ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ - ΤΜΗΜΑ 30ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 12667/2018

 

Πρόεδρος: Ηλ. Σαπουνάς, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ.

Εισηγήτρια: Κ. Μαραγκού, Πρωτοδίκης Δ.Δ.

Δικηγόροι: Μ. Συριανού, Ζ. Παππά

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο βλ. ...), ο προσφεύγων ζητεί, να ακυρωθεί, άλλως να τροποποιηθεί η .../8.12.2010 πράξη του Προϊσταμένου του Τμήματος Συντάξεων του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Χαλανδρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 11.11.2010 ταυτάριθμη αίτησή του προς το καθού. Με την τελευταία, ο προσφεύγων είχε ζητήσει: α) να τροποποιηθεί το οικείο ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων τριμήνου Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2010, κατά το μέρος του οποίου περικόπηκε το επίδομα αδείας μηνός Αυγούστου 2010 και παρακρατήθηκε από τη μηνιαία σύνταξή του, μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010, η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ), β) να αναγνωριστεί το δικαίωμά του να λαμβάνει εφεξής τα επιδόματα εορτών και αδείας, σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος του Ν 3845/2010, καθώς και να πάψει η παρακράτηση της ΕΑΣ που προβλέφθηκε με το άρθρο 38 του Ν 3863/2010 και γ) να του καταβληθεί, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 955,12 ευρώ, νομιμοτόκως - από την πρώτη του επόμενου μήνα, κατά τον οποίο κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, μέχρι την πλήρη εξόφληση-, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2010 έως 30.9.2010, συνιστάμενη, αφενός μεν, στη διαφορά επιδόματος αδείας Αυγούστου 2010 –μεταξύ αυτού που του καταβλήθηκε και εκείνου που δικαιούταν-, ανερχόμενη στο ποσό των 795,80 ευρώ, αφετέρου δε, στα παρανόμως, κατά τους ισχυρισμούς του, παρακρατηθέντα, από τη μηνιαία σύνταξή του μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010, ποσά ΕΑΣ, ανερχόμενα συνολικά σε 159,32 ευρώ. Η κρινόμενη προσφυγή, παραδεκτώς, ασκείται ευθέως κατά της προαναφερόμενης πράξης του Προϊσταμένου, καίτοι δεν ασκήθηκε κατά αυτής ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της αρμόδιας ΤΔΕ (άρθρο 120 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ), δεδομένου ότι, όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης, όσο και από τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, τα αρμόδια όργανα του καθού παρέλειψαν να ενημερώσουν τον προσφεύγοντα για τον υποχρεωτικό χαρακτήρα άσκησής της, κατ’ άρθρο 63 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, Ν 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97) - (ΣτΕ 1159/2012 7μ., 1592/2012 7μ., 690/2013 7μ., 86/2015 7μ., 204/2016 7μ., 2130/2017 κ.άλ.).

2. Επειδή, με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν 4387/2016 (ΦΕΚ Α΄ 85), συστάθηκε ως ΝΠΔΔ, ο «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (ΕΦΚΑ), με χρόνο έναρξης λειτουργίας την 1η Ιανουαρίου 2017, ενώ, με το άρθρο 53 παρ. 1 του ίδιου νόμου, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ένταξη, μεταξύ άλλων, των κλάδων κύριας ασφάλισης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ο οποίος (ΕΦΚΑ), σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 9 του ίδιου ως άνω νόμου, συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων σε αυτόν φορέων κύριας ασφάλισης, ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών. Συνεπώς, νομίμως παρίσταται και συνεχίζει την παρούσα δίκη ως καθού ο ΕΦΚΑ. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία.

