ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1107/2019

 

Πρόεδρος: ΠΑΝ. ΛΑΜΠΡΑΚΗ - ΚΑΣΤΑΝΗ

Εισηγήτρια: ΕΥΑ. ΚΑΡΑΜΠΑ

Δικηγόροι: ΙΩ. ΔΡΥΛΛΕΡΑΚΗΣ, ΙΩ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΑΓΓ. ΚΛΟΥΚΟΥ (Ν.Σ.Κ.)

 

...4. Επειδή, η προσφεύγουσα προβάλλει με την προσφυγή, όπως αναπτύσσεται με το κατατεθέν στις 10.12.2018 υπόμνημα, ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να βεβαιώσει τις ένδικες φορολογικές επιβαρύνσεις για τη φορολογική περίοδο του έτους 2010 είχε ήδη, πριν την έκδοση της .../6.10.2017 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού τελών χαρτοσήμου υποκύψει σε πενταετή παραγραφή. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι η προθεσμία παραγραφής πέντε ετών, από το τέλος του κρίσιμου φορολογικού έτους, παρίσταται εύλογη, ενώ, η υφιστάμενη νομολογιακή παραδοχή περί εικοσαετούς προθεσμίας παραγραφής (ΣτΕ 1561/2003, 3514/1996 κ.α.), πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιτάσσει, σύμφωνα με τα νεότερα νομολογιακά δεδομένα (ΣτΕ 1738/2017 ολομ.) την απαγόρευση θέσπισης δυσανάλογα μακρών προθεσμιών παραγραφής, δεδομένου ότι αυτές δημιουργούν ανασφάλεια ως προς την έννομη κατάσταση των διοικουμένων χωρίς να εξυπηρετούν συγχρόνως το δημόσιο συμφέρον. Από την πλευρά του το Δημόσιο, με τις έγγραφες απόψεις του και το κατατεθέν στις 10.12.2018 υπόμνημα, αντιτείνει ότι η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων τελών χαρτοσήμου και της επ’ αυτών υπολογιζομένης ειδικής κοινωνικής εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του ν.4169/1961, είναι εικοσαετής, καθόσον, όπως έχει νομολογιακά κριθεί, ούτε στον Κ.Ν.Τ.Χ., ούτε στο ν.4169/1961 υπάρχουν διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή τελών χαρτοσήμου ή της ειδικής κοινωνικής εισφοράς, αντιστοίχως. Προβάλλει, επίσης, ότι ο λόγος περί παραγραφής των εν λόγω φορολογικών αξιώσεων, δεν είχε προταθεί στο στάδιο της ενδικοφανούς διαδικασίας και επομένως απαραδέκτως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και 63 παρ.8 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, προβάλλεται για πρώτη φορά με την προσφυγή.

5. Επειδή, στην παράγραφο 3 του άρθρου 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999 Α’97) ορίζεται ότι : «Στις περιπτώσεις που από το νόμο προβλέπεται, κατά της πράξης ή της παράλειψης, διοικητική προσφυγή, η οποία ασκείται, μέσα σε ορισμένη προθεσμία, ενώπιον του ίδιου ή ιεραρχικώς προϊσταμένου ή άλλου ειδικώς κατεστημένου οργάνου και συνεπάγεται τον έλεγχο της πράξης ή της παράλειψης κατά το νόμο και την ουσία (ενδικοφανής προσφυγή), το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την ενδικοφανή προσφυγή...». Εξάλλου, στο άρθρο 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/13 ΑΊ70) όπως η παρ.1 αυτού ισχύει μετά την τροποποίησή της από την παρ.1 του άρθρου 49 του ν.4223/13 (Α’287), ορίζονται τα εξής : «1. Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση, ή σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης... 8. Κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης, ο υπόχρεος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας... Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά οποιοσδήποτε πράξης που εξέδωσε η Φορολογική Διοίκηση είναι απαράδεκτη». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, δεν απαιτείται η ενδικοφανής προσφυγή να ταυτίζεται απολύτως με την προσφυγή από την άποψη των προβαλλόμενων λόγων, αλλά αρκεί να υπάρχει ομοιότητα κατά τα ουσιώδη και εκάστοτε κρίσιμα στοιχεία του πραγματικού και των αιτημάτων τους, με συνεκτίμηση του όλου περιεχομένου τους (πρβλ. ΣτΕ 3131/2015). Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι απαραδέκτως προβάλλεται από την προσφεύγουσα ο νέος λόγος περί παραγραφής, που δεν είχε τεθεί στο πλαίσιο της ενδικοφανούς προσφυγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Άλλωστε, ο λόγος αυτός περί παραγραφής αφορά τις εφαρμοστέες διατάξεις και δεν συνδέεται με την έρευνα νέων πραγματικών στοιχείων, ώστε να μην είναι ακουστός χωρίς προηγούμενη προβολή του ενώπιον της διοίκησης (πρβλ. ΣτΕ 957/2017, ολομ. ΣτΕ 2050/1977).

6. Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορεί να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα «πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Κατά την αρχή αυτή, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια: να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορεί να ληφθούν, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό, και γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται καταρχήν στο νομοθέτη. Επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει ενώπιον δικαστηρίου αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή (βλ. ΣτΕ 1249/2010, 4133/2011 κ.ά, ΑΠ Ολομ. 6/2009). Κατά την εφαρμογή της δε αυτή αναζητείται η υπάρχουσα ήδη ανάλογη ρύθμιση, η οποία να στοιχεί προς την απαίτηση της ως άνω διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος (πρβλ ΣτΕ 1849/2009, 377/2014 Ολομ.).

7. Επειδή, περαιτέρω, με την 1738/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, κρίθηκαν τα ακόλουθα: Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 25 παρ.1 εδ. α’ του Συντάγματος [πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά. βλ. και το ν.4048/2012 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης», Α’ 34 , στο άρθρο 2 παρ.1 του οποίου προβλέπεται ότι μεταξύ των αρχών καλής νομοθέτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια δικαίου (περ. η)] και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ. ΑΕΔ 11/2003, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ 2811/2012 7μ., 144, 1976/2015) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερομένους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και οποιοσδήποτε φύσεως κυρώσεων για παράβαση των σχετικών διατάξεων (πρβλ. ΣτΕ 144, 1976/2015, 1623/2016, επίσης ΔΕΕ, 2.6.2016, C-81/15, Καπνοβιομηχανία Καρέλια Α.Ε. κατά Υπουργού Οικονομικών, σκέψη 45, 3.9.2015, C- 384/14, Etablissement national des produits de Γ agriculture et de la mer (FranceAgriMer) κατά Sodiaal International SA, σκέψη 30). Ειδικότερα, η ως άνω θεμελιώδης αρχή, η οποία εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, επιτάσσει η κατάσταση του διοικουμένου, όσον αφορά την εκ μέρους του τήρηση των κανόνων της σχετικής με τις ανωτέρω επιβαρύνσεις νομοθεσίας, να μη μπορεί να τίθεται επ’ αόριστον εν αμφιβόλω. Συνακόλουθα, για την επιβολή επιβαρύνσεων, υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και σχετικών κυρώσεων, απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία παραγραφής, η οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της ως άνω αρχής λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και η διάρκειά της να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο, μετά δε την λήξη της να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή εις βάρος του διοικουμένου ούτε της σχετικής οικονομικής επιβαρύνσεως (φόρου, τέλους, εισφοράς) ούτε οποιοσδήποτε σχετικής κυρώσεως. Για να είναι δυνατή δε η (εκ των προτέρων) πρόβλεψη της διάρκειας της παραγραφής, πράγμα που συμβάλλει και στην δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς την Διοίκηση, αλλά και το κράτος γενικότερα, η λήξη της παραγραφής πρέπει να προσδιορίζεται στο νόμο συγκεκριμένα, εν αναφορά με συγκεκριμένο χρονικό σημείο, και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημόσιας αρχής (π.