ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 109/2018

 

Πρόεδρος: Ν. Αστέρης

Δικηγόροι: Σ. Σωτηριάδης, Ι. Κωστούλα, Γ. Γραβιάς, Α. Φλωροπο Β. Καρναβάς, Ι. Αψούρης, Θ. Ευταξία (δικ. πληρ. ΝΣ κ.ά.

Εισηγητές: Σπ. Καποδίστριας

 

 

[...] Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτά, σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των αρ. 103 παρ. 7 και 104 παρ. 3 ΠτΚ, δεδομένου ότι συνοδεύεται από: ... γ) αντίγραφο της καρτέλας των στοιχείων οφειλών της αιτούσας προς το Ελληνικό Δημόσιο, εξαχθείσα, κατά την ημερομηνία της 18ης.06.2017, από τον διαδικτυακό τόπο taxisnet, που τηρεί η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία επαρκεί, κατά τη γνώμη του παρόντος Δικαστηρίου, για τον προσδιορισμό των χρεών της αιτούσας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και για την ικανοποίηση της προϋποθέσεως του αρ. 104 παρ. 2 περ. γ΄ ΠτΚ, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της κυρίως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.» (βλ. και ΕφΑθ 2061/2016 ΕΕμπΔ 2016, 925, με παρατηρήσεις Αλ. Ρόκα). Στο σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός της κυρίως παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.», περί του ότι η κρινόμενη αίτηση δεν συνοδεύεται, ως έδει, σύμφωνα και με την ρητή επιταγή του αρ. 104 παρ. 3 περ. β΄ ΠτΚ, από τα πλέον πρόσφατα οικονομικά στοιχεία της αιτούσας, καθώς δεν επισυνάπτονται σε αυτήν (αίτηση) οι εγκεκριμένες και δημοσιευμένες οικονομικές της καταστάσεις για τη χρήση από την 01η.01.2016 έως και την 31η.12.2016, αλλά αντιθέτως προσκομίζονται οι οικονομικές της καταστάσεις για την εταιρική χρήση της περιόδου από την 01η.01.2015 έως και την 31η.12.2015, στις οποίες δεν αποτυπώνεται, όμως, η υφιστάμενη οικονομική της κατάσταση, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως, δια της καταθέσεως του δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου κατά την ημερομηνία της 28ης.06.2017, δεν είχε παρέλθει τόσο το απώτατο χρονικό σημείο, το οποίο τάσσεται από το Νόμο, για την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της, που ορίζεται ως η δέκατη (10η) ημερολογιακή ημέρα του ένατου μήνα μετά τη λήξη της εταιρικής χρήσεως (βλ. αρ. 25 εδ. α΄ του κ.ν. 2190/1920, ως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 1 του ν. 4403/2016 - Φ.Ε.Κ. Α΄ 125/07.07.2016), όσο και η νομίμως προβλεπόμενη προθεσμία για τη δημοσίευσή τους στο ΓΕ.Μ.Η., ήτοι η προθεσμία των είκοσι (20) ημερών από της εγκρίσεως των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων της αιτούσας από την τακτική γενική της συνέλευση (βλ. αρ. 43β παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, ως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 2 του ν. 4403/2016). Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, η καταληκτική ημερομηνία για την έγκριση από τη Γενική Συνέλευση της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας των οικονομικών της καταστάσεων, για την εταιρική χρήση της περιόδου από την 01η.01.2016 έως και την 31η.12.2016, ήταν η 10η.09.2017, ενώ η δημοσίευση τους στο ΓΕ.Μ.Η. θα έπρεπε να έχει λάβει χώρα έως και την 30η.09.2017. Ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως (28.06.2017), η υποχρέωση της αιτούσας, περί συνυποβολής των δημοσιευμένων και εγκεκριμένων οικονομικών καταστάσεών της, αφορούσε στις ήδη προσκομισθείσες με την αίτηση καταστάσεις της αμέσως προηγούμενης εταιρικής χρήσεώς της, ήτοι της περιόδου από την 01η.01.2015 έως και την 31η.12.2015, που ήταν και η τελευταία χρήση, για την οποία αυτές ήταν διαθέσιμες, κατ’ εκείνο το χρονικό σημείο, και όχι στις καταστάσεις της εταιρικής χρήσεως του 2016, για τις οποίες δεν είχε παρέλθει η κατά τα ως αναφερόμενη νόμιμη προθεσμία εγκρίσεως και δημοσιεύσεώς τους (ΕφΑθ 2061/2016 ΕΕμπΔ 2016, 925, με παρατηρήσεις Αλ. Ρόκα).

