ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 110/2020

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 10η Ιανουαρίου 2020, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Σ. Χρυσικοπούλου, Μ. Πικραμένος, Ε. Νίκα, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μ. Γκορτζολίδου, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Σ. Βιτάλη, Ηλ. Μάζος, Χ. Ντουχάνης, Ελ. Παπαδημητρίου, Ο. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Μίντζια, Ι. Σπερελάκης, Ρ. Γιαννουλάτου, Ιφ. Αργυράκη, Β. Ανδρουλάκης, Σ. Κτιστάκη, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Δ. Βασιλειάδης, Σ. Λαμπροπούλου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ι. Σπερελάκης και Ρ. Γιαννουλάτου καθώς και η Πάρεδρος Σ. Λαμπροπούλου, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 20ής Δεκεμβρίου 2019 αίτηση: 

του ...., προσωρινώς κρατουμένου από 25/7/2017, νοσηλευόμενου υπό κράτηση από 21/12/2018 (....) και ήδη στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “....” από 28/02/2019, ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Ζωή Κωνσταντοπούλου (Α.Μ. ....), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος παρέστη με την Αθηνά Αλεφάντη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 24ης Δεκεμβρίου 2019 πράξης της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η από 19/12/2019 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης περί έκδοσής του στη Γαλλία, εν συνεχεία στις Η.Π.Α. και εν συνεχεία στη Ρωσία καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Κυριλλόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αιτούντος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

 

1. Επειδή, πριν από τη διάσκεψη του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση, η Πρόεδρος Αικ. Σακελλαροπούλου, η οποία είχε προεδρεύσει της συνθέσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως, προετάθη από τον Πρωθυπουργό της Χώρας ως υποψήφια για την εκλογή από τη Βουλή στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας και με δήλωσή της (15.1.2020) απεδέχθη την υποψηφιότητα. Με την ίδια δήλωση ανακοίνωσε ότι εφεξής απέχει από την άσκηση των δικαστικών της καθηκόντων. Τα ανωτέρω συνιστούν κώλυμα, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241). Κατόπιν τούτου, η ανωτέρω αναπληρώθηκε από τον αρχαιότερο της συνθέσεως Αντιπρόεδρο Α. Ράντο, ο δε Σύμβουλος Ι. Σπερελάκης, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως, μετέσχε της διασκέψεως ως τακτικό μέλος.

2. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (κωδικός ηλεκτρονικού παραβόλου ...).

3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 27.12.2019 δικόγραφο προσθέτων λόγων, το οποίο ασκείται παραδεκτώς κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, δεδομένου ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε την 20.12.2019, η δε υπόθεση συζητήθηκε, κατόπιν συντμήσεως της προθεσμίας του άρθρου 21 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, στις 10.1.2020, ζητείται η ακύρωση της υπ' αριθ. .... αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως εκδόθηκε σε “ορθή επανάληψη” με ταυτάριθμη απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, για τη διόρθωση στην έκτη παράγραφο αυτής της φράσης “από τις Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής” στη φράση “από τις Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας”. Με την απόφαση αυτή διετάχθη η έκδοση του αιτούντος, Ρώσου υπηκόου, στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας, εν συνεχεία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και, τέλος, της Ρωσίας.

4. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με μείζονα σύνθεση, λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητός της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989, με την από 24.12.2019 πράξη της Προέδρου του Δικαστηρίου.

5. Επειδή, η έκδοση, ήτοι η παράδοση υπό Κράτους τινός σε έτερο Κράτος προσώπου ευρισκομένου στο έδαφος του πρώτου και καταζητουμένου από τις αρχές του άλλου Κράτους, προκειμένου να ασκηθεί δίωξη για εγκληματική πράξη ή να εκτιθεί ποινή ή να εφαρμοσθεί μέτρο ασφαλείας, αποβλέπει στη διεθνή συνεργασία των Κρατών επί του ποινικού πεδίου, προκειμένου να καταπολεμηθεί το έγκλημα. Το εκζητούν Κράτος έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παραβίαση του ποινικού νόμου και έχει στη διάθεσή του ευχερέστερα τα σχετικά αποδεικτικά μέσα προς τον σκοπό της λυσιτελέστερης δίωξης του εγκλήματος, κατ' εφαρμογή της αρχής aut dedere aut punire.

 6. Επειδή, η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία διατάσσεται η έκδοση αλλοδαπού υπηκόου, δεν συνιστά πράξη αναγόμενη στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής, κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος και 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) (ΣτΕ 2190/2001 επταμ., 1509/2010, 3185/2010, 3046/2017 επταμ.). Η απόφαση αυτή δεν εξαιρείται του ακυρωτικού ελέγχου, μη χαρακτηριζόμενη ως κυβερνητική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, καθόσον εκδίδεται εντός των ορίων που χαράσσει το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος, το οποίο εγγυάται σε όλους, ανεξαιρέτως, τους ευρισκομένους στην Ελλάδα αλλοδαπούς, απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, επιτρέπει δε αποκλίσεις από την απόλυτη αυτή προστασία μόνον σε περιπτώσεις προβλεπόμενες από το διεθνές δίκαιο. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα καθίστατο ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης των διατάξεων των διεθνών συμβάσεων και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τις οποίες θεσπίζονται οι εγγυήσεις υπό τις οποίες κρίνεται το αίτημα εκδόσεως που υποβάλλουν αλλοδαπές αρχές (βλ. ΣτΕ 2190/2001 επταμ., 3046/2017 επταμ.). Εξ άλλου, ούτε η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία καθορίζεται η σειρά προτεραιότητος μεταξύ των κρατών στα οποία θα παραδοθεί ο εκζητούμενος, σε περίπτωση συρροής αιτήσεων εκδόσεως, έχει τον χαρακτήρα κυβερνητικής πράξεως εξαιρουμένης του ακυρωτικού ελέγχου. Τούτο δε διότι η απόφαση αυτή εκδίδεται κατόπιν εκτιμήσεως αντικειμενικών κριτηρίων προβλεπομένων από τις διατάξεις των εφαρμοζομένων διεθνών συμβάσεων και της συμπληρωματικώς εφαρμοζομένης διατάξεως του άρθρου 439 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Conseil d' État 119789 της 31.1.1992 και 222654 της 15.6.2001, Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας BGE 124II586 της 8.10.1998, BGE 132II81 της 22.12.2005). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης (υπ' αριθ. 92735οικΦΕΑ1793 & 1795/19.12.2019, όπως αυτή επανελήφθη στο ορθό με ταυτάριθμη απόφαση του ίδιου Υπουργού).

7. Επειδή, με την Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13.6.2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (ΕΕΣ) και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (L 190), όπως έχει τροποποιηθεί με την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26.2.2009 «για την τροποποίηση των αποφάσεων-πλαισίων 2002/584/ΔΕΥ ... και την κατοχύρωση, δια του τρόπου αυτού, των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων και την προώθηση της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην του ενδιαφερόμενου προσώπου στη δίκη» (L 81), θεσπίσθηκε ο μηχανισμός του ΕΕΣ, ο οποίος εφαρμόζεται στο ζήτημα της παράδοσης στη Γαλλία προσώπων που καταζητούνται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής. Στο άρθρο 1 της εν λόγω Αποφάσεως ορίζεται ότι: «1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. 2. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. 3. H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Στα επόμενα άρθρα της ανωτέρω Αποφάσεως καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (άρθρο 2), οι λόγοι υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (άρθρο 3), οι λόγοι προαιρετικής μη εκτελέσεως αυτού (άρθρα 4 και 4α) και οι εγγυήσεις για την εκτέλεσή του (άρθρο 5). Περαιτέρω, στην ίδια Απόφαση-Πλαίσιο ορίζονται τα εξής: Άρθρο 6 «1. Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους. 2. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους. 3. ...», Άρθρο 7 «1. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να ορίσει μια κεντρική αρχή ή, εφόσον η έννομη τάξη του το προβλέπει, κεντρικές αρχές για να επικουρούν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές. 2. Ένα κράτος μέλος δύναται, εάν είναι αναγκαίο λόγω της οργάνωσης του εσωτερικού δικαστικού του συστήματος, να αναθέτει στην ή στις κεντρικές αρχές του τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης καθώς και κάθε επίσημη αλληλογραφία που την ή τις αφορά. ...» ... Άρθρο 14 «Εφόσον ο συλληφθείς δεν συγκατατίθεται στην παράδοσή του κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 13, έχει δικαίωμα ακρόασης από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης, σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους εκτέλεσης», Άρθρο 15 «1. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει, εντός των προθεσμιών και υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο, για την παράδοση του προσώπου. 2. ... », Άρθρο 16 «1. Εάν πλείονα κράτη μέλη έχουν εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για το ίδιο πρόσωπο, η επιλογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που θα εκτελεσθεί γίνεται από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης με δέουσα συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων και, ιδίως, της σχετικής βαρύτητας και του τόπου τέλεσης των αξιόποινων πράξεων, των αντίστοιχων ημερομηνιών των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης καθώς και του κατά πόσον το ένταλμα εκδόθηκε προς το σκοπό της δίωξης ή προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. 2. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της Eurojust προκειμένου να λάβει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1. 3. Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και αίτησης έκδοσης που υποβάλλεται από τρίτη χώρα, η απόφαση για το κατά πόσον πρέπει να δοθεί η προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή στην αίτηση έκδοσης λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης με δέουσα συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων, ιδίως όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και εκείνων που μνημονεύονται στην εφαρμοστέα σύμβαση. 4. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών βάσει του καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου», Άρθρο 17 «1. Για την εξέταση και εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ακολουθείται διαδικασία επείγοντος. 2. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο καταζητούμενος έχει συγκατατεθεί στην παράδοσή του, η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός δέκα ημερών μετά τη συγκατάθεση. 3. Στις λοιπές περιπτώσεις η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός 60 ημερών από τη σύλληψη του καταζητουμένου. 4. Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεσθεί εντός των προβλεπόμενων στις παραγράφους 2 ή 3 προθεσμιών, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως τη δικαστική αρχή έκδοσης αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Σε αυτή την περίπτωση, οι προθεσμίες μπορούν να παρατείνονται κατά τριάντα ημέρες. 5. ...» ... Άρθρο 31 «1. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής τους στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και τρίτων κρατών, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αντικαθιστά, από την 1η Ιανουαρίου 2004, τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν όσον αφορά την έκδοση στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών: α) ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, πρόσθετο πρωτόκολλο της 15ης Οκτωβρίου 1975, δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της 17ης Μαρτίου 1978 και ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας της 27ης Ιανουαρίου 1977, στο μέτρο που αφορά την έκδοση· β) ... ».

