ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1053/2020

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αλεξάνδρα Μητσοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Νικόλαο Πολυζωγόπουλο, Πρωτοδίκη Εισηγητή, Χρυσούλα Γκοτόβου, Πρωτοδίκη και την Γραμματέα Ελένη Χαριτοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7-5-2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΑΣΑΣ ΤΗ ΔΙΚΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «….», που εδρεύει στην …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …, για την οποία προκατέθεσε προτάσεις κατ’ άρθρο 237 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε αυτό από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), χωρίς να παρασταθεί στο ακροατήριο, η πληρεξούσια δικηγόρος της Αικατερίνη Αθανασίου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στη … νομίμως εκπροσωπουμένης, για την οποία προκατέθεσε προτάσεις κατ’ άρθρο 237 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε αυτό από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), χωρίς να παρασταθεί στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ανάργυρος Κουτσούκος.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο … με ΑΦΜ …, η οποία δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-12-2018 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2018, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 237 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) και γράφθηκε στο πινάκιο.

Η ενάγουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την από 10-12-2018 ανακοίνωσης δίκης, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2018, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφθηκε στο πινάκιο.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 10-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2018 αγωγή με το από 10-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης .../2018 δικόγραφο ανακοίνωσης δίκης, είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους, έχοντας σχέση κυρίου (αγωγή) και παρεπομένου (ανακοίνωση δίκης), επιπλέον δε είναι εκκρεμείς ενώπιον του αυτού (παρόντος) Δικαστηρίου και υπάγονται στην ίδια (τακτική) διαδικασία. Πρέπει, επομένως, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή τους, αφού, κατά τον τρόπο αυτό, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ επέρχεται και μείωση των εξόδων.

Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι η εταιρεία με την επωνυμία «….», η οποία είναι τεχνική -κατασκευαστική εταιρεία που ειδικεύεται στα έργα υποδομών, δυνάμει της από 11-2-2014 σύμβασης υπεργολαβίας που συνήψε με την εταιρεία με την επωνυμία «… … που εδρεύει στην …, ανέλαβε την κατασκευή της επέκτασης της προβλήτας του λιμένος … …, την οποία ανέθεσε εν συνεχεία, δυνάμει της από 21-2-2014 σύμβασης υπεργολαβίας, στην εταιρεία με την επωνυμία «…» με έδρα τη … …. Ότι η τελευταία για την εκτέλεση του έργου μίσθωσε από την εταιρεία «….» στις 12-5-2014 την πλωτή δεξαμενή ιδιοκτησίας της με το όνομα «…» με αριθμό νηολογίου …, την οποία είχε ασφαλίσει δυνάμει του υπ’ αριθ. … ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία για ολική απώλεια, έξοδα διάσωσης και αποφυγής κινδύνου σύμφωνα τις ρήτρες του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου (1/11/1995), για τη χρονική περίοδο από 16-5-2014 έως 15-5-2015 μέχρι του ποσού των 700.000 ευρώ, που αποτελούσε την αξία της φορτηγίδας. Ότι στις 22-1-2015, κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου, και ενώ η προαναφερθείσα πλωτή δεξαμενή βρισκόταν σε λειτουργία στο λιμάνι της …, από αμέλεια του χειριστή της … έμειναν ανοιχτές οι βαλβίδες αναρρόφησης θαλάσσης και οι βαλβίδες των δεξαμενών έρματος, με αποτέλεσμα η φορτηγίδα να λάβει κλίση και να βυθισθεί. Ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία προκειμένου να αποτρέψει τυχόν επιπρόσθετες ζημίες στην άτρακτο της βυθισμένης φορτηγίδας, ανέθεσε στις 23-1-2015 στην εταιρεία «…» την ανέλκυση της, η οποία άρχισε στις 4-2-2015 και ολοκληρώθηκε στις 18-2-2015. Ότι οι ζημίες που προκλήθηκαν στην φορτηγίδα, οι οποίες οφείλονται στην επέλευση ενός εκ των ασφαλισμένων κινδύνων και δη την αμέλεια του χειριστή της, υπερβαίνουν τις 700.000 ευρώ, ήτοι την ασφαλιστέα αξία του σκάφους και για το λόγο αυτό συντρέχει περίπτωση τεκμαρτής ολικής απώλειας του σκάφους. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι στις 26-1-2015 η ιδιοκτήτρια της φορτηγίδας ενημέρωσε την εναγομένη για το επίδικο συμβάν, ενώ στις 19-10-2015 γνωστοποίησε στην τελευταία την εγκατάλειψη της φορτηγίδας. Ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία με σκοπό την αποσόβηση και ελάττωση της ζημίας προέβη στην ανέλκυση της φορτηγίδας δαπανώντας για το λόγο αυτό το ποσό των 300.000 ευρώ, το οποίο δικαιούται σύμφωνα με τον όρο εναγωγής και μόχθου (sue and labour) που συμπεριλήφθηκε στο ασφαλιστήριο. Εκθέτει, περαιτέρω, η ενάγουσα ότι δυνάμει της καταρτισθείσας μεταξύ της ιδίας και της ιδιοκτήτριας εταιρείας της φορτηγίδας σύμβασης πίστωσης, η τελευταία ως πιστολήπτρια προς το σκοπό της εξασφάλισης της ενάγουσας, παραχώρησε προτιμώμενη ναυτική υποθήκη υπέρ της πρώτης επί της ως άνω πλωτής δεξαμενής/φορτηγίδας και εκχώρησε τη μελλοντική απαίτηση (ασφάλισµα) που θα γεννηθεί από την ασφαλιστική σύμβαση με την εναγομένη, η αναγγελία της οποίας (εκχώρησης) κοινοποιήθηκε στις 25-2-2016 στην εναγοµένη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι κατέστη ειδική διάδοχος της εταιρείας «….» ως προς την επίδικη απαίτηση,  ζητεί, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει λόγω σύμβασης ως αποζημίωση το συνολικό ποσό του 1.000.000 ευρώ, νομιμότοκα από τότε που γεννήθηκε η αξίωση μέχρι την εξόφληση του. Ζητεί περαιτέρω να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 8, 10, 14§2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 Ν. 2172/1993, ως εκ του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όσον αφορά στο εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο, που διέπει την επίδικη διαφορά, η οποία δεν προέρχεται μεν από διεθνή ιδιωτική έννομη σχέση, αναφέρεται όμως, ως εκ του αντικειμένου της, σε θέματα διεθνούς ναυτικής ασφάλισης, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουνίου 2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι)», οι συμβάσεις ασφάλισης που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 στοιχείο δ΄ της Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, «περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής», διέπονται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Κανονισμού. Σύμφωνα δε με το προαναφερόμενο στοιχείο δ΄ του άρθρου 5 της ως άνω Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 5 της Δεύτερης Οδηγίας 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1988 «για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ», μεγάλοι κίνδυνοι είναι, μεταξύ άλλων, οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στον κλάδο 6 του σημείου Α του παραρτήματος της Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (στον οποίο υπάγονται τα πλοία, και συγκεκριμένα τα ποτάμια, λιμναία και θαλάσσια σκάφη) και αφορούν κάθε ζημία την οποία υφίστανται ποτάμια, λιμναία και θαλάσσια σκάφη. Εν προκειμένω, αμφότεροι οι διάδικοι ισχυρίζονται ότι με ρήτρα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι εφαρμοστέο στην ένδικη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης είναι το αγγλικό δίκαιο και η αγγλική πρακτική. Όπως πράγματι προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από αμφότερα τα διάδικα μέρη ασφαλιστήριο συμβόλαιο, έχει ρητώς συμφωνηθεί ότι η ένδικη σύμβαση ασφάλισης διέπεται από το προαναφερόμενο ουσιαστικό δίκαιο. Επομένως, εφόσον η σύμβαση αυτή συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους, καθώς αφορά στην ασφαλιστική κάλυψη ζημιών σε πλωτό ναυπήγημα, εφαρμοστέο στην προκείμενη υπόθεση τυγχάνει το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο ως το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουνίου 2008. Το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης περιέχεται κωδικοποιημένο στον ως άνω αγγλικό νόμο περί θαλασσίας ναυτικής ασφαλίσεως του 1906 (MIA 1906), οι δε διατάξεις του, ερμηνευόμενες και εμπλουτιζόμενες διαρκώς από τη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων (case law) και τους άγγλους συγγραφείς και ερμηνευτές του δικαίου (authorities), ίσχυσαν αναλλοίωτες μέχρι την εισαγωγή του