[...] Ο παρεμβαίνων ζητεί να κριθούν αμφότερες οι απαιτήσεις του κατά της αιτούσας, ως εργατικές, να καταταγούν ως προνομιακές τοιαύτες, ικανοποιούμενες μαζί με τις λοιπές απαιτήσεις των λοιπών εργαζομένων της από τη νέα εταιρία και να συμπεριληφθούν στον σχετικό πίνακα οφειλών της νέας εταιρίας για αποζημιώσεις προς τους εργαζόμενούς της, κατά το χρηματικό ποσό που περιγράφεται στα δικόγραφα των ασκηθεισών [...] αγωγών του, ή καθ’ όποιο ποσό συμφωνηθεί ότι του οφείλει η αιτούσα εταιρία, μετά από σχετικό συμβιβασμό, ή του επιδικασθεί με τις εκδοθησόμενες αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου επί των ασκηθεισών αγωγών του. [...] Διώκεται, δηλαδή, η διόρθωση της συνταγείσης καταστάσεως των πιστωτών της αιτούσας και συνακόλουθα η, συνεπεία αυτής της διορθώσεως, τροποποίηση της συναφθείσης συμφωνίας εξυγιάνσεως, ως προς το ύψος και τους όρους αποπληρωμής των καταβλητέων οφειλών της αιτούσας, έναντι αυτού. Το ανωτέρω, ωστόσο, αίτημα της κρινόμενης κυρίας παρεμβάσεως, περί τροποποιήσεως της καταστάσεως των πιστωτών της αιτούσας, ως προς το ύψος και την αιτία των οφειλών της, και εντεύθεν ρυθμίσεως των όρων αποπληρωμής των υποχρεώσεών της και του υποχρέου προς καταβολή τους, κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που διαλαμβάνεται στην υπό επικύρωση συμφωνία εξυγίανσης, τυγχάνει νόμω αβάσιμο, δοθέντος ότι στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, το Δικαστήριο δε δύναται να προβεί σε διάγνωση των αμφισβητούμενων ή μη απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσας, ούτε να επέμβει μονομερώς στη συμφωνία εξυγίανσης, που έχουν συνάψει τα συμβαλλόμενα μέρη και να τροποποιήσει ή να επικυρώσει μερικώς αυτήν, αλλά αντιθέτως μπορεί μόνον είτε να επικυρώσει τη συμφωνία εξυγίανσης, ως έχει, είτε να απορρίψει την αίτηση, είτε, τέλος, εφόσον, κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της ορθότητας της καταστάσεως των πιστωτών της αιτούσας ως προς την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεών τους, διαπιστώσει ορισμένη ανακρίβεια, δύναται, αντί να απορρίψει την αίτηση, να τάξει προθεσμία, με μη οριστική απόφασή του, για την παροχή διευκρινίσεων ή την τροποποίηση της συμφωνίας εξυγίανσης, επί τη βάσει μίας διορθωμένης καταστάσεως πιστωτών, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 106β παρ. 5 ΠτΚ (βλ. Ευ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδοση, § 12Α, σ. 82, Αλ. Ρόκα, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, 2η έκδοση, σ. 185, τον ίδιο, παρατηρήσεις υπό την ΠΠρΑθ 8/2017, ΕΕμπΔ 2017, 172). Το ίδιο, όμως, αίτημα της κρινόμενης κυρίας παρεμβάσεως, εκτιμώμενο από το παρόν Δικαστήριο ως αίτημα μεταρρυθμίσεως των όρων της υπό επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης από τους συμβαλλομένους σε αυτήν – και όχι από το Δικαστήριο –, επί τη βάσει μίας διορθωμένης καταστάσεως πιστωτών, εφόσον προκύψει ότι έχουν εμφιλοχωρήσει ανακρίβειες σε αυτήν, τυγχάνει νόμω βάσιμο, ως ερειδόμενο στη διάταξη του αρ. 106β παρ. 5 ΠτΚ.