8. Επειδή, με τον ν. 3251/2004 «Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τροποποίηση του Ν. 2928/2001 για τις εγκληματικές οργανώσεις και άλλες διατάξεις» (Α΄ 127) επιχειρήθηκε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερθείσα Απόφαση-Πλαίσιο. Στον νόμο αυτόν ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1 «1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο ήδη έχει αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. 2. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται, ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. ...» ... Άρθρο 3 «1. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ορίζεται κεντρική αρχή για να επικουρεί τις αρμόδιες δικαστικές αρχές και για τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και της επίσημης αλληλογραφίας. 2. ... » ... Άρθρο 5 «Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών» ... Άρθρο 9 «1. Αρμόδια δικαστική αρχή για την παραλαβή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, τη σύλληψη και κράτηση του εκζητουμένου, την εισαγωγή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστικό όργανο και την εκτέλεση της απόφασης για την προσαγωγή ή μη του εκζητουμένου είναι: α) ο εισαγγελέας εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ο εκζητούμενος, β) ο εισαγγελέας εφετών Αθηνών, στην περίπτωση που είναι άγνωστη η διαμονή του εκζητουμένου. 2. Όταν ο εκζητούμενος συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι ο πρόεδρος εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. 3. Όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος», Άρθρο 10 «1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: α) Η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. ... β) ... 2. Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών: α) εγκληματική οργάνωση, β) ... θ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ι) ... κα) εκβίαση, κβ) ...». Στα επόμενα άρθρα του ανωτέρω νόμου προβλέπονται οι περιπτώσεις που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (άρθρο 11), οι περιπτώσεις που υφίσταται η δυνατότητα μη εκτέλεσής του (άρθρο 12) και οι εγγυήσεις για την εκτέλεσή του (άρθρο 13). Περαιτέρω, στον ίδιο ως άνω νόμο ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 18 «1. Αν ο συλληφθείς δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του, ο εισαγγελέας εφετών διαβιβάζει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και όλα τα σχετικά έγγραφα στο αρμόδιο συμβούλιο εφετών. 2. Ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης και ακρόασης ενώπιον του συμβουλίου εφετών. Το πρόσωπο αυτό δικαιούται να παραστεί με συνήγορο της επιλογής του και διερμηνέα ή, αν δεν έχει, να ζητήσει να διοριστεί συνήγορος από τον πρόεδρο εφετών. Η διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 448 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», Άρθρο 19 «1. Η απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδίδεται εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 21 του παρόντος. 2. ... 3. Η απόφαση για την εκτέλεση ή μη του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη», Άρθρο 20 «1. Αν πλείονα κράτη έχουν εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για το ίδιο πρόσωπο, η επιλογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που θα εκτελεσθεί γίνεται από την αρμόδια δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Κατά τη λήψη της απόφασης συνεκτιμώνται όλες οι περιστάσεις και ιδίως η σχετική βαρύτητα και ο τόπος τέλεσης των αξιόποινων πράξεων, οι αντίστοιχες ημερομηνίες έκδοσης των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, καθώς και το εάν το ένταλμα εκδόθηκε προς το σκοπό της δίωξης ή προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. 2. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της "Eurojust", προκειμένου να λάβει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1. 3. Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και αίτησης έκδοσης που υποβάλλεται από τρίτη χώρα, η απόφαση για το εάν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στο ένταλμα σύλληψης ή στην αίτηση έκδοσης λαμβάνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης με συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων, ιδίως όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και εκείνων που μνημονεύονται στην εφαρμοστέα σύμβαση. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από το καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου», Άρθρο 21 «1. Στην περίπτωση που ο εκζητούμενος έχει συγκατατεθεί στην προσαγωγή του, ο αρμόδιος πρόεδρος εφετών αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εντός δέκα ημερών από τη δήλωση συγκατάθεσης του εκζητουμένου. 2. Στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του, η τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος λαμβάνεται εντός εξήντα ημερών από τη σύλληψη του εκζητουμένου. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεσθεί εντός των προβλεπόμενων στις παραγράφους 1 και 2 προθεσμιών, ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών ενημερώνει αμέσως τη δικαστική αρχή έκδοσης αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Στις περιπτώσεις αυτές, οι προθεσμίες μπορεί να παραταθούν μέχρι τριάντα ημέρες. 4. ...», Άρθρο 22 «1. Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. ... 2. Ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται εντός οκτώ ημερών από την άσκηση της έφεσης. Ο εκζητούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις ώρες πριν από τη συζήτηση με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου» ... Άρθρο 38 «Με την επιφύλαξη της εφαρμογής τους στις σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και τρίτων κρατών, ο παρών νόμος αντικαθιστά τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν όσον αφορά την έκδοση στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης: α) ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 (Ν. 4165/1991 ΦΕΚ 75 Α΄), πρόσθετο πρωτόκολλο της 15ης Οκτωβρίου 1975, δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της 17ης Μαρτίου 1978 και ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας της 27ης Ιανουαρίου 1977 (Ν. 1789/1998 ΦΕΚ 133 Α΄) στο μέτρο που αφορά την έκδοση, β) ... ».

9. Επειδή, περαιτέρω, η έκδοση στις Η.Π.Α. των καταδιωκόμενων για εγκλήματα ή καταδικασθέντων προσώπων προκειμένου να εκτίσουν ποινή διέπεται από τη συνομολογηθείσα στις 6.5.1931 και κυρωθείσα με τον ν. 5554/1932 (Α΄ 218) «Συνθήκη εκδόσεως εγκληματιών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής», όπως αυτή ερμηνεύθηκε με το κυρωθέν με τον α.ν. 1115/1938 «Ερμηνευτικό Πρωτόκολλο της μεταξύ Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Συνθήκης εκδόσεως εγκληματιών της 6ης Μαΐου 1931» (Α΄ 84), τροποποιήθηκε δε και συμπληρώθηκε με τον ν. 3770/2009 «Κύρωση του Πρωτοκόλλου στη Συνθήκη περί αμοιβαίας εκδόσεως εγκληματιών μεταξύ Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που υπογράφηκε στις 6.5.1931, και στο Ερμηνευτικό Πρωτόκολλο αυτής, που υπογράφηκε στις 2.9.1937, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 (2) της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την έκδοση, που υπογράφηκε στις 25.6.2003 ...» (Α΄ 110). Ειδικότερα, στο άρθρο 7 της ως άνω Συνθήκης ορίζεται ότι: «1. ... 2. Εάν η Ελληνική Δημοκρατία λαμβάνει αίτηση έκδοσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και αίτηση παράδοσης δυνάμει του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για την έκδοση του ίδιου προσώπου, είτε για το ίδιο έγκλημα ή αδίκημα είτε για διαφορετικά εγκλήματα ή αδικήματα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Ελληνικής Δημοκρατίας καθορίζει εάν και σε ποιο κράτος θα παραδώσει το πρόσωπο. 3. Κατά τη λήψη της απόφασής του σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, το προς ό η αίτηση κράτος εξετάζει όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων αλλά όχι αποκλειστικά και των ακολούθων: (α) αν οι αιτήσεις έχουν υποβληθεί δυνάμει συνθήκης, (β) των τόπων, στους οποίους διαπράχθηκε κάθε έγκλημα ή αδίκημα, (γ) των αντιστοίχων συμφερόντων των αιτούντων κρατών, (δ) της σοβαρότητας των εγκλημάτων ή αδικημάτων, (ε) της υπηκοότητας του θύματος, (στ) της δυνατότητας, τυχόν μετέπειτα έκδοσης μεταξύ των αιτούντων κρατών, και (ζ) της χρονολογικής σειράς παραλαβής των αιτήσεων των αιτούντων κρατών».

10. Επειδή, τέλος, η έκδοση στην Ρωσική Ομοσπονδία των καταδιωκομένων για εγκλήματα ή καταζητουμένων προκειμένου να εκτίσουν ποινή διέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 4165/1961 (Α΄ 75), ετέθη δε σε ισχύ ως προς την Ρωσική Ομοσπονδία από 9.3.2000, και από την από 21.5.1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ενώσεως Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Ε.Σ.Δ.Δ.), η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 1242/1982 (Α΄ 44) και διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του από 13.12.1995 Πρωτοκόλλου μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Α΄ 4/16.1.1996). Ειδικότερα, στην περίπτωση συρροής αιτήσεων εκδόσεως, το άρθρο 17 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως προβλέπει ότι: «Εάν η έκδοσις ζητήται συγχρόνως υπό πλειόνων Κρατών, είτε δια την αυτήν πράξιν, είτε δια διαφόρους τοιαύτας, η Χώρα προς ην υπεβλήθησαν αι αιτήσεις, θέλει αποφασίσει σχετικώς λαμβανομένων υπ’ όψει των περιστάσεων και κυρίως της σχετικής βαρύτητος, του τόπου τελέσεως, των σχετικών ημερομηνιών των αιτήσεων, της εθνικότητος του καταζητουμένου, ως και της δυνατότητος μεταγενεστέρας εκδόσεως εις έτερον Κράτος», ενώ στο άρθρο 48 της ανωτέρω από 21.5.1981 συμβάσεως ορίζεται ότι: «Αν πολλά κράτη ζητούν την έκδοση του ίδιου προσώπου, το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση αποφασίζει ποιά αίτηση θα προτιμηθεί».

11. Επειδή, για τη ρύθμιση ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τις ως άνω διεθνείς συμβάσεις, εφαρμόζεται συμπληρωματικώς ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4620/2019 (Α΄ 96). Στο Πρώτο Κεφάλαιο του Τρίτου Τμήματος του Πέμπτου Βιβλίου του ανωτέρω Κώδικα ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 436 «1. Αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών, ρυθμίζονται, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. 2. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν ρυθμίζονται με τη σύμβαση», Άρθρο 437 «Η έκδοση αλλοδαπού επιτρέπεται: α) όταν αυτός κατηγορείται για αξιόποινη πράξη, που απειλείται, και από τον ελληνικό ποινικό νόμο και από τον νόμο του κράτους που ζητεί την έκδοση, με στερητική της ελευθερίας ποινή, της οποίας το ανώτατο όριο είναι πάνω από δύο έτη. Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η έκδοση επιτρέπεται για όλα, αν ένα απ' αυτά τιμωρείται με την παραπάνω ποινή. Αν το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση καταδικάσθηκε προηγουμένως αμετάκλητα από δικαστήριο οποιουδήποτε κράτους σε στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών μηνών για έγκλημα που δεν αναφέρεται στο άρθρο 438 στοιχ. γ΄ και εφόσον η έκδοσή του ζητείται για έγκλημα που τελέστηκε καθ' υποτροπή και κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο και κατά τον νόμο του κράτους που ζητεί την έκδοσή του, η έκδοση μπορεί να επιτραπεί αν το έγκλημα αυτό τιμωρείται ως πλημμέλημα με οποιαδήποτε στερητικής της ελευθερίας ποινή, β) όταν τα δικαστήρια του κράτους που τη ζητούν καταδίκασαν τον εκζητούμενο αμετάκλητα σε στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον ενός έτους για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι και οι νόμοι του κράτους που ζητεί την έκδοση χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα και γ) όταν αυτός συναινεί ρητά να παραδοθεί στο κράτος που ζητεί την έκδοσή του», Άρθρο 438 «Η έκδοση απαγορεύεται και αν ακόμα συναινεί ο εκζητούμενος: α) αν πρόκειται για δράστη που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ημεδαπός, β) αν υπάρχει δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους, γ) (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 39 του ν. 4637/2019, Α΄ 180) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται ως πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου ή, εξαιρουμένων των προβλεπόμενων στον ΠΚ εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν, σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του Ελληνικού Κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει ανακύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, ε) αν πιθανολογείται ότι ο εκζητούμενος θα διωχθεί στο κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση, στ) αν πιθανολογείται ότι θα υποβληθεί σε διακρίνουσα μεταχείριση για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς ή εξαιτίας της εθνικότητάς του ή ότι θα υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ότι θα διακυβευτούν τα ανθρώπινα δικαιώματά του, ζ) αν κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη η ποινή του θανάτου και η) αν ο εκζητούμενος καταδικάστηκε ερήμην χωρίς να κλητευθεί», Άρθρο 439 «Αν πολλά κράτη ζητούν την έκδοση για το ίδιο έγκλημα, αυτή διατάσσεται να γίνει κατά προτίμηση είτε στο κράτος του οποίου υπήκοος είναι ο δράστης είτε σε εκείνο όπου έγινε το έγκλημα. Αν οι αιτήσεις αναφέρονται σε διαφορετικά εγκλήματα, η έκδοση γίνεται κατά προτίμηση στο κράτος όπου τελέστηκε σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους το βαρύτερο έγκλημα ή, αν πρόκειται για εγκλήματα όμοιας βαρύτητας, στο κράτος του οποίου η αίτηση για έκδοση έφθασε πρώτη. Συνεκτιμάται πάντοτε και η υποχρέωση που αναλαμβάνει ένα από τα κράτη που ζητούν την έκδοση να επανεκδώσει το δράστη για τα υπόλοιπα εγκλήματα», Άρθρο 440 «1. Η έκδοση επιτρέπεται μόνο με τον όρο ότι ο εκζητούμενος δεν θα διωχθεί ή δικαστεί στο κράτος όπου εκδίδεται ούτε θα παραδοθεί σε τρίτο κράτος για άλλες πράξεις που έχουν τελεστεί πριν από την έκδοση. 2. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο εκζητούμενος να διωχθεί, δικαστεί ή παραδοθεί σε τρίτο κράτος για άλλες πράξεις, αν συναινέσει μεταγενέστερα το Ελληνικό Κράτος και η συναίνεσή του αυτή ζητηθεί σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται στον παρόντα Κώδικα για την αίτηση έκδοσης, η οποία πρέπει να συνοδεύεται με τα έγγραφα που τη στηρίζουν κατά τα άρθρα 443 και 444. 3. ...» ... Άρθρο 450 «1. Το συμβούλιο εφετών μετά την εξέταση εκείνου που έχει συλληφθεί και μετά τις αγορεύσεις του εισαγγελέα και του εκζητουμένου ή του συνηγόρου του, γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της έκδοσης και αποφαίνεται: α) αν εκείνος που έχει συλληφθεί είναι το ίδιο πρόσωπο με τον εκζητούμενο, β) αν υπάρχουν τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται από τον Κώδικα ή την τυχόν εφαρμοζόμενη συνθήκη για την έκδοση, γ) αν για το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, επιτρέπεται η έκδοση, και δ) αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι του άρθρου 438 στοιχ. δ΄. 2. Το συμβούλιο εφετών εξετάζει ακόμη, εφόσον δεν κωλύεται από αντίθετη διάταξη που περιέχεται σε συνθήκη, αν υπάρχουν ενδείξεις για τη βασιμότητα της κατηγορίας η οποία αποδίδεται σ’ εκείνον που έχει συλληφθεί, και αποφαίνεται, με βάση τα προσαγόμενα από το κράτος που ζητεί την έκδοση επίσημα αποδεικτικά στοιχεία, αν αυτά θα επέτρεπαν τη σύλληψη και την παραπομπή του σε δίκη στην Ελλάδα, σε περίπτωση που το έγκλημα είχε τελεστεί σε ελληνικό έδαφος. … 3. ...», Άρθρο 451 «1. Κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον εισαγγελέα εφετών να ασκήσει έφεση στον Άρειο Πάγο μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης στο ακροατήριο. ... 2. Ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 449 και 450. Ο εκζητούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, με τη φροντίδα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 3. ...», Άρθρο 452 «1. Την έκδοση μπορεί να διατάξει ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με απόφασή του μόνον εφόσον το συμβούλιο έχει γνωμοδοτήσει καταφατικά και αμετάκλητα. 2. ...».