νεότερου (και γενικότερου) Insurance Act, που ψηφίστηκε και έλαβε τη βασιλική κύρωση (Royal Assent) στις 12.2.2015 και τέθηκε σε ισχύ στις 12.8.2016, ο οποίος αναδιατύπωσε βασικές αρχές του δικαίου της ιδιωτικής ασφάλισης, που βρίσκουν εφαρμογή τόσο στο κοινοδίκαιο (common law), όσο και στις θαλάσσιες ασφαλίσεις, επιφέροντας ουσιώδεις τροποποιήσεις στο νόμο ΜΙΑ 1906, ο οποίος πάντως εξακολουθεί να ισχύει (Clarke Malcolm/Soyer Baris, The Insurance Act 2015: A new Regime for Commercial and Marine Insurance Law, 2017, Bennett Howard, Ship safety, policy terms and the Insurance Act 2015, σε Θαλάσσια Ασφάλεια. Νομικά ζητήματα σχετικά με το πλοίο, το φορτίο και τον ανθρώπινο παράγοντα, σε Πρακτικά 9ου Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου 2016, έκδοση ΔΣΠ 2016, σελ. 139 επομ., Thomas, D. Rhidian, The Modern Law of Marine Insurance, vol. one, 2015, Α. Σινανιώτη – Μαρούδη, Ασφαλιστικό Δίκαιο, 2017, σελ. 260 – 264) και οι διατάξεις του έχουν αποκλειστική μεν εφαρμογή επί συμβάσεων που καταρτίστηκαν πριν την εισαγωγή του Insurance Act 2015, ισχύουν δε παραλλήλως, όπως τροποποιήθηκαν, και μετά από αυτήν σε κάθε περίπτωση ασφάλισης πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλασσίων μέσων, αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Στο s. 1 του ΜΙΑ 1906 ορίζεται ότι «Συμβόλαιο ναυτικής ασφαλίσεως είναι η γραπτή σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ασφαλιστής αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο κατά τρόπο και στην έκταση που με αυτή συμφωνούνται εναντίον κινδύνων θαλάσσης, δηλαδή των συναφών προς τη θαλάσσια περιπέτεια κινδύνων». Από το νομοθετικό αυτό ορισμό προκύπτει ότι προϋπόθεση της ασφαλιστικής καλύψεως είναι η ύπαρξη θαλάσσιων κινδύνων, στους οποίους εκτίθεται το ασφαλισμένο σκάφος και ότι κύριος σκοπός της ναυτασφαλιστικής συμβάσεως είναι η παροχή εκ μέρους του αναλαμβάνοντος τον κίνδυνο ασφαλιστή αποζημιώσεως στον ασφαλισμένο για ζημίες που προκλήθηκαν εξαιτίας των κινδύνων αυτών υπό τους όρους και κατά την έκταση που έχουν συμφωνηθεί (ΤριμΕφΠειρ. 204/2015, ΜονΕφΠειρ. 858/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Βέβαια, το περιεχόμενο κάθε σύμβασης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο, στο οποίο ενσωματώνεται η ασφαλιστική συμφωνία, καθώς και από τα παραρτήματά του (Φ. Χ. Χριστοδούλου, Αγγλικό δίκαιο της θαλασσίας ασφαλίσεως, σε ΕΕμπΔ 1988/154 επομ. [156]), όμως, στον ως άνω ορισμό της έννοιας της ασφαλιστικής συμβάσεως περιγράφονται τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της, από τα οποία προκύπτει η νομική της φύση κατά το αγγλικό δίκαιο. Πρόκειται λοιπόν για σύμβαση ενοχική και συναινετική, αφού δημιουργεί έννομη σχέση μεταξύ προσώπων, που με τη συμφωνία τους αναλαμβάνουν υποχρεώσεις υποσχετικού χαρακτήρα, αμφοτεροβαρή, μιας και οι υποχρεώσεις αυτές είναι αμφίπλευρες και διαρκή, επειδή η μεν παροχή του ασφαλιστή (ανάληψη του κινδύνου) εκτείνεται χρονικώς σε όλη τη διάρκεια της ασφαλίσεως, η δε παροχή του ασφαλισμένου (καταβολή ασφαλίστρου) αφορά ολόκληρη τη διάρκεια της ασφαλίσεως, ακόμα και αν το ασφάλιστρο καταβάλλεται εφάπαξ. Περαιτέρω, κατά το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης, εφόσον η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει καθ’ ον χρόνο είναι ενεργός η ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής ευθύνεται να αποκαταστήσει οποιαδήποτε ζημία συνδέεται αιτιωδώς με τον ασφαλισμένο κίνδυνο [s. 55 ΜΙΑ 1906: … the insurer is liable for any loss proximately caused by a peril insured against…]. Στο s. 56 ορίζεται ότι η ζημία αυτή [loss] μπορεί να είναι ολική ή μερική [total or partial] και ότι μερική είναι κάθε ζημία που δεν συνιστά ολική απώλεια (§ 1), ενώ η τελευταία μπορεί να είναι είτε πραγματική [actual] είτε τεκμαρτή – πλασματική  [constructive]. Περίπτωση πραγματικής ολικής απώλειας ανακύπτει όταν το αντικείμενο της ασφαλίσεως έχει καταστραφεί κατά την υλική του υπόσταση ή έχει υποστεί τέτοια βλάβη (αλλοίωση), ώστε να μην αποτελεί πλέον πράγμα του είδους που ασφαλίστηκε ή όταν ο ασφαλισμένος το έχει ανεπανόρθωτα αποστερηθεί (s. 57). Αντιθέτως, τεκμαρτή ολική απώλεια ασφαλισμένου πλοίου, πλην αντίθετης συμφωνίας, υπάρχει, μεταξύ άλλων, όταν τούτο έχει βλαβεί από τον ασφαλισμένο κίνδυνο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το κόστος της επισκευής των ζημιών του να υπερβαίνει την αξία του κατά την επισκευή του (s. 60 §§ 1 και 2). Εξάλλου, κατά το s. 61, σε περίπτωση τέτοιας απώλειας, ο ασφαλισμένος δύναται είτε να θεωρήσει την απώλεια ως μερική είτε να εγκαταλείψει το αντικείμενο της ασφαλίσεως στον ασφαλιστή και να θεωρήσει τη ζημία ως ολική απώλεια. Με τη διάταξη αυτή παρέχονται στον ασφαλισμένο δύο [2] αποζημιωτικές αξιώσεις που τελούν μεταξύ τους σε σχέση εκλεκτικής ή διαζευκτικής συρροής, με αποτέλεσμα μόνο η μία να δύναται κάθε φορά να ασκηθεί. Συγκεκριμένα, ο ασφαλισμένος μπορεί να αξιώσει αποζημίωση είτε για μερική είτε για (τεκμαρτή) ολική ζημία, εφόσον, όμως στη δεύτερη περίπτωση παραιτηθεί από το δικαίωμά του σε ό,τι απέμεινε από το πλοίο και το εγκαταλείψει στον ασφαλιστή (Kastor Navigation Co Ltd & Anor v AXA Global Risks (UK) Limited and Ors (The Kastor Too) [2004] Lloyd’s Rep. I.R. 481, Merkin Robert, Colinvaux’s Law of Insurance, 2006, αρ. 23 – 84, σελ. 922, Lambeth R.J., ο.π., σελ. 218). Η επιλογή λαμβάνει χώρα με βάση οικονομικά κριτήρια, που σχετίζονται με το συμφέρον του ασφαλισμένου πλοιοκτήτη να διατηρήσει το βλαβέν πλοίο στην περιουσία του ή όχι (Bennett Howard, ο.α.π., αρ. 21.77, σελ. 658), σταθμίζοντας ιδίως το γεγονός ότι σε περίπτωση ολικής απώλειας ως μέτρο της αποζημιώσεως, επί μη αποτιμημένου ασφαλιστηρίου (unvalued policy κατά την έννοια του s. 28 ΜΙΑ 1906), λαμβάνεται η ασφαλιστική αξία (s. 68 αρ. 1). Αν επιλεγεί η εγκατάλειψη (abandonment) του αντικειμένου της ασφαλίσεως, ο ασφαλισμένος προκειμένου να ικανοποιηθεί για τεκμαρτή ολική απώλεια οφείλει να επιδώσει με εύλογη επιμέλεια (with reasonable diligence) στον ασφαλιστή ειδοποίηση περί της εγκαταλείψεως, συνήθως έγγραφη αλλά πάντοτε σαφή ως προς την πρόθεση του δηλούντος να εγκαταλείψει το αντικείμενο της ασφαλίσεως άνευ όρων (s. 62 §§ 1 – 3). Η δήλωση (notice of abandonment) πρέπει να προέρχεται από τον ασφαλισμένο ή από βοηθό εκπληρώσεώς του ή από εξουσιοδοτημένο πράκτορά του (Kyriaki Noussia, ο.π., σελ. 105). Η προηγούμενη επίδοση της ειδοποίησης θεωρείται μάλιστα ως αναγκαίος όρος (condition precedent) του δικαιώματος του ασφαλισμένου να αποζημιωθεί για τεκμαρτή ολική απώλεια (Bank of America National Trust and Savings Association v Chrismas (The Kyriaki) [1993], 1 Lloyd’s Rep. 137, Royal Boskalis Westminster N.V. and others v Mountain and others [1997], 2 All ER 929 = LRLR 523, Bennett Howard, ο.π., αρ. 22.33, σελ. 693, Gilman Jonathan/Merkin Robert, ο.π., αρ. 29 – 06, σελ. 1359, O’ May Donald, Marine Insurance Law and Policy, 1993, ch. 14, σελ. 423, Ivamy Hardy, Marine Insurance, 1979, ch. 29, σελ. 411, Lambeth R.J., ο.π.,  για δε τη διπλή λειτουργία του condition precedent στο αγγλικό δίκαιο των συμβάσεων, αφενός ως αναβλητικής αιρέσεως και αφετέρου ως διαδικαστικής προϋπόθεσης που πρέπει να τηρηθεί για τη γένεση ενός δικαιώματος ή για την ενάσκηση μιας αξιώσεως βλ. Chitty on Contracts, Vol. 1, 2004, General Principles, αρ. 2 – 145, σελ. 193). Αν ο ασφαλισμένος δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του αυτή, η απώλεια μπορεί να θεωρηθεί μόνον ως μερική ζημία (s. 62  1 εδαφ. β) και θα αποζημιωθεί κατά τις ακόλουθες διακρίσεις τις οποίες εισάγει η διάταξη του s. 69: α] αν έχει γίνει πλήρης επισκευή του πλοίου θα αποζημιωθεί το λογικό κόστος αυτής, εφόσον δεν υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, ενώ β] αν πραγματοποιήθηκε μερική επισκευή του θα αποζημιωθεί το λογικό κόστος αυτής και θα αποκατασταθεί ο δικαιούχος κατά το ποσό της αξίας του πλοίου που απομειώθηκε εξαιτίας των ζημιών που δεν επισκευάστηκαν, εφόσον βέβαια το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως δεν υπερβαίνει το κόστος της πλήρους επισκευής και, τέλος, γ] αν το πλοίο δεν επισκευαστεί (και δεν πουληθεί στην κατάσταση που ευρίσκεται μετά την ζημία), ο δικαιούχος θα αποζημιωθεί για τη λογική υποτίμηση της αξίας του πλοίου, που οφείλεται στις ανεπισκεύαστες ζημίες του, εφόσον όμως και πάλι το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως δεν υπερβαίνει το εύλογο κόστος επισκευής (βλ. σχετ. και Μ. Παζαρζή, Ναυτασφαλίσεις, 2015, σελ. 222). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι κατά το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης, η δικαστική ικανοποίηση της αξιώσεως στο ασφάλισμα, που οφείλεται συνεπεία τεκμαρτής ολικής απώλειας του ασφαλισμένου πλοίου, προϋποθέτει ότι στη σχετική αγωγή που στρέφεται κατά του ασφαλιστή, που αρνείται την καταβολή της ασφαλιστικής αξίας, γίνεται μνεία α] της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης σε χρονικό σημείο κατά το οποίο υπήρχε ενεργός ασφαλιστική κάλυψη, β] της αξίας επισκευής της ζημίας που επήλθε, η οποία πρέπει να είναι ανώτερη της ασφαλιστικής αξίας και γ] της δήλωσης περί εγκατάλειψης του πλοίου στον ασφαλιστή. Κατά την εφαρμογή παρομοίου περιεχομένου διατάξεων του ελληνικού δικαίου και συγκεκριμένα των άρθρων 280 – 285 του ΚΙΝΔ έχει γίνει από τα ημεδαπά δικαστήρια δεκτό ότι στο δικόγραφο της περί καταβολής του ασφαλίσματος για ολική απώλεια του πλοίου αγωγής πρέπει να γίνεται επίκληση νομότυπης άσκησης του δικαιώματος εγκατάλειψής του δια δηλώσεως προς τον ασφαλιστή, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται είτε ως νομικά αβάσιμη (ΑΠ 1133/1975, ΕΝαυτΔ 1976/317 = ΕΕμπΔ ΚΖ/628) είτε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΕφΠειρ. 619/2008, ΕΝαυτΔ 2009/137, ΕφΑθ. 6347/1990, ΕΕμπΔ 1992/285 = ΕΝαυτΔ 1991/182). Οι λύσεις αυτές, όμως, δεν είναι συμβατές με το αγγλικό δίκαιο, κατά το οποίο, όταν ο ασφαλισμένος ενάγει για ολική απώλεια αλλά αποδεικνύει μόνο μερική τοιαύτη, μπορεί να αποζημιωθεί για τη μερική αυτή απώλεια (s. 56 § 4 ΜΙΑ 1906), ενώ αν δεν επιδώσει ειδοποίηση εγκαταλείψεως, η απώλεια μπορεί να θεωρηθεί μόνον ως μερική ζημία (s. 62 § 1 εδαφ. β ΜΙΑ 1906). Η πρώτη από τις ανωτέρω διάταξη τίθεται βέβαια υπό την επιφύλαξη αντίθετης πρόβλεψης στο ασφαλιστήριο, η οποία, όμως, έχει την έννοια ότι η μερική ζημία δεν θα αποζημιωθεί μόνον εφόσον δεν περιλαμβάνεται στους ασφαλισμένους κινδύνους, καθώς και ότι, παρά την ενάσκηση αρχικώς της αξίωσης για τεκμαρτή ολική ζημία, δεν εμποδίζεται ο δικαιούχος να εγείρει μεταγενέστερα απαίτηση για πραγματική απώλεια του πλοίου (Lambeth R.J., ο.π., σελ. 223). Επομένως, επί αγωγής με την οποία ασκείται μεν αξίωση περί καταβολής αποζημιώσεως για τεκμαρτή ολική απώλεια πλοίου σε εκπλήρωση υποχρέωσης του ασφαλιστή από ασφαλιστική σύμβαση διεπόμενη από το αγγλικό δίκαιο, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά σε αξία επισκευής ανώτερη της ασφαλιστικής αξίας ούτε επίκληση νομότυπης δήλωσης εγκατάλειψης του πλοίου στον εναγόμενο, οι παραλείψεις αυτές δεν εμποδίζουν την ουσιαστική της έρευνα, προκειμένου, αν η νομική της βασιμότητα δεν αναιρείται για άλλους λόγους, να διαπιστωθεί αν οφείλεται αποζημίωση για μερική απώλεια, η οποία ως έλασσον εμπεριέχεται στο μείζον αίτημά της. Στην περίπτωση αυτή η αποζημίωση θα είναι πλήρης, υπό την έννοια ότι θα καλύπτει τη (μερική) ζημία στο σύνολό της και μέχρι το ύψος του ασφαλιστικού ποσού. Τούτο, όμως, ισχύει μόνον εφόσον ενάγων της αγωγής αυτής είναι ο λήπτης της ασφαλίσεως – πλοιοκτήτης του ασφαλισμένου πλοίου. Τα πράγματα διαφοροποιούνται στην περίπτωση εναγωγής του ασφαλιστή από τον ενυπόθηκο δανειστή του πλοιοκτήτη και εκδοχέα των απαιτήσεών του στο ασφάλισμα. Πράγματι, ο τελευταίος δεν μπορεί να αξιώσει από τον ασφαλιστή ολόκληρο το ασφάλισμα, αν η απαίτησή του κατά του ασφαλισμένου πλοιοκτήτη, που απορρέει από την μεταξύ τους έννομη σχέση, δεν το υπερβαίνει. Τούτο είναι συνεπές προς την αποζημιωτική αρχή, κοινή και στο ελληνικό (βλ. αντί πολλών Α. Μπεχλιβάνη, Διάσταση μεταξύ ασφαλιστικού ποσού και ασφαλιστικής αξίας στη χερσαία ασφάλιση ζημίας, 2015, σελ. 56) και στο αγγλικό δίκαιο (Lowry John/Rawlings Philip/Merkin Robert, Insurance Law: Doctrines and Principles, 2011, σελ. 322 επομ., Birds John, Birds’ Modern Insurance Law, 2007, σελ. 292) βασική έννοια της ιδιωτικής ασφάλισης, που σημαίνει ότι η ασφαλιστική σύμβαση δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον πορισμό κέρδους και ότι απαγορεύεται ο πλουτισμός τόσον του λήπτη της ασφαλίσεως, ο οποίος αποζημιώνεται μόνον για ό,τι έχασε (ΜονΕφΘεσ. 154/2015, ΕπισκΕΔ 2015/265), όσον και του εκδοχέα και δανειστή του, η απαίτηση του οποίου στο ασφάλισμα περιορίζεται στο ύψος του υπολοίπου της δανειακής οφειλής του πλοιοκτήτη – ενυπόθηκου οφειλέτη – κατά τη χρονική στιγμή επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και τούτο εφόσον η απαίτηση αυτή του έχει εκχωρηθεί. Με δεδομένο ότι καταρχήν ο υποθηκικός οφειλέτης – πλοιοκτήτης έχει υποχρέωση αποκαταστάσεως της μερικής ζημίας του πλοίου στα πλαίσια της τακτικής εκμεταλλεύσεώς του, σε περίπτωση παραβιάσεως της οποίας ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να καταγγείλει την πιστωτική σύμβαση, ο τελευταίος καθίσταται, κατά το αγγλικό δίκαιο, δικαιούχος του ασφαλίσματος στις περιπτώσεις της ολικής απώλειας (total loss) και του μείζονος δυστυχήματος (major casualty), καθώς και για κάθε αξίωση μετά την καταγγελία του δανείου (Γ. Θεοχαρίδης, Ασφάλιση συμφερόντων ενυπόθηκου δανειστή πλοίου, σε ΕΝαυτΔ 2008/79 επομ. [94]). Επίσης, όταν ασφαλισμένος επιλέγει να εγκαταλείψει το ασφαλισμένο πράγμα στον ασφαλιστή, οφείλει να δώσει δήλωση εγκαταλείψεως. Εάν παραλείψει να το πράξει, η απώλεια δύναται να εκληφθεί μόνο ως μερική απώλεια. Η δήλωση εγκαταλείψεως δύναται να δοθεί εγγράφως ή προφορικώς ή εν μέρει εγγράφως και εν μέρει προφορικώς και δύναται να δοθεί με οποιουσδήποτε όρους, οι οποίοι καταδεικνύουν την πρόθεση του ασφαλισμένου να εγκαταλείψει άνευ όρων το ασφαλισμένο πράγμα στον ασφαλιστή. Η δήλωση εγκαταλείψεως πρέπει να δοθεί με τη δέουσα επιμέλεια, μετά τη λήψη βασίμων πληροφοριών περί της απωλείας. Αλλά όταν οι πληροφορίες είναι αμφιβόλου χαρακτήρα, ο ασφαλισμένος δικαιούται ευλόγου χρόνου να διενεργήσει έρευνες. Όταν η δήλωση εγκαταλείψεως δίδεται κατά τον δέοντα τρόπο, τα δικαιώματα του ασφαλισμένου δεν παραβλάπτονται εκ του γεγονότος ότι ο ασφαλιστής αρνείται να αποδεχθεί την εγκατάλειψη. Η αποδοχή της εγκαταλείψεως δύναται να είναι είτε ρητή είτε συναγομένη από τη συμπεριφορά του ασφαλιστή. Η απλή σιωπή του ασφαλιστή μετά τη δήλωση δεν αποτελεί αποδοχή. Εάν η δήλωση εγκαταλείψεως γίνει αποδεκτή, η εγκατάλειψη καθίσταται ανέκκλητη. Η αποδοχή της δηλώσεως αποτελεί πλήρη απόδειξη συνομολογήσεως της ευθύνης για την απώλεια και για την επάρκεια της δηλώσεως. Δήλωση της εγκαταλείψεως δεν χρειάζεται, εάν κατά το χρόνο που ο ασφαλισμένος λαμβάνει πληροφορίες για την απώλεια, δεν θα υπήρχε δυνατότητα οφέλους για τον ασφαλιστή, εάν είχε δοθεί δήλωση σ’ αυτόν. Ο ασφαλιστής δύναται να παραιτηθεί από την προς αυτόν δήλωση εγκαταλείψεως ( δήλωση εγκαταλείψεως – άρθρο 62 παρ. 1 – 7 Μ.Ι.Α. 1906 ), 12 ) Όπου υφίσταται έγκυρη εγκατάλειψη, ο ασφαλιστής δικαιούται να αναλάβει το συμφέρον του ασφαλισμένου σε οτιδήποτε δύναται να παραμείνει από το ασφαλισμένο πράγμα και όλα τα δικαιώματα κυριότητας που αφορούν σε αυτό ( συνέπειες εγκαταλείψεως – άρθρο 63 παρ. 1 Μ.Ι.Α. 1906 ), 13 ) Το ποσόν, το οποίο ο ασφαλισμένος δύναται να λάβει ως αποζημίωση για απώλεια κάτω από το ασφαλιστήριο, με το οποίο αυτός έχει ασφαλισθεί, στην περίπτωση μη αποτιμημένου ασφαλιστηρίου κατά την πλήρη έκταση της ασφαλιστέας αξίας ή στην περίπτωση αποτιμημένου ασφαλιστηρίου κατά την πλήρη έκταση της αξίας που έχει ασφαλισθεί με το ασφαλιστήριο, καλείται το μέγεθος ( ύψος ) της αποζημιώσεως ( έκταση της ευθύνης του ασφαλιστή για την απώλεια – άρθρο 67 παρ. 1 Μ.Ι.Α. 1906 ). Περαιτέρω, όσον αφορά την εξασφάλιση της ενάγουσας ως ενυπόθηκης δανείστριας με την εκχώρηση της απαιτήσεως της οφειλέτιδας της (….»  