ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1207/2018

 

Πρόεδρος: Φ. Μανώλαρος, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγήτρια: Ά. Καλατζή, Εφέτης

Δικηγόρος: Λ. Θανόπουλος

 

[...] ΙΙΙ. Κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου (15 Ν 3632/1928) «χρηματιστηριακαί συναλλαγαί εν τη εννοία του παρόντος νόμου είναι και δικαιοπραξίαι αι χρηματιστηριακώς συναπτόμεναι και έχουσαι αντικείμενον χρηματιστηριακά πράγματα». Κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 Ν 1806/1988 «Χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων». Κατ’ άρθρο 1 παρ. 26 Ν 2533/1997 «ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, που καταρτίζονται στο ΧΑΑ, σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις». Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ΄ Ν 1806/1988, ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν, ή που αφορούν θέματα, τα οποία ρυθμίζονται απ’ αυτόν.-Με το νόμο αυτό, δεν καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο. Αντιθέτως, καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 16 Ν 3632/1928, η οποία περιελάμβανε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές (εδ. ε’) «πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη προς την ενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίως χρηματιστηριακών συναλλαγών», μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς. Η διάταξη, όμως, αυτή (άρθρο 16 εδ. ε’ του Ν 3632/1928) επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, στην ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ’ Ν 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακές συναλλαγές, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως, προεκτέθηκε, υπό στοιχ. α΄, η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών. Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα, το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1 στοιχ. γ’ αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και «πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη», ο πρώτος και «κάθε δικαιοπραξία συναφή» ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν 3632/1928 δεν αναφέρεται, μόνον, στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Από την ειδικότητα, δε, των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερομένης διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν 3632/1928, που είναι και η μοναδική διάταξη, που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων, οι οποίες πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ. Εξάλλου και από το αντικείμενο της σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι, αφενός, η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και, αφ’ ετέρου, η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων, που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (σύμβασης παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξαιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα. Θα αποτελούσε, δε, ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για, μεν, τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ, για, δε, τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928. Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, δεν συνάπτεται απ’ ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του «κύκλου» ή «νοερού χώρου» του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδ. ε΄ Ν 3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 Ν 1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κύριας σύμβασης δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερομένων νεότερων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από νεότερο νόμο, συνηθίζεται ο νεότερος νόμος να ορίζει, ρητά, τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη, που να ορίζει γενικά, ότι καταργείται, όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεότερο νόμο.

Από το ότι, δε, ο Ν. 1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν 3632/1928, συνάγεται, εξ αντιδιαστολής, επιχείρημα υπέρ της διατήρησης σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928. Η αναφορά του άρθρου 15 παρ. 1 Ν 3632/1928 στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνον την έννοια της κατάρτισης αυτών εντός του «κύκλου» του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και της εφαρμογής των διατάξεων, που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Τέλος, ενισχύεται, περαιτέρω, η παραπάνω άποψη και από την αιτιολογική έκθεση του Ν 3632/1928, κατά την οποία οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν. εξαιρετική ταχύτητα, όχι, μόνον, ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών» (ΑΠ Ολ 28/2007 Nomos). Ως προς τη διακοπή, όμως, της παραγραφής των ως άνω αξιώσεων δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερθέντα Ν 3632/1928, ή σε άλλον νόμο! Κατά συνέπεια, εφαρμόζονται ως προς το ζήτημα αυτό, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού, οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ, όπως εφαρμόζονται και στις αξιώσεις, που πηγάζουν από τους εν γένει ειδικούς νόμους (ΑΠ Ολ 15/1992, ΑΠ 358/2008 Nomos, σχετικά με τις αξιώσεις του ΚΙΝΑ). Ειδικότερα: 1) η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ ορίζει ότι την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και ότι - η παραγραφή, που διακόπηκε με αυτόν τον τρόπο, αρχίζει και πάλι από την τελευταία δικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Με έγερση αγωγής εξομοιώνεται κάθε επιθετική πράξη του δικαιούχου κατά του υπόχρεου, η οποία έχει ως σκοπό την με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, όπως είναι η ανταγωγή, η προσεπίκληση, η κυρία παρέμβαση και η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής (βλ. ΑΠ 80/2009, ΑΠ 153/2010 Nomos), ενώ «διαδικαστική πράξη», κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 261 ΑΚ είναι κάθε πράξη διαδίκου ή νομίμου αντιπροσώπου του ή πληρεξουσίων των ή της Δικαστικής Αρχής, η οποία περιέχει τα στοιχεία της δικαστικής ενεργείας και είναι κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (βλ. ΑΠ 343/1012, 114/2010 Nomos). 2) Η διάταξη, του άρθρου 270 του ίδιου Κώδικα, ορίζει ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή και ότι στις περιπτώσεις του άρθρου 250 (όπου ορίζεται πενταετής παραγραφή των αναφερόμενων εκεί αξιώσεων, αρχομένη, σύμφωνα με το άρθρο 253, από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει ο λόγος έναρξης της παραγραφής), η νέα (μετά τη διακοπή) παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή.

