ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 11/2020

 

Πρόεδρος: Ε. Νασιοπούλου, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Ε. Παπαευθυμίου – Κοντονικολή, Σ. Κοσσιέρης, Χ. Τζοάνος

 

Α. Με την υπό κρίση ανακοπή, ο ανακόπτων ζητεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει σε αυτήν, να ακυρωθούν η με αριθμό .../13-09-2019 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου ..., το με αριθμό .../19-09-2019 απόσπασμα της με αριθμό .../13-09-2019 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Α. Ζ. και η με αυτά επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του, καθώς και να καταδικαστεί η καθ’ ης στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση ανακοπή, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 934 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠολΔ), αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 933 παρ. 1 εδ. α’ και 3 του ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 614 επ. του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Β. I. Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευτεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1171/2012 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης (ΑΠ 727/2017, ΑΠ 1485/2006 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ανακόπτοντος ο παρεμβαίνων εκθέτει ότι ως μισθωτής του ακινήτου επί του οποίου επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση από την καθ’ ης κινδυνεύει μετά τον πλειστηριασμό του ακινήτου να αποβληθεί από αυτό και να υποστεί μεγάλη οικονομική ζημία διότι το εν λόγω ακίνητο αποτελεί την έδρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο προσθέτως παρεμβαίνων ζητεί να γίνει δεκτή η ανακοπή και να καταδικαστεί η καθ’ ης στην δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έχει τον χαρακτήρα της απλής πρόσθετης παρέμβασης και όχι της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, όπως υπολαμβάνει ο προσθέτως παρεμβαίνων στο δικόγραφο της παρέμβασης, εισάγεται παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και είναι νόμιμη, ενόψει του προφανούς εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος (άρθρα 31 παρ. 1, 68, 80, 81, 176, 189 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Όμως, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.