στο ασφάλισμα να σημειωθεί εδώ ότι η σύμβαση εκχωρήσεως της απαιτήσεως αυτής, που καταρτίσθηκε μεταξύ της εκχωρήτριας – πλοιοκτήτριας και της εκδοχέα – πιστώτριας της σε εκτέλεση της συμβατικής υποχρέωσης που με τη δανειακή σύμβαση η πρώτη ανέλαβε, διέπεται από το δίκαιο που οι συμβαλλόμενοι επέλεξαν ως εφαρμοστέο και συγκεκριμένα το ελληνικό. Το δίκαιο αυτό, όμως, θα ρυθμίσει μόνον τις μεταξύ τους σχέσεις και όχι τις σχέσεις μεταξύ του εκδοχέα και του οφειλέτη ή τους όρους με τους οποίους μπορεί να γίνει επίκληση της εκχώρησης έναντι του οφειλέτη, διότι η αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης, που δικαιολογεί την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου, δε μπορεί να οδηγήσει σε επιβολή υποχρεώσεων σε βάρος τρίτου μη συμβληθέντος, σύμφωνα με βασική αρχή του δικαίου της ιδιωτικής ασφάλισης, κατά την οποία με την εκχώρηση δε μπορεί να καταστεί επαχθέστερη η νομική θέση του οφειλέτη, κοινή τόσο στο ελληνικό (ΑΠ 208/2016, Ε7 2016/994, 1578, πρβλ Ζ. Παπασιώπη – Πασιά, Προβλήματα εφαρμοστέου δικαίου στη νόμιμη εκχώρηση. Η περίπτωση της ασφαλιστικής υποκατάστασης, 1981, σελ. 71), όσον και στο αγγλικό δίκαιο (Osborne David/Bowtle Graeme/Buss Charles, The law of Ship Mortgages, 2017, 16.5.1, σελ. 442, Beatson J./Burrows A./Cartwright J., Anson’s Law of Contract, 2016, ch. 22, σελ. 707, Harwood Stephenson, Shipping Finance, 2006, σελ. 225). Η αρχή αυτή αποτυπώνεται και στο άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού 593/2008, που ενώ στο σημείο 1 αυτού επιτρέπει στους συμβαλλομένους να καθορίσουν το δίκαιο που θα διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις, το έναντι αλλήλων κύρος της σύμβασης εκχώρησης και τις inter partes συνέπειες της ακυρότητάς της, εντούτοις, στο σημείο 2 και σε αρμονία προς το άρθρο 3 σημείο 2 εδαφ. β του ιδίου Κανονισμού, που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα, όταν ανακύπτει στο μεταγενέστερο χρονικό σημείο της μεταβολής του αρχικώς επιλεγέντος δικαίου, εξαιρεί από τη βούληση των συμβαλλομένων στην εκχώρηση το ζήτημα των προϋποθέσεων δέσμευσης του οφειλέτη της εκχωρούμενης απαίτησης και, προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματα του οφειλέτη, ορίζει ότι οι σχέσεις του με τον εκδοχέα και η ως προς αυτόν ισχύς της εκχωρήσεως διέπεται όχι από το δίκαιο που ρυθμίζει τη σύμβαση εκχωρήσεως αλλά από το δίκαιο το διέπον την απαίτηση που είναι αντικείμενο της εκχωρήσεως (Α. Αιμιλιανίδης, ο.π., § 14, σελ. 297, Α. Γραμματικάκη – Αλεξίου, ο.π., αρ. 113, σελ. 506, Α. Μεταλληνός, ο.π., αρ. 60, σελ. 69, Σ. Μεταλληνός, Η εκχώρησις κατά το ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, 1971, § 18, σελ. 128 επομ., Σπ. Βρέλλης, ο.π., § 7, σελ. 216, Beaumont P.R./McEleavy P.E., Private International Law, 2011, αρ. 10.260, σελ. 503, πρβλ τις παρομοίου περιεχομένου ρυθμίσεις της Διεθνούς Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για την εκχώρηση απαιτήσεων στο διεθνές εμπόριο, περί των οποίων βλ. Σπ. Βρέλλη, Κανόνες εφαρμοστέου δικαίου στη διεθνή σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εκχώρηση απαιτήσεων στο διεθνές εμπόριο, σε Τιμητικό Τόμο Κ. Μπέη, ΙΙΙ, 2003, σελ. 2041 επομ.). Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα του τρόπου με τον οποίον οι συνέπειες της εκχωρήσεως, δηλαδή η μεταβολή του προσώπου του δανειστή, δεσμεύουν τον οφειλέτη θα κριθεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά το δίκαιο που διέπει την εκχωρούμενη απαίτηση (ΕφΠειρ. 738/2008, ΠειρΝ 2008/58, Dicey, Morris and Collins on The Conflict of Laws, 2012, αρ. 24 – 062, σελ. 1361). Επομένως, δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση, κατά του ιστορούμενα στην αγωγή, εκχωρείται το σύνολο της ενοχικής απαίτησης στο ασφάλισμα, οφειλόμενο από ασφαλιστική σύμβαση διεπόμενη από το αγγλικό δίκαιο, το ζήτημα αν για την εξ αυτής δέσμευση του ασφαλιστή έναντι του εκδοχέα απαιτείται αναγγελία προς τον πρώτο της εκχωρήσεως θα κριθεί με βάση το δίκαιο αυτό. Βέβαια, το θέμα αυτό δεν αποκτά έννομη σημασία στην υπό κρίση περίπτωση κατά την οποία τα δίκαια που διέπουν αντιστοίχως τις συμβάσεις εκχώρησης και ασφάλισης θέτουν τις ίδιες προϋποθέσεις δέσμευσης του ασφαλιστή, απαιτούν δηλαδή αμφότερα αναγγελία της εκχωρήσεως προς αυτόν ή όταν οι προϋποθέσεις που κατά το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να πληρούνται για την δέσμευση του ασφαλιστή έναντι του εκδοχέα του ασφαλισμένου αποτελούν και συμβατικούς όρους κύρους της εκχωρήσεως (Osborne David/Bowtle Graeme/Buss Charles, ο.π., αρ. 16.11.2, σελ. 462). Κατά το ελληνικό δίκαιο η εκχώρηση αφορά την απαίτηση και όχι την όλη ασφαλιστική σχέση (Αθ. Κρητικός, σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ, τόμος ΙΙ, 1997, άρθρο 455, αρ. 39, σελ. 577) και ολοκληρώνεται με την αναγγελία της (άρθρο 460 ΑΚ) στον ασφαλιστή, που δεν χρειάζεται να συναινέσει, επιφέρει δε τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά από αυτήν καθίσταται ο μόνος δικαιούχος της και νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ο ίδιος και όχι ο εκχωρητής, ο ενοχικός δεσμός του οποίου με τον οφειλέτη έχει μετά την αναγγελία αποκοπεί (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1431/2015, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 528/2014, ΕΕμπΔ 2014/863 = ΔΕΕ 2015/36 = Ε7 2015/123 = Ε7 2017/270). Αντικείμενο της εκχωρήσεως μπορεί να είναι και μελλοντική απαίτηση, όπως συμβαίνει όταν η νομική βάση του δικαιώματος υφίσταται κατά το χρόνο της εκχωρήσεως αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμα αξίωση από το δικαίωμα αυτό ή όταν δεν έχει γεννηθεί ούτε η νομική βάση του δικαιώματος, υπάρχουν όμως ορισμένα στοιχεία, με την βοήθεια των οποίων μπορεί να εξατομικευτεί η απαίτηση, κατά την έκταση και το αντικείμενό της, στο χρόνο της γεννήσεώς της (ΑΠ 956/2015, ΑΠ 360/2014, ΑΠ 311/2011, ΜονΕφΠειρ. 615/2015, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά το αγγλικό δίκαιο η εκχώρηση της απαιτήσεως (assignment) υλοποιείται με περισσότερους τρόπους αλλά δεν παρέχει αγώγιμο δικαίωμα στον εκδοχέα σε όλες τις περιπτώσεις. Ειδικότερα, το κοινοδίκαιο (common law) κατά κανόνα δεν αναγνωρίζει την εκχώρηση συμβατικών απαιτήσεων και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται κατ’ αυτό μέσω άλλων θεσμών, όπως η αναδοχή χρέους (novation), στην οποία, όμως, μετέχει υποχρεωτικά και ο οφειλέτης της παροχής (Bennet Howard, ο.π., αρ. 20.12, σελ. 602) ή η εξουσιοδότηση προς είσπραξη (letter of attorney). Στο θετικό δίκαιο (statutory law) η γενική διάταξη που ρυθμίζει την εκχώρηση συμβατικών απαιτήσεων είναι αυτή του s. 136 του Νόμου περί Περιουσίας του 1925 (Law of Property Act, στο εξής LPA 1925), όπως σήμερα ισχύει τροποποιημένος, που προβλέπει ότι η εκχώρηση μιας απαίτησης είναι νόμιμη (legal assignment) όταν είναι α] απόλυτη (absolute), υπό την έννοια ότι αντικείμενό της είναι το σύνολο της απαιτήσεως και όχι μέρος της (Harwood Stephenson, ο.π., σελ. 227 – 228, Stone Richard, The Modern Law of Contract, 2005, αρ. 6.2.1, σελ. 175), για τη μεταβίβαση της οποίας μάλιστα δεν απαιτείται η παροχή ανταλλάγματος (consideration) εκ μέρους του εκδοχέα (McKendrick Ewan, Contract Law, 2005, σελ. 1208), β] απαλλαγμένη από όρους, αιρέσεις ή προθεσμίες (unconditional), γ] έγγραφη, χωρίς, όμως, να απαιτείται η τήρηση ιδιαίτερου τύπου και εφόσον δ] γίνει γραπτή αναγγελία της στον οφειλέτη της εκχωρούμενης απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική υπό τον όρο, όμως, ότι είναι επαρκώς προσδιορισμένη (Goode Roy, Legal Problems of Credit and Security, 2003, αρ. 3 – 11). Εκχώρηση που πληροί τις προϋποθέσεις αυτές είναι έγκυρη και αναπτύσσει ενέργεια από τη λήψη της αναγγελίας από τον οφειλέτη. Εφεξής ο εκδοχέας μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη, ο εκχωρητής χάνει το σχετικό δικαίωμά του και δεν μπορεί να συμμετάσχει στη σχετική με την οφειλή δίκη, ενώ και ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται καταβάλλοντας στον εκχωρητή (Furmston Michael, Law of Contract, 2007, σελ. 1412). Εφόσον οι όροι αυτοί δεν πληρούνται, η εκχώρηση πάσχει, μπορεί, όμως, να ισχύσει ως εκχώρηση του δικαίου της επιείκειας (equity) [Chitty Joseph/Beale H. G, Chitty on contracts, 2004, σελ. 1171 – 1172]. Για μια τέτοια εκχώρηση (equitable assignment) αρκεί για τη μεταβίβαση της απαιτήσεως η απλή συμφωνία μεταξύ του εκχωρητή και του εκδοχέα, χωρίς να προσαπαιτείται αναγγελία της εκχωρήσεως στον οφειλέτη. Πέραν των ανωτέρω γενικών προβλέψεων, διατάξεις σχετικές με την εκχώρηση περιλαμβάνονται και στο s. 51 ΜΙΑ 1906, στις οποίες ρυθμίζονται, κατά τρόπο εναλλακτικό (Williams v Atlantic Assurance Ltd [1932], QB, l, Lloyds’ Rep. 206) έναντι του LPA 1925, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες με ειδικές συμφωνίες ή ρήτρες στο ασφαλιστήριο είναι δυνατή η εκχώρηση, αφενός, του ναυτασφαλιστηρίου στο σύνολό του, οπότε ο εκδοχέας δικαιούται να ασκήσει αγωγή στο δικό του όνομα και, αφετέρου, του ασφαλιστικού συμφέροντος, η εκχώρηση δε αυτή μπορεί να γίνει είτε πριν είτε μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, χωρίς να απαιτείται αναγγελία της στον ασφαλιστή (Osborne David/Bowtle Graeme/Buss Charles, ο.