ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 11434/2020

 

Πρωτοδίκης: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

(...) 2. Στο άρθρο 20 του Ν. 4255/2014 (Α’ 89)(παρ. 22) ορίζεται ότι: «Παράγραφος 1: Κατάργηση υποχρέωσης τήρησης Ειδικού Βιβλίου Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού 1. Ή περίπτωση στ’ της παρ.9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/51 (A79), όπως ισχύει, καταργείται από 1-6-2014.” Παράγραφος 2: Τροποποίηση αρμοδιοτήτων Ε.ΥΠ.Ε.Α. μετά την κατάργηση του Ειδικού Βιβλίου 1. Τα δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περίπτωσης β’ της παρ.1 του άρθρου 1 του Ν.2556/97 (Α’270), όπως ισχύει, αντικαθίστανται από 1-6-2014 ως εξής: “Διενέργεια επιτόπιων ελέγχων σε επιχειρήσεις για τη διαπίστωση της υποβολής και τήρησης, ορθής ή μη, των εντύπων Ε3 (αναγγελία πρόσληψης) και Ε4 (πίνακας προσωπικού), όπως αυτά καταγράφονται στο άρθρο 2 της υπ’ αριθ. 5072/6/25-2-2013 (Β’449) απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, όπως αυτή κάθε φορά ισχύει, καθώς και για την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. Ο έλεγχος αυτός αφορά στην επιβολή προστίμου περί μη αναγραφής εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού. Σε περίπτωση μη τήρησης και μη ανάρτησης του πίνακα προσωπικού επιβάλλονται πρόστιμα, όπως αυτά ορίζονται με την απόφαση της περίπτωσης 7 της παρούσας παραγράφου. Έλεγχος της ορθής υπαγωγής στην ασφάλιση και της τήρησης της ασφαλιστικής νομοθεσίας.” 2. Τις αρμοδιότητες ελέγχου και επιβολής των ανωτέρω προστίμων ασκούν και οι αρμόδιοι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. 3. Καθένα από τα ανωτέρω πρόστιμα του τρίτου εδαφίου της περίπτωσης β’ της παρ.1 του άρθρου 1 του Ν.2556/97 (Α’270) επιβάλλεται από τους αρμόδιους ελεγ-κτές της Ε.ΥΠ.Ε.Α. και τους Επιθεωρητές του Σ.ΕΠ.Ε. άπαξ για την ίδια ημερολογιακή ημέρα για την αυτή αιτία στην ίδια επιχείρηση. 4. Τα ανωτέρω πρόστιμα που επιβάλλονται από τους ελεγκτές της Ε.ΥΠ.Ε.Α. και τους αρμόδιους υπαλλήλους των υποκαταστημάτων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. αποτελούν έσοδα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. 5. Τα Ειδικά Βιβλία Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού τηρούνται έως τις 31-5-2014, φυλάσσονται από τον εργοδότη για δέκα (10) έτη από της νόμιμης θεωρήσεώς τους και επιδεικνύονται κατά τους επιτόπιους ελέγχους. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής ή οποιαδήποτε άλλη παράβαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην περίπτωση στ’ της παρ.9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/51, όπως ίσχυε μέχρι την προηγούμενη ημέρα της έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου για χρονικά διαστήματα μέχρι την έναρξη ισχύος της υποχρέωσης ηλεκτρονικής υποβολής των εντύπων Ε3 και Ε4, επιφέρουν την επιβολή των αντίστοιχων προστίμων που ίσχυαν μέχρι την προηγούμενη ημέρα της έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου. Τα επιβαλλόμενα αυτά πρόστιμα αποτελούν έσοδα του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι δε πράξεις επιβολής, επίδοσης και βεβαίωσης, καθώς και τυχόν αμφισβήτηση αυτών συνεχίζουν να γίνονται κατά τις διατάξεις του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α.-Ε.ΤΑ.Μ. 6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που εκδίδεται μέχρι τις 10-5-2014, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και του Σ.Ε.Π.Ε., δύναται να ρυθμίζεται το ύψος, ο τρόπος υπολογισμού του προστίμου, η διαδικασία, ο συγχρονισμός των Ελεγκτικών Υπηρεσιών, ο τρόπος και ο χρόνος διαβίβασης των εκθέσεων και δελτίων ελέγχου μεταξύ των αρμόδιων Υπηρεσιών και κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων. 7. Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει την 1-6-2014 (...)».

3. Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4255/2014, εκδόθηκε η Φ. 11321/11115/802/2.6.2014(παρ. 23) απόφαση των Υπουργού και Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας [«Ύψος και τρόπος υπολογισμού των προστίμων και κυρώσεων που επιβάλλονται, κατά δέσμια αρμοδιότητα, από την Ε.ΥΠ.Ε.Α. και τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, διαδικασία και συγχρονισμός των Ελεγκτικών Υπηρεσιών»] (ΦΕΚ Β’ 1551). Στο άρθρο 1 της εν λόγω υπουργικής απόφασης, ορίζεται ότι: «α) Ελεγκτές της Ε.ΥΠ.Ε.Α. και αρμόδιοι υπάλληλοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που κατά τον επιτόπιο έλεγχο διαπιστώνουν τη μη αναγραφή εργαζομένου στον ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλουν διοικητική κύρωση (πρόστιμο) σύμφωνα με το άρθρο 4 της παρούσης, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων ως κατωτέρω: Παράβαση: Μη αναγραφή εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού. Επιβαλλόμενο πρόστιμο: ο κατώτατος νόμιμος νομοθετημένος μισθός μη προσαυξημένος για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί (18) δεκαοκτώ μήνες εργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο-υπάλληλο και το κατώτατο νόμιμο νομοθετημένο ημερομίσθιο, μη προσαυξημένο για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί τετρακόσιες τρεις (403) ημέρες εργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο -εργατοτεχνίτη, ανάλογα με την ηλικιακή διάκριση που θεσπίζει η υποπαράγραφος ΙΑ 11 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. Συγκεκριμένα για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο: [...] Για εργατοτεχνίτη ηλικίας άνω των 25 ετών ... Ημερομίσθιο ... 26,18 ευρώ ... Επί Ημέρες Εργασίας 403 Επιβαλλόμενο Πρόστιμο 10.550,54 € ...», στο άρθρο 2 ότι: «Πλέον των προστίμων του άρθρου 1 της απόφασης αυτής, σε περίπτωση μη τήρησης από τον υπόχρεο εργοδότη Πίνακα Προσωπικού επιβάλλεται αμελλητί διοικητική κύρωση (αυτοτελές πρόστιμο), κατά δέσμια αρμοδιότητα, ύψους πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ), χωρίς προηγούμενη πρόσ-κληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων» και στο άρθρο 4 ότι: «α) Για την επιβολή των ανωτέρω κυρώσεων (προστίμων) των άρθρων 1 και 2 της παρούσας, συντάσσεται και επιδίδεται επί τόπου Δελτίο Ελέγχου, με το οποίο βεβαιώνεται το είδος της παράβασης και συντάσσεται και επιδίδεται άμεσα και όχι αργότερα από πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από το Δελτίο Ελέγχου, Πράξη Επιβολής Προστίμου, με την οποία προσδιορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα ανωτέρω άρθρα 1 και 2 της παρούσης, το ύψος της κύρωσης (προστίμου) που αντιστοιχεί στην βεβαιωθείσα παράβαση. Η πράξη επιβολής προστίμου κατά τα ανωτέρω κοινοποιείται, με απόδειξη, στον παραβάτη. [...] β)[...] γ) [...] δ) Κατά της Πράξης Επιβολής Προστίμου ασκείται προσφυγή ουσίας ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου μέσα σε εξήντα ημέρες από την επίδοσή της. Μέσα στην ίδια προθεσμία, η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και με ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια Υπηρεσία που επέβαλε το πρόστιμο. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου».