Ειδικότερα, οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ’ αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες. Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 1352/2011, ΕφΛαρ 17/2017 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 του ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη ή όταν η άσκηση της αντίστοιχης αξίωσης χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε οι επαχθείς συνέπειες που δημιουργούνται από την άσκηση να δημιουργούν για τον υπόχρεο έντονη εντύπωση αδικίας (ΑΠ Ολ 12/2009, ΑΠ Ολ 49/2005, ΑΠ 261/2017 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής, ο ανακόπτων ζητεί την ακύρωση της επισπευδόμενης σε βάρος της αναλυτικά περιγραφόμενης στην ανακοπή ακίνητης περιουσίας του διότι η καθ’ ης καταχρηστικά προέβη στην επιβολή κατάσχεσης σε βάρος της περιουσίας του ενώ ο ίδιος με αλλεπάλληλα αιτήματα προς την καθ’ ης είχε ζητήσει την έγκρισή της για πώληση του ακινήτου, καθώς είχε ανεύρει αγοραστές και είχε συμφωνήσει τίμημα το οποίο κάλυπτε πλήρως την εξόφληση των απαιτήσεων της καθ’ ης, πωλήσεις οι οποίες ματαιώθηκαν λόγω καθυστέρησης της καθ’ ης να παραχωρήσει την συναίνεσή της. Με αυτό το περιεχόμενο, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης ανακοπής είναι ορισμένος και νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Ε. Α. του Μ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με επιμέλεια του ανακόπτοντος (οι λοιποί διάδικοι δεν ζήτησαν την εξέταση μάρτυρος) και η κατάθεση της περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικών μάλιστα των οποίων (εγγράφων) γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών (ΑΠ Ολ 42/2002, ΑΠ 257/2016, ΑΠ 1595/2007 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) - χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η με αριθμό .../2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ν. Μ. του ., που έγινε με επιμέλεια του ανακόπτοντος, ενώπιον του Συμβολαιογράφου ... Κορινθίας Π. Π., η οποία προσκομίστηκε απαράδεκτα από τον ανακόπτοντα με την προσθήκη επί των προτάσεών του, καθώς από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι με την κατάθεσή του ο ενόρκως βεβαιών υποστηρίζει τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν με την ανακοπή και δεν αντικρούει ισχυρισμούς που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ή με τις προτάσεις της καθ’ ης η ανακοπή (άρθρο 591 παρ. 1 περ. στ’ του ΚΠολΔ) - και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό .../13-09-2019 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Α. Ζ., η καθ’ ης ανακοπή προέβη για την ικανοποίηση απαίτησής της ποσού 95.595,29 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο σε επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης για το ποσό των 50.000,00 ευρώ, επιφυλασσόμενη της είσπραξης του υπολοίπου ποσού, επί των περιγραφόμενων στην ως άνω έκθεση ακινήτων στα οποία ο ανακόπτων είναι συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ήτοι: 1) Επί του με στοιχεία άλφα κεφαλαίο (Α) οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, συνολικής επιφάνειας 552,00 τ.μ., το οποίο φαίνεται περιμετρικά με τους αραβικούς αριθμούς 1-2-3-4-24-23-22-18-19-20-1 και συνορεύει νότια σε πλευρές με τα στοιχεία 1-2 μήκους 8,76 μέτρων και 2-3 μήκους 11,46 μέτρων και νοτιοανατολικά σε πλευρά με τα στοιχεία 3-4 μήκους 11,02 μέτρων με πρανές, ανατολικά σε πλευρές με τα στοιχεία 4-24 μήκους 3,24 μέτρων και 23-22 μήκους 11,25 μέτρων με το υπό στοιχεία (Β) δημιουργούμενο με την με αριθμό .../2004 πράξη του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ... περιγραφόμενο αυτοτελές οικόπεδο, βόρεια σε πλευρές με τα στοιχεία 24-23 μήκους 25,24 μέτρων και 22-18 μήκους 13,32 μέτρων επίσης με το υπό στοιχεία (Β) δημιουργούμενο με την υπ’ αριθ. .../2004 πράξη του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ... οικόπεδο, βορειοδυτικά σε πλευρές με τα στοιχεία 18- 19 μήκους 8,91 μέτρων και 19-20 μήκους 8,00 μέτρων, με την επαρχιακή οδό ... και νοτιοδυτικά σε πλευρά 20-1 μήκους 7,92 μέτρων, εν μέρει με την επαρχιακή οδό ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ... και 2) Επί του εναπομείναντος κατόπιν παραχώρησης της εδαφικής λωρίδας του υπό στοιχεία (Β) οικοπέδου στην κοινή χρήση εμβαδού 50,83 τ.μ., άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, συνολικής επιφάνειας 1.126,47 τ.μ., το οποίο φαίνεται περιμετρικά με τους αραβικούς αριθμούς 4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-22-23-24-4 και συνορεύει νοτιοανατολικά εν μέρει σε πλευρά με τα στοιχεία 4-5 μήκους 27,17 μέτρων, με πρανές και εν μέρει σε πλευρές με τα στοιχεία 23-24 μήκους 25,25 μέτρων και 18-22 μήκους 13,32 μέτρων με το υπό στοιχεία (Α) αυτοτελές οικόπεδο, με την με αριθμό .../2004 πράξη του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ..., βορειοανατολικά σε πλευρές με τα στοιχεία 5-6 μήκους 13,71 μέτρων, 6-7 μήκους 4,24 μέτρων, 7-8 μήκους 3,36 μέτρων, 8-9 μήκους 5,57 μέτρων, 9-10 μήκους 6,18 μέτρων και 10-11 μήκους 7,23 μέτρων με μονοπάτι (δρομίσκο), βορειοδυτικά εν μέρει σε πλευρές 11-12 μήκους 2,68 μέτρων και 12-13 μήκους 3,72 μέτρων, 13-14 μήκους 9,26 μέτρων και 14-15 μήκους 10,67 μέτρων με ιδιοκτησία ... και εν μέρει σε πλευρές 16-17 μήκους 7,70 μέτρων και 17-18 μήκους 7,55 μέτρων με την επαρχιακή οδό ..., βόρεια σε πλευρά 15-16 μήκους 6,66 μέτρων με ιδιοκτησία ... και δυτικά σε πλευρές 22-23 μήκους 11,25 μέτρων και 24-4 μήκους 3,24 μέτρων με το υπό στοιχεία (Α) αυτοτελές και ανεξάρτητο οικόπεδο του ίδιου διαγράμματος, συνιδιοκτησίας του ... του ... και της ... . Τα ως άνω αυτοτελή, ανεξάρτητα ακίνητα αποτελούν τμήματα ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, το οποίο βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού της Τοπικής Κοινότητας ... Τρικάλων, Δημοτικής Ενότητας ..., κτηματικής περιφέρειας Δήμου ... - ..., Περιφερειακής Ενότητας ... της Περιφέρειας ..., το οποίο έχει συνολική επιφάνεια 1.729,00 τ.μ. και επί του οποίου έχει ανεγερθεί ισόγεια οικία επιφάνειας 74,25 τ.μ. και διώροφη οικοδομή με υπόγειο επιφάνειας 358,00 τ.μ., που λειτουργεί ως παραδοσιακός ξενώνας ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων A κατηγορίας.