π., 16.5.3, σελ. 443). Η συνηθέστερη αιτία για την οποία μία εκχώρηση ισχύει ως equitable και όχι ως legal assignment εντοπίζεται στην έκταση της δι’ αυτής μεταβιβάσεως της εκχωρούμενης απαίτησης στον εκδοχέα. Ειπώθηκε ήδη ότι κατά τον LPA 1925 η εκχώρηση πρέπει να είναι απόλυτη και όχι μερική, υπό την έννοια ότι ο εκχωρητής απεκδύεται του συνόλου των δικαιωμάτων του από την ασφαλιστική σύμβαση. Αυτό δεν συμβαίνει όταν ο ασφαλισμένος διατηρεί και μπορεί να ασκήσει ορισμένες αξιώσεις από το ασφαλιστήριο. Το ίδιο ισχύει και κατά τον ΜΙΑ 1906, καθώς και υπ’ αυτόν δεν παράγει αποτέλεσμα η εκχώρηση που αφορά μέρος μόνον του χρέους του ασφαλιστή (Raiffeisen Zentralbank Osterreich AG v Five Star General Trading (The Mount I) [2001], EWCA Civ 68 [2001] = 1 Lloyds’ Rep. 597, First National Bank of Chicago v West of England Shipowners Mutual Protection and Idemnity Association (Louxembourg) (The Evelpidis Era) [1981], 1 Lloyds’ Rep. 54). Η βασική διαφορά των συνεπειών της legal assignment από την equitable assignment έγκειται στο ότι, αν η εκχώρηση είναι πλήρης, παρέχεται στον εκδοχέα δικαίωμα να στραφεί κατά του ασφαλιστή με αγωγή στο δικό του όνομα (s. 136 LPA 1925 και s. 50 § 2 ΜΙΑ 1906), χωρίς στη σχετική δίκη να είναι αναγκαία η συμμετοχή του εκχωρητή. Σε κάθε διαφορετική περίπτωση ο εκδοχέας δε νομιμοποιείται να ασκήσει μόνος την αγωγή εκπληρώσεως κατά του οφειλέτη αλλά υποχρεούται να προσεπικαλέσει τον εκχωρητή (Bennett Howard, ο.α.α., αρ. 20.12. σελ. 602, Απ. Μάνθος, Η σύμβαση υπέρ τρίτου στο ελληνικό και το αγγλικό δίκαιο, 2012, αρ. 7.18, σελ. 118, Γ. Γεωργιάδης, Η εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης, 2006, σελ. 48). Παρά ταύτα, τα αγγλικά δικαστήρια συνήθως δεν εμμένουν στη διαδικαστική προϋπόθεση της συμμετοχής του εκχωρητή στη δίκη, όταν κρίνουν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σύγκρουσης των συμφερόντων του με εκείνα του ενάγοντος εκδοχέα (Kapoor v National Westminster Bank Plc and Another [2011]  EWCA Civ 1083 = [2012] 1 All ER 1201 = [2011] NPC 97 = [2012] Bus LR D25 = [2011] BPIR 1680 (CA), Bexhill (UK) Ltd v Razzaq [2012] EWCA Civ 1376 (CA), Raiffeisen Zentralbank Osterreich AG v Five Star General Trading [2001], ο.π., Three Rivers DC v Governor of the Bank of England [1996], 3 All ER 558, Central Insurance Co Ltd v Seacalf Shipping Corp. (The Aiolos) [1983], 2 Lloyds’ Rep. 25 (CA), βλ. και Bennet Howard, ο.α.α, υποσ. 21, Osborne David/Bowtle Graeme/Buss Charles, ο.π., 16.5.15, σελ. 450, υποσ. 139). Πάντως, η υποχρεωτική συμμετοχή του εκχωρητή στη δίκη αποτελεί συνέπεια της ισχύουσας στο αγγλικό δίκαιο αρχής της σχετικότητας των ενοχών (privity of contracts), που εφαρμόζεται και στις ασφαλιστικές συμβάσεις και σημαίνει ότι όφελος από την υπόσχεση του ασφαλιστή ότι θα αποκαταστήσει τη ζημία αποκτά καταρχήν μόνον ο αντισυμβαλλόμενός του – ασφαλισμένος (Furmston Michael, ο.π., ch. 14, σελ. 572). Έτσι, η εκχώρηση, που κατευθύνει τον ασφαλιστή να πληρώσει τρίτο πρόσωπο, δεν απονέμει δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό έναντι του υποχρέου. Και ναι μεν η καταβολή στον τρίτο μπορεί να απαλλάξει τον ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, ενώ και η άρνηση καταβολής στον τρίτο μπορεί να συνιστά παράβαση (breach) της ασφαλιστικής σύμβασης παράγουσα δικαιώματα για τον ασφαλισμένο, όμως, ο τρίτος, επικαλούμενος μόνο τη σύμβαση εκχώρησης, δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του ασφαλιστή (Iraqi Ministry of Defence v Arcepey Shipping Co SA (The Angel Bell) [1979], 2 Lloyds’ Rep. 491, 497, Bennett Howard, ο.π., αρ. 20.01, σελ. 597) και σε κάθε περίπτωση δεν αποκτά δικαίωμα έναντι αυτού αν δεν του αναγγείλει την εκχώρηση. Κατά το αγγλικό δίκαιο, αναγγελία της εκχωρήσεως (notice of assignment) είναι αναγκαία για τη legal (υπό τον LPA 1925) εκχώρηση αλλά δεν απαιτείται για την εκχώρηση κατά τον ΜΙΑ 1906, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην equitable εκχώρηση (Furmston Michael, ο.π., ch. 16, σελ. 653). Στην πράξη, όμως, αναγγελία γίνεται σε κάθε μορφή εκχωρήσεως, προκειμένου, αφενός, να δεσμευθεί ο οφειλέτης (ασφαλιστής) να καταβάλει στον εκδοχέα (ενυπόθηκο δανειστή του ασφαλισμένου) και, αφετέρου, να κατοχυρώσει ο τελευταίος χρονική προτεραιότητα ικανοποιήσεώς του έναντι οποιουδήποτε άλλου μεταγενέστερου εκδοχέα (Pfeiffer Weinkellerei – Weineinkauf GmbH & Co v Arbuthnot Factors Ltd [1988] 1 WLR 150, Bennett Howard, ο.π., αρ. 20.13, σελ. 602). Τούτο συμβαίνει διότι η εκχώρηση δεν παράγει μεν, όπως εκτέθηκε, αποτέλεσμα έναντι του οφειλέτη μέχρι αυτός να λάβει notice of assignment αλλά από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής δεν μπορεί πλέον να καταβάλει στον ασφαλισμένο και αν το πράξει δεν απαλλάσσεται και κινδυνεύει να καταβάλει εκ νέου στον εκδοχέα (MacGillivray, ο.π., αρ. 20 – 41, σελ. 540). Αναγγελία συνιστά και το αίτημα της τράπεζας προς τον ασφαλιστή να σημειώσει το υποθηκικό συμφέρον της (Colonial Mutual General Insurance Co v ANZ Banking Group [New Zealand] Ltd [1995], 1 WLR 1140). Για το κύρος της αναγγελίας δεν απαιτείται η τήρηση ιδιαίτερου τύπου, όμως, αν η ασφαλιστική σύμβαση, όπως κατά κανόνα συμβαίνει, διέπεται από τις ρήτρες του Ινστιτούτου, το notice of assignment πρέπει να είναι έγγραφο και να υπογράφεται από τον εκχωρητή. Ο ενυπόθηκος δανειστής συνήθως προστατεύεται με ειδική ρήτρα, η οποία προβλέπει ότι το ασφάλισμα θα καταβληθεί σ’ αυτόν σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Πρόκειται για τη ρήτρα Loss Payable ή Payee Clause (στο εξής LPC), η οποία περιλαμβάνεται στη σύμβαση σύστασης της υποθήκης και αποτελεί συμφωνία μεταξύ του πλοιοκτήτη και του ενυπόθηκου δανειστή του σχετικά με τον τρόπο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης και τον καθορισμό του προσώπου του δικαιούχου του ασφαλίσματος (Osborne David/Bowtle Graeme/Buss Charles, ο.π., 16.8.2, σελ. 457, βλ. και Brown Robert., Dictionary of Marine Insurance Terms and Clauses, 1989, L 13). Στην απλή της μορφή (open clause) η ρήτρα αυτή προβλέπει μόνον ότι η ζημία θα πληρωθεί στον ενυπόθηκο δανειστή του ασφαλισμένου, τον οποίο και δεν καθιστά παρά μόνο υποδεικνυόμενο προς καταβολή πρόσωπο, χωρίς να του παρέχει αγώγιμο δικαίωμα έναντι του ασφαλιστή ούτε να τον καθιστά εκδοχέα της απαιτήσεως στο ασφάλισμα και χωρίς να τον προστατεύει ούτε έναντι άλλων διεκδικητών της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Για να ισχύσει και ως προς τον ασφαλιστή η μεταβολή του προσώπου του δικαιούχου της απαίτησης, η open LPC προβλέπει σε βάρος του ασφαλισμένου υποχρέωση αναγγελίας της στον ασφαλιστή, μετά την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής καθίσταται εκδοχέας της απαιτήσεως στο ασφάλισμα είτε κατά το νόμο (LPA 1925 ή ΜΙΑ 1906) είτε κατά το δίκαιο της equity, ανάλογα αν ο τελευταίος αποκτά το δικαίωμα συνολικά ή αν ο ασφαλισμένος του εκχωρεί ορισμένες μόνον αξιώσεις του αντίστοιχα (MacGillivray on Insurance Law, 2003, αρ. 20 – 41, σελ. 539 – 540). Αποτελεί πρακτική στις εκχωρήσεις των θαλασσίων ασφαλίσεων οι open LPC να προβλέπουν πληρωμή του συνόλου της αποζημιώσεως στον ενυπόθηκο δανειστή του πλοιοκτήτη σε περίπτωση ολικής απώλειας του πλοίου, ενώ επί μερικής ζημίας τίθεται χρηματικό όριο μέχρι του οποίου η καταβολή μπορεί να γίνει απευθείας στον ασφαλισμένο, τουλάχιστον μέχρι ο ενυπόθηκος δανειστής να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή ότι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος κατέστη υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τη δανειακή σύμβαση. Αν και τούτο προσκρούει στον LPA 1925 και στον ΜΙΑ 1906 και καθιστά equitable μια εκχώρηση  που μπορεί να σκοπήθηκε να είναι legal εντούτοις γίνεται δεκτό ότι με τη συμφωνία που περιέχεται σε μια τέτοια LPC ο ενυπόθηκος δανειστής παραιτείται από το δικαίωμά του στις μικρότερες του ορίου αξιώσεις και επιτρέπει στο δανειολήπτη – ασφαλισμένο να αποζημιωθεί έως το όριο αυτό, εφόσον το δάνειο δεν έχει κατά το χρόνο επελεύσεως της ασφαλιστικής περίπτωσης καταγγελθεί (Osborne David/Bowtle Graeme/Buss Charles, ο.π., αρ. 16.5.14, σελ. 450, βλ. και Γ. Θεοχαρίδη, ο.