις 20-2-2017 υπέβαλε στο Περιφερειακό Υποκατάστημα Μισθωτών Δωδ/σου του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) αίτηση για την απονομή σε αυτόν πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, (...) ενώ με την από 28-2-2017 απόφαση του Διευθυντή του παραπάνω Περιφερειακού Υποκαταστήματος του χορηγήθηκε προσωρινή σύνταξη λόγω γήρατος από την 20-2-2017 μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης για την απονομή σύνταξης λόγω γήρατος. Ότι την 15 Μαρτίου 2017 του τηλεφώνησαν από το λογιστήριο της εναγόμενης ότι λόγω του ότι το ξενοδοχείο θα δεχτεί πελάτες από τη Γαλλία, θα έπρεπε να κάνει μαθήματα Γαλλικών για να μπορεί να εξυπηρετεί τους πελάτες από τη Γαλλία. Ενόψει αυτού και του ότι δεν θα ήταν εύκολο για τον ενάγοντα στην ηλικία αυτή να μάθει Γαλλικά, δήλωσε στους υπεύθυνους του λογιστηρίου της εναγόμενης ότι δυστυχώς δεν θα απασχοληθεί πλέον στο ξενοδοχείο της εναγόμενης γιατί υπέβαλε αίτηση για συνταξιοδότηση. (...) Ότι την 10 Ιουνίου 2017 έδωσε στο λογιστήριο της εναγόμενης την παραπάνω αίτησή του για χορήγηση πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος και την παραπάνω απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Δωδ/σου του ΕΦΚΑ και ζήτησε να του καταβληθεί η αποζημίωση λόγω της αποχώρησής του και μη επαναπρόσληψής του γιατί συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, η οποία υπολογίζεται με βάση τα παραπάνω χρόνια υπηρεσίας του στην εναγόμενη και το μέσο όρο των αποδοχών του έτους 2016. Ότι οι υπεύθυνοι του λογιστηρίου του είπαν ότι θα την προωθήσουν στο λογιστή της εναγόμενης και στην παραπάνω νόμιμη εκπρόσωπό της και θα τον ενημερώσουν. (...) Ότι από τότε δεν του έχει καταβληθεί ουδέν ποσό ως αποζημίωση λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως.

Ζητεί λοιπόν ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγόμενη, για τους εις στο ιστορικό της υπό κρίση αγωγής αναφερομένους λόγους να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 7.215,37 ευρώ, (που αφορά το 40% αυτής που θα του κατέβαλλε αν κατάγγελλε εγκύρως τη μεταξύ τους σύμβαση (...)

Η εναγόμενη, με δήλωσή της (...) 1ον) αρνήθηκε τη νομική βασιμότητα της αγωγής, 2ον) αρνήθηκε το παραδεκτό της ένδικης αγωγής λόγω παρελεύσεως της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την επιδίκαση αποζημίωσης, πλην όμως οι ισχυρισμοί περί νομικής αβασιμότητας και απαραδέκτου της αγωγής πρέπει να απορριφθούν αμφότεροι ως νομικά αβάσιμοι, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσης και τα κάτωθι ειδικώς αναφερόμενα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1346/83, οι εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις «υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν» το προσωπικό, το οποίο απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση οι εργαζόμενοι να ειδοποιήσουν εγγράφως τον εργοδότη τους μέχρι το τέλος Ιανουαρίου, μέσω της οικείας συνδικαλιστικής τους οργανώσεως, ότι επιθυμούν να εργασθούν κατά τη νέα περίοδο. Κατά την παρ. 5 του άρθρου 8 του ιδίου νόμου, ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν. Σε περίπτωση δε που υφίσταται επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία μάλιστα καθίσταται όρος ατομικής συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία ο εργαζόμενος δεν απαιτείται να προβεί σε μονομερή έγγραφη ειδοποίηση απευθυντέα προς τον εργοδότη, προκειμένου να καταρτιστεί νέα σύμβαση, όπως ο νόμος προβλέπει, αλλά τεκμαίρεται ότι έχει αυτή σιωπηρώς επανασυσταθεί στην αρχή της επόμενης