4. Με το προεκτεθέν άρθρο 20 του ν. 4255/2014, που αναφέρεται στους ελέγχους που διεξάγονται στις επιχειρήσεις και τους χώρους εργασίας τόσο από τους Επιθεωρητές του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) όσο και από τις αρμόδιες Ελεγκτικές Υπηρεσίες του πρώην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη του Ε.Φ.Κ.Α. - καθ’ ου, επιδιώκεται η ενοποίηση των μηχανισμών κατά της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας, μετά την κατάργηση του Ειδικού Βιβλίου Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού και η εκχώρηση αρμοδιότητας στις Ελεγκτικές Υπηρεσίες του καθ’ ου να επιβάλουν, κατά τον έλεγχο της τήρησης της υποχρεώσεως των εργοδοτών για ηλεκτρονική υποβολή και τήρηση των εντύπων Ε3 (αναγγελία πρόσληψης) και Ε4 (πίνακας προσωπικού), τα πρόστιμα που προβλέπονται από την 27397/122/ 19.8.2013 υπουργική απόφαση (Υ.Α.), ως επιβαλλόμενα από τους Επιθεωρητές Εργασίας. Προς τον σκοπό αυτό, με το εν λόγω άρθρο, θεσπίζεται η αρμοδιότητα αφενός διενέργειας επιτόπιων ελέγχων στις επιχειρήσεις από τα όργανα του καθ’ ου (πρώην ΙΚΑ- ΕΤΑΜ) για τη διακρίβωση τήρησης της ανωτέρω υποχρεώσεως και αφετέρου επιβολής προστίμου σε περίπτωση διαπίστωσης συναφούς παράβασης, ενώ παράλληλα παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας να προσδιορίσει με απόφασή του το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού του οικείου προστίμου, τη διαδικασία που ακολουθείται και τον συγχρονισμό των Ελεγκτικών Υπηρεσιών. Η παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή εξουσιοδότηση είναι ειδική και ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α’ του Συντάγματος, διότι με αυτήν καθορίζονται τα συγκεκριμένα θέματα, τα οποία είναι δυνατόν να ρυθμίσει ο κανονιστικός νομοθέτης. Εξάλλου, τα προς ρύθμιση θέματα είναι ειδικότερα, κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος, διότι η ουσιαστική ρύθμιση της επιβολής προστίμου επί παραβιάσεως των σχετικών υποχρεώσεων των εργοδοτών περιέχεται, κατά τα προαναφερθέντα, στον εξουσιοδοτικό νόμο, όπως αυτός συμπληρώνεται από τις σχετικές προς το ρυθμιστικό αντικείμενό του λοιπές νομοθετικές διατάξεις (άρθρο 16 του ν. 2874/2000,(παρ. 24) άρθρο 24 του ν. 3996/2011,(παρ. 25) άρθρο 1 της ΥΑ 27397/19.8.2013).(παρ. 26) Συνεπώς, η εν λόγω εξουσιοδότηση είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 εδάφια α΄ και β΄ του Συντάγματος, σε συνδυασμό δε με το γενικότερο νομοθετικό πλαίσιο διεξαγωγής ελέγχων κατά της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας, αποτελεί έρεισμα για την έκδοση της εφαρμοσθείσας στην υπό κρίση υπόθεση ΥΑ. Φ.11321/ 11115/802/2.6.2014,(παρ. 27) με την οποία θεσπίσθηκαν τα επιβαλλόμενα από τα ελεγκτικά όργανα του καθ’ ου πρόστιμα και η διαδικασία εκδόσεως των σχετικών καταλογιστικών πράξεων (πρβλ. Δ.Εφ.Πατρ. 132/2018 σκ. 9, ΣτΕ 2151/2017 7μ. σκ. 14).(παρ. 28)