π., υποσ. 119). Συνήθως, η LPC επισυνάπτεται στο θαλάσσιο ασφαλιστήριο και η αναφορά σ’ αυτό του προσώπου του εκδοχέα, που κατονομάζεται στη ρήτρα, ισοδυναμεί με αναγγελία του προς τον ασφαλιστή. Στην περίπτωση αυτή, αν η εφαρμογή του δεν έχει συμβατικά αποκλειστεί, το δικαίωμα του εκδοχέα είναι αγώγιμο έναντι του οφειλέτη και δυνάμει του Contracts [Rights of Third Parties] Act 1999 (στο εξής C[RTP]A 1999], με τον οποίο εισάγεται στο αγγλικό δίκαιο εξαίρεση από την αρχή της privity, από το συνδυασμό της οποίας προς την αρχή του ανταλλάγματος (consideration, περί της οποίας βλ. Keenan Denis, Smith & Keenan’ s English Law, 1998, σελ. 201), απορρέει καταρχήν απαγόρευση της δικαστικής επιδίωξης της ικανοποίησης συμβατικών αξιώσεων εκ μέρους τρίτου προσώπου, που δεν μετείχε σε [ατύπως, δηλαδή όχι με συμβολαιογραφικό έγγραφο [not under deed), καταρτισθείσα] σύμβαση η οποία συνήφθη μεταξύ άλλων και δεν παρέσχε αντάλλαγμα για την υπόσχεση παροχής που έλαβε από έναν των συμβαλλομένων (βλ. σχετ. Israelson v Dawson [Port of Manchester Insurance Co Ltd, Garnishees (1932), 43 Ll. L. Rep. 401, Απ. Μάνθο, ο.π., αρ. 4.2, σελ. 69, Μ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, § 13, αρ. 11, σελ. 692, υποσ. 13). Ειδικότερα, στο s. 1 του C[RTP]A 1999 προβλέπεται ότι ο τρίτος αποκτά δικαίωμα από σύμβαση μεταξύ άλλων μόνον εφόσον α] τούτο προβλέπεται ρητά στη σύμβαση αυτών ή αυτή αποσκοπεί να προσπορίσει όφελος στον τρίτο και β] ο τρίτος κατονομάζεται ρητά ή η ταυτότητά του συνάγεται ευκρινώς. Επειδή στην εκχώρηση του ασφαλίσματος με LPC που επισυνάπτεται στην ασφαλιστική σύμβαση ο ενυπόθηκος δανειστής, προς όφελος του οποίου συνήφθη η ρήτρα loss payee, κατονομάζεται ως δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, μπορεί να εναγάγει τον ασφαλιστή που αρνείται την καταβολή της σα να ήταν και ο ίδιος συμβαλλόμενος (Bennett Howard, ο.π., αρ. 20.05, σελ. 599, Osborne David/Bowtle Graeme/Buss Charles, ο.π., αρ. 16.8.2, σελ. 457), δεδομένου, επιπλέον, ότι αναφορικά με το αντικείμενο της ασφάλισης, δηλαδή το πλοίο, του οποίου χρηματοδότησε την αγορά, ο loss payee έχει αξιώσεις προς απόδοση του δανείου και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα έλλειψης consideration (Beatson J./Burrows A./Cartwright J., ο.π., σελ. 703, Henley Ch., Insurance, σε Merkin Robert, Privity of Contract, 2000, § 9.62, σελ. 213, Απ. Μάνθος, ο.π., αρ. 10.10, σελ. 176). Η συμπερίληψη της LPC στο ασφαλιστήριο θεωρείται τότε ως γνήσια σύμβαση υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή ως τρίτου, ο οποίος, όμως, υπόκειται σε όλες τις ενστάσεις του οφειλέτη κατά του δέκτη της υπόσχεσης (ασφαλισμένου – εκχωρητή) αλλά και αυτού του τελευταίου κατά του τρίτου (Merkin Robert, Colinvaux’s Law of Insurance, 2006, αρ. 9 – 43, σελ. 328, Bennett Howard, ο.π., αρ. 20.06, σελ. 600). Αντιτάσσεται, επομένως, στον ενυπόθηκο δανειστή η μη καταβολή του ασφαλίστρου εκ μέρους του ασφαλισμένου και, από την άποψη αυτή, ο υπέρ ου η (ασφαλιστική) σύμβαση τρίτος βρίσκεται στην ίδια νομική θέση με τον εκδοχέα κατά την equity (Bennett Howard, ο.π.). Εν όψει όλων των προαναφερομένων νομικών κανόνων και διατάξεων του αγγλικού νόμου, της αγγλικής νομολογίας και της τοιαύτης πρακτικής σχετικώς με τα θέματα της θαλάσσιας ναυτικής ασφαλίσεως, που αφορούν στη προκειμένη υπόθεση, η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη: α) για το αίτημα καταβολής αποζημίωσης λόγω τεκμαρτής απώλειας του σκάφους στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14 παρ.4, 21, 24, 27,, 42, 50, 55, 56, 57, 60, 61, 62, 63, 68, 78 του ΜΙΑ 1906, β) για το αίτημα καταβολής αποζημίωσης με βάση τη σύμβαση επιθαλάσσιας αρρωγής στηριζόμενη σε όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις του αγγλικού ουσιαστικού δικαίου, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 1,2,6,8,12,13 της Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου του έτους 1989 για την επιθαλάσσια αρωγή, γ) για την εκχώρηση που καταρτίσθηκε μεταξύ του εκχωρητή και του εκδοχέα στη διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, ενώ η ισχύς της εκχώρησης έναντι της εναγομένης διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και δη το άρθρο 1 του Contracts [Rights of Third Parties] Act 1999 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αγγλικού δικαίου περί εκχωρήσεως όπως εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη (ο από 12-3-2018 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στα έναντι τρίτων αποτελέσματα των εκχωρήσεων απαιτήσεων δεν εφαρμόζεται διότι δεν είχε παρέλθει η προθεσμία που τάσσει το άρθρο 15 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής με αποτέλεσμα να μην καταλαμβάνει την επίδικη εκχώρηση) και δ) ως προς το παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων υπερημερίας σε αυτές των άρθρων 345 ΑΚ (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 24 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, κατά την οποία «το δικαίωμα του αρωγού για τόκους σε κάθε πληρωμή αμοιβής που οφείλεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, θα καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους, που εδρεύει το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της υπόθεσης»), καθώς και στη διάταξη του άρθρου 35Α του Νόμου Supreme Court Act του 1981 (ονομαζόμενη πλέον «Senior Courts Act 1981») ως προς το τοκοφορία του κονδυλίου της αποζημίωσης για τεκμαρτή ολική απώλειας του σκάφους, κατά την οποία (διάταξη) το Δικαστήριο, εάν δεν υπάρχει συμβατική ρύθμιση και εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα, μπορεί να επιδικάσει  τόκους σε ποσοστό που θεωρεί δίκαιο, στο σύνολο ή μέρος της οφειλής και για το όλο ή μέρος του χρονικού διαστήματος από της ημερομηνίας της απώλειας ή βλάβης και μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως. Το σύνηθες στην πρακτική των αγγλικών Δικαστηρίων είναι να επιδικάζονται τόκοι από την ημερομηνία που τα χρήματα έπρεπε να έχουν καταβληθεί, επιδικάζεται δε συνήθως το εμπορικό επιτόκιο, δηλαδή το επιτόκιο, το οποίο ο ενάγων θα πλήρωνε για να δανεισθεί χρήματα και το οποίο δεν απέχει πολύ από το ποσοστό τόκου, το οποίο φέρουν οι δικαστικές αποφάσεις από την έκδοση τους (ΠΠρΠειρ 5046/2012, ΕΝΔ 2012/289, ΠΠρΠειρ 1336/1990, ΕΝΔ 19. 6, ΠΠρΠειρ 1545/1980, ΕΝΔ 9. 124). Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι τα παραπάνω αναφέρονται στο ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι τόκοι υπερημερίας, προκειμένου όμως, περί των τόκων επιδικίας, που αρχίζουν από το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση του ποσού που θα επιδικασθεί, αυτοί κρίνονται κατά το Δίκαιο του δικάζοντος Δικαστηρίου (lex fori) και στην προκειμένη περίπτωση, κατά το ελληνικό δίκαιο (άρθρο 346 ΑΚ – ΠΠρΠειρ 5046/2012, ΕΝΔ 2012/289, ΠΠρΠειρ 1336/1990, ΕΝΔ 19.6). Τέλος, η δικαστική δαπάνη κρίνεται με βάση το άρθρο 176 ΚΠολΔ, η οποία, ως δικονομικού περιεχομένου, είναι εφαρμοστέα ως lex fori. Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητά.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, συνομολογεί ρητώς (άρθρο 352 ΚΠολΔ) την κατάρτιση και της διάρκεια της ασφαλιστικής συμβάσεως ενώ, περαιτέρω, αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ειδικότερα, δε, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα: α) παραβίασε την υπέρτατη καλή πίστη και για το λόγο αυτό έχει νομίμως υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ασφάλισης με τις προτάσεις που κατέθεσε στις 17-7-2017 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης .../2017 αγωγής, β) ότι το αίτημα καταβολής αποζημίωσης ένεκα τεκμαρτής ολικής απώλειας της ασφαλισμένης φορτηγίδας είναι μη νόμιμο διότι αφενός το κόστος επισκευής δεν υπερβαίνει την ασφαλιστική του αξία, αφετέρου δεν προηγήθηκε έγκαιρη και άνευ όρων δήλωση εγκατάλειψης της στον ασφαλιστή, λόγω της καθυστερημένης δήλωσης και της ύπαρξης ναυτικής υποθήκης, γ) ότι η εκχώρηση προς την ενάγουσα δεν υπήρξε πλήρης και τελεία καθόσον δεν είχε εκχωρηθεί το σύνολο της ωφέλειας, αποτελώντας εκχώρηση κατά τον τρόπο αυτό εκχώρηση του κοινού δικαίου, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία την ενάσκηση της αγωγής από κοινού με την εκχωρήτρια, δ) ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια ως ασφαλισμένη, για την αξιοπλοϊα της φορτηγίδας, ε) ότι το κονδύλιο διάσωσης αποτελεί απλή δαπάνη ανέλκυσης και όχι αποτέλεσμα επιθαλάσσιας αρωγής λόγω της έλλειψης κινδύνου για το ασφαλισμένο πλωτό ναυπήγημα κατά την πραγματοποίηση της ανέλκυσης. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης, συνιστούν νόμιμες καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις, στηριζόμενες στις διατάξεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση και θα πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθούν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους.