Ειδικότερα, εντός των παραπάνω ακινήτων έχουν ανεγερθεί τρία κτίρια ενοικιαζόμενων δωματίων και άλλων συναφών χρήσεων συνολικής δυναμικότητας 13 δωματίων, 26 κλινών και συγκεκριμένα ενοικιαζόμενων δωματίων - διαμερισμάτων, με διακριτικό τίτλο «...» δυναμικότητας 7 δωματίων, 14 κλινών - κτήριο Α, πλέον 6 δωματίων, 12 κλινών - κτήριο Β. Τιμή πρώτης προσφοράς του ως άνω ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου για την έναρξη του πλειστηριασμού ορίστηκε με την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης το ποσό των 190.110,00 ευρώ, σύμφωνα με την εμπορική αξία των ακινήτων, όπως αυτήν την προσδιόρισε ο εκτιμητής πολιτικός μηχανικός ..., με την από 29-08-2019 έκθεση του, που προσαρτήθηκε στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Περαιτέρω, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου ορίστηκε να πραγματοποιηθεί στις 29-04-2020, για να πληρωθεί το ποσό των 50.000,00 ευρώ, πλέον των εξόδων εκτέλεσης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ... . Επιπρόσθετα, επί του ως άνω ακινήτου υφίστανται μία προσημείωση υποθήκης, που εγγράφηκε στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ..., στις 09-08-2001, για το ποσό των 293.470,28 ευρώ υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή, δυνάμει της με αριθμό 1456/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, μία προσημείωση υποθήκης, που εγγράφηκε στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ξυλοκάστρου, στις 19-09-2013, για το ποσό των 95.585,29 ευρώ υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή, δυνάμει της με αριθμό 523/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και μία προσωρινή διαταγή, που εγγράφηκε στον τόμο .. και με αύξοντα αριθμό ..., στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ..., στις 24-02-2012, υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή περί απαγόρευσης κάθε νομικής και πραγματικής μεταβολής του ακινήτου.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ανακόπτων στις 11-01-2018 υπέβαλε στο υποκατάστημα ... της καθ' ης η ανακοπή αίτηση μαζί με την σύζυγο του ως συγκυρία του ως άνω ακινήτου, με την οποία ζήτησε τη συναίνεση της καθ’ ης στη μεταβίβαση με πώληση του προσημειωμένου υπέρ της καθ’ ης ως άνω ακινήτου έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος 500.000,00 ευρώ. Με την ως άνω αίτηση υπέβαλαν και ένα σχέδιο διευθέτησης των οφειλών τους προς την καθ’ ης η ανακοπή με τα χρήματα που θα λάμβαναν από την πώληση, ύψους 350.000,00 ευρώ, χρήματα με τα οποία θα εξοφλούνταν ολοσχερώς δύο στεγαστικά δάνεια και ένα επιχειρηματικό δάνειο και να ρυθμιστεί η οφειλή του ανακόπτοντος ως εγγυητή από τη σύμβαση επιχειρηματικού δανείου για την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός με την καταβολή μηνιαίων δόσεων ποσού 700,00 ευρώ. Στη συνέχεια, η καθ’ ης η ανακοπή με την από 07-02-2018 επιστολή της συναίνεσε στην πώληση του ακινήτου, ωστόσο ο υποψήφιος αγοραστής είχε ήδη αποσύρει την πρότασή του, λόγω καθυστέρησης στη διαδικασία. Ακολούθως, ο ανακόπτων με την από 25-01-2019 αίτηση του, γνωστοποίησε στην καθ’ ης η ανακοπή ότι βρήκε άλλο αγοραστή για το ακίνητο, την Ε. Σ. και ζήτησε εκ νέου μαζί με την σύζυγό του την συναίνεση της καθ’ ης για τη μεταβίβαση του προσημειωμένου ακινήτου έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος, ποσού 680.000,00 ευρώ και πρότεινε νέο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του.