τουριστικής περιόδου ή ότι αρκεί η προφορική μόνο δήλωση του εργαζομένου, για την οποία ωστόσο ο εργοδότης επεφύλαξε το δικαίωμα λύσεώς της, καταγγέλλοντας τη σύμβαση, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, τότε η συμφωνία αυτή υπερισχύει στο πλαίσιο της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης (άρθρ. 361 ΑΚ). Δυνάμει δε της γενικής αρχής της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, και της αρχής της εύνοιας υπέρ των τελευταίων, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί αυτοδίκαιης λύσεως της εργασιακής τους σχέσεως σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης λόγω μη ασκήσεως του διαπλαστικού δικαιώματος προαιρέσεως από μέρους του ενάγοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς η επαναπρόσληψη του ενάγοντος κατά την επόμενη τουριστική περίοδο έλαβε χώρα σιωπηρώς και ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Εξάλλου, σύμφωνα με το ΠΔ/μα 81/03, του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή του, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 2-4-2003 και που ενσωμάτωσε την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, το οποίο αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, και ειδικότερα με το άρθρο 5, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 ΠΔ 180/04, ΦΕΚ A 160/23-8-2004, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 Ν. 3986/11, ΦΕΚ A 152/1-7-2011, ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο, όπως είναι ενδεικτικώς οι απασχολήσεις εποχιακού χαρακτήρα ή κάλυψη εποχιακών αναγκών. Κατά δε το άρθρο 4 του ιδίου διατάγματος θεσπίστηκε η αρχή της μη διάκρισης, σύμφωνα με την οποία όσον αφορά στους όρους απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους «συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου». Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν. Όταν δε τα δικαιώματα του εργαζόμενου εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη, δεν χωρεί διάκριση με κριτήριο το χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, εκτός εάν για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση. Αντιθέτως, κρίσιμο είναι το κριτήριο της απασχόλησης. Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε αληθώς υποτεθεί ότι επήλθε αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως δια της εκπνοής του συμφωνηθέντος χρόνου χωρίς να έχει καταβληθεί αποζημίωση στον εργαζόμενο, εφόσον πρόκειται για κατ’ εξαίρεση σύμβαση ορισμένου χρόνου, ο τελευταίος έχει απλώς ενοχική αξίωση έναντι του εργοδότη του για την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, σύμφωνα με την αρχή της μη διάκρισης σε σχέση με τους «συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου».(παρ. 22) Ακολούθως, η απαίτηση του ενάγοντος κατέστη απαιτητή αφ’ ης εγκρίθηκε η καταβολή προσωρινής σύνταξης λόγω γήρατος δυνάμει της από 28-2-2017 απόφασης του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Δωδεκανήσου και ειδικότερα από τότε που ο ενάγων δήλωσε στην εναγομένη ότι αποκρούει την σιωπηρώς επελθούσα επαναπρόσληψή του λόγω συνταξιοδοτήσεως (15-3-2017), ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα (21-8-2017). 3ον) Αρνήθηκε κατ’ ορθή εκτίμηση του ισχυρισμού της από το παρόν Δικαστήριο, το παραδεκτό λόγω νομικής αοριστίας, άλλως τη νομική βασιμότητα του παρεπόμενου αιτήματος της ένδικης αγωγής, περί προσωρινής εκτελεστότητας, πλην όμως και ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Τέλος, αρνήθηκε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.

