ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 113/2018

 

Πρόεδρος : Ελένη Σκριβάνου, Εφέτης

Δικηγόροι : Στέλλα Τσάκωνα, Κυριάκος Χουσέας

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α 152/10.7.2007), οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου παραπάνω άρθρου, αναφέρονται ενδεικτικά, περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου από τον νομο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, oι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ, αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σ`αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας και καταχρηστικότηταςτων όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέρoντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρεπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης (Ολ.ΑΠ 6/2006 ΔΕΕ 2006.665, AΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005.460). Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση, δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργησή του (όρου) για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005.460, Εφ.Θεσ. 459/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, ο όρος της σύμβασης που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά, με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή - δανειολήπτη (στην έννοια του οποίου εμπίπτει και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμβάλλεται με το πιστωτικό ίδρυμα για κάλυψη επαγγελματικών αναγκών (Ολ.ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1001/2010, Εφ.Θεσ.1034/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορι¬σμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας. Τούτο ιδίως σε μία εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. ’λλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ` επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο, με την ΚΥΑ Ζ1-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β` 255/8.3.2001), στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005, Δνη 2005. 802, Εφ.Θεσ. 1034/2013 Αρμ 2014. 623,Εφ.Πειρ.711/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ.Λαμ. 124/2007 Αρμ 2009.1190, Εφ.Αθ.778/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων - ήδη εφεσίβλητος ζητούσε με την από 3-4-2014 (με αριθμό κατάθεσης 2287/2014) ανακοπή του κατά της καθ΄ής η ανακοπή –ήδη εκκαλούσας, κατ΄ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, να ακυρωθεί, για τους λόγους που αναφέρονται στην ανακοπή αυτή, η υπ’ αρ. .../2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθώς και η κάτωθεν αυτής από 14-3-2014 επιταγή προς πληρωμή εξ αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής, με την οποία, επιτασσόταν να καταβάλει στην καθ΄ής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία, εκ συμβάσεως πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό. α) το ποσό των 45.651,91 ευρώ ως κεφάλαιο, επιδικασθέν με την εν λόγω διαταγή πλέον τόκων υπερημερίας ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο από την επομένη του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού (22-6-2012) ,β) 800 ευρώ για δικαστική δαπάνη γ) 2 ευρώ για λήψη απογράφου δ)50 ευρώ για σύνταξη της επιταγής και ε) 50 ευρώ για έξοδα επίδοσης της ως άνω επιταγής και συνολικά 46.553,91 ευρώ.

Με την εκκαλουμένη απόφασή του (υπ΄αρ.1752/2016), το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, αφού έκρινε παραδεκτή την ανακοπή, ακολούθως την έκανε δεκτή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη ως προς τον δεύτερο λόγο αυτής, ήτοι ότι μη νόμιμα ενήργησε η καθ’ης ως προς τον υπολογισμό τω τόκων της επίδικης πίστωσης κάνοντας χρήση του έτους 360 ημερών κατ΄εφαρμογή του σχετικού άκυρου και καταχρηστικού όρου της επίμαχης συμβάσεως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτήν (εκκαλουμένη), ενώ, κατόπιν τούτου,δεν εξέτασε τους λοιπούς λόγους αυτής, των οποίων παρείλκε πλέον η διερεύνηση.

Ήδη κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονείται η καθ΄ής η ανακοπή-ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της για τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου, ζητεί δε την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η ως άνω ανακοπή του αντιδίκου της.

Από την εκτίμηση όλων των νομίμως επικαλουμένων καιπροσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων, αποδεικνύονται τα εξής.