χ. από έκδοση ή και κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή από το ύψος του ποσού, στο οποίο η Διοίκηση θα προσδιορίσει τις υποχρεώσεις του διοικουμένου). Εξάλλου, η παραγραφή πρέπει να έχει, συνολικά, εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΔΕΕ, 17.9.2014, C-341/13, Cruz & Companhia Lda κατά Instituto de Financiamento da Agricuitura e Pescas, IP (IFAP), σκέψεις 62 και 65). Αυτά δε προς τον σκοπό α) να είναι μεν δυνατή η άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου για την εξακρίβωση της εκ μέρους των διοικουμένων τηρήσεως των ως άνω οικονομικών υποχρεώσεών τους, χωρίς όμως να ενθαρρύνεται η απραξία των αρμοδίων διοικητικών αρχών, την οποία ενθαρρύνει η μεγάλη διάρκεια του χρόνου της παραγραφής ή η δυνατότητα της εκ των υστέρων, και ιδίως πλησίον του χρόνου λήξεως της παρατάσεώς της, β) να μην αφήνονται οι διοικούμενοι έκθετοι αφενός μεν σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου - που αποτελεί, σε συνδυασμό και με τις συνεχείς μεταβολές της σχετικής με φόρους, τέλη, εισφορές και συναφείς κυρώσεις νομοθεσίας, παράγοντα αποτρεπτικό για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις για την ανάπτυξη και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, ιδιαιτέρως μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσεως, σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος - και αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά την σχετική οικονομική υποχρέωση και την κτήση του διαφυγόντος την υποχρέωση αυτή περιουσιακού οφέλους, να αμυνθούν προσηκόντως έναντι σχετικού ελέγχου, αλλά και να αντιμετωπίσουν τις προκύπτουσες από τον έλεγχο αυτό οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (πιθανής σε περίπτωση που ο χρόνος της παραγραφής είναι μεγάλος), τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη, εισφορές και συναφείς κυρώσεις, ιδιαιτέρως, μάλιστα, σε περίπτωση που επιβάλλονται ταυτοχρόνως οικονομικές επιβαρύνσεις για περισσότερα έτη, και γ) να μην αφήνεται το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών υποχρεώσεων, ποσών φόρων, τελών, εισφορών και σχετικών κυρώσεων, λόγω της ενδεχομένως εν τω μεταξύ επελθούσης επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως των διοικουμένων και της εκ μέρους τους απώλειας του περιουσιακού οφέλους, που απέκτησαν μη εκπληρώνοντας εμπροθέσμως τις εν λόγω υποχρεώσεις τους (πρβλ. ΣτΕ 1623/2016 επταμελούς, 1976/2015), ενόψει, άλλωστε, του ότι τελικός σκοπός των ελέγχων δεν είναι ούτε η τιμωρία των διοικουμένων που παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη και εισφορές, ούτε απλώς η βεβαίωση των οικονομικών αυτών επιβαρύνσεων και των σχετικών προστίμων, αλλά η είσπραξή τους, καθόσον μόνον με την είσπραξη των φόρων, τελών και εισφορών επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την πρόβλεψή τους σκοπός, δηλαδή η κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την λειτουργία του κράτους και των επιδιωκόντων δημοσίους σκοπούς νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και την εκπλήρωση των έναντι των πολιτών υποχρεώσεών τους. Εξάλλου, η Διοίκηση, διαθέτουσα προδήλως περιορισμένο αριθμό καταλλήλως εκπαιδευμένου προσωπικού, ικανού να αξιολογήσει τα προκύπτοντα με βάση τις σύγχρονες μεθόδους ελέγχου στοιχεία, και επιβαρυμένη με την υποχρέωση ταυτοχρόνου ελέγχου τόσο παλαιών υποθέσεων, διεπομένων ενδεχομένως, ενόψει των αλλεπαλλήλων τροποποιήσεων της σχετικής με φόρους, τέλη και εισφορές νομοθεσίας, από μη ισχύουσες πλέον κατά τον χρόνο του ελέγχου διατάξεις, όσο και νέων υποθέσεων, διατρέχει τον κίνδυνο να επικεντρώνει την προσοχή της στη διενέργεια ελέγχων αφορώντων στις παραμένουσες σε εκκρεμότητα υποθέσεις παρελθόντων ετών, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να ασκήσει επικαίρως ελέγχους για την εξακρίβωση τηρήσεως της ήδη ισχυούσης νομοθεσίας, οι οποίοι (έλεγχοι) θα ήταν ενδεχομένως και περισσότερο αποτελεσματικοί και λυσιτελείς και θα συνέβαλαν στην εμπέδωση στους διοικουμένους της συνειδήσεως για την εκπλήρωση των σχετικών με φόρους, τέλη και εισφορές υποχρεώσεων τους, που απορρέουν από ισχύουσες διατάξεις, σε χρόνο που θα έχουν και τη δυνατότητα να συμμορφωθούν και να αποφύγουν την επανάληψη ενδεχομένων παραβάσεων και, επομένως, και την επιβολή κυρώσεων, καθώς και να αποφύγουν τη συσσώρευση οικονομικών επιβαρύνσεων πολλών ετών.