12. Επειδή, από τις αναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων 436 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η διαδικασία εκδόσεως περιλαμβάνει δύο φάσεις: Κατά την πρώτη φάση, ανατίθεται σε όργανα της δικαστικής εξουσίας (Συμβούλιο Εφετών και, επί εφέσεως, Άρειος Πάγος σε συμβούλιο), με προφανή σκοπό την εξασφάλιση μειζόνων εγγυήσεων, η διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων (θετικών και αρνητικών) υπό τις οποίες επιτρέπεται η έκδοση από τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικώς ως προς το εν λόγω ζήτημα. Και εάν μεν τα δικαστικά όργανα γνωμοδοτήσουν αμετακλήτως κατά της εκδόσεως, η διαδικασία τερματίζεται, ενώ, εάν γνωμοδοτήσουν αμετακλήτως υπέρ της εκδόσεως, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται σχετική απαγόρευση και ότι συντρέχουν όλες οι τασσόμενες από τις σχετικές διατάξεις προϋποθέσεις, ακολουθεί η δεύτερη φάση της διαδικασίας, κατά την οποία ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ασκώντας την παρεχομένη επί του ζητήματος αυτού ευρύτατη διακριτική ευχέρεια (ευρεία, κατά την κατωτέρω εκτιθέμενη στη σκέψη 22 ειδικότερη γνώμη), έχει τη δυνατότητα είτε να διατάξει την έκδοση του εκζητουμένου είτε, αντιθέτως, να απορρίψει το αίτημα των αλλοδαπών αρχών (ΣτΕ 2190/2001 επταμ., 1654/2008, 1509/2010, 3185/2010, 3046/2017 επταμ.).

13. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί, από το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι οι πράξεις ή γνωμοδοτήσεις των δικαστικών οργάνων, ακόμη και όταν αφορούν σε διοικητικής φύσεως αντικείμενα, δεν ελέγχονται στο πλαίσιο της ακυρωτικής διαδικασίας, ούτε αμέσως, αλλά ούτε και εμμέσως, επ' ευκαιρία δηλαδή της προσβολής πράξεων διοικητικών οργάνων, οι οποίες ερείδονται επ' αυτών (ΣτΕ 386/1986, 2172/1990, 2423/1992, 3668/1996, 212/2003, 419/2005, 1654/2008). Ειδικώς δε επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία διατάσσεται η έκδοση αλλοδαπού υπηκόου απαραδέκτως προβάλλονται λόγοι ακυρώσεως αναγόμενοι σε ζητήματα επί των οποίων έκριναν τα αρμόδια δικαστικά όργανα, κατόπιν γνωμοδοτήσεως των οποίων εκδόθηκε η υπουργική αυτή απόφαση και, γενικότερα, λόγοι ακυρώσεως αναγόμενοι σε ζητήματα, η κρίση επί των οποίων έχει ανατεθεί κατά νόμο στα εν λόγω δικαστικά όργανα, ενώπιον των οποίων ο εκζητούμενος έχει, άλλωστε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαίωμα να παραστεί και να προβάλει κάθε συναφή με τα ζητήματα αυτά ισχυρισμό. Τούτο δε διότι η εξέταση των ως άνω λόγων ακυρώσεως θα οδηγούσε σε έμμεσο έλεγχο, από το Συμβούλιο της Επικρατείς, της νομιμότητος της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών και της, επί της σχετικής εφέσεως κατ’ αυτής εκδοθείσης, αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με τις οποίες διαπιστώθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η έκδοση κατά τις οικείες διατάξεις και η έλλειψη των αντίστοιχων κωλυμάτων εκδόσεως (ΣτΕ 2190/2001 επταμ. 1654/2008). Αντιθέτως, ερευνώνται μόνον λόγοι ακυρώσεως αναφερόμενοι σε ίδια και αυτοτελή ελαττώματα της αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης με την οποία διατάσσεται η έκδοση αλλοδαπού υπηκόου.

14. Επειδή, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, που προβλέπει η αναφερθείσα στη σκέψη 7 Απόφαση Πλαίσιο, αποβλέπει στη δημιουργία ενός απλουστευμένου και άμεσου συστήματος παράδοσης, απευθείας μεταξύ των δικαστικών αρχών, των προσώπων που έχουν καταδικαστεί για αξιόποινες πράξεις ή είναι ύποπτα για την τέλεση τέτοιων πράξεων, προς τον σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή άσκησης ποινικής δίωξης. Το σύστημα αυτό αντικαθιστά το παραδοσιακό σύστημα συνεργασίας μεταξύ κυρίαρχων κρατών, το οποίο προϋποθέτει παρέμβαση και αξιολόγηση της πολιτικής εξουσίας για την ανωτέρω παράδοση. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, που συνιστά δικαστική απόφαση (άρθρο 4 παρ. 1 της Απόφασης – Πλαίσιο), αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ποινικών δικαστικών αποφάσεων εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμβάλλει στο σκοπό που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών – μελών. Αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, στην οποία βασίζεται, και η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως ακρογωνιαίος λίθος της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και κατ’ εφαρμογή της οποίας τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατ’ αρχήν, να εκτελούν κάθε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης εδράζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών – μελών ως προς το ότι οι εθνικές έννομες τάξεις τους είναι σε θέση να παρέχουν ισοδύναμη και αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαωμάτων της Ε.Ε. (ΔΕΕ στις υποθέσεις C-396/2011, Radu, C-399/2011 Melloni, C-404/2015 Aranxosi, C-659/2015 Căldăraru, C-477/2016 R. Kovalkovas, C-508/2018 OG, C-82/2019 PPU), Περαιτέρω, λαμβανομένου υπ’ όψιν του κεντρικού χαρακτήρα του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στο θεσπισθέν με την προαναφερθείσα Απόφαση – Πλαίσιο σύστημα, ο κανόνας που τίθεται στο άρθρο 15 παρ. 1 της απόφασης αυτής (άρθρο 19 του ν. 3251/2004), ουδόλως έχει την έννοια ότι, μετά τη πάροδο των τασσομένων στο άρθρο 17 της ίδιας απόφασης (άρθρο 21 του ν. 3251/2004) προθεσμιών, η δικαστική αρχή εκτελέσεως του κράτους – μέλους δεν δύναται πλέον να εκδώσει την απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή ότι το κράτος – μέλος δεν υποχρεούται πλέον να συνεχίσει τη διαδικασία εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος (ΔΕΕ στην υπόθεση C-237/2015 PUU).

15. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 10.7.2017 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (εφεξής Η.Π.Α.) προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο διεβιβάσθη την 18.7.2017 στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, εζητήθη η σύλληψη του αιτούντος, Ρώσου υπηκόου, σε εκτέλεση του από 17.1.2017 εντάλματος σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βόρειας Περιφέρειας της Καλιφόρνια των Η.Π.Α., προς τον σκοπό της εκδόσεώς του στις Η.Π.Α. Ο αιτών συνελήφθη στις 25.7.2017 σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. 1120-.... παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώ με την υπ’ αριθ. 474/2019 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 452 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο χρόνος της προσωρινής κράτησής του παρετάθη μέχρι τις 25-1-2020. Μετά την, κατά τα ανωτέρω, σύλληψη του αιτούντος εκδόθηκε, αρχικώς μεν η υπ’ αριθ. .... διπλωματική νότα της Πρεσβείας των Η.Π.Α. στην Αθήνα, εν συνεχεία δε η υπ’ αριθ. .... διπλωματική νότα της ίδιας Πρεσβείας, με τις οποίες ζητήθηκε η έκδοση του αιτούντος στις Η.Π.Α., προκειμένου να δικασθεί για εγκλήματα σχετιζόμενα με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην πρώτη διπλωματική νότα, στις 17.1.2017 εκδόθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο της Βόρειας Περιφέρειας της Καλιφόρνια των Η.Π.Α. το υπ’ αριθμ. .... κατηγορητήριο με τις ακόλουθες κατηγορίες κατά του αιτούντος: α) λειτουργία μη αδειοδοτημένης επιχείρησης χρηματικών συναλλαγών, κατά παράβαση του Τίτλου 18 του Ποινικού Κώδικα των Η.Π.Α., εδάφια 1960 και 2, β) συνωμοσία για διάπραξη ξεπλύματος χρήματος, κατά παράβαση του Τίτλου 18 του Ποινικού Κώδικα των Η.Π.Α., εδάφιο 1956 (h), γ) ξέπλυμα χρήματος κατά παράβαση του Τίτλου 18, του Ποινικού Κώδικα των Η.Π.Α. εδάφια 1956 (α) (1) (Α) (i), (α) (Β) (i) και 2 και δ) διεξαγωγή παράνομων συναλλαγών, κατά παράβαση του Τίτλου 18 του Ποινικού Κώδικα των Η.Π.Α. εδάφια 1957 και 2. Ειδικότερα, στον αιτούντα απεδόθη ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 23.1.2012 έως 17.1.2017, ως ιδιοκτήτης και διαχειριστής της εταιρείας ...-e, η οποία μέσω της διαδικτυακής ιστοσελίδας ...-e.com, λειτουργούσε ως ένα από τα μεγαλύτερα και ευρύτατα χρησιμοποιούμενα ανταλλακτήρια ψηφιακού συναλλάγματος, χωρίς να έχει καταγραφεί στο Δίκτυο Επιβολής Οικονομικών Εγκλημάτων (FinCEN) του Υπουργείου Οικονομικών των Η.Π.Α., προκειμένου να λάβει την απαιτούμενη άδεια, και χωρίς να εφαρμόζει τις προβλεπόμενες από τη σχετική νομοθεσία μεθόδους για τον προσδιορισμό των πραγματικών ταυτοτήτων των πελατών της, προέβη στη μεταφορά, αποθήκευση, ανταλλαγή, αγοραπωλησία και μετατροπή ψηφιακών νομισμάτων Βitcoin (το οποίο αποτελεί μια μορφή αποκεντρωμένου, μετατρέψιμου ψηφιακού νομίσματος που διαμορφώνεται μέσω της χρήσης ενός ηλεκτρονικού, αποκεντρωμένου λογιστικού συστήματος), σε επίσημα κρατικά νομίσματα (δολλάρια Η.Π.Α., ευρώ, ρούβλια κ.λπ), και αντίστροφα. Με τον τρόπο αυτόν πραγματοποίησε και συμμετείχε στο ξέπλυμα και τη ρευστοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όπως το χάκινγκ υπολογιστών (παράνομη διείσδυση σε ηλεκτρονικά δεδομένα) και το ransomware (εκβιασμός μέσω διαδικτύου), την απάτη, την κλοπή ταυτότητος, τα σχέδια απάτης επιστροφής φόρων και τη διακίνηση ναρκωτικών. Η ανωτέρω εταιρεία ...-e στηριζόταν στη χρήση εταιρειών «βιτρίνας» και σε συνεργαζόμενες διαδικτυακές επιχειρήσεις, μη εγγεγραμμένες στο Δίκτυο Επιβολής Οικονομικών Εγκλημάτων του Υπουργείου Οικονομικών των Η.Π.Α., οι οποίες εξυπηρετούσαν μία παγκόσμια ηλεκτρονική βάση πελατών, μετέφεραν δε παράνομα παραστατικό (επίσημο) χρήμα προς και από την ...-e. Έτσι η ..., εταιρεία «βιτρίνα» της ...-e, με κύριο δικαιούχο και διαχειριστή των οικονομικών λογαριασμών της τον αιτούντα, είχε βάση στις Σεϋχέλλες, αλλά συνδεόταν με έναν ρωσικό αριθμό τηλεφώνου, οι δε διευθύνσεις διαδικτύου της ήταν εγγεγραμμένες σε εταιρείες «βιτρίνες» σε διάφορες χώρες (Σιγκαπούρη, Βρετανικά Παρθένα Νησιά, Γαλλία, Νέα Ζηλανδία), ενώ η ιστοσελίδα της ...-e διατηρούσε του διακομιστές της, μέσω των οποίων ο αιτών και οι συνεργάτες του πραγματοποιούσαν τις δραστηριότητές τους στις Η.Π.Α.. Η ...-e, η οποία χρησιμοποιούσε και εταιρείες τρίτων στις συναλλαγές της, ακόμα και εταιρείες με έδρα στη Βόρεια Περιφέρεια της Καλιφόρνια, εστηρίζετο για το ξέπλυμα χρημάτων σε ένα πυρήνα από εταιρείες που επέτρεπαν τη μεταφορά χρημάτων διεθνώς με υπεύθυνο τον αιτούντα, ο οποίος ήλεγχε πολλούς λογαριασμούς της ...-e, μεταξύ των οποίων οι λογαριασμοί «...» και «...». O πρώτος λογαριασμός συνεδέετο άμεσα με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του αιτούντος, ενώ ο δεύτερος λογαριασμός συνεδέετο με τους λογαριασμούς της ...-e, στους οποίους ηδύναντο να έχουν πρόσβαση μόνο τα πρόσωπα που ήταν αναμεμειγμένα με τις δραστηριότητες της εταιρείας. Ο τελευταίος αυτός λογαριασμός («...») εχρηματοδοτείτο από χρήστες από όλον τον κόσμο, σε αυτόν δε εισέρρευσαν χρήματα από πολύ γνωστά χάκινγκ, ενώ από κλοπές από ανταλλακτήρια ψηφιακών νομισμάτων πραγματοποιήθηκαν μεγάλες πληρωμές σε λογαριασμούς σχετιζόμενους με τον αιτούντα και άλλα πρόσωπα. Σε αντίθεση με τους νόμιμους επεξεργαστές πληρωμών ή αργυραμοιβούς ψηφιακού συναλλάγματος, η ...-e δεν απαιτούσε από τους χρήστες να επικυρώσουν την ταυτότητά τους, παρέχοντας επίσημα σχετικά έγγραφα. Ειδικότερα, όποιος επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει την ...-e, δημιουργούσε έναν λογαριασμό στην ιστοσελίδα της χρησιμοποιώντας μόνον ένα όνομα χρήστη, έναν κωδικό πρόσβασης και μία διεύθυνση e-mail, χωρίς να παρέχει ακόμα και τις πιο βασικές αναγνωριστικές πληροφορίες, όπως το όνομα, την ημερομηνία γέννησης, τη διεύθυνση ή άλλα αναγνωριστικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να ανοίγονται εύκολα και ανώνυμα λογαριασμοί στην ...-e και από χρήστες που διέμεναν και κατοικούσαν στις Η.Π.Α. και συγκεκριμένα και στη Βόρεια Περιφέρεια της Καλιφόρνια, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν έναν λογαριασμό της ...-e με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, μεταξύ των οποίων η χρηματοδότηση του λογαριασμού με παραστατικό χρήμα που μπορούσε να μετατραπεί σε ψηφιακό νόμισμα ή η χρηματοδότηση του λογαριασμού με υπάρχοντα ψηφιακά χρήματα του χρήστη. Μέσω των ανωτέρω μηχανισμών χρηματοδότησης, τη ...-e, εν γνώσει της και εν γνώσει του αιτούντος, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος διαχειριστής της, εδέχθη ενσύρματες μεταφορές χρημάτων από τράπεζες των Η.Π.Α. και από πολίτες των Η.Π.Α. Περαιτέρω, μετά την κατάρρευση των διαδικτυακών επιχειρήσεων ψηφιακού συναλλάγματος ...., λειτουργούσε ως το ανταλλακτήριο επιλογής για τη μετατροπή ψηφιακού συναλλάγματος σε παραστατικό χρήμα για τον κόσμο του εγκλήματος, ιδιαιτέρως δε από αυτούς που διέπρατταν ηλεκτρονικά εγκλήματα. Ειδικότερα, μετά την κατάρρευση της .... το 2013, η ...-e είχε μεγάλη εισροή πρόσθετων πελατών (χρηστών), καθώς τα εγκληματικά στοιχεία που είχαν χρησιμοποιήσει τη ... για το ξέπλυμα χρήματος από εγκληματικές δραστηριότητες χρησιμοποιούσαν πλέον τη ...-e και, μάλιστα, συχνά με το ίδιο διαδικτυακό όνομα ή και την ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση, ορισμένοι δε από τους κυβερνοεγκληματίες που χρησιμοποιούσαν το «ransomware» προκειμένου να εκβιάσουν και να αποσπάσουν χρήματα από τους χρήστες ηλεκτρονικών υπολογιστών, χρησιμοποιούσαν τη ...-e ως μέσο για τη φύλαξη, τη διανομή και το ξέπλυμα των εγκληματικών εσόδων τους. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, στο οποίο εισήχθη η αίτηση εκδόσεως του αιτούντος στις Η.Π.Α. με το υπ’ αριθ. .... έγγραφο του εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθ. 690/2017 απόφασή του γνωμοδότησε για την έκδοση του αιτούντος στις αρχές των Η.Π.Α., προκειμένου να δικασθεί για τα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχ. β΄- δ΄ αδικήματα (συνωμοσία για διάπραξη ξεπλύματος χρήματος, ξέπλυμα χρήματος και διεξαγωγή παράνομων χρηματικών συναλλαγών). Ειδικότερα, με την ανωτέρω γνωμοδότησή του το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης εδέχθη ότι το αδίκημα της λειτουργίας μη αδειοδοτημένης επιχείρησης χρηματικών συναλλαγών, για το οποίο είχε επίσης ζητηθεί η έκδοση του αιτούντος στις Η.Π.Α., δεν συνιστά κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο ποινικό αδίκημα και, ως εκ τούτου, ως προς το εν λόγω αδίκημα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εκδόσεως του αιτούντος και, ειδικότερα η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου. Περαιτέρω, το ίδιο Συμβούλιο εδέχθη ότι οι λοιπές αποδιδόμενες στον αιτούντα πράξεις, ανεξάρτητα από την κατηγορία εγκλημάτων στην οποία κατατάσσονται, τον τρόπο περιγραφής τους και την χρησιμοποιούμενη γι’ αυτές ορολογία στο ποινικό δίκαιο των Η.Π.Α., είναι αξιόποινες και κατά την ελληνική νομοθεσία και στοιχειοθετούν, κατ’ αντιστοιχία, τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (άρθρο 20 του ν. 3459/2006, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4139/2013), της διακεκριμένης απάτης με υπολογιστή (άρθρο 386Α σε συνδυασμό με το άρθρο 386 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα), της εκβίασης (άρθρο 385 περ. 1 εδ. β΄ του Ποινικού Κώδικα) και διακεκριμένης κλοπής (άρθρο 374 περ. ε΄ του Ποινικού Κώδικα), που τελέστηκε εν γνώσει του δράστη με i) τη μετατροπή και μεταβίβαση περιουσίας προερχόμενης από τις ανωτέρω εγκληματικές δραστηριότητες με σκοπό την απόκρυψη και συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της και την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, ii) την απόκρυψη και συγκάλυψη της φύσης, προέλευσης, διάθεσης, διακίνησης και χρήσης περιουσίας προερχόμενης από τις ανωτέρω εγκληματικές δραστηριότητες, iii) την απόκτηση, κατοχή, διαχείριση και χρήση της προερχόμενης από τις ανωτέρω εγκληματικές δραστηριότητες περιουσίας και iv) τη σύσταση οργάνωσης ή ομάδας δύο τουλάχιστον ατόμων για τη διάπραξη των εν λόγω πράξεων, από πρόσωπο το οποίο ενεργεί, τόσο για λογαριασμό του, όσο και προς όφελος και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης ή ομάδας που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 περ. α΄, β΄, γ΄, ε΄, 3 περ. ζ΄, θ΄, κ΄, 4 παρ. 1, 45 παρ. 1 περ. γ΄, 46, 48, 49 και 50 του ν. 3691/2008. Τέλος, το ανωτέρω Συμβούλιο εδέχθη ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του αιτούντος για τα προαναφερθέντα αδικήματα, ενώ δεν υφίσταται λόγος που να εμποδίζει κατά τους νόμους της Ελληνικής Πολιτείας ή τους νόμους των Η.Π.Α. την ποινική δίωξη του αιτούντος για τις ανωτέρω πράξεις ή να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο αυτών, συντρέχουν δε όλοι οι όροι των διεθνών συμβάσεων και της νομοθεσίας των δύο χωρών που τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής για την έκδοση του αιτούντος στις Η.Π.Α.. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ο αιτών άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 2080/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), με την οποία έγινε δεκτό ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούντος στις δικαστικές αρχές του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βόρειας Περιφέρειας της Καλιφόρνια των Η.Π.Α. Περαιτέρω, με την υπ’ αριθ. .... ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα διεβιβάσθη στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η υπ’ αριθ. .... αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας περί εκδόσεως του αιτούντος στη Ρωσική Ομοσπονδία, προκειμένου να δικασθεί για το αποδιδόμενο σε αυτόν με την από 10-8-2017 απόφαση της Ανακρίτριας του Ανακριτικού Τμήματος της Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών για τον Δήμο .... Μόσχας έγκλημα. Με την εν λόγω απόφαση ασκήθηκε δίωξη κατά του αιτούντος για το έγκλημα της απάτης, δηλαδή της κατάχρησης ξένης περιουσίας μέσω δόλου διαπραχθείσης σε μεγάλη ποσότητα, κατά παράβαση του άθρου 159 παρ. 3 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, στον αιτούντα απεδόθη ότι, διαθέτοντας ειδικές γνώσεις στον τομέα προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, τον Μάρτιο του έτους 2015 επέτυχε να υπεξαιρέσει από την ΕΠΕ με την επωνυμία «....» χρηματικό ποσό ύψους 667.250 ρουβλίων, δημιουργώντας στους υπαλλήλους αυτής την ψευδή εντύπωση ότι η ΕΠΕ με την επωνυμία «...» η οποία φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πλασματικής εταιρείας, θα της προμηθεύσει συγκεκριμένο εξοπλισμό, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν υφίστατο. Στην ανωτέρω αίτηση εκδόσεως αναφέρετο ότι ο αιτών, ως υπήκοος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δεν θα εκδοθεί σε κάποιο άλλο κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατόπιν τούτων, εκδόθηκαν από τον Πρόεδρο Εφετών Θεσσαλονίκης το υπ’ αριθ. .... ένταλμα σύλληψης και κράτησης του εκζητουμένου αιτούντος και από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης η υπ’ αριθ. 1416-.... παραγγελία φυλάκισής του, απευθυνόμενη στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, στο οποίο εισήχθη η αίτηση εκδόσεως του αιτούντος στη Ρωσική Ομοσπονδία με το υπ’ αριθ. .... έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθ. 719/2017 απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του αιτούντος στη Ρωσική Ομοσπονδία προκειμένου να δικασθεί για το ανωτέρω αδίκημα. Ειδικότερα, το ανωτέρω Συμβούλιο εδέχθη ότι η αποδιδόμενη στον αιτούντα πράξη είναι αξιόποινη και κατά το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο και στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της απάτης (άρθρο 386 παρ. 1. εδ. α΄ του Ποινικού Κώδικα). Τέλος, το ίδιο Συμβούλιο εδέχθη ότι το αποδιδόμενο στον αιτούντα έγκλημα είναι εξ εκείνων για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις που εφαρμόζονται εν προκειμένω, σύμφωνα δε με τους νόμους του Ελληνικού Κράτους και της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν συντρέχει νόμιμος λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη του εκζητουμένου αιτούντος ή να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο της αποδιδομένης σε αυτόν πράξης. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ο αιτών δεν άσκησε ένδικο μέσο. Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. 184/4-40/8.6.2018 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα διεβιβάσθη στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η υπ’ αριθμ. .... αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας περί εκδόσεως του αιτούντος στη Ρωσική Ομοσπονδία, προκειμένου να του ασκηθεί ποινική δίωξη, βάσει της από 1.6.2018 αποφάσεως του Περιφερειακού Δικαστηρίου της περιοχής ... της Μόσχας, για το αδίκημα της απάτης στον τομέα πληροφορίας υπολογιστών, δηλαδή της κλοπής ξένης περιουσίας μέσω εισόδου, διαγραφής, αποκλεισμού και τροποποίησης της πληροφορίας υπολογιστών, διαπραττόμενη σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες, κατά παράβαση του άρθρου 159. 6 παρ. 4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, στον αιτούντα απεδόθη ότι από το έτος 2011 έως το έτος 2017, έχοντας πρόσβαση στο χρηματιστήριο ...-e.com, το οποίο πραγματοποιεί εξυπηρέτηση των νομικών και φυσικών προσώπων σχετικά με τον κύκλο εργασιών των κρυπτονομισμάτων, προέβη σε συμφωνίες με μεγάλο αριθμό πωλητών και αγοραστών κρυπτονομισμάτων για τους ειδικούς όρους εισαγωγής, ανταλλαγής και εξαγωγής κρυπτονομισμάτων και χρημάτων αναγκαστικής κυκλοφορίας, τα οποία, προηγουμένως, είχαν κλαπεί από τους πολίτες της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τους οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στο έδαφός της και τους πιστωτικούς οργανισμούς, κατόπιν δε τα κρυπτονομίσματα και τα χρήματα αναγκαστικής κυκλοφορίας μετετράπησαν σε μετρητά από μη εξακριβωμένους συνεργούς του αιτούντος ενώ μετετράπησαν επίσης σε μετρητά τα χρήματα που είχαν κλαπεί από τους λογαριασμούς των τραπεζών που ευρίσκονται στο έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με τη μέθοδο της εισβολής στα δίκτυα υπολογιστών των τραπεζών με την χρήση του ιού «Μπουχτράπ». Τα κλαπέντα χρήματα μετεφέρθησαν από συνεργούς του αιτούντος σε διαφορετικές, εκ των προτέρων, προετοιμασμένες κάρτες τράπεζας, στη συνέχεια δε τα χρήματα από τις δηλωμένες κάρτες μετετράπησαν από συνεργούς του σε μετρητά μέσω των μηχανημάτων αυτόματης ανάληψης χρημάτων. Αποτέλεσμα της κατά τα ανωτέρω απάτης στον τομέα του κυβερνοχώρου ήταν να προκληθεί ζημία σε μη εξακριβωμένους πολίτες και οργανισμούς της Ρωσικής Ομοσπονδίας συνολικού ύψους άνω των 750.000.000 ρουβλίων. Στην ανωτέρω αίτηση εκδόσεως ανεφέρετο ότι ο αιτών, ως υπήκοος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δεν θα εκδοθεί σε άλλο κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατόπιν τούτων, εκδόθηκαν από τον Πρόεδρο Εφετών Θεσσαλονίκης το υπ’ αριθ. .... ένταλμα σύλληψης και κράτησης του εκζητουμένου αιτούντος και από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης η υπ’ αριθ. .... παραγγελία φυλάκισής του, απευθυνόμενη στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, στο οποίο εισήχθη η αίτηση εκδόσεως του αιτούντος στη Ρωσική Ομοσπονδία με το υπ’ αριθ. .... έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθ. 561/2018 απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του αιτούντος στη Ρωσική Ομοσπονδία προκειμένου να δικασθεί για το ανωτέρω αδίκημα. Ειδικότερα, το ανωτέρω Συμβούλιο εδέχθη ότι η αποδιδόμενη στον αιτούντα πράξη είναι αξιόποινη και κατά το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο και στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της απάτης με υπολογιστή κατ’ επάγγελμα με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 386Α΄, 386 παρ. 1, 3 και 98 του Ποινικού Κώδικα). Τέλος, το ίδιο Συμβούλιο εδέχθη ότι το αποδιδόμενο στον αιτούντα έγκλημα είναι εξ εκείνων για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, σύμφωνα δε με τους νόμους του Ελληνικού Κράτους και της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν συντρέχει νόμιμος λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη του εκζητουμένου αιτούντος ή να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο της αποδιδομένης σε αυτόν πράξης. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ο αιτών άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη ως αόριστη με την υπ’ αριθ. 1451/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο). Τέλος, με το υπ’ αριθ. .... Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισίων Γαλλίας, βάσει του από 15.6.2018 εντάλματος σύλληψης της Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Παρισίων Γαλλίας, ζητήθηκε από τις δικαστικές αρχές της Ελλάδος η παράδοση στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας του αιτούντος, προκειμένου να δικασθεί για τα αδικήματα της «υπεξαίρεσης από οργανωμένη σπείρα», της «απόπειρας υπεξαίρεσης από οργανωμένη σπείρα», του «ξεπλύματος χρήματος από οργανωμένη σπείρα», «συμμετοχής σε οργάνωση κακοποιών ενόψει παρασκευής εγκλήματος», της «δόλιας πρόσβασης στο σύνολο ή μέρος συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων», της «δόλιας πρόσβασης στο σύνολο ή μέρος συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», της «δόλιας κατακράτησης όλου ή μέρους του συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων», της «δόλιας κατακράτησης όλου ή μέρους του συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», της «δόλιας εισαγωγής δεδομένων σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων», της «δόλιας εισαγωγής δεδομένων σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», της «δόλιας τροποποίησης δεδομένων που περιέχονται σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων», της «δόλιας τροποποίησης δεδομένων που περιέχονται σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», τα οποία διεπράχθησαν κατά παράβαση των άρθρων 312-1, 312-6, 312-13, 312-14, 132-71, 131-26-2, 121-5, 312-9, 324-1, 342-2, 324-3, 324-7, 324-8, 450-1, 450-3, 450-5, 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7, 323-4-1 του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα και τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας έως 20 ετών. Ειδικότερα, ο αιτών διώκεται ως υπεύθυνος, ενόψει του ότι σε διάφορες περιοχές της Γαλλίας και των Η.Π.Α. από τον Φεβρουάριο του 2016 άρχισε, μέσω αποστολής ηλεκτρονικών μηνυμάτων, η μαζική διάδοση ενός κακόβουλου προγράμματος ιού της αστυνομίας με την ονομασία «Locky», ικανού να κρυπτογραφήσει εν αγνοία τους προσωπικά και επαγγελματικά δεδομένα των θυμάτων του, ζητώντας από αυτά την πληρωμή λύτρων σε κρυπτονόμισμα για την αποκρυπτογράφηση των δεδομένων τους. Οι έρευνες που διενεργήθηκαν για τον ανωτέρω ιό αποκάλυψαν ιδιαίτερα περίπλοκη και φροντισμένη λειτουργία, τόσο κατά την προετοιμασία των μηνυμάτων και των μολυσμένων με τον εν λόγω ιό επισυνάψεών τους, όσο και κατά τη μαζική του διάδοση, ενώ επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης στην πηγή αυτών των υπεξαιρέσεων. Η ανάλυση των πληρωμών των λύτρων επέτρεψε να ανιχνευθούν τα καταβληθέντα από τα θύματα ... και να ταυτοποιηθεί η πλατφόρμα ανταλλαγής εικονικών νομισμάτων ...-e-com (βλ. ανωτ.) ως κεντρικός παράγοντας της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, στο μέτρο που φαινόταν να λαμβάνει το σύνολο των υπεξαιρεμένων ...s, ήτοι 20.643 ...s αξίας άνω των 130.000.000 ευρώ (βάσει της ισοτιμίας του εικονικού νομίσματος) από 5.700 και πλέον θύματα παγκοσμίως και δη από Γάλλους. Η σημασία της πλατφόρμας ...-e-com εντός του ανωτέρω συστήματος έχει ιδιαίτερη σημασία εκ του γεγονότος ότι εγγυάτο την πλήρη ανωνυμοποίηση των χρηματικών ροών, δημιουργώντας κώδικες μίας χρήσης, με τους οποίους συνδέονται κώδικες «vouchers» που χρησιμοποίησαν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Οι αμερικανικές αρχές, κατά τη διεξαγωγή αυτόνομης, σε σχέση με τις γαλλικές αρχές έρευνας, ταυτοποίησαν τον αιτούντα ως έναν από τους διαχειριστές της πλατφόρμας ...-e-com. Συνεπώς, η εξέταση του αιτούντος αποδεικνύεται ότι κέκτηται ουσιώδη σημασία για τη συνέχιση της γαλλικής έρευνας, λόγω του κεντρικού ρόλου που είχε η εν λόγω πλατφόρμα ανταλλαγής νομισμάτων, με την οποία αυτός συνδέεται, και η οποία εμφανίζεται ενεχόμενη στο ξέπλυμα των κεφαλαίων που υπεξαιρέθησαν από περισσότερους από 100 Γάλλους μέσω του ιού «Locky». Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, στο οποίο υπεβλήθη η υπόθεση με το υπ’ αριθ. .... έγγραφο του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθ. 532/2018 απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του προαναφερθέντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ειδικότερα, το ανωτέρω Συμβούλιο εδέχθη ότι τα περιγραφόμενα στο εν λόγω ένταλμα εγκλήματα συνιστούν αξιόποινες πράξεις και κατά την ελληνική νομοθεσία, καθόσον αυτά προσομοιάζουν: με: α) εγκληματική οργάνωση - συγκρότηση, ένταξη (άρθρ. 187 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα), β) εκβίαση κατά συναυτουργία κατά συρροή, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρ. 13στ, 45, 94 παρ. 1, 98, 385 παρ. 1γ του Ποινικού Κώδικα), γ) απάτη με υπολογιστή κατά συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (άρθρ. 13στ, 45, 94 παρ. 1, 98, 386 Α σε συνδυασμό με το άρθρ. 386 παρ. 3α και ιβ του Ποινικού Κώδικα), δ) παραβίαση προσωπικών δεδομένων με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 22 παρ. 4 και 6 του ν. 2472/1997, 98 του Ποινικού Κώδικα) και ε) νομιμοποίηση εσόδων που πηγάζουν από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης (άρθρ. 98 του Ποινικού Κώδικα, 3 στοιχ. α΄, ζ΄, κ΄, 45 παρ. 1α του ν. 3691/2008). Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι, από τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, οι υπό στοιχ. α, β, γ περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων για τις οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 περ. α΄, θ΄ και κα΄ του ν. 3251/2004, επιτρέπεται η εκτέλεση του προαναφερθέντος εντάλματος σύλληψης, χωρίς τον διττό έλεγχο του αξιοποίνου, ενώ οι υπόλοιπες (υπό στοιχ. δ και ε) συνιστούν κακουργήματα, κατά τους ελληνικούς νόμους, με συνέπεια να συντρέχουν οι κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3251/2004 προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ίδιου εντάλματος. Τέλος, με την ίδια ως άνω απόφαση απερρίφθη ο ισχυρισμός του αιτούντος, με τον οποίο προεβλήθη ότι ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοσή του στη Γαλλία είναι προσχηματικός, καθόσον επιδιώκεται να ζητηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η έκδοσή του μέσω της Γαλλίας, κρίθηκε δε ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ν. 3251/2004 περιπτώσεις απαγόρευσης της εκτέλεσης ή δυνατότητας, αντίστοιχα να απαγορευθεί η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, ενώ δεν υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις και δη συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία ότι εν προκειμένω συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να συνηγορούν ότι ο αιτών θα διατρέξει κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης λόγω των συνθηκών κράτησής του στη Γαλλία. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ο αιτών άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 2191/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο).

