ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 118/2018

 

Πρόεδρος: Α. Μήλιου, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγήτρια: Θ. Νικολαΐδου, Εφέτης

Δικηγόροι: Γ. Λίτσου, Μ. Χάλαρη-Ανδρουλάκη, Μ. Γιαννακογιώργου

 

[...] Με την υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../2012 αγωγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία), η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι σε βάρος της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης εκκαλούσας έχει απαιτήσεις συνολικού ποσού 21.092,06 και 10.379,39 ευρώ, προερχόμενες από συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στην οποία αυτή είχε συμβληθεί. Ότι η πρώτη εναγόμενη ενεργώντας δολίως, ήτοι για να ματαιώσει την ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεών της, μεταβίβασε, με αιτία τη γονική παροχή, την κυριότητα του περιγραφομένου σε αυτή κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτου συνολικής αγοραίας αξίας 150.000 ευρώ, στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη εκκαλούσα κόρη της, που αποτελούσε τη μοναδική εμφανή περιουσία της. Με ιστορική βάση αυτά τα περιστατικά, τα οποία εκτέθηκαν λεπτομερέστερα στο δικόγραφο της αγωγής, η ενάγουσα ζήτησε να απαγγελθεί η διάρρηξη της ανωτέρω μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής των δικών της συμφερόντων και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική της δαπάνη. [...]

Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. .../28.6.2006 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία [...] και ήδη εφεσίβλητη «...» χορήγησε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «...» πίστωση έως του ποσού των 20.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τους όρους αυτής, κατά την εκτέλεση της οποίας τηρούνταν οι υπ΄ αριθμ. ... και ... λογαριασμοί. Την τήρηση των όρων της σύμβασης και την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου εγγυήθηκε η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, ..., εταίρος της πιστούχου, ευθυνόμενη μάλιστα ως αυτοφειλέτρια, αφού είχε παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως. Λόγω, όμως, μη τήρησης των συμφωνηθέντων από την πιστούχο η ενάγουσα προέβη, στις 25.1.2011, στην καταγγελία της εν λόγω σύμβασης και στο οριστικό κλείσιμο των τηρηθέντων λογαριασμών, οι οποίοι εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο, κατά τον χρόνο αυτό, σε βάρος της πιστούχου, ποσού 21.252,52 ευρώ. Η καταγγελία της σύμβασης και το κλείσιμο του λογαριασμού γνωστοποιήθηκε με την από 8.2.2011 καταγγελία -εξώδικη γνωστοποίηση προσδιορισμού οφειλής, που επιδόθηκε τόσο στην πρώτη εναγομένη (βλ. προσκ. την υπ’ αριθμ. .../8.2.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) όσο και στην πιστούχο ομόρρυθμη εταιρία [...].

Εξάλλου, στις 3.5.2011, εκδόθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας οι υπ’ αριθμ. .../2011 και .../2011 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και του Ειρηνοδίκη Πειραιά αντίστοιχα, με τις οποίες υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 33.495,45 ευρώ. Οι ως άνω διαταγές πληρωμής επιδόθηκαν δύο φορές στην πρώτη εναγομένη [...], χωρίς να ασκηθεί ανακοπή, με αποτέλεσμα αυτές να αποκτήσουν ισχύ δεδικασμένου, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ. Στο μεσοδιάστημα, και ενώ δεν είχε λάβει χώρα κλείσιμο των λογαριασμών, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε με το υπ’ αριθμ. .../16.10.2010 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Πειραιά, με αιτία τη γονική παροχή, στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη εκκαλούσα, η οποία είναι κόρη της, την κυριότητα μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας του τετάρτου ορόφου, που βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδομή στον Πειραιά στη θέση «...» επί των οδών [...].

Μετά την παραπάνω μεταβίβαση δεν υφίσταται εμφανές περιουσιακό στοιχείο της πρώτης εναγομένης, για να ικανοποιηθεί η αξίωση της ενάγουσας, ενώ πρέπει να επισημανθεί ότι η ύπαρξη εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη, ως αυτοτελής προϋπόθεση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ, κρίνεται με τους υφιστάμενους οικονομικούς όρους κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, κατά τον οποίο κρίνεται και η βλάβη του δανειστή. Με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στην εν λόγω μεταβίβαση, με πρόθεση να βλάψει την ενάγουσα, κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ, αφού αποδείχθηκε ότι, μολονότι γνώριζε τις εναντίον της απαιτήσεις της, προέβη σε αυτή. [...]