[...] Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα εταιρία δραστηριοποιείται [...] στον κλάδο των πετρελαιοειδών [...]. Σύμφωνα με τους ειδικότερα μνημονευόμενους στην εν λόγω συμφωνία εξυγίανσης όρους, η αιτούσα, κατά την ημερομηνία ολοκληρώσεως της οριζόμενης από τη συμφωνία συναλλαγής, θα μεταβιβάσει στη νέα εταιρία και συγκεκριμένα στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «...» τμήμα του ενεργητικού της, το οποίο αποτιμάται, κατά την ημερομηνία της 31ης.03.2017, στο χρηματικό ποσό των ... ευρώ (βλ. παράρτημα 1 της συμφωνίας εξυγίανσης). Ως αντάλλαγμα για την ανωτέρω μεταβίβαση του τμήματος αυτού του ενεργητικού της αιτούσας, συμφωνείται, πέραν της αποπληρωμής από τη νέα εταιρία των υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στο μεταβιβαζόμενο παθητικό της, ύψους ... ευρώ, κατά την ημερομηνία της 31ης.03.2017 (βλ. παράρτημα 2 της συμφωνίας εξυγίανσης), και η καταβολή στην αιτούσα του ποσού ... ευρώ σε μετρητά χρήματα εφάπαξ, κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής και προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων του μη μεταβιβαζόμενου παθητικού της (βλ. παράρτημα 12Α της συμφωνίας εξυγίανσης). Από το μη μεταβιβαζόμενο παθητικό της, υποχρεώσεις συνολικού ύψους ... ευρώ θα παραμείνουν στην αιτούσα και το υπόλοιπο του παθητικού της προβλέπεται ότι θα διαγραφεί.

[...] Περαιτέρω, οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος της αιτούσας, κατά την ημερομηνία της 31ης.03.2017, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που θα δημιουργηθούν από την 01η.04.2017 και έως τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, μεταφέρονται και μεταβιβάζονται στη νέα εταιρία, η οποία θα αναλάβει την αποπληρωμή μόνον του βασικού χρέους/κεφαλαίου της οφειλής στο σύνολό της (100%), χωρίς να περιλαμβάνονται τόκοι, πρόστιμα, προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις, που διαγράφονται σε ποσοστό 100%. Οι υποχρεώσεις, δε, αυτές, καθώς και οι υποχρεώσεις της αιτούσας που θα δημιουργηθούν από της δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως και μέχρι την ημερομηνία ολοκληρώσεως της συναλλαγής ορίζεται ότι θα αποπληρωθούν σε διακόσιες σαράντα (240) άτοκες ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς σε αυτές να επιβάλλονται τόκοι, προσαυξήσεις ή εν γένει επιβαρύνσεις, καθ’ ο χρόνο τηρείται η ρύθμιση της εν λόγω συμφωνίας εξυγίανσης, της πρώτης δόσεως καταβλητέας εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία ολοκληρώσεως της συναλλαγής και εκάστης των επομένων δόσεων καταβλητέας την τελευταία εργάσιμη ημέρα εκάστου επόμενου ημερολογιακού μηνός. Επιπλέον, οφειλές που τυχόν προκύψουν/καταλογιστούν/βεβαιωθούν στην αιτούσα από παρελθόντες, τρέχοντες ή/και μελλοντικούς φορολογικούς ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων τυχόν επιβληθέντων προστίμων, προσαυξήσεων, τόκων και λοιπών σχετικών επιβαρύνσεων, και οι οποίες οφειλές αφορούν σε οιαδήποτε παρελθούσα διαχειριστική χρήση ή/και σε οιοδήποτε χρονικό διάστημα μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, δεν καταλογίζονται στη νέα εταιρία, δεν μεταφέρονται και δεν αναλαμβάνονται από αυτή, αλλά θα αποτελούν υποχρέωση της αιτούσας, η οποία θα αποπληρωθεί, απομειωμένη σε ποσοστό 97,5%, εφάπαξ εντός είκοσι (20) εργασίμων ημερών από τον καταλογισμό ή τη βεβαίωσή τους και σε περίπτωση εξάλειψης του μη μεταβιβαζόμενου ενεργητικού, θα διαγραφεί κατά ποσοστό 100%. [...] Εξάλλου, εκ των υποχρεώσεων της αιτούσας προς τους ανέγγυους πιστωτές της, οι οποίες, κατά την ημερομηνία της 31ης.03.2017, ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό των ... ευρώ και αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 24,9% των συνολικών οφειλών της, οι αναφερόμενες υποχρεώσεις στο παράρτημα 2 της συμφωνίας εξυγίανσης μεταβιβάζονται στη νέα εταιρία και αποπληρώνονται (απομειούμενες κατά ποσοστό 97,5%) εφάπαξ, εντός είκοσι (20) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία ολοκληρώσεως της συναλλαγής, ενώ οι αναγραφόμενες υποχρεώσεις στο παράρτημα 12Α της ίδιας συμφωνίας δεν μεταβιβάζονται στη νέα εταιρία, αλλά παραμένουν στην αιτούσα και θα αποπληρωθούν (ομοίως απομειούμενες, κατά ποσοστό 97,5%) εφάπαξ εντός είκοσι (20) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία ολοκληρώσεως της συναλλαγής, το δε υπόλοιπο των οφειλών της αιτούσας διαγράφεται. [...] Περαιτέρω, το παρόν πτωχευτικό Δικαστήριο πιθανολογεί ότι, μετά την επικύρωση της ως άνω συμφωνίας εξυγίανσης, η επιχείρηση της αιτούσας, ασκούμενη πλέον από τον νέο φορέα της και δη την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «...», θα διασωθεί και θα καταστεί βιώσιμη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το επιχειρηματικό σχέδιο, που έχει συντάξει η εμπειρογνώμων ανώνυμη ελεγκτική εταιρία με την επωνυμία «...», η νέα αυτή εταιρία θα εμφανίζει λειτουργικά κέρδη και θετικές ταμειακές ροές ήδη από το πρώτο έτος μετά την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης.