Επί της ως άνω αίτησης, ο ανακόπτων και η σύζυγός του ουδέποτε έλαβαν απάντηση από την καθ’ ης, παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις του στους αρμόδιους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ... της καθ’ ης η ανακοπή, οι οποίοι τον ενημέρωναν ότι η καθ’ ης επεξεργαζόταν το αίτημα τους. Αποτέλεσμα της ως άνω αδράνειας της καθ’ ης η ανακοπή ήταν η ... να αποσύρει το ενδιαφέρον της για αγορά του ακινήτου, με την οποία ο ανακόπτων είχε ήδη συμφωνήσει για τους όρους της πώλησης και μάλιστα είχαν συντάξει και σχέδιο προσυμφώνου της πώλησης. Επιπρόσθετα, στις 03-06-2019 ο ανακόπτων με ηλεκτρονική επιστολή προς την καθ’ ης την ενημέρωσε ότι εκμίσθωσε το ακίνητο με το από 20-11-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης στον προσθέτως παρεμβαίνοντα για εννέα έτη, ήτοι από τις 05-11-2018 έως και τις 04-11-2020 και πρότεινε στην καθ’ ης να της εκχωρήσει τα μισθώματα και να καταβάλλει έναντι των οφειλών του το ποσό των 1.300,00 ευρώ σε περίπτωση που πωληθεί το ακίνητο. Τον Ιούλιο 2019, ο ανακόπτων έλαβε τηλεφωνικά πρόταση από τον υποδιευθυντή του υποκαταστήματος ... να καταβάλλει 1.500,00 ευρώ κάθε μήνα στην καθ’ ης για το σύνολο των οφειλών του. Ο ανακόπτων δέχθηκε την πρόταση και ανέμενε την υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού με την καθ’ ης. Ωστόσο, στις 13-09-2019 του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, χωρίς να έχει ειδοποιηθεί από την καθ’ ης ότι η πρότασή του για διευθέτηση των οφειλών του δεν θα γίνει δεκτή.

Με βάση τα παραπάνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η καθ’ ης υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεδομένου ότι και με τις δύο προτάσεις που υπέβαλε ο ανακόπτων για την πώληση του ακινήτου εξοφλούνταν μεγάλο μέρος των οφειλών του ανακόπτοντος ατομικών και εταιρικών, αλλά η καθ’ ης η ανακοπή δια των αρμοδίων οργάνων της δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον ως όφειλε, ούτε διευκόλυνε τον ανακόπτοντα, ώστε να καταφέρει να πωλήσει το ακίνητο και μάλιστα με πολύ αξιόλογο τίμημα, όπως εκτέθηκε ανωτέρω. Επίσης, μετά την πρόταση του διακανονισμού τον Ιούλιο 2019 αλλά και την από 07-02-2018 επιστολή της η καθ’ ης δημιούργησε στον ανακόπτοντα την εύλογη πεποίθηση ότι θα ανέμενε την πώληση του ακινήτου από τον ανακόπτοντα και ότι μετά την πώληση θα συναινούσε στη ρύθμιση των οφειλών του προς αυτήν με μηνιαίες δόσεις και ότι δεν θα ασκούσε άμεσα και διαρκούντων των διαπραγματεύσεων τα δικαιώματά της. Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η καθ’ ης έχει εγγράψει στο ακίνητο προσημειώσεις υποθήκης πρώτης και δεύτερης τάξης και η απαίτησή της είναι εξασφαλισμένη, καθώς η εμπορική αξία του όλου ακινήτου ξεπερνά τις 500.000,00 ευρώ και με το γεγονότος ότι με την εκπλειστηρίαση εκ μέρους της καθ’ ης ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου εκμηδενίζει την αξία του ακινήτου, διότι σε αυτό λειτουργεί ξενοδοχειακή μονάδα και ουδείς θα ενδιαφερθεί να αγοράσει το ήμισυ μιας επιχείρησης, καθιστούν την επισπευδόμενη σε βάρος του ακινήτου του ανακόπτοντος αναγκαστική εκτέλεση αδικαιολόγητη και καταχρηστική. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της ένδικης ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Συνεπώς, εφόσον ο πρώτος λόγος της υπό κρίση ανακοπής έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος η εξέταση των υπόλοιπων λόγων παρέλκει (ΑΠ 13/2010 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και πρέπει η ένδικη ανακοπή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ακυρωθεί η με αριθμό .../13-09-2019 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Α. Ζ. και το με αριθμό .../19-09-2019 απόσπασμα αυτής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της καθ’ ης η ανακοπή, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 182 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.