............................................

10. Επειδή, σύμφωνα με τα κριθέντα στις σκέψεις 5 και 6 της πιο πάνω 1738/2017 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ, η προθεσμία παραγραφής για την επιβολή των οφειλόμενων φόρων, τελών κ.λπ. πρέπει να συνάδει προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Από τις εν λόγω σκέψεις της Ολομέλειας προκύπτει ότι η επιταγή αναλογικότητας/εύλογης διάρκειας της παραγραφής που ορίζεται στο νόμο για τις φορολογικές ενοχές και παραβάσεις συνδέεται κυρίως (α) με την αποτελεσματικότητα αλλά και τη φερεγγυότητα των φορολογικών ελέγχων και, περαιτέρω, την εισπραξιμότητα των καταλογιζόμενων ποσών, ήτοι στα συνταγματικώς προστατευόμενα έννομα αγαθά της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης, από απόψεως ποσού) και της διασφάλισης της τήρησης στην πράξη της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών, (β) με τη δυνατότητα προγραμματισμού και ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων, προς όφελος και της εθνικής οικονομίας, ήτοι εννόμων αγαθών προστατευόμενων επίσης από το Σύνταγμα (άρθρα 5 παρ. 1 και 106 παρ. 1 και 2) και (γ) με τη δυνατότητα προσήκουσας άσκησης του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος άμυνας του φορολογούμενου (ή των κληρονόμων του, σε περίπτωση θανάτου του). Η εύλογη διάρκεια του χρονικού διαστήματος παραγραφής πρέπει, κατά τα συναγόμενα από τη σκέψη 6 της απόφασης της Ολομέλειας, αλλά και από την C-341/13 απόφαση του ΔΕΕ, να είναι σχετικώς μικρή, απαίτηση στην οποία ανταποκρίνονται π.χ. οι διατάξεις των άρθρων 84 παρ.1 του ν.2238/1994 και 57 παρ.1 του ν.2859/2000, οι οποίες προβλέπουν κατ’ αρχήν πενταετή προθεσμία παραγραφής των δικαιωμάτων του Δημοσίου προς επιβολή φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ αντίστοιχα, αρχομένης από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση των σχετικών δηλώσεων. Η τοιαύτη (εύλογη) διάρκεια προκύπτει από δίκαιη στάθμιση και εξισορρόπηση των προαναφερόμενων, ερειδόμενων στο Σύνταγμα, συμφερόντων και δικαιωμάτων, στο πλαίσιο δε αυτό λαμβάνονται υπόψη και η ταχύτητα των εξελίξεων στην κοινωνική και οικονομική ζωή, που καθιστά αναγκαία την κατά το δυνατόν γρήγορη εκκαθάριση των οικονομικών υποχρεώσεων των φορολογούμενων, η διευκόλυνση της διαδικασίας φορολογικού ελέγχου από τις ηλεκτρονικές και λοιπές σύγχρονες ελεγκτικές μεθόδους, η υποχρέωση (ή η υποχρεωτική παροχή της δυνατότητας) διενέργειας των συναλλαγών των φορολογούμενων ηλεκτρονικά, μέσω του τραπεζικού συστήματος, καθώς και το ότι διάφορα δεδομένα που αφορούν την οικονομική δραστηριότητα των φορολογούμενων, εισάγονται στο σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής των φορολογικών δηλώσεων χωρίς να χρειάζεται κάποια ενέργεια εκ μέρους τους (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1738/2017, σκέψη 6, πρβλ. ΣτΕ 1623/2016, 173/2018). Με βάση τα παραπάνω, ο κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων του άρθρου 249 του Αστικού Κώδικα, εκτιμώμενος υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, κατ’ αναλογία, για την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για την επιβολή τελών χαρτοσήμου και της υπέρ ΟΓΑ κοινωνικής εισφοράς, ενόψει και του επιδιωκόμενου εν προκειμένω σκοπού δημοσίου συμφέροντος για αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου και εισπραξιμότητα των καταλογιζομένων τελών χαρτοσήμου και της υπέρ ΟΓΑ κοινωνικής εισφοράς. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμοστέα ρύθμιση, κατά τα νομολογιακώς δεκτά στην έκτη σκέψη, η οποία στοιχεί προς την απαίτηση της διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, είναι εκείνη της πενταετούς παραγραφής, που προβλέπεται στη φορολογία εισοδήματος και στο νόμο περί φόρου προστιθέμενης αξίας, αρχόμενη από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου στην οποία ανάγονται οι ένδικες επιβαρύνσεις (βλ. και ΔεφΘεσσ 1655/2018).