[...] Περαιτέρω, σύμφωνα με την έκθεση της εμπειρογνώμονος εταιρίας, πιθανολογείται ότι το ανακτήσιμο χρηματικό ποσό σε περίπτωση βίαιης ρευστοποίησης του συνόλου του ενεργητικού της αιτούσας ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των ... ευρώ, κατά την ημερομηνία της 31ης.03.2017.

[...] Επισημαίνεται, δε, ότι ο κατά τα ως άνω προσδιορισμός της ανακτήσιμης αξίας της περιουσιακής καταστάσεως της αιτούσας εταιρίας έχει βασισθεί, πλην άλλων, στην από 16.06.2017 έκθεση εκτιμήσεως της αγοραίας αξίας των ακινήτων της, υπό συνθήκες βίαιης ρευστοποιήσεως, που έχει συνταχθεί από την εταιρία με την επωνυμία «... Α.Ε.», στην προσαρμοσμένη λογιστική αξία των περιουσιακών στοιχείων της, με τη χρήση συγκεκριμένων συντελεστών προσαρμογής, στα πλέον πρόσφατα οικονομικά στοιχεία συμμετοχών, συνδεδεμένων εταιριών και χρηματοοικονομικών στοιχείων, καθώς και στην πιο πρόσφατη έκθεση του ορκωτού ελεγκτή της αιτούσας. Επιπλέον, το ποσοστό της ικανοποίησης των πιστωτών της αιτούσας, επί διανομής του προϊόντος από την εκποίηση των περιουσιακών της στοιχείων καθορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 153 επ. ΠτΚ, ως εξής: Η ανακτήσιμη αξία από τη βίαιη ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων, τα οποία φέρουν εμπράγματο βάρος ή ασφάλεια (ενέχυρο, υποθήκη, προσημείωση κ.λπ.), διανέμεται κατά ποσοστό 65% στους ενέγγυους πιστωτές, κατά ποσοστό 25% στους προνομιούχους πιστωτές και κατά ποσοστό 10% στους ανέγγυους πιστωτές, ενώ η ανακτήσιμη αξία από τη βίαιη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της, τα οποία δεν φέρουν εμπράγματο βάρος ή ασφάλεια, διανέμεται κατά ποσοστό 70% στους προνομιούχους πιστωτές και κατά ποσοστό 30% στους ανέγγυους πιστωτές. [...] Επιπλέον, από την επισκόπηση της ... προσκομιζόμενης από την κυρίως παρεμβαίνουσα με την επωνυμία «...» εκθέσεως, προκύπτει ότι για τον προσδιορισμό του ποσοστού ικανοποιήσεως των ανεγγύων πιστωτών, δεν έχουν ληφθεί υπ’ όψιν και οι απαιτήσεις των πιστωτών με ειδικό και γενικό προνόμιο, που δεν θα ικανοποιηθούν πλήρως μετά την διανομή της ρευστοποιήσιμης αξίας που αντιστοιχεί στα ειδικά και γενικά προνόμιά τους και, κατά συνέπεια, για το υπόλοιπο θα καταταγούν ως ανέγγυοι πιστωτές και θα ικανοποιηθούν από το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας. Επομένως, εφόσον συνυπολογισθούν και οι σημαντικές απαιτήσεις των πιστωτών με ειδικό και γενικό προνόμιο που δεν θα ικανοποιηθούν μετά την διανομή της ρευστοποιήσιμης αξίας που αντιστοιχεί στα ειδικά και γενικά προνόμιά τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 153 επ. ΠτΚ, το ποσοστό ανάκτησης των ανεγγύων πιστωτών ανέρχεται σε 2,5% και όχι σε 7,8%, όπως αβασίμως διατείνεται η κυρίως παρεμβαίνουσα [...].