16. Επειδή, κατόπιν των αναφερθέντων στην προηγούμενη σκέψη, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (υπ’ αριθ. .... οικ. ΦΕΑ .... και ...., όπως επανελήφθη στο ορθό με την ταυτάριθμη απόφαση του ίδιου Υπουργού) με το ακόλουθο περιεχόμενο:

“Α. Διατάσσουμε την έκδoση και παράδοση του υπηκόου Ρωσίας (επων.) ... (ον.) ... του ... και της ..., που γεννήθηκε στις 16.08.1979 στην πόλη ... Ρωσίας, στις Δικαστικές Αρχές της Γαλλίας, προκειμένου να δικαστεί για τα αδικήματα της «υπεξαίρεσης από οργανωμένη σπείρα», της «απόπειρας υπεξαίρεσης από οργανωμένη σπείρα», του «ξεπλύματος χρήματος από οργανωμένη σπείρα», της «συμμετοχής σε οργάνωση κακοποιών ενόψει παρασκευής εγκλήματος», της «δόλιας πρόσβασης στο σύνολο ή μέρος συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων», της «δόλιας πρόσβασης στο σύνολο ή μέρος συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», της «δόλιας κατακράτησης όλου ή μέρους του συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων», της «δόλιας κατακράτησης όλου ή μέρους του συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», της «δόλιας εισαγωγής δεδομένων σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων», της δόλιας εισαγωγής δεδομένων σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», της «δόλιας τροποποίησης δεδομένων που περιέχονται σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων», της «δόλιας τροποποίησης δεδομένων που περιέχονται σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», της «παρεμπόδισης λειτουργίας συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων» και της «παρεμπόδισης λειτουργίας συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και από οργανωμένη σπείρα», σύμφωνα με τα άρθρα 312-1, 312-6, 312-13, 312-14, 132-71, 131-26-2, 121-5, 312-9, 324-1, 324-2, 324-3, 324-7, 324-8, 450-1, 450-3, 450-5, 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 και 323-4-1 του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα, πράξεις αξιόποινες και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρα 187 παρ. 1, 13στ’, 45, 94 παρ. 1, 98, 385 παρ. 1γ, 386Α σε συνδυασμό με το άρθρο 386 παρ. 3 α & β του ΠΚ, άρθρο 22 παρ. 4 και 6 του ν.2472/1997 και άρθρα 3 στοιχεία α’, ζ’, κ’ και 45 παρ. 1α,γ του ν.3691/2008), υπό τους όρους της κράτησης του καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας στη Γαλλία και της ασφαλούς επαναμεταγωγής του στην Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση της ως άνω διαδικασίας και ότι ο αvωτέρω δεv πρόκειται vα διωχθεί, δικαστεί ή κρατηθεί στo κράτoς στo oπoίo εκδίδεται σε εκτέλεση πoιvής ή μέτρoυ ασφαλείας oύτε vα υπoβληθεί σε oπoιoνδήπoτε περιoρισμό της ατoμικής τoυ ελευθερίας για άλλες αξιόπoιvες πράξεις που διαπράχθηκαν πριv από τηv έκδoσή τoυ, εκτός από εκείνη για την οποία ζητήθηκε και διατάσσεται με τηv απόφασή μας αυτή η έκδoσή τoυ.