Περαιτέρω, η σύμβαση για τη διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής, αποτελεί σύμβαση εμπορικής» παραγγελίας των άρθρων 90 επ. του ΕμπΝ και οι αξιώσεις, που απορρέουν από αυτήν, συμπίπτουν, ως προς το περιεχόμενό τους, με εκείνες του άρθρου 250 αρ. 1 και 5 ΑΚ. Ενόψει όλων αυτών, παρέπεται ότι στην περίπτωση της διακοπής της παραγραφής αξιώσεως από τέτοια (χρηματιστηριακή) συναλλαγή με την έγερση αγωγής ή διαδικαστικής πράξης, υπό την προεκτεθείσα έννοια, η νέα όμοια παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η διακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 ΑΚ, που εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε, στις ρηθείσες όμοιες, ως προς το περιεχόμενό τους, αξιώσεις του άρθρου 250 του ΑΚ, που έχουν, άλλωστε και τον ίδιο χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, κατά το επίσης προαναφερθέν άρθρο 253 ΑΚ (μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής), όχι, δε, αμέσως μετά τη διακοπή της παραγραφής, κατά το άρθρο 261 εδ. β’ ΑΚ, το οποίο και δεν έχει (ως προς την έναρξη της νέας παραγραφής) εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση. Η λύση, δε, αυτή, αφενός, μεν, εναρμονίζεται προς τον νομοθετικό σκοπό της πρόβλεψης του τέλους του έτους, ως αφετηρίας για την έναρξη και την (μετά τη διακοπή) επανέναρξη της παραγραφής, που είναι η εξυπηρέτηση των επαγγελματιών, γενικώς, των οποίων οι αξιώσεις εκκαθαρίζονται συνήθως στο τέλος του έτους με το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων, αφετέρου, δε, δεν αντιστρατεύεται τον σκοπό της βραχυπρόθεσμης, πιο πάνω, παραγραφής, που είναι, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του Ν 3632/1928, ο επιβαλλόμενος από τη φύση των χρηματιστηριακών συναλλαγών τερματισμός το ταχύτερο των σχετικών δικών και η ρύθμιση των διαφορών, που προκύπτουν από αυτές (συναλλαγές) με εξαιρετική ταχύτητα. Τούτο, διότι, ο ίδιος ο νόμος, που προβλέπει ως χρόνο παραγραφής των σχετικών αξιώσεών το έτος, ορίζει, ως αφετηρία της, την λήξη του έτους, κατά το οποίο είχε συναφθεί η χρηματιστηριακή παραγγελία, παρομοίως προς την έναρξη της παραγραφής του άρθρου 250 ΑΚ. (βλ. ΑΠ Ολ 824/1977 ΝοΒ 26, 672, ΕφΑθ 2504/2003 ΕΕμπΔ 2003, 866, ΕφΑθ 5106/2002 ΕλλΔνη 44, 1375 (ΑΠ 396/2012) (ΑΠ 1667/2014, ΑΠ 396/2012, ΑΠ 1285/2012 Nomos). Εξάλλου, η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής ‘αγοραπωλησίας, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της σύμβασης εμπορικής παραγγελίας, σύμφωνα με τα άρθρα 90 επ. του ΕμπΝ και επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι διατάξεις για την εντολή του ΑΚ (βλ. ΑΠ 962/2012 Nomos, ΑΠ 655/2011 ΔΕΕ 2012, 358), έχει, ως αντικείμενό της, ως προεκτέθηκε, αφενός, μεν, την ανάληψη από τον παραγγελιοδόχο-χρηματιστή, της υποχρέωσης να εκτελέσει την παραγγελία (εντολή) του πελάτη του, για την αγορά ή πώληση στο χρηματιστήριο χρηματιστηριακών πραγμάτων, αφετέρου δε, την ανάληψη από τον παραγγελέα-πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλλει στον παραγγελιοδόχο χρηματιστή την αμοιβή του (προμήθεια), για τη διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής. Έτσι, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 713 και 714 ΑΚ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την ανατεθείσα σ’ αυτόν υπόθεση, να πράξει, δηλαδή, για λογαριασμό του εντολέα του καθετί, που υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υπόθεσης, ευθύνεται, δε, έναντι του εντολέα του για κάθε πταίσμα (βλ. ΕφΑθ 3989/2011 ΔΕΕ 2012,47, ΕφΑθ 1354/2010 ΔΕΕ 2010, 927, ΕφΑθ 1133/2011 ΔΕΕ 2011, 810, ΕφΑθ 5353/2010 ΔΕΕ 2011, 807, ΕφΑθ 94/2010 ΔΕΕ 2010, 696). Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νομίμων υποχρεώσεών του, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, Θετική και αποθετική, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία πταίσμα του (ακόμη και ελαφρά αμέλεια), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ. Απαιτείται, δηλαδή, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, που επήλθε στον εντολέα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί, που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Επομένως, αν ο χρηματιστής στα πλαίσια νόμιμης χρηματιστηριακής παραγγελίας ή ευρύτερου περιεχομένου σύμβασης διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, έλαβε χρήματα από τον εντολέα του, προκειμένου να συνάψει νόμιμη, κύρια, χρηματιστηριακή σύμβαση ή προκειμένου να τα διαχειριστεί, συνάπτοντας και τέτοιες συμβάσεις, αντίστοιχα, έχει συμβατική υποχρέωση, με βάση την ως άνω διάταξη, να αποδώσει στον εντολέα του τα χρηματιστηριακά πράγματα, που απέκτησε για λογαριασμό αυτού, εφόσον εκτέλεσε τη μεμονωμένη παραγγελία ή αλλιώς, να του επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε για την εκτέλεση αυτών των συμβάσεων. Εφόσον, δε, συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της Αδικοπραξίας, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων ή των αποκτηθέντων για λογαριασμό του εντολέως χρηματιστηριακών πραγμάτων, υφίσταται και υποχρέωση του τελευταίου, έναντι του παραγγελέως, προς αποζημίωση αυτού και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 375 ΠΚ. [...]