3. Επειδή, με το άρθρο τρίτο του Ν 3845/2010 (Α΄ 65/6.5.2010) με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής : «1. ... 10. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων κύριας ασφάλισης, με εξαίρεση τους συνταξιούχους του ΟΓΑ, χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. Τα ανωτέρω επιδόματα αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για όλους τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ... κατά ενιαίο ποσοστό έπειτα από οικονομική μελέτη ... και εφόσον το επιτρέπουν οι οικονομικές δυνατότητες των ταμείων και η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας (το τελευταίο αυτό εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 67 του Ν 3863/2010, ΦΕΚ Α΄ 115/15.7.2010). 11. ... ».

4. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 38 του Ν 3863/2010 με τίτλο «Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις», όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Από 1.8.2010 θεσπίζεται Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) η οποία τηρείται σε λογαριασμό με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ) το οποίο συστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 149 του Ν 3655/2008 (ΦΕΚ Α΄ 58). Σκοπός του Λογαριασμού είναι η κάλυψη ελλειμμάτων των κλάδων κύριας σύνταξης ΦΚΑ. 2. Η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων παρακρατείται μηνιαία κατά την καταβολή της σύνταξης από τις συντάξεις κύριας ασφάλισης των συνταξιούχων του Δημοσίου, NAT και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υπολογίζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και καθορίζεται ως εξής: α. Για συντάξεις από 1.400,01 € έως 1.700,00 €, ποσοστό 3% β. Για συντάξεις από 1.700,01 € έως 2.000,00 €, ποσοστό 4% γ. Για συντάξεις από 2.000,01 € έως 2.300,00 €, ποσοστό 5% δ. Για συντάξεις από 2.300,01 € έως 2.600,00 €, ποσοστό 6% ε. Για συντάξεις από 2.600,01 € έως 2.900,00 €, ποσοστό 7% στ. Για συντάξεις από 2.900,01 € έως 3.200,00 €, ποσοστό 8% ζ. Για συντάξεις από 3.200,01 € έως 3.500,00 €, ποσοστό 9% η. Για συντάξεις από 3.500,01 € και άνω, ποσοστό 10% 3.α. Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων τετρακοσίων ευρώ (1.400 €). β. ... γ. Εξαιρούνται της παρακράτησης της Ειδικής Εισφοράς οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνουν το Εξωιδρυματικό Επίδομα ή το Επίδομα Απολύτου Αναπηρίας του άρθρου 42 του Ν 1140/1981 (ΦΕΚ Α΄ 68), όπως ισχύει. δ. ... 4. Τα ποσά που παρακρατούνται με ευθύνη του Δημοσίου, του NAT και των ΦΚΑ αποδίδονται στο Λογαριασμό του ΑΚΑΓΕ το αργότερο μέχρι το τέλος του επομένου, από την παρακράτηση, μήνα. 5. Η οικονομική και λογιστική λειτουργία του Λογαριασμού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων είναι η ίδια με αυτή που ισχύει για το ΑΚΑΓΕ. Τα κεφάλαια του Λογαριασμού επενδύονται στο Κοινό Κεφάλαιο Τραπέζης Ελλάδος. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται η διαδικασία: α) απόδοσης της εισφοράς στο Λογαριασμό και β) η διαδικασία μεταφοράς των ποσών στους ΦΚΑ. Με όμοια απόφαση καθορίζεται το ύψος του ποσού που απαιτείται κάθε φορά για κάλυψη του ελλείμματος του κλάδου κύριας σύνταξης. 7. Μετά την 1.1.2015 τα ποσά της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων μεταφέρονται στο ΑΚΑΓΕ και αποτελούν έσοδο του Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Γενεών».