Β. Διατάσσουμε περαιτέρω τηv έκδoση και παράδoση στις Δικαστικές Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής του υπηκόου Ρωσίας (επων.) ... (ον.) ... του ... και της ..., που γεννήθηκε στις 16.08.1979 στην πόλη ... Ρωσίας, ο οποίος διώκεται με το από 17.01.2017 Ένταλμα Σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής της Βόρειας Περιφέρειας της Καλιφόρνια, που εκδόθηκε δυνάμει του υπ΄ αριθμ. Cr. 16-00227 SI Κατηγορητήριου του ιδίου Δικαστηρίου, προκειμένου να δικαστεί μόνο για τα αδικήματα «της συνομωσίας για τη διάπραξη ξεπλύματος χρημάτων», «της διάπραξης ξεπλύματος χρημάτων (17 περιπτώσεις)» και «της διάπραξης παράνομων χρηματικών συναλλαγών (2 περιπτώσεις)», κατά παράβαση του Τίτλου 18 του Κώδικα των Η.Π.Α, παρ. 1956(h), παρ. 1956 (a)(1)(A)(i) & (a)(1)(B)(i), παρ. 1957 και παρ. 2, πράξεις αξιόποινες και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρα 1, 2 περ. α’, β’ γ’ ε’, 3 περ. ζ’, θ’ & ε’, 4 παρ. 1 και 45 παρ. 1 περ. γ’-α’, 46, 48, 49 και 50 του ν. 3691/2008, άρθρο 20 του ν. 3459/2006 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4139/2013, άρθρο 386Α σε συνδυασμό με άρθρο 386 παρ. 2, άρθρο 385 περ. 1 εδ. β’ , άρθρο 374 περ. ε’ και άρθρο 187 παρ 1 & 5 του Π.Κ.), υπό τους όρους της κράτησης του καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και της ασφαλούς επαναμεταγωγής του στην Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση της ως άνω διαδικασίας και ότι ο αvωτέρω δεv πρόκειται vα διωχθεί, δικαστεί ή κρατηθεί στo κράτoς στo oπoίo εκδίδεται σε εκτέλεση πoιvής ή μέτρoυ ασφαλείας oύτε vα υπoβληθεί σε oπoιoνδήπoτε περιoρισμό της ατoμικής τoυ ελευθερίας για άλλες αξιόπoιvες πράξεις που διαπράχθηκαν πριv από τηv έκδoσή τoυ, εκτός από εκείνη για την οποία ζητήθηκε και διατάσσεται με τηv απόφασή μας αυτή η έκδoσή τoυ.

Γ. Διατάσσουμε περαιτέρω τηv έκδoση και παράδoση στις Δικαστικές Αρχές της Ρωσίας του υπηκόου Ρωσίας (επων.) ... (ον.) ... του ... και της ..., που γεννήθηκε στις 16.08.1979 στην πόλη ... Ρωσίας, ο οποίος διώκεται: 1) με την από 10.08.2017 Απόφαση της Ανακρίτριας του Ανακριτικού Τμήματος της Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών για τον Δήμο .... Μόσχας, προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της «απάτης, δηλαδή της κατάχρησης ξένης περιουσίας μέσω δόλου, διαπραχθείσα σε μεγάλη ποσότητα», σύμφωνα με το άρθρο 159 παρ. 3 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, πράξεις αξιόποινες και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (386 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ.) και 2) με την από 01.06.2018 Απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της περιοχής ... Μόσχας, προκειμένου να του ασκηθεί ποινική δίωξη για το αδίκημα της «απάτης στον τομέα πληροφορίας υπολογιστών, δηλαδή της κλοπής ξένης περιουσίας μέσω εισόδου, διαγραφής, αποκλεισμού, τροποποίησης της πληροφορίας υπολογιστών, διαπραττόμενη σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες», σύμφωνα με το άρθρο 159.6 παρ. 4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, πράξη αξιόποινη και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία(386Α, 386 παρ. 1, 3 και 98 του Π.Κ.), υπό τoν όρo ότι o αvωτέρω δεv πρόκειται vα διωχθεί, δικαστεί ή κρατηθεί στo κράτoς στo oπoίo εκδίδεται σε εκτέλεση πoιvής ή μέτρoυ ασφαλείας oύτε vα υπoβληθεί σε oπoιoνδήπoτε περιoρισμό της ατoμικής τoυ ελευθερίας oύτε vα παραδoθεί σε τρίτo κράτoς για άλλες αξιόπoιvες πράξεις που διαπράχθηκαν πριv από τηv έκδoσή τoυ, εκτός από εκείνη για την οποία ζητήθηκε και διατάσσεται με τηv απόφασή μας αυτή η έκδoσή τoυ. 

Δ. Αvαθέτουμε την επιμέλεια για την εκτέλεση της απόφασης αυτής, ως προς τα οριζόμενα στο υπό στοιχείο Α, στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, o οπoίoς θα ορίσει τον χρόνο και τόπο παράδοσης και παραλαβής του ανωτέρω εκζητούμενου από τις Αρχές Γαλλίας.

Ε. Αναθέτουμε την επιμέλεια για την εκτέλεση της απόφασης αυτής, ως προς τα οριζόμενα στο υπό στοιχείο Β, στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο οποίος θα ορίσει τον χρόνο και τόπο παράδοσης και παραλαβής του ανωτέρω εκζητούμενου από τις Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, μετά την ολοκλήρωση των υπό στοιχείου Α διαδικασιών.

ΣΤ. Αναθέτουμε την επιμέλεια για την εκτέλεση της απόφασης αυτής, ως προς τα οριζόμενα στο υπό στοιχείο Γ, στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο οποίος θα ορίσει τον χρόνο και τόπο παράδοσης και παραλαβής του ανωτέρω εκζητούμενου από τις Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μετά την ολοκλήρωση των υπό στοιχείου Β διαδικασιών”.

17. Επειδή, κατά των υπ’ αριθ. 2080/2017 και 2191/2018 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, οι οποίες ανεφέρθησαν στη σκέψη 15, ο αιτών υπέβαλε την από 2.8.2019 αίτηση επανεξετάσεως, επικαλούμενος τη νομοθετική μεταβολή που επήλθε από την 1.7.2019 με τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα. Η αίτηση αυτή απερρίφθη ως απαράδεκτη με την υπ’ αριθ. 1913/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου ( σε συμβούλιο).

18. Επειδή, με την υπ’ αριθ. 474/2019 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης παρετάθη η κράτηση του αιτούντος για έξι (6) μήνες, με έναρξη της παράτασης την ημέρα συμπληρώσεως διετίας από την ημέρα της σύλληψής του (25.7.2017), δηλαδή μέχρι την 25.1.2020.

19. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ειδικώς αιτιολογημένη, καθόσον δεν εξέτασε το ζήτημα του κινδύνου που διατρέχει ο αιτών σε περίπτωση εκδόσεώς του στις ΗΠΑ, με δεδομένη τη συνταγματική απαγόρευση εκδόσεως προσώπου για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος). Κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, ο ίδιος είναι ειδικευμένος στην τεχνολογία “Block Chain”, η οποία αποτελεί δικαίωμα άσκησης ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητος και μπορεί να οδηγήσει στην οικονομική απελευθέρωση των πολιτών.

20. Επειδή, ο ανωτέρω λόγος, τόσο κατά το σκέλος αυτού περί υπάρξεως κινδύνου που διατρέχει ο αιτών σε περίπτωση εκδόσεώς του στις ΗΠΑ, όσο και κατά το σκέλος αυτού περί παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος, στην οποία ορίζεται ότι “Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας”, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι αφορά ζήτημα η κρίση επί του οποίου ανήκει, κατά το νόμο, στα όργανα της ποινικής δικαιοσύνης που γνωμοδοτούν επί της αιτήσεως εκδόσεως. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται αβασίμως, καθόσον ως δράση υπέρ της ελευθερίας, για την οποία απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού, νοείται η δραστηριότητα του διωκομένου για την πραγματοποίηση της αυτοδιάθεσης των λαών, όπως την αποδέχεται ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, που κυρώθηκε με τον ΑΝ 585/1945 (ΑΠ 1741/1984, 820/1989), ή η δραστηριότητα που συνδέεται με την κατάλυση πολιτικής εξουσίας που δεν έχει δημοκρατική νομιμοποίηση και, πάντως, ως δράση υπέρ της ελευθερίας, δεν νοείται η οιασδήποτε μορφής επιχειρηματική δραστηριότητα, προς επίτευξη οικονομικών σκοπών. Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Η. Μάζου και Α. Μίντζια, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί και κατά τα δύο σκέλη του μόνον ως απαράδεκτος. Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Θ. Αραβάνη, Α. Χλαμπέα, Ι. Αργυράκη και Β. Ανδρουλάκη, ο προβαλλόμενος λόγος είναι απαράδεκτος διότι, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης επιτρέπεται ή όχι να εξετάσει ζητήματα, όπως τα ανωτέρω, τα οποία δεν εξέτασαν τα όργανα της ποινικής δικαιοσύνης, πάντως στην προκειμένη περίπτωση οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν προκύπτει ότι ετέθησαν προσηκόντως υπ’ όψη του Υπουργού.

21. Επειδή, περαιτέρω, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, είχε ήδη λήξει η διοικητική διαδικασία εξετάσεως του υποβληθέντος από τον αιτούντα αιτήματος χορηγήσεως του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, με την έκδοση της υπ’ αριθ. ....απορριπτικής επί του εν λόγω αιτήματος αποφάσεως της 7ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, η δε αίτηση ακυρώσεως που άσκησε ο αιτών κατά της αποφάσεως αυτής απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 634/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης (η οποία δημοσιεύθηκε στις 16.12.2019), ως ανομιμοποίητη. Με τα δεδομένα αυτά, είχε καταστεί τελεσίδικη η απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας που είχε υποβάλει ο αιτών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46 παρ. 5 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 “σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας” (ΕΕL 180) και στο άρθρο 37 παρ. 2 του ν. 4375/2016 (Α΄ 51), με τον οποίο ο νομοθέτης προσαρμόσθηκε στις απαιτήσεις της ανωτέρω οδηγίας. Τέλος, με το από 15.11.2019 έγγραφο της Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη απερρίφθη το από 11.9.2019 δεύτερο αίτημα χορηγήσεως διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτών, με την αιτιολογία ότι υπεβλήθη καθ’ ον χρόνον εκκρεμούσε η εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως, που είχε ασκήσει αυτός κατά της ανωτέρω υπ’ αριθ. ....αποφάσεως της 7ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και, συνεπώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 34 στοιχ. κ΄, 59 παρ. 2 και 64 του ανωτέρω ν. 4375/2016, δεν ηδύνατο να εξεταστεί.

22. Επειδή, όπως προκύπτει από τις αναφερθείσες στις σκέψεις 7-11 διατάξεις α) των εφαρμοστέων εν προκειμένω διεθνών συμβάσεων που έχει συνάψει η Ελλάδα με τις Η.Π.Α. και τη Ρωσική Ομοσπονδία, β) της υπ’ αριθ. 2002/584/ΔΕΥ Απόφασης-Πλαίσιο του Συμβουλίου της 13.6.2002 και του ν. 3251/2004 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και γ) του άρθρου 439 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε περίπτωση συρροής αιτήσεων εκδόσεως υποβαλλομένων από τρίτη χώρα (εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης) και συρροής των αιτήσεων αυτών με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για πρόσωπο διωκόμενο στα εκζητούντα Κράτη για διαφορετικά εγκλήματα, μετά την έκδοση αμετακλήτων υπέρ της εκδόσεως (ή της παραδόσεως σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης) του εν λόγω προσώπου, γνωμοδοτήσεων των αρμόδιων δικαστικών οργάνων της ποινικής δικαιοσύνης (τα οποία ερεύνησαν τη συνδρομή όλων των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων για την έκδοση ή την παράδοση του ανωτέρω προσώπου), ο Υπουργός Δικαιοσύνης, εφόσον αποφασίσει τελικώς την έκδοση (ή την παράδοση) του εκζητουμένου, καθορίζει, κατ’ ευρύτατη διακριτική ευχέρεια, τη σειρά προτεραιότητος μεταξύ των Κρατών στα οποία θα εκδοθεί (ή θα παραδοθεί) αυτός. Η αρμοδιότητα αυτή του Υπουργού Δικαιοσύνης ασκείται μετά τη συνεκτίμηση των προβλεπομένων στα προαναφερθέντα νομοθετήματα κριτηρίων, καθώς και των περιστάσεων της υποθέσεως.

23. Επειδή, περαιτέρω, τα κριτήρια αυτά δεν είναι ούτε αποκλειστικά ούτε κατατάσσονται ιεραρχικώς, έκαστο δε εξ αυτών, αναλόγως των περιστάσεων και των παραμέτρων της συγκεκριμένης υποθέσεως, δύναται να αποβεί αποφασιστικό για τον καθορισμό της, κατά τα ανωτέρω, προτεραιτότητος. Εν τούτοις, η διατύπωση ρητής δεσμεύσεως εκ μέρους ενός εκ των εκζητούντων Κρατών ότι, σε περίπτωση εκδόσεως σε αυτό του εκζητουμένου υπηκόου του, δεν θα τον εκδώσει μεταγενεστέρως στα λοιπά εκζητούντα αυτόν Κράτη, όπου διώκεται για τη διάπραξη ετέρων εγκλημάτων, έρχεται σε αντίθεση με τη φύση του θεσμού της εκδόσεως, που είναι η διεθνής δικαστική συνδρομή στις ποινικές υποθέσεις, προκειμένου να προωθηθεί η δίκαιη και βέλτιστη ποινική καταστολή. Συνεπώς, το ανωτέρω κριτήριο, ήτοι η ανάληψη ή μη υποχρεώσεως εκ μέρους ενός από τα εκζητούντα Κράτη να επανεκδώσει τον εκζητούμενο για τα υπόλοιπα εγκλήματα, είναι ικανό να ασκήσει, αυτό και μόνο, αποφασιστική επιρροή στην, εν λόγω αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Οι Σύμβουλοι Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Ο. Παπαδοπούλου, Ι. Αργυράκη, Σ. Κτιστάκη διατύπωσαν την γνώμη, στην οποία προσχώρησαν οι Πάρεδροι Κ. Λαζαράκη και Δ. Βασιλειάδης, ότι Κατά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, επί αιτήματος εκδόσεως ή επί συγκρούσεως σχετικών αιτημάτων, αποφαίνεται αιτιολογημένως ο Υπουργός Δικαιοσύνης, της αιτιολογίας δυναμένης να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, βάσει των νομίμων κριτηρίων, ως προς την επιλογή και την εκτίμηση των οποίων ο Υπουργός διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια.