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, εκτίθεται με την κρινομένη αγωγή: 1) ότι μεταξύ των διαδίκων, στα μέσα Νοεμβρίου 1993, καταρτίσθηκε σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακών συναλλαγών, με κύριο αντικείμενο την αγορά και πώληση στο όνομα των εκκαλούντων, μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αντί συμφωνηθείσας προμήθειας για κάθε συναλλαγή, 2) ότι η σύμβαση αυτή λειτούργησε μέχρι και τα μέσα Οκτωβρίου του έτους 1994 ημερομηνία, κατά την οποία οι εκκαλούντες ανακάλεσαν την προς την πρώτη εφεσίβλητη εντολή και ζήτησαν την απόδοση των μετοχών, που βρίσκονταν στο χαρτοφυλάκιό τους, άλλως τη χρηματική αξία αυτών και η εφεσίβλητη αρνήθηκε να τους τα καταβάλει, και 3) ότι για την είσπραξη των οφειλομένων από την πιο πάνω αιτία άσκησαν την ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 8.4.2002 και επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 18.4.2002.

Έτσι, μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο του έτους και, συνεπώς, η απαίτηση των εκκαλούντων είχε υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν 3628/1928 και, συνακόλουθα, είναι κατ’ ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα εκ μέρους της εφεσίβλητης ένσταση παραγραφής. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγοντας και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και με τις προεκτεθείσες, δε, παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της, προκύπτουν-σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ, έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης (βλ. ΑΠ 547/2013 Αρμ 2014, 250 Nomos).

Ορθά, δε, εκτίμησε ως παραγεγραμμένη, κατά τα ανωτέρω, την κύρια εκ της συμβάσεως αγωγική βάση και κατόπιν ερεύνησε την επικουρική εξ Αδικοπραξίας βάση, η οποία, επίσης, κρίθηκε παραγεγραμμένη, ως έχουσα υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, ενόψει του ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η τελεσθείσα σε βάρος των εναγόντων υπεξαίρεση έλαβε χώρα περί τα μέσα Οκτωβρίου του έτους 1994, οπότε και αυτοί έλαβαν γνώση αυτής καθώς και των υπαιτίων, με την άρνηση της εναγόμενης εταιρίας να τους αποδώσει τις μετοχές, που τηρούσε στο χαρτοφυλάκιό τους, άλλως τη χρηματική αξία αυτών, έκτοτε, δε, και μέχρι τη κατάθεση της κρινόμενης αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας, δεδομένου ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, θεμελιώνεται πλημμεληματική και όχι κακουργηματική υπεξαίρεση (ΑΚ 937 παρ. 1, σε συνδυασμό με ΠΚ 375 παρ. 1). Τα αντίθετα, δε, διαλαμβανόμενα από τους εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο εφέσεώς τους περί εφαρμογής του άρθρου 15 παρ. 6 του νόμου 3628/1928 αντί τού ορθού 249 του ΑΚ, για τη παραγραφή της κύριας βάσης της αγωγής και περί εσφαλμένης κρίσης περί παραγραφής της επικουρικής βάσης εξ Αδικοπραξίας, καθότι προηγείτο η κύρια από τη σύμβαση αγωγική βάση, η οποία δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. [...]

 

(Απορρίπτει την έφεση.)