5. Επίσης, με τις ως άνω διατάξεις θεσπίζεται η τυπική παράβαση της μη αναγραφής εργαζομένου/ων στον πίνακα προσωπικού της επιχείρησης, ερειδόμενη στην απλή διαπίστωση του αντικειμενικού γεγονότος της μη καταχώρισης του εργαζομένου στον τηρούμενο στην επιχείρηση πίνακα προσωπικού, καθώς και μαχητό τεκμήριο ότι ο αναφερόμενος από τους ελεγκτές της Ε.ΥΠ.Ε.Α. ή τους υπαλλήλους του Ι.Κ.Α.-Ε.ΤΑ.Μ. ως εργαζόμενος, που δεν αναγράφεται στον πίνακα προσωπικού, συνδέεται με εργασιακή σχέση με τον εργοδότη. Ο τελευταίος δύναται να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με την άσκηση προσφυγής, αποδεικνύοντας ότι ουδεμία σχέση εργασίας τον συνδέει με το πρόσωπο που τα ελεγκτικά όργανα θεώρησαν ως μισθωτό του (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2151/2017 7μ.). Η εν λόγω ρύθμιση έχει υπαγορευθεί από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συνίστανται στην αποτελεσματική καταπολέμηση του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας. Κατά το μέρος δε που με την εν λόγω διάταξη προσδιορίζεται το επιβαλλόμενο στον εργοδότη πρόστιμο για κάθε αδήλωτο υπάλληλο ή εργατοτεχνίτη ηλικίας άνω των 25 ετών στο ποσό των 10.549,44 ή 10.550,54 ευρώ αντιστοίχως και στο ποσό των 9.197,10 ή 9.200,49 ευρώ αντιστοίχως για ηλικία κάτω των 25 ετών, δεν θεσπίζεται κύρωση προδήλως απρόσφορη, ούτε η προβλεπόμενη κύρωση υπερακοντίζει τον επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, τον οποίο αποβλέπει να εξυπηρετήσει, δηλαδή την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας, δεδομένου ότι με το σοβαρό ύψος του προβλεπόμενου προστίμου επιδιώκεται τόσον ο αυστηρός κολασμός του συγκεκριμένου παραβάτη, όσο και η αποτροπή της παράνομης πρακτικής της αδήλωτης εργασίας από τους λοιπούς εργοδότες. Κατ’ ακολουθίαν, το καθοριζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 1 περ. α’ της Φ.11321/11115/802/2.6.2014 ΚΎΑ πρόστιμο δεν δύναται να θεωρηθεί ως προδήλως δυσανάλογο για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενόψει της σπουδαιότητας του διακυβευόμενου αγαθού της καταπολέμησης του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας. Εξάλλου, το ύψος του εν λόγω προστίμου ευλόγως συναρτάται με το υψηλό ποσοστό στο οποίο έχει ανέλθει η αδήλωτη εργασία, ο δε αριθμός των 18 μηνών ή 403 ημερών που τίθεται ως πολλαπλασιαστής για τον προσδιορισμό του και, κατά την εκτίμηση του κανονιστικού νομοθέτη, η οποία δεν αμφισβητείται, αποτελεί τον χρόνο που οι εργαζόμενοι απασχολούνται, κατά μέσο όρο, χωρίς να έχουν δηλωθεί, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί κριτήριο απρόσφορο για τον προσδιορισμό του προστίμου σε ποσό που εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό της πάταξης της αδήλωτης εργασίας, ή ότι υπερακοντίζει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ανωτέρω σκοπό. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2151/2017 7μ.). Εφόσον δε η παράλειψη των εργοδοτών να υποβάλουν ηλεκτρονικά, πριν την ανάληψη υπηρεσίας, μέσω του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, το έντυπο αναγγελίας πρόσληψης και τον συμπληρωματικό πίνακα προσωπικού για κάθε νέο εργαζόμενο, συνιστά τυπική παράβαση, ερειδόμενη στην απλή διαπίστωση αντικειμενικού γεγονότος, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του εργοδότη και τυχόν τηρήσεως των λοιπών απορρεουσών από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεών του (πρβλ. Σ.τ.Ε. 745/2017, 735/2016, 4099/2015, 545/2014, 2905/2013 κ.ά.), το πρόστιμο επιβάλλεται κατά δέσμια αρμοδιότητα των Ελεγκτικών οργάνων, χωρίς τούτο να αντίκειται στις αρχές της επιείκειας, της χρηστής διοίκησης, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου και χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου εργοδότη, συμφώνως προς τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2164/2017, 815/2017, 423/2016 κ.ά.). Δεν τίθεται, άλλωστε, ζήτημα παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α’ 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή είναι επιτρεπτή η θέσπιση από το νομοθέτη κυρώσεων, όπως ειδικότερα η επιβολή προστίμων, που έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της περιουσίας του φυσικού ή νομικού προσώπου, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι πρόσφορες για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού και σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3173/2014 Ολομ.). Ούτε, όμως, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., δεδομένου αφενός ότι ο εργοδότης δύναται να ανατρέψει τις διαπιστώσεις του ελέγχου, κατόπιν ασκήσεως προσφυγής, δηλαδή ένδικου βοηθήματος πλήρους δικαιοδοσίας, με το οποίο καθίσταται δυνατή η επανεκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση της παράβασης (πρβλ. Σ.τ.Ε. 105/2011) και αφετέρου ότι, όταν η Διοίκηση, θεμιτώς κατά το Σύνταγμα δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια να προσδιορίζει το ύψος του προστίμου αναλόγως των ειδικότερων συνθηκών της παράβασης, θέμα παραβίασης του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας, ως εκ του ότι το δικαστήριο που ελέγχει τη νομιμότητα της σχετικής πράξης δεν διαθέτει ούτε αυτό τέτοια εξουσία, δεν μπορεί να τεθεί (πρβλ. Σ.τ.Ε. 479/2017, 240/2010, 631/2006). Εξάλλου, και υπό την εκδοχή ότι το επίμαχο πρόστιμο αποτελεί, λόγω της φύσεως και της σοβαρότητας που μπορεί να έχει κατά περίπτωση, κύρωση «ποινικής φύσεως» κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της εν λόγω διατάξεως (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3173/2014), δεδομένου ότι το Σύνταγμα δεν έχει, στο συγκεκριμένο ζήτημα, στενότερη έννοια από την Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1183/2015, 2508/2013, 3386/2012 κ.α.).

6. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων, το από 15-3-2017 δελτίο ελέγχου των ελεγκτών υπαλλήλων του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Ασφάλισης (Π.Ε.Κ.Α.) της Περιφέρειας Αττικής, προκύπτουν τα εξής: Στις 15-3-2017 και ώρα 12.40 μ.μ., διενεργήθηκε από τα αρμόδια όργανα της ως άνω Υπηρεσίας επιτόπιος έλεγχος στην ατομική επιχείρηση που διατηρεί ο προσφεύγων στην Αθήνα, η οποία έχει ως δραστηριότητα την εμπορία αυτοκινήτων και ανταλλακτικών - εξαρτημάτων μηχανοκίνητων οχημάτων. Κατά την είσοδο των ελεγκτών στο κατάστημα της επιχείρησης του προσφεύγοντος, βρέθηκε εντός αυτού, ο Ι.Α., απασχολούμενος ως εργάτης, ο οποίος όμως δεν αναγραφόταν στον πίνακα προσωπικού της επιχείρησης, ούτε άλλωστε η επιχείρηση τηρούσε τον πίνακα αυτόν. Ακολούθως, συντάχθηκε το από 15-3-2017 δελτίο ελέγχου, το οποίο υπέγραψαν τόσο ο προσφεύγων, όσο και ο φερόμενος ως εργαζόμενός του Ι.Α., ως ημερομηνία δε πρόσληψης αυτού αναγράφηκε από τους ελεγκτές η 15η-3-2017. Εν συνεχεία, εκδόθηκε από το Π.Ε.Κ.Α. της Περιφέρειας Αττικής η προσβαλλόμενη από 16-3-2017 πράξη επιβολής προστίμου, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 4255/2014 και της υπ’ αριθ. Φ.11321/11115/802/02.06.2014 κοινής υπουργικής απόφασης, αφενός πρόστιμο, ύψους 10.550,54 ευρώ, για την παράλειψη της αναγραφής του ως άνω φερόμενου ως εργαζομένου (με την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη άνω των 25 ετών) στον πίνακα προσωπικού (Ε4) και αφετέρου πρόστιμο, ύψους 500 ευρώ, για την παράβαση της μη τήρησης ισχύοντος πίνακα προσωπικού (Ε4), συνολικά δε το ποσό των 11.050,54 ευρώ.

7. Με την κρινόμενη προσφυγή, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το νομίμως κατατεθέν στις 24-1-2020 υπόμνημα, ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξης, άλλως τη μεταρρύθμισή της, προβάλλοντας καταρχάς, ότι αυτή πρέπει να ακυρωθεί, καθώς ερείδεται στην Φ.11321/ 11115/802/2.6.2014 (ΦΕΚ Β’ 1551) κοινή υπουργική απόφαση με την οποία τροποποιήθηκε η 27397/122/19.8.2013 (Β’ 2062) υπουργική απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας, η οποία είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, καθότι κείται εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 24 του ν. 3996/2011, κατά παράβαση του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, καθιστώντας ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα και την ως άνω Φ.11321/11115/ 802/2.6.2014 κοινή υπουργική απόφαση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης νομικής προϋποθέσεως. Και τούτο διότι εσφαλμένα ο προσφεύγων υπολαμβάνει ότι η εξουσιοδοτική διάταξη δυνάμει της οποίας εξεδόθη η Υ.Α. Φ. 11321/11115/802/2.6.2014 είναι αυτή του άρθρου 24 του ν. 3996/2011, ενώ το εξουσιοδοτικό έρεισμα αυτής αποτελεί το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 4255/2014. Εξάλλου, όπως έγινε ερμηνευτικά δεκτό και στη σκέψη 4 της παρούσας, τόσο η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4255/2014, όσο και η ΥΑ Φ.11321/11115/ 802/2.6.2014 είναι σύμφωνες με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 2151/2017 7μ., σκ. 14).

8. Περαιτέρω, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι μη νομίμως η προσβαλλόμενη Π.Ε.Π. εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί κλήση του προς παροχή εξηγήσεων, εφόσον η επιβολή του εν λόγω προστίμου συνδέεται με την υποκειμενική του συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της προηγούμενης ακρόασης (άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος). Όμως, κατά τη ρητή πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 1 της Φ11321/11115/802/2.6.2014 Κ.Υ.Α., για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης δεν απαιτείτο η προηγούμενη ακρόαση του προσφεύγοντος. Η δε πρόβλεψη αυτή δεν παραβιάζει την προαναφερθείσα συνταγματική αρχή, προεχόντως διότι, όπως προεκτέθηκε στην πέμπτη σκέψη της παρούσας, οι ένδικες παραβάσεις δεν συναρτώνται προς την υποκειμενική συμπεριφορά του εργοδότη, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο προσφεύγων, αλλά έχουν τον χαρακτήρα τυπικών παραβάσεων, στο μέτρο που ερείδονται στην απλή διαπίστωση του αντικειμενικού γεγονότος της μη αναγραφής εργαζομένου σε πίνακα προσωπικού της επιχείρησης (Σ.τ.Ε. 2151/2017 7μ.) -αδιάφορης ούσης της τηρήσεως από τον εργοδότη των λοιπών ασφαλιστικών υποχρεώσεών του - με αποτέλεσμα να είναι επιτρεπτή, κατά την ως άνω συνταγματική διάταξη, η έκδοση της σχετικής πράξης χωρίς προηγούμενη ακρόαση του τελευταίου (Σ.τ.Ε. 741/2017, 2164/2017, 423/2016, 4099/2015, 2005/2014, 162/2009). Πρέπει, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.