24. Επειδή, όπως ανεφέρθη στη σκέψη 15, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διετάχθη, αρχικώς μεν η έκδοση του αιτούντος, Ρώσου υπηκόου, στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας, προκειμένου να δικασθεί για τα αναφερόμενα στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αδικήματα, υπό τους όρους της κρατήσεώς του καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας στη Γαλλία και στης ασφαλούς επαναμεταγωγής του στην Ελλάδα, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, στη συνέχεια δε, η έκδοση του ιδίου, υπό τους αυτούς ως άνω όρους, στις δικαστικές αρχές των ΗΠΑ, προκειμένου να δικασθεί για τα αναφερόμενα στην αίτηση εκδόσεως αδικήματα και, τέλος, η έκδοσή του στις δικαστικές αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, προκειμένου να δικασθεί για το αδίκημα της απάτης και να του ασκηθεί ποινική δίωξη για το αδίκημα της απάτης στον τομέα πληροφορίας υπολογιστών. Όπως δε προκύπτει από το προοίμιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ελήφθησαν υπ’ όψιν, μεταξύ άλλων, για την έκδοση αυτής, οι προαναφερθείσες διεθνείς συμβάσεις που έχει συνάψει η Ελλάδα με τις ΗΠΑ και τη Ρωσική Ομοσπονδία, η υπ’ αριθ. 2002/584/ΔΕΥ Απόφαση του Συμβουλίου της 13.6.2002 και ο ν. 3251/2004 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, καθώς και το άρθρο 439 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

25. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι όχι μόνο δεν προτιμήθηκε ένα μόνον από τα υποβληθέντα αιτήματα εκδόσεως, αλλά τα εν λόγω αιτήματα εσωρεύθησαν αναιτιολογήτως. Ο λόγος αυτός προβάλλεται μεν παραδεκτώς, διότι αφορά σε αυτοτελή πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι, όμως, απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, κατά το θεσπιζόμενο από τα προαναφερθέντα νομοθετήματα σύστημα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κατά την άσκηση της παρεχομένης σε αυτόν ευρύτατης διακριτικής ευχέρειας, είχε μεν τη δυνατότητα να επιλέξει ένα μόνο Κράτος στο οποίο θα εκδοθεί (ή θα παραδοθεί) ο εκζητούμενος αιτών, εξ ουδεμιάς, όμως, διατάξεως εκωλύετο, εν όψει των θετικών γνωμοδοτήσεων των αρμοδίων δικαστικών οργάνων της ποινικής δικαιοσύνης, και κατά συνεκτίμηση του γεγονότος ότι τα αποδιδόμενα στον αιτούντα αδικήματα παρίστανται διαφορετικά και κατά την περιγραφή τους και κατά την αντικειμενική τους υπόσταση, να διατάξει την έκδοση (ή την παράδοση) του αιτούντος στις δικαστικές αρχές και των τριών, εν προκειμένω, εκζητούντων Κρατών, καθορίζοντας τη σειρά προτεραιότητος μεταξύ αυτών, μετά από τη συνεκτίμηση των προβλεπομένων κριτηρίων και των περιστάσεων της υποθέσεως. Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Η. Μάζου και Α. Μίντζια, κατά τις ειδικές διατάξεις της Σύμβασης Εκδόσεως Ελλάδας -ΕΣΣΔ (άρθρο 48) και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης (άρθρο 17), δεν γίνεται διάκριση αναλόγως του εάν η έκδοση ζητείται για τις ίδιες ή για διαφορετικές πράξεις. Εξ άλλου, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση με το προαναφερθέν περιεχόμενο, εξέτασε, όπως άλλωστε είχε τη δυνατότητα, και το ενδεχόμενο να απορρίψει τα αιτήματα των δικαστικών αρχών της Γαλλίας, των ΗΠΑ και της Ρωσικής Ομοσπονδίας περί εκδόσεως (ή παραδόσεως) του αιτούντος. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν άσκησε την παρεχομένη σε αυτόν ευχέρεια να απορρίψει τα προαναφερθέντα αιτήματα, ανεξαρτήτως του ότι προβάλλεται απαραδέκτως με το υπόμνημα που κατετέθη μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως, εντός της παρασχεθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας, είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέος ως αβάσιμος.

26. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα, διότι σε αυτήν ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνεται σχετικά με τους λόγους για τους οποίους προεκρίθησαν ως χώρες εκδόσεως του αιτούντος η Γαλλία και οι ΗΠΑ, στις οποίες ουδέποτε έχει μεταβεί και με τις οποίες ουδείς βιοτικός δεσμός τον συνδέει, αντί της Ρωσίας (στην οποία συναινεί να εκδοθεί), η οποία είναι η χώρα καταγωγής και υπηκοότητός του, γνωρίζει το νομοθετικό της πλαίσιο και έχει τη δυνατότητα να εκπροσωπηθεί από συνήγορο της επιλογής του, με τον οποίο θα μπορεί να επικοινωνεί στη μητρική γλώσσα του. Ο λόγος αυτός, αναφερόμενος στον καθορισμό της σειράς προτεραιότητος των Κρατών στα οποία θα εκδοθεί (ή θα παραδοθεί) ο αιτών, προβάλλεται παραδεκτώς.

27. Επειδή, η κατά προτεραιότητα ικανοποίηση των δύο αιτήσεων εκδόσεως του αιτούντος, που υπεβλήθησαν από τις δικαστικές αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, θα εματαίωνε, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στις σκέψεις 15 και 23, την επανέκδοση του ήδη εκζητουμένου στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας και των ΗΠΑ, προκειμένου να δικασθεί για τα εκεί αποδιδόμενα σε αυτόν αδικήματα, καθόσον, όπως ρητώς ανεφέρετο στις ανωτέρω αιτήσεις, ο αιτών, ως Ρώσος υπήκοος, δεν θα εξεδίδετο μεταγενεστέρως σε κάποιο άλλο Κράτος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 2 του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Τούτο όμως θα προσέκρουε στον σκοπό στον οποίο αποβλέπει ο θεσμός της εκδόσεως (ή της παραδόσεως βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης), που συνίσταται στη διεθνή συνεργασία στο πεδίο του ποινικού δικαίου, προκειμένου να επιτευχθεί η βέλτιστη καταστολή του εγκλήματος. Συνεπώς, το κριτήριο της μη επανεκδόσεως σε άλλο Κράτος έχει όχι μόνο αποφασιστική σημασία για την κατάταξη της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως τρίτης (και τελευταίας) χώρας στην οποία θα εκδοθεί ο αιτών, αλλά προσδιορίζει, από μόνο του, την εν λόγω κατάταξη. Με τα δεδομένα αυτά, και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ο έλεγχος που ασκεί το Συμβούλιο της Επικρατείας στο ζήτημα του καθορισμού των χωρών στις οποίες κατά προτεραιότητα θα εκδοθεί ο εκζητούμενος είναι περιορισμένος (βλ. Conseil d’ État 222654 της 15.6.2001), η προσβαλλόμενη πράξη παρίσταται, ως προς το κεφάλαιο του ορισμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως της τελευταίας χώρας στην οποία θα εκδοθεί ο αιτών, νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, εν όψει και της ευρύτατης (ευρείας κατά τη γνώμη που διατυπώθηκε στη σκέψη 22) ευχέρειας που παρέχεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητός του, δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν ορίσθηκαν η Γαλλία και οι ΗΠΑ ως πρώτη και δεύτερη χώρα, αντιστοίχως, στις οποίες θα παραδοθεί ο αιτών, μετά τη συνεκτίμηση των ως άνω προβλεπομένων κριτηρίων, παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεδομένου ότι, άλλωστε, δεν προβάλλονται ειδικότερες αιτιάσεις στρεφόμενες κατά του ορισμού αυτού.

28. Επειδή, στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄256) ορίζεται ότι: “1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν εημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων”.

29. Επειδή, με την ανωτέρω διάταξη προστατεύεται το δικαίωμα των μελών της οικογενείας να συμβιώνουν και να απολαμβάνουν ο ένας τη συντροφιά του άλλου, ούτως ώστε να αναπτύσσονται κατά τρόπον αρμονικό οι οικογενειακές σχέσεις (ΕΔΔΑ Marchx v. Belgium της 13.6.1979, Olsson v. Sweden της 24.3.1988).

30. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το δικαίωμα του αιτούντος στην οικογενειακή του ζωή, το οποίο προστατεύεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Τούτο δε διότι, σε περίπτωση εκδόσεώς του, αρχικώς μεν στη Γαλλία, εν συνεχεία δε στις ΗΠΑ, δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψει στην χώρα του (Ρωσία) και να επανενωθεί με την οικογένειά του. Ειδικότερα, όπως ισχυρίζεται ο αιτών και προκύπτει από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις, έχει δύο ανήλικα τέκνα (ηλικίας 5 και 8 ετών), τα οποία δεν έχει συναντήσει από την ημέρα της συλλήψεώς του, η δε σύζυγός του έχει διαγνωσθεί με καρκίνο στον εγκέφαλο, υποβαλλόμενη, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις και γνωματεύσεις, σε επεμβάσεις, χημειοθεραπείες και επιθετική αγωγή σε νοσοκομείο της Γερμανίας. Ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτώς, καθόσον αναφέρεται σε αυτοτελή πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορώσα τον καθορισμό της σειράς προτεραιότητος των Κρατών στα οποία θα εκδοθεί (ή θα παραδοθεί) ο αιτών, κατά παράβαση του άρθρου 8 της εφαρμοζομένης εν προκειμένω Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.

31. Επειδή, η ΕΣΔΑ επιδιώκει την εξασφάλιση μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Καθώς δε το έγκλημα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη διεθνή διάσταση, είναι προς το συμφέρον όλων των κρατών οι ύποπτοι για διάπραξη εγκλημάτων που διαφεύγουν στο εξωτερικό να άγονται ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η εγκαθίδρυση ασφαλών καταφυγίων για τους υπόδικους, θα κατέληγε στον κίνδυνο τα κράτη να είναι υποχρεωμένα να προσφέρουν καταφύγιο στα εκζητούμενα πρόσωπα και, με τον τρόπο αυτόν, να υπονομεύονται τα θεμέλια του θεσμού της εκδόσεως (ΕΔΔΑ Soering v. the United Kingdom της 7.7.1989). Συνεπώς, εφόσον η έκδοση είναι αποτέλεσμα συνεργασίας μεταξύ των κρατών στο πεδίο του ποινικού δικαίου, προς τον σκοπό της καταστολής του εγκλήματος, η δε δικαιολόγηση της εκδόσεως ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της, κάθε κράτος έχει την εξουσία να ικανοποιεί τα υποβαλλόμενα από έτερα κράτη αιτήματα εκδόσεων. Ωστόσο, η σχετική απόφαση ενός κράτους πρέπει, στο βαθμό που αποτελεί επέμβαση στο προστατευόμενο από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ δικαίωμα, να είναι σύμφωνη με τον νόμο, να είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, τουτέστιν να δικαιολογείται από μία επιτακτική ανάγκη, και να παρίσταται ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (πρβλ. ΕΔΔΑ LevaKovic v. Denmark της 23.10.2018, Dalia v. France της 19.2.1998, Uner v. the Netherlands της 18.10.2006). Κατά την κρίση του ζητήματος περί της αναλογικότητος της επεμβάσεως, οι εθνικές αρχές διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, λαμβάνοντας υπ’ όψιν μεταξύ άλλων, τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αποδίδονται στον εκζητούμενο, καθώς και το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων, στο οποίο πρέπει μεν να δίδεται σημαντική βαρύτητα, πάντως, όμως δεν δύναται να είναι, από μόνο του, αποφασιστικό (πρβλ. ΕΔΔΑ Jeunesse v. τhe Netherlands της 3.10.2014, Uner v. the Netherlands). Τούτο δε διότι η φύση και η σοβαρότητα των αποδιδομένων σε αυτόν αδικημάτων, είναι δυνατόν να υπερκεράσουν τα υπόλοιπα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν (πρβλ ΕΔΔΑ Salem v. Denmark της 1.12.2016, Krasniqi v. Austria της 25.4.2017), καθόσον στην περίπτωση που δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τον έλεγχο της αναλογικότητος, η βαρύτητα του αδικήματος έχει πρωτεύουσα σημασία (Supreme Court of the United Kingdom στην υπόθεση Νorris v. Government of USA της 24.2.2010).

32. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση ο ορισμός, με την προσβαλλόμενη απόφαση, της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ως τρίτης (και τελευταίας) χώρας στην οποία θα εκδοθεί ο αιτών, έχει μεν ως συνέπεια την επέμβαση στην οικογενειακή ζωή του και τη διατάραξη των οικογενειακών δεσμών του με τη σύζυγο και τα δύο ανήλικα τέκνα του (άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), καθόσον παρίσταται αβέβαιο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός θα παραμείνει αρχικώς μεν στη Γαλλία, εν συνεχεία δε στις ΗΠΑ, μέχρις ότου επιστρέψει στην Ρωσία. Η επέμβαση, όμως, αυτή δεν παραβιάζει τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, καθόσον: α) είναι νόμιμη, προβλεπόμενη από τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διεθνείς συμβάσεις, την υπ' αριθ. 2002/584/ΔΕΥ Απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της 13.6.2002 και τον ν. 3251/2004 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, β) επιδιώκει την πρόληψη και καταπολέμηση του εγκλήματος, ήτοι έναν από τους προβλεπόμενους από το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ σκοπούς και γ) ανταποκρίνεται σε επιτακτική κοινωνική ανάγκη, καθόσον στον αιτούντα αποδίδεται η διάπραξη στη Γαλλία και στις ΗΠΑ, ιδιαιτέρως σοβαρών ποινικών αδικημάτων, για τα οποία είτε έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση όπως είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, σύμφωνα με τις γνωμοδοτήσεις των αρμοδίων δικαστικών οργάνων της ποινικής δικαιοσύνης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, το δικαίωμα του αιτούντος στην οικογενειακή του ζωή και ειδικότερον, το δικαίωμά του να ευρίσκεται πλησίον των ανηλίκων τέκνων του, είναι μεν ληπτέο υπ' όψιν, πλην, όμως, δεν είναι, από μόνο του, αποφασιστικό, ούτε δύναται να τεθεί υπεράνω του διεθνούς δημοσίου συμφέροντος της καταπολεμήσεως του εγκλήματος, το οποίο εξυπηρετεί η έκδοση του αιτούντος αρχικώς στη Γαλλία και εν συνεχεία στις ΗΠΑ, προκειμένου να δικασθεί για τα αποδιδόμενα σε αυτόν αδικήματα. (πρβλ. ΕΔΔΑ King v. the United Kingdom της 26.1.2010, επί του παραδεκτού). Εξ άλλου, στην προκειμένη περίπτωση, βαρύνουσα σημασία έχει και το γεγονός ότι, όπως προεκτέθηκε, η κατά προτεραιότητα έκδοση του αιτούντος στη Ρωσική Ομοσπονδία, θα είχε ως συνέπεια τη μη επανέκδοσή του στις ανωτέρω χώρες (Γαλλία, ΗΠΑ), οι οποίες έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ποινικό έλεγχο του αιτούντος, με αποτέλεσμα τη ματαίωση του σκοπού της εκδόσεως (εκ της παραδόσεως), που συνίσταται στη διεθνή συνεργασία των κρατών επί του ποινικού πεδίου, προς πάταξη της εγκληματικής δραστηριότητος. Με τα δεδομένα αυτά, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το προστατευόμενο από το άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα του αιτούντος σε σεβασμό της οικογενειακής του ζωής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

33. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι εκδόθηκε χωρίς την προηγούμενη ακρόαση του αιτούντος, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος. Ειδικότερον, ο αιτών ισχυρίζεται ότι με επανειλημμένες αιτήσεις του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης είχε ζητήσει να κληθεί από αυτόν προ της εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκειμένου να εκθέσει τους λόγους, οι οποίοι συνηγορούσαν για την έκδοσή του στη Ρωσική Ομοσπονδία και όχι στη Γαλλία και στις ΗΠΑ.

34. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, ο αιτών υπέβαλε στον Υπουργό Δικαιοσύνης τέσσερις (4) αιτήσεις, προκειμένου να εκθέσει τους λόγους οι οποίοι επέβαλαν να προκριθεί η έκδοσή του στις δικαστικές αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας έναντι της παραδόσεώς του στη Γαλλία ή της εκδόσεώς του στις ΗΠΑ. Με τις τρεις πρώτες εξ αυτών (υπ' αριθ. ....), ισχυρίσθηκε ότι συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι, οι οποίοι επέβαλαν την έκδοσή του στη Ρωσική Ομοσπονδία, όπου, κατά τα αναφερθέντα στη σκέψη 30, ευρίσκοντο τα δύο ανήλικα τέκνα του και η σύζυγός του, πάσχουσα από καρκίνο στον εγκέφαλο. Με την τέταρτη εκ των εν λόγω αιτήσεων (υπ' αριθ. ....), ο αιτών ισχυρίσθηκε ότι οι γνωμοδοτήσεις των δικαστικών οργάνων της ποινικής δικαιοσύνης υπέρ της εκδόσεώς του στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας και των ΗΠΑ δεν έπρεπε να γίνουν δεκτές από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, διότι εξεδόθησαν υπό την ισχύ προγενεστέρου νομοθετικού καθεστώτος, το οποίο ήταν επαχθέστερο γι' αυτόν και, συνεπώς, έπρεπε, λόγω της μεσολαβησάσης μεταβολής του καθεστώτος αυτού, να επαναξεταστούν από τα γνωμοδοτούντα όργανα της ποινικής δικαιοσύνης. Ειδικότερον, ο αιτών ισχυρίσθηκε ότι με τον ν. 4619/2019 «Κύρωση του Ποινικού Κώδικα» (Α΄ 95), ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019, μετεβλήθη η βαρύτητα των αδικημάτων για τα οποία είχαν υποβληθεί οι αιτήσεις εκδόσεως (ή παραδόσεως) των δικαστικών αρχών των ΗΠΑ και της Γαλλίας, με συνέπεια, άλλα μεν αδικήματα να έχουν εξαλειφθεί (κλοπή κατ' επάγγελμα), άλλα δε να διώκονται μόνον κατ' έγκληση (απάτη, απάτη με υπολογιστή - άρθρα 386, 386 Α και 405 του Ποινικού Κώδικα), εν προκειμένω δε δεν έχει υποβληθεί έγκληση κατ' αυτού.

35. Επειδή, ανεξαρτήτως του ότι τα προβλεπόμενα από τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις κριτήρια, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψιν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, προκειμένου να καθορισθεί η σειρά προτεραιότητος μεταξύ των κρατών στα οποία θα εκδοθεί (ή παραδοθεί) ο εκζητούμενος αιτών έχουν άπαντα αντικειμενικό χαρακτήρα, μη συνδεόμενα με την υποκειμενική συμπεριφορά και την προτίμηση του αιτούντος σχετικά με το κράτος, στο οποίο επιθυμεί να εκδοθεί (ή παραδοθεί), στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, αλλά και συνομολογεί ο αιτών, οι προαναφερθείσες τέσσερις (4) αιτήσεις του, στις οποίες εξετίθεντο οι ισχυρισμοί του, περιήλθαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και, συνεπώς, οι περιεχόμενοι σε αυτές ισχυρισμοί του ετέθησαν υπ' όψιν του αρμόδιου Υπουργού, χωρίς να είναι αναγκαία η αυτοπρόσωπη παράστασή του. Με τα δεδομένα αυτά, ετηρήθη ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος τύπος της προηγουμένης ακροάσεως, ο δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εν πάση δε περιπτώσει, το ζήτημα της ευνοϊκότερης ποινικής μεταχειρίσεως, κατά τα αναφερόμενα στην υπ' αριθ. .... αίτηση του αιτούντος προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία εισήχθη, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος με τον νέο Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019), απτόμενο ζητήματος, η έρευνα του οποίου έχει ανατεθεί, κατά νόμον, σε δικαστικά όργανα της ποινικής δικαιοσύνης, αντιμετωπίσθηκε με την υπ΄ αριθμ. 1913/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, όπως ανεφέρθη στη σκέψη 17 απερρίφθη η από 2.8.2019 αίτηση του αιτούντος, με την οποία ζήτησε την επανεξέταση των υπ' αριθ. 2080/2017 και 2191/2018 αποφάσεων του Αρείου Πάγου.

36. Επειδή, προβάλλεται ότι στην προκειμένη περίπτωση, παραβιάζονται το δικαίωμα του αιτούντος στη ζωή και η απαγόρευση των βασανιστηρίων, καθόσον αυτός κρατείται στην Ελλάδα επί 29 μήνες, χωρίς να του έχει απαγγελθεί κατηγορία και χωρίς να του έχει επιβληθεί ποινή, ευρίσκεται δε σε πλήρη απομόνωση, στερούμενος του δικαιώματος προαυλισμού, ενώ έχει επίσημη ενημέρωση από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ότι απειλείται η ζωή του. Περαιτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται ότι οι περιγραφόμενες στην αίτηση εκδόσεως των ΗΠΑ κατηγορίες εις βάρος του επισύρουν ακόμα και την ποινή του θανάτου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει στην Πολιτεία της Καλιφόρνια.

37. Επειδή, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αυτοτελείς πλημμέλειες, αλλά ανάγεται στη βλάβη που υφίσταται ο αιτών λόγω της κρατήσεώς του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι άπτεται ζητημάτων, η έρευνα των οποίων έχει ανατεθεί κατά νόμον στα αρμόδια όργανα της ποινικής δικαιοσύνης. Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Θ. Αραβάνη, Α. Χλαμπέα και Β. Ανδρουλάκη, τα ανωτέρω προβαλλόμενα περί κινδύνου ζωής κ.λπ. είναι απαράδεκτα, ως προβαλλόμενα το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου.

38. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον επιδιώκεται με αυτήν η φυσική εξόντωση του αιτούντος, για τον λόγο ότι κατέχει τεχνογνωσία που συμβάλλει στην οικονομική απελευθέρωση των ανθρώπων, στην απελευθέρωση των οικονομικών συναλλαγών από τη “μέγγενη” του διεθνούς τραπεζικού συστήματος και την απρόσκοπτη άσκηση των δικαιωμάτων της αυτοδιάθεσης και της ελεύθερης άσκησης της επιχειρηματικότητος.

39. Επειδή, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αναπόδεικτος, διότι από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, δεν προκύπτει και, δη, καταδήλως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε για την εξυπηρέτηση σκοπού διαφόρου εκείνου που τάσσεται από τον νόμο για την έκδοσή της, δηλαδή την εξυπηρέτηση της διεθνούς δικαστικής συνδρομής στο πεδίο του ποινικού δικαίου, Περαιτέρω, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του αιτούντος, δεν στοιχειοθετείται η έννοια της κατάχρησης εξουσίας εκ του γεγονότος ότι η προβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε τρεις (3) ημέρες μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 634/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η αίτηση ακυρώσεως που άσκησε ο αιτών κατά της υπ' αριθμ. .... αποφάσεως της 7ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολικής, με την οποία είχε απορριφθεί το αίτημά του περί χορηγήσεως του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (βλ. σκέψη 21). Τέλος, το γεγονός ότι την 19.7.2019 είχε εκδοθεί ακριβές αντίγραφο αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, έχον ακριβώς όμοιο περιεχόμενο με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συγκροτεί, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της αιτήσεως, λόγο κατάχρησης εξουσίας, διότι δεν ανάγεται στην εξυπηρέτηση άλλου δημοσίου σκοπού, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι το επικαλούμενο από τον αιτούντα “έγγραφο” δεν φέρει υπογραφή του Υπουργού Δικαιοσύνης και, συνεπώς, έχον τη μορφή σχεδίου, ουδέν έννομο αποτέλεσμα παρήγαγε.

40. Επειδή, με το υπόμνημα που κατετέθη μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως και εντός της χορηγηθείσης από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας, ο αιτών αναφέρει ότι προβάλλει ως πρόσθετους λόγους που προβάλλονται στην αίτηση ακυρώσεως που άσκησαν η σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα του κατά της ήδη προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι λόγοι όμως αυτοί προβάλλονται απαραδέκτως, διότι οι πρόσθετοι λόγοι προβάλλονται μόνον με χωριστό δικόγραφο και όχι δια παραπομπής σε άλλο δικόγραφο, που αφορά σε άλλη δίκη.

41. Επειδή, με το υπόμνημα που ανεφέρθη στην προηγούμενη σκέψη, ο αιτών υποβάλλει αίτημα “να γίνει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ και στην Eurojust σε σχέση με τη δυνατότητα εκτέλεσης ή μη Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, η ισχύς του οποίου έχει λήξει κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις”. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο, προεχόντως διότι αφορά το κύρος και την ισχύ του υπ' αριθ. .... Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισίων Γαλλίας, άπτεται, δηλαδή, ζητήματος, η έρευνα του οποίου έχει ανατεθεί, κατά νόμον, σε δικαστικά όργανα της ποινικής δικαιοσύνης.

42. Επειδή, συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και

Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2020 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους.

 

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος               Η Γραμματέας

          Αθ. Ράντος                               Ελ. Γκίκα