Στο νόμο περί ναυτικής ασφάλισης (Marine Insurance Act) του 1906, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Aρθρο 56. Μερική και ολική απώλεια. Μία απώλεια δύναται να είναι ολική ή μερική. Κάθε απώλεια που δεν είναι ολική (απώλεια), όπως αυτή προσδιορίζεται παρακάτω στο παρόν, είναι μερική απώλεια. Η ολική απώλεια δύναται να είναι είτε πραγματική ολική απώλεια είτε τεκμαρτή ολική απώλεια …». «Aρθρο 60. (2) Ειδικότερα ολική τεκμαρτή απώλεια υφίσταται:… (ιι) Στην περίπτωση ζημίας στο πλοίο, όταν αυτό έχει τοιουτοτρόπως ζημιωθεί από ασφαλισμένο κίνδυνο, ώστε η δαπάνη επισκευής της ζημίας να υπερβαίνει την αξία του πλοίου ως επισκευασμένου …». «Aρθρο 61. Οπου υπάρχει τεκμαρτή ολική απώλεια ο ασφαλισμένος μπορεί είτε να θεωρήσει την απώλεια ως μερική απώλεια, ή να εγκαταλείψει το αντικείμενο της ασφάλισης στον ασφαλιστή και να θεωρήσει την απώλεια ως να ήταν πραγματική απώλεια». «Aρθρο 62. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου όταν ο ασφαλισμένος επιλέγει να εγκαταλείψει το ασφαλισμένο πράγμα στον ασφαλιστή οφείλει να δώσει δήλωση εγκαταλείψεως. Εάν παραλείψει να το πράξει η απώλεια δύναται να εκληφθεί μόνο ως μερική απώλεια. (2) Η δήλωση εγκαταλείψεως δύναται να δοθεί εγγράφως ή προφορικά ή εν μέρει εγγράφως και εν μέρει προφορικά και δύναται να δοθεί με οποιουσδήποτε όρους, οι οποίοι καταδεικνύουν την πρόθεση του ασφαλισμένου να εγκαταλείψει άνευ όρων το ασφαλισμένο συμφέρον του στο ασφαλισμένο πράγμα προς τον ασφαλιστή. (3) Η δήλωση εγκαταλείψεως πρέπει να δοθεί με τη δέουσα επιμέλεια, μετά τη λήψη βάσιμων πληροφοριών περί της απώλειας. Αλλά όταν οι πληροφορίες είναι αμφιβόλου χαρακτήρα ο ασφαλισμένος δικαιούται ευλόγου χρονικού διαστήματος να διενεργήσει έρευνες. (4) Οταν η δήλωση εγκαταλείψεως δίδεται κατά τον δέοντα τρόπο τα δικαιώματα του ασφαλισμένου δεν παραβλάπτονται εκ του γεγονότος ότι ο ασφαλιστής αρνείται ν` αποδεχθεί την εγκατάλειψη …». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, με σαφήνεια, ότι, ως τεκμαρτή ολική απώλεια, η οποία και ενδιαφέρει, εν προκειμένω, εκλαμβάνει η περίπτωση, κατά την οποία, η δαπάνη αποκαταστάσεως των, οφειλομένων σε ασφαλισμένο κίνδυνο, ζημιών υπερβαίνει την αξία του πλοίου ως επισκευασμένου και την αποτιμημένη με το ασφαλιστήριο αξία του. Εφόσον δε, συντρέχουν, κατά νόμο, οι προϋποθέσεις της, τεκμαρτής, ολικής απώλειας του ασφαλισμένου πράγματος, όπως αυτές περιγράφονται στο, προαναφερθέν, άρθρο 60 του ΜΙΑ 1906, ο ασφαλισμένος έχει τη διακριτική ευχέρεια είτε να θεωρήσει την απώλεια ως μερική ζημία και να επισκευάσει το ασφαλισμένο πράγμα, είτε να το εγκαταλείψει στον ασφαλιστή και να θεωρήσει τη ζημιά του ως, πραγματική, ολική απώλεια και να αξιώσει το ασφάλισμα, που οφείλεται σε περίπτωση ολικής του απώλειας. Στην, τελευταία, όμως, αυτή περίπτωση, η αξίωση για το ασφάλισμα τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ασφαλισμένος θα προβεί σε έγκαιρη εγκατάλειψη του, θεωρουμένου ως ολικώς, απολεσθέντος, πράγματος στον ασφαλιστή, προκειμένου ο τελευταίος, διά της διαθέσεως αυτού, να μειώσει το εύρος της δικής του ζημιάς. Όταν ο ασφαλισμένος επιλέξει να εγκαταλείψει το πράγμα στον ασφαλιστή, οφείλει να το πράξει με έγκαιρη κοινοποίηση δήλωσης εγκατάλειψης προς τον τελευταίο. Διαφορετικά, η ζημιά του χαρακτηρίζεται ως μερική. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, τα Αγγλικά δικαστήρια έκριναν ότι: «… ανεξάρτητα από το αν (η δήλωση εγκατάλειψης) δίδεται προφορικά ή γραπτά αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση να κοινοποιείται, κατά τρόπο ανενδοίαστο και με καθαρή διατύπωση, ότι ο ασφαλισμένος προσφέρεται να εγκαταλείψει στους ασφαλιστές όλα του τα συμφέροντα στο ασφαλισμένο πράγμα. Η εγκατάλειψη θα πρέπει να είναι άμεση και ρητή και η λέξη «εγκαταλείπω» θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να την κάνει αποτελεσματική …». Η δήλωση αυτή, περί εγκαταλείψεως του ασφαλισμένου πράγματος, πρέπει να δίδεται, κατά τις περιστάσεις, με την επίδειξη, εκ μέρους του ασφαλισμένου, της δέουσας επιμέλειας και εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, από τη λήψη, βάσιμων, πληροφοριών για τη φύση και την έκταση της ζημιάς. Αν οι πληροφορίες αυτές δεν εξικνούνται μέχρι πλήρους βεβαιότητας για τη έκταση της ζημιάς και τη φύση αυτής, ως συνεπαγόμενης ολική τεκμαρτή απώλεια του ασφαλισμένου πράγματος, παρέχεται από τις ως άνω διατάξεις, στον ασφαλισμένο, εύλογος χρόνος να προβεί, ο ίδιος και με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη, στις δέουσες έρευνες, προκειμένου να καταλήξει στην απόφαση του αν θα δηλώσει προς τον ασφαλιστή, ότι εγκαταλείπει σ` αυτόν το ασφαλισμένο πράγμα, ώστε, στη συνέχεια, να επιδιώξει το συμφωνηθέν ασφάλισμα, λόγω, τεκμαρτής, ολικής απώλειας αυτού ή όχι, ώστε να ζητήσει αποζημίωση για μερική ζημιά του. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, με βάση τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις του Αγγλικού δικαίου, τα δικαιώματα του ασφαλισμένου, τα οποία απορρέουν από τη δήλωση του, προς τον ασφαλιστή, περί εγκαταλείψεως, σ` αυτόν, του καταστραφέντος και ασφαλισμένου πράγματος και ειδικότερα η αξίωση αυτού να αποζημιωθεί λόγω τεκμαρτής, ολικής, απώλειας του πράγματος του, δεν παραβλάπτονται από την, τυχόν, άρνηση του ασφαλιστή να αποδεχθεί την εν λόγω δήλωση του ασφαλισμένου. Περαιτέρω, το αληθές περιεχόμενο των προαναφερθεισών διατάξεων του Αγγλικού δικαίου, περί έγκαιρης δήλωσης εγκατάλειψης, εκ μέρους του ασφαλισμένου, προς τον ασφαλιστή, του, θεωρουμένου ως ολικά καταστραφέντος, ασφαλισμένου, πράγματος και ο σκοπός (ratio) του Αγγλου νομοθέτη στην καθιέρωση στενών χρονικών ορίων αποσβεστικής προθεσμίας) για την κοινοποίηση μιας τέτοιας δήλωσης, όπου αυτή επιτρέπεται, από τις διατάξεις αυτές, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της τεκμαρτής ολικής απώλειας του ασφαλισμένου πράγματος αυτού, περιγράφεται, συνοπτικά, στις παρ. 1270 και 1271 του 2ου τόμου του νομικού συγγράμματος για το δίκαιο της θαλάσσιας ασφάλισης με τον τίτλο «Arnould`s Law of Marine durance and Average», 16η έκδοση, όπου, κατά την, προσκομιζόμενη από την εναγομένη, νόμιμη μετάφραση αυτού, αναφέρεται: «Επειδή το αποτέλεσμα της έγκυρης δήλωσης εγκατάλειψης είναι να δώσει στους ασφαλιστές τίτλο επί της εγκαταλειπόμενης περιουσίας (ή δυνατότητα διάσωσης) και επειδή η τελική αξία ενός τέτοιου περιουσιακού στοιχείου μπορεί να επηρεασθεί σημαντικά από τη σπουδή, με την οποία λαμβάνονται μέτρα προς υλοποίηση είτε της πώλησης είτε της ανάκτησης του, είναι προφανώς δίκαιο ότι ο ασφαλισμένος, εάν το εννοεί να εγκαταλείψει και με τον τρόπον αυτό να επιρρίψει την κυριότητα του ασφαλισμένου πράγματος στους ασφαλιστές, θα πρέπει να τους δώσει ειδοποίηση για την πρόθεση του να το πράξει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη λήψη πληροφοριών για την απώλεια, προκειμένου να μπορέσουν αυτοί (ασφαλιστές) να λάβουν άμεσα μέτρα για να μετατρέψουν το περιουσιακό στοιχείο που ρίφθηκε στα χέρια τους στην καλύτερη δυνατή οικονομική απόδοση …». Περαιτέρω, στην παρ. 1271 του ίδιου, ως άνω, συγγράμματος γίνεται αναφορά νομολογιακών δεδομένων, με