(...) Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Οι ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, ανανεώνονταν κάθε τουριστικό έτος σιωπηρά, χωρίς να υποβάλλεται η συναφής αίτηση - δήλωση επαναπρόσληψης, μέχρι τέλος Ιανουαρίου κάθε έτους μέσω του σωματείου του ενάγοντος, όπως απαιτούσαν οι σχετικές ΣΣΕ, λόγω επιχειρησιακής πρακτικής που τηρούσε η συγκεκριμένη εναγομένη για όλο το προσωπικό που απασχολούσε στο ξενοδοχείο της και η οποία είχε εν τοις πράγμασι καταστεί όρος των συναφών ατομικών συμβάσεων εργασίας, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την εναγομένη. Απλά σε περίπτωση που η τελευταία δεν επιθυμούσε να επαναπροσλάβει ορισμένο μισθωτό της, για την επόμενη τουριστική περίοδο, είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και των εργαζομένων που απασχολούσε να καταγγέλλει την εργασιακή τους σχέση ex nunc με τη λήξη της προηγούμενης περιόδου εργασίας. Επομένως, αποδείχθηκε ότι για την τουριστική περίοδο του έτους 2017 η ατομική σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων του προηγούμενου έτους που είχε λήξει ήδη από την 3-10-2016 επανασυστάθηκε σιωπηρώς περί τις αρχές του έτους 2017 με δεδομένη την παραπάνω επιχειρησιακή πρακτική (έθιμο), η οποία αποτέλεσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας σε συνδυασμό με την ιδιότυπη ex lege υποχρέωση της εναγομένης να επαναπροσλαμβάνει συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσο όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν κατά την τελευταία περίοδο. Ωστόσο, ο ενάγων την 18-2-2017 είχε συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας του (...) και δικαιούτο να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 του Ν. 1902/90, όπως ισχύει, και των νόμων 4093/12 και 4336/15, ενόψει και του ότι δεν ελάμβανε άλλη σύνταξη λόγω γήρατος ή αναπηρίας από το Δημόσιο ή άλλο ασφαλιστικό φορέα. Για το λόγο αυτό, την 20-2-2017 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση για την απονομή σ’ αυτόν πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, και ακολούθως με την από 28-2-2017 απόφαση του χορηγήθηκε προσωρινή σύνταξη λόγω γήρατος από την 20-2-2017 μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης για την απονομή σύνταξης λόγω γήρατος. Στη συνέχεια την 15η Μαρτίου 2017, ο ενάγων δήλωσε στους υπεύθυνους του λογιστηρίου της εναγόμενης ότι δεν δύναται να απασχοληθεί εφεξής στο ξενοδοχείο της εναγόμενης λόγω της από 20-2-2017 υποβολής αιτήσεως προς συνταξιοδότηση στον ΕΦΚΑ,(παρ. 23) με αποτέλεσμα να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του και με συνέπεια δια της περιελεύσεως της άνω δηλώσεως του ενάγοντος σε εκείνον που απευθύνεται (ήτοι την εναγομένη) να επέλθει αμέσως η λύση της συμβάσεως για το μέλλον (βλ. άρθρο 167 ΑΚ). Ειδικότερα περί την 10η Ιουνίου 2017 οπόταν καταβλήθηκαν από την εναγομένη σε αυτόν δεδουλευμένοι μισθοί υπερημερίας προηγούμενου έτους, ο ενάγων ζήτησε και τη χορήγηση της προβλεπόμενης νόμιμης αποζημίωσης λόγω της αποχώρησής του και μη επαναπρόσληψής του, αφού όπως της είχε δηλώσει συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, συνυποβάλλοντας στο λογιστήριο της εναγόμενης τη σχετική αίτησή του για χορήγηση πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος και τη σχετική απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Δωδεκανήσου του ΕΦΚΑ. Επειδή η εναγομένη δεν του απέδωσε το ποσό της αποζημίωσης και παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις του, ο ενάγων κατέφυγε τελικώς την 2-8-2017 στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας Ρόδου, το οποίο κάλεσε τη νόμιμη εκπρόσωπο της εναγόμενης να εμφανιστεί στα γραφεία του την 9-8-2017 σχετικά με το ζήτημα, πλην όμως η εναγόμενη μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου της ζήτησε τηλεφωνικά την αναβολή της εξέτασης της καταγγελίας για την 29-8-2017. Έκτοτε, η εναγομένη ουδέν ποσό του έχει καταβάλει προς αποζημίωση και συνεπώς εξακολουθεί να του οφείλει μέχρι και το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής την από το Ν. 3198/55 προβλεπόμενη αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως από την εργασία για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά γεγονότα. (...)

Συνακόλουθα ο ενάγων δικαιούται νόμιμης αποζημίωσης λόγω οικειοθελούς αποχώρησης προς λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων δέκα πέντε Ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (7.215,39 ευρώ) [1.717,95 X 09 + 1 /6 X 40%] και πρέπει να του επιδικαστεί το αιτούμενο ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων δέκα πέντε Ευρώ και τριάντα επτά λεπτών (7.215,37 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσεως της επίδικης σύμβασης εργασίας (και εν προκειμένω από την επομένη της ημερομηνίας δήλωσης αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του, δηλαδή από την 16η-3-2017), δεδομένου ότι η ημερομηνία αυτή αποτελεί δήλη ημέρα καταβολής της συναφούς αποζημίωσης (άρθρα 341, 345 ΑΚ) χωρίς να απαιτείται η συνδρομή άλλου περιστατικού.(...)