9. Ακόμη, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη, δεδομένου ότι εναρμονίζεται πλήρως με το ως άνω αναφερόμενο δελτίο ελέγχου, δεν περιέχει εκ του λόγου αυτού καμία αιτιολογία στο σώμα της, αφού δεν μνημονεύει τα στοιχεία επί των οποίων ερείδονται οι διαπιστώσεις των ελεγκτικών οργάνων, δυνάμει των οποίων του επιβλήθηκαν τα επίδικα πρόστιμα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι ούτε από το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, το οποίο επικαλείται σχετικώς ο προσφεύγων, ούτε από κάποια ειδικότερη διάταξη επιβάλλεται η αναγραφή της αιτιολογίας σ’ αυτό τούτο το σώμα της προσβαλλομένης πράξεως, η οποία, ωστόσο, περιέχει όλα τα απαραίτητα για την πληρότητα της αιτιολογίας της στοιχεία, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης, τους εφαρμοζόμενους κανόνες δικαίου και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, παραδεκτώς δε, εφόσον είναι αιτιολογητέα από τη φύση της και όχι από το νόμο, η αιτιολογία συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, ήτοι κατά κύριο λόγο το από 15-3-2017 δελτίο ελέγχου. Σε κάθε δε περίπτωση τα διοικητικά δικαστήρια, ως δικαστήρια ουσίας, δεν δύνανται να ακυρώσουν την πράξη για λόγους αναγόμενους στη νομιμότητα ή στην επάρκεια της αιτιολογίας της, αλλά οφείλουν να ερευνήσουν τα ίδια αν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την έκδοσή της και να δεχθούν ή να απορρίψουν εν όλω ή εν μέρει, τελικά, κατά τη δική τους ουσιαστική κρίση την προσφυγή (πρβλ. ΣτΕ 1818/2015, 4596/2012, 2170/2003).

10. Ακολούθως, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι τα επιβληθέντα σε βάρος του πρόστιμα είναι υπέρογκα, ότι δεν δύναται να τα καταβάλει χωρίς να υποστεί οικονομική βλάβη και ότι προσκρούουν στις αρχές της αναλογικότητας, της επιείκειας (ως ειδικότερη έκφανση της αρχής της χρηστής διοίκησης), της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και της ασφάλειας δικαίου. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η θέσπιση ενός αντικειμενικού συστήματος επιμέτρησης των προστίμων για τις παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι θέτει σε διακινδύνευση την ιδιωτική περιουσία του εργοδότη και έχει θεσπισθεί για εισπρακτικούς λόγους. Ενόψει, όμως, των όσων έγιναν δεκτά ερμηνευτικώς στην πέμπτη σκέψη της παρούσας, οι ισχυρισμοί αυτοί του προσφεύγοντος είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους ως αβάσιμοι. Άλλωστε, τα ένδικα ττρόστιμα επιβάλλονται κατά δέσμια αρμοδιότητα, επομένως, δεν νοείται εν προκειμένω παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1123/2018, 1426/2017) ή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (πρβλ. Σ.τ.Ε. 931/2019, 3474/2013). Περαιτέρω, ο προσφεύγων προβάλλει ότι το συνολικά επιβληθέν πρόστιμο είναι δυσανάλογο σε σχέση με τις αποδιδόμενες παραβάσεις, στο μέτρο δε που δεν παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να μετριάσει το ύψος των επιβληθεισών κυρώσεων, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της κάθε περίστασης, εξετάζοντας λόγους αναγόμενους στη βαρύτητα της παράβασης, το πρόστιμο αποτελεί συγκεκαλυμμένη ποινική κύρωση - λόγω του ύψους του -χωρίς τις εγγυήσεις που επιβάλλονται από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α.. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν παραβιάζεται, όπως αβασίμως προβάλλεται, δεδομένου ότι αφενός ο εργοδότης δύναται να ανατρέψει τις διαπιστώσεις του ελέγχου, κατόπιν ασκήσεως της προβλεπόμενης από τις επίμαχες διατάξεις προσφυγής, δηλαδή ένδικου βοηθήματος πλήρους δικαιοδοσίας, με την άσκηση της οποίας καθίσταται δυνατή η επανεκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση της παράβασης (πρβλ. Σ.τ.Ε. 105/2011) και αφετέρου, όταν η Διοίκηση, θεμιτώς κατά το Σύνταγμα, ενόψει των προαναφερθέντων στη μείζονα σκέψη, δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια να προσδιορίζει το ύψος του προστίμου αναλόγως των ειδικότερων συνθηκών της παράβασης, θέμα παραβίασης του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας, ως εκ του ότι το δικαστήριο που ελέγχει τη νομιμότητα της σχετικής πράξης δεν διαθέτει ούτε αυτό τέτοια εξουσία, δεν μπορεί να τεθεί (πρβλ. Σ.τ.Ε. 479/2017, 2402/2010 7μ.). Τέλος, οι ισχυρισμοί περί οικονομικής αδυναμίας του προσφεύγοντος να καταβάλει τα επιβληθέντα σε βάρος του πρόστιμα, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, διότι η τυχόν βλάβη που αυτός θα υποστεί, σε περίπτωση καταβολής των ένδικων προστίμων, δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, εφόσον δεν αποδίδεται πλημμέλεια σε αυτήν, αλλά θα μπορούσε μόνο να αποτελέσει περιεχόμενο αίτησης για αναστολή εκτέλεσης της πράξης αυτής.