5. Επειδή, όπως κρίθηκε με τις 2287-90/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστηρίξεως αυτής, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτουμένων από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των οργανισμών κύριας ασφάλισης (άρθρο τρίτο παρ. 10-14 του Ν 3845/2010), και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την εισφορά αλληλεγγύης των συνταξιούχων κύριας ασφάλισης (άρθρο 38 του Ν 3863/2010), την εν συνεχεία αναπροσαρμογή και τη συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ. 10 - 13 του Ν 3986/2011), καθώς και τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων και στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερβαίνουν, αντιστοίχως, τα 1200 και τα 150 ευρώ (άρθρο 2 παρ. 1 - 5 του Ν 4024/2011), εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που έχουν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου «Μνημονίου» και του «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου», και συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων, και επιβαλλόμενες κατά την εκτίμηση του νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσεως, εν όψει του ύψους και των εν γένει χαρακτηριστικών τους, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας αντίκεινται, καθώς δεν παρίστανται, πάντως, απρόσφορες ή μη αναγκαίες να υπηρετήσουν το δημόσιο σκοπό για τον οποίο επεβλήθησαν (βλ. και ΣτΕ Ολ 668/2012, 3783, 1031-5/2015 7μ.), ούτε τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση προσβάλλουν, καθώς δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι θίγουν το εγγυημένο από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συνταξιούχων. Περαιτέρω, δεν δύναται να γεννηθεί ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι τα ληφθέντα μέτρα επεβλήθησαν, όπως αναφέρθηκε, εν όψει εκτάκτων και απροβλέπτων συνθηκών και είχαν επείγοντα χαρακτήρα (ΣτΕ Ολ 2287-90/2015), αλλά και εφ’ όσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεων και δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών αναλόγως με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (ΣτΕ Ολ 668/2012, 3783/2015 7μ.). Τέλος, οι περικοπές που θεσπίστηκαν, μεταξύ άλλων, με τις ανωτέρω διατάξεις των νόμων 3845/2010 και 3863/2010, δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ΝΔ 53/1974 (Α΄ 256), εφ’ όσον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζομένων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων.

6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν της θέσης σε ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων των Ν 3845/2010 και 3863/2010, ο προσφεύγων, συνταξιούχος λόγω γήρατος του καθού ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, υπέβαλε προς το Τοπικό Υποκατάστημα Χαλανδρίου την .../11.11.2010 αίτησή του, με την οποία ζητούσε: α) να τροποποιηθεί το οικείο ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων τριμήνου Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2010, κατά το μέρος του οποίου περικόπηκε το επίδομα αδείας μηνός Αυγούστου 2010 και παρακρατήθηκε από τη μηνιαία σύνταξή του, μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010, η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ), β) να αναγνωριστεί το δικαίωμά του να λαμβάνει εφεξής τα επιδόματα εορτών και αδείας, σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος του Ν 3845/2010, καθώς και να πάψει η παρακράτηση της ΕΑΣ που προβλέφθηκε με το άρθρο 38 του Ν 3863/2010 και γ) να του καταβληθεί, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 955,12 ευρώ, νομιμοτόκως -από την πρώτη του επόμενου μήνα, κατά τον οποίο κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, μέχρι την πλήρη εξόφληση-, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2010 έως 30.9.2010, συνιστάμενη, αφενός μεν, στη διαφορά επιδόματος αδείας Αυγούστου 2010 –μεταξύ του επιδόματος που του καταβλήθηκε (200 ευρώ) και εκείνου που δικαιούταν (995,80 ευρώ)-, ανερχόμενη στο ποσό των 795,80 ευρώ, αφετέρου δε, στα παρανόμως, κατά τους ισχυρισμούς του, παρακρατηθέντα, από τη μηνιαία σύνταξή του μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010, ποσά ΕΑΣ, ανερχόμενα συνολικά σε 159,32 ευρώ (79,66 ευρώ Χ 2 μήνες). Ωστόσο, η ανωτέρω αίτηση του προσφεύγοντος απορρίφθηκε, εμμέσως, με την ήδη προσβαλλόμενη .../8.12.2010 πράξη του Προϊσταμένου του Τμήματος Συντάξεων του προαναφερόμενου Υποκαταστήματος, με την οποία ορίστηκε ότι, σύμφωνα με τις εγκυκλίους 51/9.7.2010 και 53/15.7.2010, ο προσφεύγων δικαιούται : α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων στο ποσό των 400 ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα στο ποσό των 200 ευρώ, γ) επίδομα αδείας στο ποσό των 200 ευρώ, ενώ, αναφορικά με την ΕΑΣ, το παρακρατούμενο ποσό που αντιστοιχεί στη σύνταξή του ανέρχεται στα 79,66 ευρώ. Ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 13.12.2017 νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημα, ο προσφεύγων ζητεί, αφενός μεν, να ακυρωθεί η ανωτέρω απόφαση, αφετέρου δε, να του αποδοθούν οι διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, καθώς και τα παρακρατηθέντα ποσά ΕΑΣ, με το νόμιμο τόκο, από την πρώτη του επόμενου μήνα, κατά τον οποίο κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προσφυγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