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ως αιτία της εν λόγω μεταβίβασης αναφέρεται στο ανωτέρω συμβόλαιο η γονική παροχή για την οικονομική ενίσχυση του τέκνου της πρώτης εναγομένης, ωστόσο κατά το χρόνο της μεταβίβασης η δεύτερη εναγομένη διήνυε το 22ο έτος της ηλικίας της, φοιτούσε στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, διέμενε στην οικία των γονέων της (βλ. προσκ. την από 16.9.2010 σύμβαση αναδοχής χρέους, στην οποία αναγράφεται η διεύθυνση κατοικίας της) και δε συνέτρεχε λόγος οικονομικής, οικογενειακής ή επαγγελματικής της αυτοτέλειας.[...]

Εξάλλου, το στοιχείο της γνώσης δεν απαιτείται για τη δεύτερη εναγομένη, αφού εν προκειμένω πρόκειται για απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 942 ΑΚ (ΑΠ 28/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 778/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 805/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1475/2010 ΕλλΔνη 2012, 739). Σημειωτέον ότι η ενάγουσα ήταν και πριν από το οριστικό κλείσιμο των τηρηθέντων λογαριασμών, στο πλαίσιο των ως άνω συμβάσεων, δανείστρια και έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, υπό την κατά τα ανωτέρω συνδρομή των λοιπών όρων του νόμου, την προρρηθείσα απαλλοτριωτική πράξη της πρώτης εναγομένης, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από την καταγγελία των συμβάσεων και το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, τα οποία σε κάθε περίπτωση, είχαν επισυμβεί έως τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. σχετ. ΑΠ Ολ 31/1997 ΕλλΔνη 1997, 1526). [...]

Η ύπαρξη βάρους επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και δη η εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...», δεν στερεί από την ενάγουσα το έννομο συμφέρον να ζητήσει με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής τη διάρρηξη της ως άνω απαλλοτρίωσης ούτε καθιστά αυτή καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), όπως αβασίμως διατείνονται οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες. Ειδικότερα, η προσημείωση υποθήκης ενεγράφη προς εξασφάλιση απαίτησης από σύμβαση στεγαστικού δανείου, το οποίο έλαβε η πρώτη εναγομένη και αναδέχθηκε η δεύτερη εναγομένη για την αγορά του ανωτέρω ακινήτου. Το ύψος του οφειλομένου δανείου μετά την καταβολή των μηνιαίων δόσεων έχει μειωθεί και κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανερχόταν στο ποσό των 87.242,60 ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει τη δυνατότητα αποπληρωμής του. Επιπλέον, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, που κάνει δεκτή την αγωγή διάρρηξης και τη σημείωση αυτής στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης, η ενάγουσα έχει τη δικονομική δυνατότητα να επιβάλλει κατάσχεση επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου (άρθρο 992 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ). Τέλος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει τη διάρρηξη της ως άνω μεταβίβασης ασκείται καθ΄ υπέρβαση και μάλιστα προφανή των ορίων, που επιτάσσει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος διάρρηξης, επειδή, σε ενδεχόμενο πλειστηριασμό του μεταβιβασθέντος ακινήτου, δεν πρόκειται να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της, καθώς προηγούνται στην κατάταξη προνομιούχοι δανειστές, στους οποίους αυτή δεν περιλαμβάνεται. Τούτο διότι το περιστατικό αυτό αναφέρεται στο μέλλον και είναι αβέβαιο, αν θα συμβεί, καθόσον εξαρτάται από παράγοντες, που δεν μπορούν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη, όπως η εκ μέρους της οφειλέτιδας ικανοποίηση των εν λόγω δανειστών, η μη αναγγελία τους στον πλειστηριασμό, η ακυρότητα αυτής κ.λπ. (ΕφΘεσ 2957/2005 Αρμ 2006, 711). [...]

 

(Απορρίπτει την έφεση.)