 

[...] Το ποσοστό ικανοποιήσεώς του Ελληνικού Δημοσίου σε περίπτωση βίαιης ρευστοποιήσεως της περιουσίας της αιτούσας, λαμβανομένων υπ’ όψιν των εμπραγμάτων εξασφαλίσεων τόσο του ιδίου, όσο και των λοιπών ενεγγύων πιστωτών της εταιρίας, καθώς και του γενικού προνομίου του, θα ανερχόταν σε 40,3%, σύμφωνα με την έκθεση της εμπειρογνώμονος εταιρίας, που συνοδεύει την κρινόμενη αίτηση. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι μόνη η ύπαρξη εμπράγματης εξασφαλίσεως δεν επηρεάζει το ποσοστό ικανοποιήσεώς του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς βασικό κριτήριο του υπολογισμού της συλλογικής ικανοποιήσεώς των ενεγγύων πιστωτών είναι η εν τοις πράγματι εξασφαλιστική αξία των εμπραγμάτων ασφαλειών τους. [...] Προς επίρρωση, δε, των ανωτέρω, και σε σχέση με τη συμφωνία περί διαγραφής των τόκων, προστίμων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων του κεφαλαίου της οφειλής της αιτούσας έναντι αυτών, αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη με το αρ. 15 του ν. 4469/2017 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων – νόμος που σκοπό έχει τη στήριξη και αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν προβλήματα οικονομικής ασφυξίας και κινείται στην ίδια φιλοσοφία με τη δυνατότητα της εξυγίανσης των επιχειρήσεων που προβλέπεται στον Πτωχευτικό Κώδικα –, προβλέπεται δυνατότητα διαγραφής όχι μόνο τόκων και προσαυξήσεων, αλλά και κεφαλαίου, για χρέη προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές ότι προέχει και προκρίνεται η βιωσιμότητα μιας επιχειρήσεως με στόχο τη βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη επανένταξή της ως μιας μελλοντικά υγιούς επιχειρήσεως στην οικονομία της χώρας και στο όνομα μιας τέτοιου είδους διάσωσης υποχωρούν ακόμη και οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Επομένως, για την προκειμένη περίπτωση, που προβλέπεται η αποπληρωμή του ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου προς το Ελληνικό Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς, με διαγραφή των τόκων και των προσαυξήσεων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι με αυτό τον τρόπο δεν παραβλάπτεται η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των πιστωτών, εξαιτίας του ανωτέρω αναφερομένου σπουδαίου επιχειρηματικού λόγου, ήτοι της διασώσεως της επιχειρήσεως της αιτούσας εταιρίας στον επιχειρηματικό χώρο, υπό άλλον πλέον φορέα, και της συμβολής της στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι σε περίπτωση πτωχεύσεως της εταιρίας, το Ελληνικό Δημόσιο και οι ασφαλιστικοί φορείς όχι μόνον δεν θα ικανοποιηθούν πλήρως, αλλά πρόκειται να απολέσουν και μελλοντικά έσοδα, αφού θα σταματήσει κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να μην καταβάλλονται φόροι για αυτήν, ενώ με την απόλυση εκατόν πενήντα δύο (152) εργαζομένων θα χαθούν μελλοντικά σημαντικά έσοδα από εισφορές για τα ασφαλιστικά ταμεία, πέραν του ότι από κοινωνικής άποψης η απώλεια των ανωτέρω θέσεων εργασίας