..........................................

13. Επειδή, κατόπιν όσων προεκτέθηκαν, το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει τέλη χαρτοσήμου και υπέρ ΟΓΑ κοινωνική εισφορά, για την κρινόμενη διαχειριστική περίοδο του έτους 2010, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που άρχισε να τρέχει από το τέλος της ίδιας διαχειριστικής περιόδου και συμπληρώθηκε με την παρέλευση της πενταετίας στις 31.12.2015, καθόσον οι παρατάσεις, που δόθηκαν διαδοχικά με τις προαναφερόμενες διατάξεις, παρέτειναν την παραγραφή αξιώσεων φόρων,τελών κ.λπ. αναγομένων σε χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου της δημοσίευσης των νόμων αυτών ημερολογιακού έτους και, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, κατά τα κριθέντα με την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στο άρθρο 78 παρ.1 και 2 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρες. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να στηρίξουν τη βεβαίωση τελών χαρτοσήμου και υπέρ ΟΓΑ εισφοράς για την ως άνω φορολογητέα ύλη, με αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμος ο καταλογισμός των φορολογικών επιβαρύνσεων, οι οποίες διενεργήθηκαν με την έκδοση και κοινοποίηση στην προσφεύγουσα της ..../6.10.2017 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού τελών χαρτοσήμου εντός του έτους 2017, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση, στις 31.12.2015 της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη με αρ.πρωτ. ..../12.3.2018 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατά το μέρος της με το οποίο δεν έγινε δεκτή η ενδικοφανής προσφυγή της προσφεύγουσας και κατά της προαναφερόμενης καταλογιστικής πράξης, είναι μη νόμιμη και πρέπει, κατά το μέρος αυτό, να ακυρωθεί, κατά παραδοχή της υπό κρίση προσφυγής. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η έντοκη επιστροφή στην προσφεύγουσα των τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων από αυτή ποσών των ένδικων επιβαρύνσεων, με το επιτόκιο που ορίζεται στην εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση της παρ.4 του άρθρου 53 του Κ.Φ.Δ. ΔΠΕΙΣ 1198598ΕΞ2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, από την κατάθεση της προσφυγής, στις 18.4.2018 και μέχρι την πλήρη εξόφληση (ΣτΕ 2190-1/2014 ολομ.,1527/2018), όπως και η ίδια ζητά. Τέλος, πρέπει να επιστραφεί στην προσφεύγουσα το παράβολο που κατέβαλε, ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα αυτής (άρθρα 277 παρ.9 και 275 παρ.1 του Κ.Δ.Δ.).