Κατόπιν αιτήσεως της καθ’ής η ανακοπή - ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. ..../2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων - ήδη εφεσίβλητος, να της καταβάλει, πλέον τόκων και εξόδων, το ποσό των 45.651,91 ευρώ ως κεφάλαιο, με βάσει την υπ’ αρ .../12-6-2006 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, και τις πρόσθετες πράξεις αύξησης πίστωσης αυτής, η οποία συνήφθη από τον ανακόπτοντα με την καθής τράπεζα, για την εξυπηρέτηση της εμπορικής του δραστηριότητας (χονδρικό εμπόριο ναυτιλιακών ειδών και τροφοδοσίας πλοίων), στο κλείσιμο του οποίου (ως άνω λογαριασμού), προέβη η ως άνω τράπεζα στις 21-6-2012. Κάτωθεν αντιγράφου εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής συντάχθηκε η συμπροσβαλλόμενη με αυτήν επιταγή προς πληρωμή με την οποία επιτάσσονταν ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθ΄ής η ανακοπή. α) το ως άνω ποσό των 45.651,91 ευρώ ως κεφάλαιο, επιδικασθέν με την εν λόγω διαταγή, πλέον τόκων υπερημερίας ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο από την επομένη του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού (22-6-2012), β) 800 ευρώ για δικαστική δαπάνη γ) 2 ευρώ για λήψη απογράφου δ) 50 ευρώ για σύνταξη της επιταγής και ε) 50 ευρώ για έξοδα επίδοσης της ως άνω επιταγής και συνολικά 46.553,91 ευρώ. Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής του ο ανακόπτων - ήδη εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι είναι παράνομος και καταχρηστικός ο υπολογισμός του τόκου με βάση έτος 360 ημερών (και όχι 365 ημερών), διότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 και δημιουργεί μία πρόσθετη επιβάρυνση του ανακόπτοντος σε τόκους, ανερχόμενη σε ποσοστό 1,3889% για κάθε ημέρα. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 243 παρ. 3, 281 ΑΚ, 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994, 632 παρ. 1, 933 παρ. 1,934 παρ.1α`ΚΠολΔ.

Πράγματι δε, στον όρο 8 παρ. 2 της επίμαχης σύμβασης παροχής πιστώσεως διαλαμβάνεται ότι: «Ο τόκος υπολογίζεται τιμαριθμικώς, με βάση έτος τριακοσίων εξήντα (360) ημερών επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου». Όμως, ο εν λόγω όρος της σύμβασης, που προβλέπει ότι ο τόκος υπολογίζεται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει, όπως προεκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη, στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Στην έννοια δε του καταναλωτή εμπίπτει και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμβάλλεται με το πιστωτικό ίδρυμα για κάλυψη επαγγελματικών αναγκών (βλ. Ολ.ΑΠ 13/2015 ,ΑΠ 1001/2010 ,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), παρά τον αβάσιμο περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εκκαλούσας τον οποίο διατυπώνει στον δεύτερο λόγο (υποπερίπτωση β σκέλος ii) της ένδικης έφεσής της. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο πιστούχος δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Η εκκαλούσα διασπά με τον άνω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του πιστούχου, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του πιστούχου, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση, να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για το πιστούχο λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της εκκαλούσας Τράπεζας, κατά τα επίσης προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της αλλά και με τον δεύτερο λόγο αυτής (στηνυποπερίπτωση α και β σκέλος iii), η εκκαλούσα - καθ’ής η ανακοπή, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απέρριψε τον ως άνω λόγο της ανακοπής ως αόριστο, διότι δεν αναφέρεται σε αυτόν ποιο είναι το ποσό το οποίο όφειλε να καταβάλει ο ανακόπτων, αν είχαν υπολογιστεί ορθά οι τόκοι κατά τους ισχυρισμούς του, ώστε να προκύψει σε τι διαφοροποιείται από το επιδικασθέν ούτε προβαίνει σε υπολογισμούς ώστε να εξακριβωθεί αν έγινε εκτοκισμός με βάση έτος 360 ημερών και όχι 365 και τέλος ότι, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός δεν οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής, διότι δεν εμπίπτει σε κάποια από τις τυπικές προυποθέσεις έγκυρης έκδοσής της. Ωστόσο, ο ως άνω λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά την άποψη την οποία δέχεται το παρόν δικαστήριο, δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου ο λεπτομερής υπολογισμός των τόκων, αλλά αρκεί η αναφορά των στοιχείων που αναγράφονται στην ανακοπή και ότι δημιουργείται εκ του μη νόμιμου αυτού υπολογισμού (των τόκων) ,μία πρόσθετη επιβάρυνση του ανακόπτοντος σε τόκους, ανερχόμενη σε ποσοστό 1,3889% για κάθε ημέρα.΄Αλλωστε,αν κατά ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος του ο οφειλέτης αμφισβητήσει με λόγο ανακοπής το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη, καθώς, το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής. Ο ανακόπτων προκειμένου να ευδοκιμήσει η ανακοπή του δεν χρειάζεται να αποδείξει ούτε ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη, ότι δηλαδή το ποσό της δεν είναι ορισμένο, αρκεί μόνο αμφισβητώντας την αρνητική αυτή προϋπόθεση στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη συνδρομή της και περαιτέρω να μην επιτύχει ο καθ’ ού η ανακοπή να άρει τη σχετική αμφιβολία παρότι φέρει τον κίνδυνό της ως έχων το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξής της (ΑΠ 1861/2011, Εφ.Πειρ.5/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου και η καθ’ ής η ανακοπή δεν αμφισβητεί ότι ο εκτοκισμός υπολογίστηκε με βάση το έτος των 360 ημερών, πράγμα που αναφέρεται και στην επίμαχη σύμβαση, όπως προεκτέθηκε. Η ακυρότητα δε των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα του συνόλου της απαίτησης, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαναπό την καθ` ης δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών (βλ.και Εφ.Λαμ. 124/2007). Επομένως, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προυπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης και ειδικότερα του ποσού αυτής. Δεδομένων δε των παραπάνω αυτών παραδοχών, δεν υπάρχει μερική ακυρότητα στην προκειμένη περίπτωση της διαταγής πληρωμής που αφορά μόνο στους υπολογισθέντες τόκους με βάση το έτος των 360 ημερών, όπως ισχυρίζεται επικουρικά η εκκαλούσα με τον δεύτερο επίσης λόγο της έφεσής της (υποπερίπτωση β σκέλος iv) αλλά πλήττεται συνολικά το κύρος αυτής, αφού δεν είναι εφικτός, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα δυνάμει των οποίων εκδόθηκε, ο διαχωρισμός των ποσών αυτών, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ούτε καν με βάση απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, ώστε να προκύπτει από αυτά το ακριβές ποσό της απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (Εφ.Πειρ.(Μον.) 9/2018, αδημ.).

Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, έχει κριθεί νομολογιακά ότι ο όρος αυτός περί υπολογισμού τόκων με βάση το έτος των 360 ημερών και όχι των 365, αντίκειται στην προαναφερθείσα Κοινοτική οδηγία (98/7/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο, με την ΚΥΑ Ζ1-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β` 255/8.3.2001), κατά το ρητό περιεχόμενό της καθώς και στη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ, καθώς ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται με βάση την ως άνω διάταξη απορριπτομένων όσων αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της στην υποπερίπτωση (β) σκέλος (iii) και (iv)ως αβάσιμα.

Με την υποπερίπτωση (β) του δεύτερου λόγου της έφεσης η εκκαλούσα επίσης ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται καταχρηστικότητα του εν λόγω όρου της σύμβασης καθώς μεταξύ άλλων ο αντίδικός της δεν αγνοούσε ανυπαιτίως τον όρο αυτόν, ενώ με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της ένδικης έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι κακώς ο επίμαχος λόγος της ανακοπής δεν απορρίφθηκε ως αβάσιμος από την εκκαλουμένη, διότι ο αντίδικός της δεν έφερε αντίρρηση εντός των προβλεπομένων από την μεταξύ τους σύμβαση 30 ημερών, στις γενόμενες χρεωπιστώσεις του λογαριασμού, πράγμα που σύμφωνα με τον 9.2 όρο αυτής συνεπάγεται την αναγνώριση εκ μέρους του των κονδυλίων και του υπόλοιπου του λογαριασμού, παραιτούμενος από κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσει το ουσιαστικό κατάλοιπο. Όμως, το γεγονός ότι ο ως άνω όρος περιλαμβάνεται στην σύμβαση, την οποία έλαβε ο αντισυμβαλλόμενός της - ανακόπτων και δεν εναντιώθηκε ρητά κατά τα ανωτέρω σε αυτόν, μέσα στην οριζόμενη από την ίδια τη σύμβαση προθεσμία, δεν καθιστά τον εν λόγω όρο μη καταχρηστικό και έγκυρο, διότι με αυτόν τον τρόπο θα αναιρούνταν η προστασία του καταναλωτή από τους καταχρηστικούς όρους που εμπεριέχονται στις συμβάσεις,καθώς πρόκειται ακριβώς, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, για όρους, όπως ο επίμαχος, που περιλαμβάνονται μεν στη σύμβαση,αλλά είναι προδιατυπωμένοι από την καθ`ης η ανακοπή και περιλαμβανόταν στους ΓΟΣ, χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον ανακόπτοντα, κατά το μέρος που ρυθμίζει τη διαμόρφωση του επιτοκίου με βάση έτος 360 ημερών είναι καταχρηστικός, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, γιατί εμφανίζει έλλειψη διαφάνειας, πράγμα που οδηγεί στη διάψευση των δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη ως προς την εν λόγω συναλλακτική σχέση με την καθ`ης, τυχόν δε παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής του από τον συμβαλλόμενο, η οποία επίσης προβλέπεται ως προδιατυπωμένος όρος στην επίμαχη σύμβαση, δεν είναι ισχυρή.