θα αφήσει χωρίς εργασία τα αντίστοιχα πρόσωπα, με τις οικογένειές τους να πένονται, και θα συμβάλει στην αύξηση της ανεργίας. Εξάλλου, ο όρος της υπό επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης, με τον οποίο προβλέπεται ότι οι υποχρεώσεις της αιτούσας, που τυχόν προκύψουν από τρέχοντες ή μελλοντικούς ελέγχους, δεν θα μεταφερθούν στη νέα εταιρία, αλλά θα παραμείνουν στην αιτούσα και θα αποπληρωθούν μόνον κατά ποσοστό 2,5%, διαγραφομένου του υπολοίπου 97,5%, ενώ σε περίπτωση εξαλείψεως του μη μεταβιβαζόμενου ενεργητικού θα διαγραφούν πλήρως, κρίνεται εύλογος και αναγκαίος στο πλαίσιο της βιωσιμότητας της νέας εταιρίας, καθώς για τη σύνταξη του επιχειρηματικού της σχεδίου και την κάλυψη απασών των αναγκών της θα πρέπει να αναλαμβάνονται από αυτήν υποχρεώσεις συγκεκριμένες και εμφανείς και όχι αμφίβολες. Επομένως, η περί του αντιθέτου αιτίαση του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς δεν συνάπτεται με ορισμένη κατά ποσόν και ποιόν υφιστάμενη απαίτησή του σε βάρος της αιτούσας. Επιπλέον, το Ελληνικό Δημόσιο, με την κύρια παρέμβασή του, ισχυρίζεται ότι οι παρακρατηθέντες και οφειλόμενοι από την αιτούσα φόροι επί των αμοιβών ελευθέρων επαγγελματιών, των μισθωτών υπηρεσιών και των απολύσεων εργαζομένων κ.λπ. ανάγονται σε φορολογικές υποχρεώσεις τρίτων επί των αμοιβών των οποίων ενεργείται η παρακράτηση και όχι σε ίδια φορολογική υποχρέωση της αιτούσας και, επομένως, δεν θα έπρεπε να αποτελούν, όπως εν προκειμένω επιχειρείται, αντικείμενο της υπό επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης, με δυνατότητα ρυθμίσεως ή περιορισμού τους. Ωστόσο, ο προκείμενος ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, κατά τη γνώμη που προκρίνει ως ορθότερη το παρόν Δικαστήριο, η υποχρέωση για παρακρατούμενους φόρους αποτελεί και υποχρέωση του οφειλέτη, καθώς οι οφειλές αυτές εντάσσονται νομοθετικά στον πίνακα κατατάξεως κατά τις διαδικασίες της αναγκαστικής εκτελέσεως και της πτωχεύσεως (βλ. αρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ και 154 περ. δ΄ ΠτΚ). Εάν, αντιθέτως, επρόκειτο για αποδοτέα χρηματικά ποσά που απλώς παρακρατεί η επιχείρηση της αιτούσας, χωρίς αυτή να έχει σχετική οφειλή, δεν θα εντάσσονταν τα σχετικά ποσά με νομοθετική διάταξη στον πίνακα κατατάξεως, αλλά θα αποχωρίζονταν από την περιουσία του οφειλέτη προς απόδοση στον κύριό τους (πρβλ. αρ. 37 ΠτΚ). Σε κάθε, δε, περίπτωση και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι οι παρακρατούμενοι φόροι δεν αποτελούν ίδια φορολογική υποχρέωση της οφειλέτριας εταιρίας, αλλά τρίτων, τότε η τυχόν ιδιοποίηση των εν λόγω αποδοτέων ποσών δημιουργεί υποχρέωση εξ αδικοπραξίας (υπεξαίρεση), άρα ίδια ενοχική υποχρέωση αποζημιώσεως της αιτούσας εταιρίας (βλ. Αλ. Ρόκα, παρατηρήσεις υπό την ΕφΑθ 2061/2016 ΕΕμπΔ 2016, 925, Ευ. Περάκη, Πτωχευτικό, § 13, σ. 90 1309/2016, ΠΠρΑθ 8/2017 ΕΕμπΔ 2017, 169, ΠΠρΑθ 779/2015 αδημ., ΠΠρΗρ 29/2016 ΔΕΕ 2017, 68, πρβλ., όμως, αντίθ. Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, Ζ΄ έκδοση, σ. 86, αριθ. 231, ΣτΕ 1841/2000, ΣτΕ 2084/2000, ΓνμδΝΣΚ 477/2006, δημ. Νόμος, ΓνμδΝΣΚ 244/2012, δημ. Νόμος, ΕφΑθ 2061/2016 ΔΕΕ 2016, 1385, ΕφΠειρ 869/2014, δημ. Νόμος). [...] Τέλος, η ... κυρίως παρεμβαίνουσα ... προβάλλει ... αντιρρήσεις, αναφορικά με τον προβλεπόμενο τόσο εκ του νόμου (αρ. 106γ παρ. 2 εδ. α΄ ΠτΚ), όσο και από τη συμφωνία εξυγίανσης ... περιορισμό των δικαιωμάτων της σε βάρος των εγγυητών της αιτούσας και των συνοφειλετών μετ’ αυτής εις ολόκληρον, καθώς και των υφιστάμενων δικαιωμάτων της επί περιουσιακών αντικειμένων τρίτων, κατά το ίδιο ποσό, στο οποίο προβλέπεται πως θα περιορισθεί η απαίτησή της σε βάρος της αιτούσας. Ειδικότερα, η κυρίως παρεμβαίνουσα δηλώνει ότι δεν συναινεί στον περιορισμό του επεκτατικού αποτελέσματος του περιορισμού της απαιτήσεώς της υπέρ των [...]. [...] Η κυρίως παρεμβαίνουσα, ως μη συναινούσα στον περιορισμό της εκτάσεως της ευθύνης των εγγυητών και των συνοφειλετών εις ολόκληρον της αιτούσας, καθώς και της εκτάσεως της υπεγγυότητας των εμπραγμάτων δικαιωμάτων της επί περιουσιακών αντικειμένων τρίτων, στο μέτρο που περιορίζεται η απαίτηση κατά της αιτούσας οφειλέτριας, διατηρεί το εκ του Νόμου προβλεπόμενο δικαίωμα να εγείρει τις αξιώσεις της κατά των εγγυητών, των εις ολόκληρον μετά της αιτούσας συνοφειλετών και των τρίτων. Ως εκ τούτου, δεκτής εν μέρει γενομένης, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της ασκηθείσης κυρίας παρεμβάσεως της εταιρίας με την επωνυμία «...», δεν θα πρέπει να ισχύσει, ούτε να επικυρωθεί και ο αντίστοιχος ... όρος της συμφωνίας εξυγίανσης, ως προς αυτήν, ένεκα της ρητώς εκπεφρασθείσης μη σχετικής συναινέσεώς της, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 106γ παρ. 2 εδ. α΄ ΠτΚ. Στο σημείο, όμως, αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η τοιαύτη μη επικύρωση του όρου της συμφωνίας δεν ενέχει εν προκειμένω την έννοια της μονομερούς μεταρρυθμίσεως αυτής εκ μέρους του παρόντος Πτωχευτικού Δικαστηρίου, αλλά απλώς της αναγνωρίσεως, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, της εκ του Νόμου και δη εκ της προεκτεθείσης διατάξεως προβλεπόμενης συνέπειας, του μη περιορισμού των δικαιωμάτων του πιστωτή κατά των εγγυητών και των εις ολόκληρον συνοφειλετών του οφειλέτη, καθώς και των υφιστάμενων δικαιωμάτων του επί περιουσιακών αντικειμένων τρίτων, σε περίπτωση μη χορηγήσεως της συναινέσεώς του πιστωτή. [...] Προκειμένου, επομένως, να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αιτούσας εταιρίας, υπό άλλον φορέα, από την οποία προσφέρεται εργασία σε εκατόν πενήντα δύο (152) άτομα και δεδομένου ότι έχει ήδη επιτευχθεί η κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα συμφωνία εξυγίανσης, το Δικαστήριο τούτο προβλέπει ότι υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης εξυγίανσης, καθώς και ότι η επικύρωσή της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν παραβλάπτει τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στο αρ. 99 παρ. 2 του ΠτΚ. [...]