ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1174/2018

 

Πρωτοδίκης: ΚΥΡΙΛΛΟΣΣΙΑΤΡΑΣ

Δικηγόροι: Δημ. Βερβεσός - Στυλιανός Βλαστός και Αρετή Βλαστού

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α’ του Ν. 2112/20 «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της σύμβασης ή τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης. Για την εφαρμογή όμως της διάταξης αυτής του άρθρου 7 εδ. α του Ν. 2112/20 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς τον νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο, διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από τον μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στον νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349 - 351, 288 ΑΚ, 7 εδ. α’ Ν. 2112/20 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/55, συνάγεται ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασής του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα: (...)

 

Αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού τα ακόλουθα περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο την 1-3-2005. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως διοικητική υπάλληλος, με μηνιαίο μισθό που συμφωνήθηκε να διαμορφώνεται σύμφωνα με το οριζόμενα στην εκάστοτε ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ μεταξύ της ΕΙΗΕΑ και της ΕΠΗΕΑ, ενώ το ημερήσιο ωράριό της καθορίστηκε σε 7ωρο και συγκεκριμένα, από 7.30 έως 14.30, από την πρόσληψή της μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2010, και από 8.00 έως 15.00 από τον Νοέμβριο του 2010. Περαιτέρω, το ΔΣ του εναγόμενου με απόφασή του που έλαβε το έτος 2006 καθόρισε ευνοϊκότερους όρους αμοιβής σε σχέση με την τότε ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ για το διοικητικό προσωπικό του, στο οποίο ανήκε και η ενάγουσα, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 1-1-2006, και βάσει της απόφασης αυτής οι μηνιαίες αποδοχές της από 1-9-2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.822,35 ευρώ μικτά, το οποίο της κατέβαλλε το εναγόμενο μέχρι τις 31-12-2011. Όμως, με την από 20-12-2011 απόφασή του, στο πλαίσιο συζήτησης για τον προϋπολογισμό του έτους 2012, το ΔΣ του εναγομένου αποφάσισε, μεταξύ άλλων αυξήσεων ασφαλιστικών εισφορών και μειώσεων συντάξεων και αποδοχών, τη μείωση του συνόλου των αποδοχών του διοικητικού προσωπικού του Οργανισμού κατά 5% και την αύξηση του ωραρίου απασχόλησής του από 7ωρο σε 8ωρο από 1-1-2012, υπολογίζοντας το όφελος από τη συγκεκριμένη μείωση των αποδοχών και την αναλογική οικονομική αποτίμηση της αύξησης ωραρίου στο ποσό των 780.000 ευρώ. Έτσι, οι μικτές αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 1.731,23 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 29-2-2012, στο ποσό των 1.801,31 ευρώ από 1-3-2012 έως 31-12-2012, λόγω μισθολογικής ωρίμανσης, και στο ποσό των 1.843,84 ευρώ από 1-1-2013 έως 31-12-2013, λόγω νέας μισθολογικής ωρίμανσης. Στη συνέχεια, με την από 11-12-2013 απόφασή του, το ΔΣ του εναγομένου, με σκοπό την περαιτέρω μείωση της μισθολογικής δαπάνης του Οργανισμού, αφού έλαβε υπόψη του και σχετική έγγραφη πρόταση του Διοικητικού Προσωπικού, το οποίο δήλωσε σ’ αυτήν ότι αναγνωρίζει τη δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο Οργανισμός, αποφάσισε τη μείωση των αποδοχών του διοικητικού προσωπικού με κλιμακωτό ποσοστό ανά τμήμα του μισθού, υπολογίζοντας το όφελος από τη συγκεκριμένη μείωση αποδοχών στο ποσό των 488.000 ευρώ. Έτσι, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν από 1-1-2014 στο ποσό των 1.721,95 ευρώ. Ακολούθως, με την από 24-11-2015 απόφασή του, το ΔΣ του εναγομένου, με σκοπό την περαιτέρω μείωση της μισθολογικής δαπάνης του Οργανισμού, από την οποία θα προέκυπτε όφελος της τάξης των 270.000 ευρώ περίπου, αποφάσισε νέα μείωση των αποδοχών του προσωπικού του εναγομένου, με συνέπεια οι αποδοχές της ενάγουσας να ανέρχονται από 1-1-2016 στο ποσό των 1.493,17 ευρώ. Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τον με επίκληση προσκομιζόμενο από το εναγόμενο πίνακα εισροών - εκροών του, αποδείχθηκε ότι το έτος 2010 το εναγόμενο εμφάνισε έλλειμμα ύψους 17.786.303,59 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε το έτος 2011 σε 21.758.396,62 ευρώ, για να φτάσει το έτος 2012 στο δυσθεώρητο ύψος των 129.035.513,06 ευρώ, απειλώντας ευθέως τη βιωσιμότητα του Οργανισμού και συνακόλουθα των θέσεων εργασίας του προσωπικού του. Στο πλαίσιο αυτό, αποφασίστηκαν, μεταξύ άλλων, οι παραπάνω μειώσεις αποδοχών, προκειμένου ο Οργανισμός, μέσω αυτών και των λοιπών μέτρων που λήφθηκαν, να αντεπεξέλθει οικονομικά στη δύσκολη οικονομική συγκυρία, που συνέπεσε με την ευρύτερη οικονομική κρίση στη Χώρα, να εξακολουθήσει να παρέχει τις υπηρεσίες του στους μετόχους, τα μέλη και τα προστατευόμενα από αυτούς μέλη των οικογενειών τους (εφάπαξ οικονομική ενίσχυση, ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη κ.λπ.) και να διασωθούν οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων, το οποίο πράγματι επιτεύχθηκε, καθώς δεν έγιναν απολύσεις και το έλλειμμα του Οργανισμού έπεσε από το δυσθεώρητο ύψος των 129.035.513,06 ευρώ που βρισκόταν το έτος 2012, σε 24.416.200,54 ευρώ το έτος 2013, σε 17.100.191,29 ευρώ το έτος 2014 και σε 13.216.654,76 ευρώ το έτος 2015. Με βάση τα παραπάνω αποδεδειγμένα περιστατικά, κρίνεται ότι οι προαναφερόμενες μονομερείς περικοπές των αποδοχών της ενάγουσας, οι οποίες υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσαν να συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, δεν αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση τέτοια κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α’ του Ν. 2112/20. Τούτο, διότι αφενός οι αποδοχές της ενάγουσας εξακολούθησαν και μετά τις περικοπές να είναι υπέρτερες των νομίμων, ενώ η κλαδική από 17-7-2008 ΣΣΕ μεταξύ της ΕΙΗΕΑ και της ΕΠΗΕΑ, στην οποία παραπέμπει ο εσωτερικός κανονισμός εργασίας του εναγόμενου, είχε πάψει να ισχύει (Ν. 4046/12), με αποτέλεσμα να μην υφίσταται αντίθεση προς τον νόμο, τον κανονισμό εργασίας και τους όρους της σύμβασης εργασίας της, και αφετέρου οι περικοπές αυτές δεν έλαβαν χώρα κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, καθότι επιβλήθηκαν από αντικειμενικούς λόγους και συγκεκριμένα επιβλήθηκαν με σκοπό την οικονομική επιβίωση του Οργανισμού και τελικώς τη διάσωση των θέσεων εργασίας των εργαζομένων σ’ αυτόν, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, και όχι από άλλες, άσχετες με τους σκοπούς αυτούς, επιδιώξεις του εργοδότη, και έλαβαν χώρα, αφού λήφθηκαν υπόψη τα δικαιολογημένα συμφέροντα και οι δικαιολογημένες προσδοκίες των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, τα οποία επέβαλαν, κατ’ εφαρμογήν και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), τη λήψη των κατά το δυνατόν ηπιότερων μέτρων σε βάρος των εργαζόμενων, όπως της μείωσης των αποδοχών τους, προς τον σκοπό της αποφυγής της απώλειας των θέσεων εργασίας τους. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ενόψει του ότι οι γενόμενες περικοπές των αποδοχών της ενάγουσας δεν συνιστούν, κατ’ αποτέλεσμα, στην προκειμένη περίπτωση βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη(...)