7. Επειδή, ο προσφεύγων προβάλλει, καταρχάς, ότι τόσο η διάταξη του άρθρου τρίτου παρ. 10 του Ν 3845/2010, όσο και αυτή του άρθρου 38 του Ν 3863/2010 - καθώς και οι ομοίου περιεχομένου προαναφερόμενες εγκύκλιοι του ΙΚΑ-, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον, όταν έχουν συμπληρωθεί όλες οι προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος, η απαίτηση για καταβολή της απονεμηθείσης σύνταξης στο ακέραιο αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του δικαιούχου, που προστατεύεται από την ως άνω διάταξη. Ειδικότερα, ως προς την ΕΑΣ, διατείνεται ότι η αντίθεσή της προς την εν λόγω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη ενισχύεται λόγω του μόνιμου χαρακτήρα αυτής, δοθέντος ότι παρόμοιες επιβαρύνσεις που είχαν επιβληθεί στο παρελθόν για τον ίδιο σκοπό, μολονότι είχαν προσωρινό χαρακτήρα, κρίθηκαν αντίθετες προς τη διάταξη αυτή (ΕλΣυν 27/2004). Εξάλλου, ισχυρίζεται ότι με το προαναφερόμενο άρθρο 38 του Ν 3863/2010 θεσπίστηκε, μεν, η ΕΑΣ, ως «εισφορά» των συνταξιούχων, ωστόσο, στην πραγματικότητα, αυτή δε συνιστά εισφορά, αφού δε συνδέεται με την απόλαυση συγκεκριμένης ασφαλιστικής παροχής, αλλά, αντιθέτως, αποτελεί ένα είδος φόρου, που επιβαρύνει τους συνταξιούχους με σκοπό την κάλυψη των ελλειμμάτων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και, ως εκ τούτου, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το δημόσιο βάρος της ενίσχυσης των εσόδων των ασφαλιστικών οργανισμών επιρρίπτεται στους συνταξιούχους, μια από τις πλέον ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η διάταξη του άρθρου τρίτου παρ. 10 του Ν 3845/2010 αντίκειται και στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, καθόσον η καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας λαμβάνει χώρα επί δεκαετίες και έχει καταστεί πάγια, με συνέπεια να ανήκει στον πυρήνα του συνταγματικά κατοχυρωμένου θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης και, συνεπώς, να μη μπορεί να προσβληθεί δια νόμου. Επιπλέον δε, προβάλλει ότι νόμοι που καταλύουν εν όλω ή εν μέρει οριστικοποιημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα είναι γνήσια αναδρομικοί και, ως εκ τούτου, αντίκεινται και στο άρθρο 77 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς και στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου. Τέλος, με το προαναφερόμενο υπόμνημά του, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η επελθούσα με τις επίμαχες διατάξεις μείωση της σύνταξής του, σωρευτικώς υπολογιζόμενη με τις διαδοχικώς επιβληθείσες περικοπές δυνάμει μεταγενέστερων νόμων (3896/2011, 4024/2011, 4051/2011 και 4093/2012), οδήγησαν σε ένα σωρευτικό αποτέλεσμα των επίδικων μέτρων, το οποίο επιφέρει υποβάθμιση του επιπέδου και των συνθηκών ζωής των συνταξιούχων και, για τον λόγο αυτόν, καθίστανται αντίθετες στο άρθρο 12 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Επικαλείται δε προς τούτο σχετικές αποφάσεις (76–80/2012) της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινωνικών Δικαιωμάτων (ΕΕΚΔ), με τις οποίες έγιναν δεκτές σχετικές προσφυγές φορέων συλλογικής εκπροσώπησης εργαζομένων και συνταξιούχων.

8. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καταρχάς, οι προβαλλόμενοι λόγοι της προσφυγής περί παραβίασης των άρθρων 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο προσφεύγων αορίστως υποστηρίζει ότι η ρύθμιση του άρθρου 38 του Ν 3863/2010 παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, μεταθέτοντας το βάρος της δημοσιονομικής εξυγίανσης των ασφαλιστικών οργανισμών σε συγκεκριμένη ομάδα πολιτών, καθόσον δεν προβάλλει ειδικότερες αιτιάσεις περί τούτου (πρβλ. ΣτΕ Ολ 1285-6/2012). Απορριπτέος, εξάλλου, είναι και ο λόγος περί παραβίασης του άρθρου 77 παρ. 2 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι: «Νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του», ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς, ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω συνταγματική διάταξη αναφέρεται στην κατά χρόνο ισχύ ερμηνευτικών νόμων, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, σε κάθε περίπτωση οι επίμαχες διατάξεις του άρθρου τρίτου παρ. 10 του Ν 3845/2010 και άρθρου 38 του Ν 3863/2010 δεν έχουν αναδρομική ισχύ (πρβλ. ΣτΕ 1844/2008 7μ.). Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος παρίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου και ο προβαλλόμενος λόγος περί παραβίασης του άρθρου 12 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν 1426/1984 (Α΄ 32) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των διατάξεων των κοινών νόμων. Και τούτο διότι, με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, τις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων, έγινε δεκτό, κατόπιν προσφυγών φορέων συλλογικής εκπροσώπησης εργαζομένων και συνταξιούχων, ότι το σωρευτικό αποτέλεσμα των μέτρων λιτότητας που προβλέφθηκαν διαδοχικώς με διάφορους νόμους (Ν 3833/2010, 3845/2010, 3847/2010, 3863/2010, 3866/2010, 3896/2011, 4002/2011, 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012)- μεταξύ των οποίων και οι επίμαχοι-, σε συνδυασμό με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά τη θέσπιση και την υλοποίησή τους, συνιστούσε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, σύμφωνα με το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη «αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλλουν προσπάθειες για την ανύψωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλειας σε ψηλότερο επίπεδο». Ωστόσο, με τις αποφάσεις αυτές, ουδόλως έγινε δεκτό ότι οι επίμαχες περικοπές, αυτοτελώς θεωρούμενες, συνιστούσαν παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Συνεπώς, ο προσφεύγων, αβασίμως, ισχυρίζεται ότι τα επίμαχα μέτρα αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, διότι τυχόν αντίθεση προς τη διάταξη αυτή του σωρευτικού αποτελέσματος των επίδικων μέτρων μετά των μεταγενέστερων – τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης-, μόνο τα τελευταία αυτά μέτρα μπορεί να θίξει και όχι τα επίμαχα (βλ. ΣτΕ 2432/2017, 1031/2015 επταμ.). Ενόψει όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή είναι απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμη.

9. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη προσφυγή, να καταπέσει το καταβληθέν παράβολο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 του ΚΔΔ), ενώ, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους του καθού ΝΠΔΔ, δε διαλαμβάνεται διάταξη περί καταλογισμού των δικαστικών του εξόδων (άρθρο 275 παρ. 7 εδαφ. α΄ του ΚΔΔ).

 

[Απορρίπτει την προσφυγή.]