11. Τέλος, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη, καθόσον δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες σε αυτόν παραβάσεις. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η επιχείρησή του, η οποία έχει ως αντικείμενο την εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων, δραστηριοποιείται στην Αθήνα, και πραγματοποιεί ελάχιστο τζίρο ετησίως, γεγονός που την κατατάσσει στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις, έχει ως αποτέλεσμα να μην υφίσταται ανάγκη απασχόλησης προσωπικού και να εργάζεται μόνο ο ίδιος σε αυτή. Περαιτέρω, ο Ι.Α., ο οποίος βρέθηκε την ημέρα του ελέγχου στο κατάστημα, είναι φίλος του και όχι απασχολούμενος από αυτόν ως εργάτης, όπως εσφαλμένα εξέλαβε ο έλεγχος. Λόγω της φιλικής τους σχέσης, είχε προσέλθει στο κατάστημα της επιχείρησης, είχε σταθμεύσει σε οδό, έξωθεν του καταστήματος και είχε φορέσει γάντια προκειμένου να εκτελέσει εργασίες, αποκλειστικά στο δικό του όχημα, δηλαδή να αλλάξει τις ζάντες του αυτοκινήτου του, οπότε και καταλήφθηκε από τα όργανα του ελέγχου. Επιπλέον, τυγχάνει μόνιμος υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας και η ιδιότητά του αυτή είναι ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε άλλη απασχόληση, επομένως, σε συνδυασμό με το καθημερινό ωράριο εργασίας του (στο οποίο περιλαμβάνονται τόσο πρωινές, όσο και νυκτερινές υπηρεσίες) καθίσταται ανέφικτη η παροχή οποιασδήποτε μορφής εργασίας προς τον προσφεύγοντα, όπως της επίδικης. Εξάλλου, η μητέρα του, Π.Α. πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια, με συνέπεια να τη μεταφέρει ο ίδιος τρεις φορές την εβδομάδα για αιμοκάθαρση. Τέλος, ο προσφεύγων προβάλλει ότι ο Ι.Α. εκ παραδρομής υπέγραψε το από 15-3-2017 δελτίο ελέγχου, λόγω του αιφνιδιασμού του κατά τον έλεγχο, γι’ αυτό με την από 16-3-2017 αίτησή του προς το Π.Ε.Κ.Α. της Περιφέρειας Αττικής, που υπέβαλε ο ίδιος την επόμενη ημέρα του ελέγχου, ζήτησε να επανεξεταστεί η υπόθεση και να διαγραφεί το πρόστιμο που επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος, προβάλλοντας ομοίως ανυπαρξία οποιασδήποτε σύμβασης εργασίας μεταξύ των μερών. Ωστόσο, η αίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή από το Π.Ε.Κ.Α. Περιφέρειας Αττικής, με συνέπεια το καθ’ ου να καταλήξει αδικαιολόγητα και αβάσιμα κατά τον προσφεύγοντα στην έκδοση της προσβαλλομένης πράξης. (...)

12. Εξάλλου το καθ’ ου η προσφυγή, προς αντίκρουση των ανωτέρω προβαλλομένων ισχυρισμών, με την από 9-9-2019 έκθεση απόψεών του και το από 29-1-2020 υπόμνημά του, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη συντάχθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις στην υπό κρίση υπόθεση, καθώς ο προσφεύγων υπέπεσε στις αποδιδόμενες παραβάσεις. Ειδικότερα, όπως προβάλλει, ο Ι.Α. βρέθηκε κατά τον ελεγχο εντός της επιχειρήσεως του προσφεύγοντος και δήλωσε ενυπόγραφα ότι προσελήφθη από τον τελευταίο στις 5-3-2017, η οποία αναγράφεται ως ημερομηνία πρόσληψης στο δελτίο ελέγχου, γεγονότα που καθιστούν αβάσιμο τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος περί της φιλικής τους σχέσης.

13. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι: α) οι εφαρμοστέες διατάξεις θεσπίζουν μαχητό τεκμήριο ότι ο ευρεθείς από τους ελεγκτές ως εργαζόμενος, ο οποίος δεν αναγράφεται στον πίνακα προσωπικού, συνδέεται με εργασιακή σχέση με τον εργοδότη, ο οποίος δύναται να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, β) η διαπίστωση περί απασχολήσεως του Ι.Α. από τον προσφεύγοντα και η εντεύθεν επιβολή των επίδικων προστίμων ερείδεται αποκλειστικά στο από 15-3-2017 δελτίο ελέγχου των ελεγκτικών οργάνων του καθ’ ου, το οποίο παράγει μεν, ως δημόσιο έγγραφο, κατ’ άρθρο 171 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ Δ.Δ ), πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τα ίδια τα δημόσια όργανα ή ενώπιόν τους, όχι όμως, πλήρη απόδειξη ως προς τα στοιχεία που τα ελεγκτικά όργανα πρέπει να ερευνήσουν αυτεπαγγέλτως, λόγω των καθηκόντων τους, για τα οποία επιτρέπεται ανταπόδειξη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3345/2015 σκ. 4, 6, 2936/2011 σκ. 6, 1382/2009 σκ. 4), όπως, εν προκειμένω, ως προς την ιδιότητα, ως εργαζομένου, του ανευρεθέντος κατά τον έλεγχο στην επιχείρηση προσώπου. Άλλωστε μόνη η υπογραφή του τελευταίου στο ως άνω δελτίο ελέγχου, κάτω από την ένδειξη ”Υπογραφή Εργαζομένου”, δεν απαλλάσσει τα ελεγκτικά όργανα από την ανωτέρω υποχρέωσή τους, ούτε συνιστά πλήρη απόδειξη για την ύπαρξη της εργασιακής σχέσης, γ) με το ένδικο δελτίο ελέγχου βεβαιώνεται μεν η παρουσία του Ι.Α. στο χώρο της επιχείρησης, ωστόσο, σε αυτό δεν αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία διαπίστωσαν τα ελεγκτικά όργανα ότι συνέτρεχαν και θεμελιώνουν την ιδιότητα του εργαζομένου, ήτοι δεν εξειδικεύεται ούτε εάν αυτός κατελήφθη να εκτελεί εργασίες και ποιες, που προσιδιάζουν σε εργαζόμενο-εργάτη (πρβλ. ΔΕφΑΘ 3850/2018, ΔΕφΘεσ 1881/2018), ούτε, άλλωστε, προκύπτει από το διοικητικό φάκελο ότι το συμπέρασμα του ελέγχου συνεπικουρείται από οποιοδήποτε άλλο δηλωτικό ή αποδεικτικό στοιχείο εργασιακής σχέσης. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά πρέπει να διαπιστώνονται στο δελτίο ελέγχου και δεν μπορούν να αναφέρονται στην έκθεση απόψεων του καθ’ ου ή να προβάλλονται με το κατατεθέν υπόμνημά του, ελλείψει δε της αναφοράς πραγματικών περιστατικών, μόνον η διαπίστωση της απλής παρουσίας του προσώπου στο χώρο του καταστήματος εμπορίας αυτοκίνητων και ανταλλακτικών και εξαρτημάτων μηχανοκίνητων οχημάτων του προσφεύγοντος, δεν αρκεί για να θεμελιώσει την εργασιακή σχέση, δ) με την από 16-1-2020 βεβαίωση του ΜΣΕ/Π Γραφείου Προσωπικού της 112ης Πτέρυγας Μάχης της Πολεμικής Αεροπορίας βεβαιώνεται ότι ο Ι.Α. υπηρετούσε κατά το χρόνο του ελέγχου και εξακολουθεί να υπηρετεί στην Πολεμική Αεροπορία, βαρυνόμενος με ασυμβίβαστο ως προς την ιδιότητά του αυτή προς οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική ή εργασιακή σχέση, ε) με την από 16-3-2017 αίτησή του προς το Π.Ε.Κ.Α. της Περιφέρειας Αττικής, ο Ι.Α. ζήτησε να επανεξεταστεί η υπόθεση, επειδή τυγχάνει στρατιωτικός, υπηρετών στην Πολεμική Αεροπορία, ήτοι φέρει ιδιότητα ασυμβίβαστη προς οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας, αποδίδοντας το γεγονός της υπογραφής του στο από 15-3-2017 δελτίο ελέγχου σε αιφνιδιασμό του, ενώ εξάλλου προσκόμισε στοιχεία σχετικά με την αναπηρία της μητέρας του και την ανάγκη μεταφοράς της για αιμοκάθαρση τρεις φορές την εβδομάδα. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Ι.Α. τελούσε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με εργοδότη τον προσφεύγοντα, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα εκ μέρους του τελευταίου και επομένως, μη νομίμως αποδόθηκαν σε βάρος του οι ένδικες παραβάσεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του καθ’ ου.

14. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και να διαταχθεί η επιστροφή στον προσφεύγοντα του καταβληθέντος παράβολου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ., ενώ κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί το καθ’ ου από την υποχρέωση καταβολής των δικαστικών εξόδων του προσφεύγοντος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 275 παρ.1 εδ. ε’ του Κ.Δ.Δ.