βάση τα οποία το Ηouse of  Lords αποφάσισε ότι η κοινοποίηση δήλωσης εγκατάλειψης στον ασφαλιστή μέχρι και 5 ημέρες μετά τη γνώση του ασφαλισμένου για την «καταδίκη του πλοίου» ήταν καθυστερημένη, όπως επίσης, καθυστερημένη ήταν και η δήλωση εγκατάλειψης μετά την πάροδο 16-17 ημερών από την τελική γνώση του ασφαλισμένου για την κατάσταση του πλοίου, ενώ κρίθηκε, ως οριακά, εμπρόθεσμη η δήλωση εγκατάλειψης που δόθηκε στον ασφαλιστή μετά την πάροδο τριών ημερών, από την εκ μέρους του ασφαλισμένου γνώση της ζημιάς. Η ανωτέρω νομολογιακή θέση, περί του χρόνου της έγκαιρης δήλωσης εγκατάλειψης, πρέπει να σημειωθεί ότι, παγιώθηκε όταν, ήδη, ο μόνος τρόπος που μπορούσε ένας ασφαλισμένος πλοιοκτήτης να λάβει ειδήσεις για το πλοίο ήταν ο τηλέγραφος και το ταχυδρομείο και όχι τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, που εξασφαλίζουν, πλέον, την άμεση ειδοποίηση του ασφαλιστή, εκ μέρους του ασφαλισμένου, αφότου ο τελευταίος λάβει πλήρη και ασφαλή γνώση της κατάστασης του ασφαλισμένου πράγματος και, δη, ότι αυτό δεν επισκευάζεται και θεωρείται ότι έχει υποστεί ολική απώλεια. Τέλος, κατά το ίδιο σύγγραμμα, εάν ο ασφαλισμένος, μετά τη λήψη, από αυτόν πληροφοριών, που εξικνούνται μέχρι πλήρους βεβαιότητας για την έκταση της ζημιάς και τη φύση της, ως συνεπαγόμενης ολική, τεκμαρτή, απώλεια του ασφαλισμένου πράγματος, επιλέξει να καθυστερήσει, διαχειρίζεται την απώλεια, που έχει, ήδη, υποστεί ως μερική ζημία και δεν μπορεί, ακολούθως, να προβεί σε εγκατάλειψη του και να αξιώσει αποζημίωση για ολική απώλεια. […]

Από την υπ’ αριθ. …/12-7-2017 ένορκη βεβαίωση του … και την υπ’ αριθ. …/14-7-2017 ένορκη βεβαίωση του … που λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου (βλ. τις υπ’ αριθ. …/6-7-2017 και …/11-7-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …), τις υπ’ αριθ. …/2019 ένορκες βεβαιώσεις των… που λήφθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Κ. με επιμέλεια της εναγομένης κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των αντιδίκων (βλ. τις υπ’ αριθ. …/11-7-2017 και …/10-7-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …), καθώς και από τα  έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, επισημαίνοντας πως το αντικείμενο και το βάρος της απόδειξης καθορίζονται από το δίκαιο που διέπει την επίδικη έννομη σχέση, δηλαδή το αγγλικό, δεδομένου ότι αν η ουσία της διαφοράς επιβάλλει την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου, το ίδιο αλλοδαπό δίκαιο καθορίζει και ποια τα στοιχεία που θεμελιώνουν, καταλύουν το δικαίωμα ή αναστέλλουν την ισχύ του.: Η εταιρεία με την επωνυμία «….» είναι τεχνική – κατασκευαστική εταιρεία που δραστηριοποιείται στην κατασκευή έργων υποδομών. Στα πλαίσια της δραστηριότητας της ανέλαβε δυνάμει της από 11-2-2014 σύμβασης υπεργολαβίας που συνήψε με την εταιρεία «… (…» την κατασκευή από κοινού με την εταιρεία …. της επέκτασης του κρηπιδώματος του λιμένα … …υ συνιστώμενο από κυψελωτά κιβώτια (caissons). Στη συνέχεια τις ως άνω εργασίες κατασκευής και προμήθειας των υδατοστεγών κυτίων (caissons) ανέλαβε δυνάμει της από 21-2-2014 υπεργολαβικής σύμβασης έργου η εταιρεία «…» με έδρα τη … …υ, η οποία προς τον σκοπό εκτέλεσης του έργου μίσθωσε από την ενάγουσα εταιρεία στις 12-5-2014 την πλωτή δεξαμενή «…», με αριθμό νηολογίου …. Στις … 2015 και ενώ η προαναφερθείσα πλωτή δεξαμενή βρισκόταν σε λειτουργία από τον χειριστή της … για την κατασκευή και ανύψωση τσιμεντένιων υδατοστεγών κυτίων (caissons) στο λιμάνι της …, βυθίστηκε. Την πλωτή δεξαμενή είχε ασφαλίσει η ιδιοκτήτρια εταιρεία στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει του υπ’ αριθ. … ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 15-5-2014 έως 15-5-2015, με τις ρήτρες χρόνου (time) και σκάφους (hull) για ολική απώλεια (Total Loss Only), καλυπτόμενων εξόδων διάσωσης και αποφυγής μεγαλύτερου κινδύνου (Including Salvage, Salvage Charges And Sue and Labour) του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου (1/11/1995) [Institute Time Clauses – Hulls Total Loss Only, Including Salvage, Salvage Charges And Sue and Labour (cl. 289) dated 1/11/95), καθώς και τις ρήτρες Προστασίας και Αποζημίωσης (Protection and Indemnity) για σκάφος (Hull)  και χρόνο (Τime) του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου [Ιnstitute Protection & Indemnity Clauses Hulls – Time Clauses (1.2-1.2.4. deleted) up to Hull Value cl. 344/20.7.87] όπως τα παραπάνω με ρητή πρόβλεψη στο σώμα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ενσωματώνονται σε αυτό αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα του, με αποτιμημένη ασφαλιστέα αξία του πλωτού ναυπηγήματος ύψους 700.000 ευρώ. Ειδικότερα, η πλοιοκτήτρια εταιρεία υπέβαλε στην εναγομένη την πρόταση ασφαλίσεως επί συμπληρωμένης έντυπης φόρμας, στην οποία ανέφερε το γεγονός της ύπαρξης υποθήκης υπέρ της … Τράπεζας, σε απάντηση της οποίας η εναγομένη απέστειλε μέσω του γραφείου ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που την αντιπροσώπευε (Frontline Brokers Ltd) την από 14-5-2014 γραπτή προσφορά ασφάλισης. Τόσο στο ασφαλιστήριο που εκδόθηκε στις 23-5-2014 όσο και στην από 16-5-2014 βεβαίωσης ασφάλισης αναφέρεται ότι «η …. έχει όφελος στο ασφαλισμένο σκάφος ως ενυπόθηκη δανείστρια σύμφωνα με την σχετική ειδοποίηση εκχώρησης». Επίσης, στην υπ’ αριθ. …/6-12-2013 πράξη σύστασης προτιμώμενης ναυτικής υποθήκης υπέρ της … επί της επίδικης πλωτής δεξαμενής του συμβολαιογράφου Πειραιώς ...., που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της προερχόμενων από σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό με πιστούχο την πλοιοκτήτρια εταιρεία, αναφέρεται ότι «η Πλοιοκτήτρια εκχωρεί προς την αποδεχόμενη Τράπεζα όλα τα δικαιώματα της και όλες τις απαιτήσεις της από όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια… και εν γένει ασφαλίσεις συνδεόμενες με κινδύνους είτε θαλάσσιους είτε πολεμικούς κινδύνους…. Η Πλοιοκτήτρια αναλαμβάνει την υποχρέωση να υπογράψει κάθε έγγραφο ή σύμβαση σχετική με την τοιαύτη εκχώρηση ευθύς ως η τράπεζα το ζητήσει, συμπεριλαμβανομένης αναγγελίας της τοιαύτης εκχώρησης στην αγγλική με περιεχόμενο…». Επίσης, υποχρεώθηκε η πλοιοκτήτρια εταιρεία να ασφαλίζει την επίδικη πλωτή δεξαμενή με την υπόμνηση (όρος 5 του συμβολαίου) και την υποχρέωση όλα τα ασφαλιστήρια να εκδίδονται στο όνομα της (πλοιοκτήτριας) μετά μνείας της … ως ενυπόθηκης δανείστριας και να περιλαμβάνουν τη ρήτρα ότι σε περίπτωση ολικής απώλειας (Total Loss) κάθε ασφαλιστική αποζημίωση θα καταβάλλεται από τους ασφαλιστές απευθείας στην Τράπεζα, ενώ σε περίπτωση μερικής ζημίας οι απαιτήσεις μέχρι το ύψος των 50.000 δολ. ΗΠΑ θα καταβάλλονται στην πλοιοκτήτρια εταιρεία για επισκευές και σώστρα. Επομένως, η ενάγουσα ενυπόθηκη δανείστρια συμπεριέλαβε στη σύμβαση σύστασης υποθήκης ειδική ρήτρα, η οποία προβλέπει ότι το ασφάλισμα θα καταβληθεί σ’ αυτήν σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. (ρήτρα Loss Payable, στο εξής LPC). Η ρήτρα αυτή, που αποτελεί συμφωνία μεταξύ της πλοιοκτήτριας και της ενάγουσας (ενυπόθηκης δανείστριας), προβλέπει μόνον ότι η ζημία θα πληρωθεί στην ενυπόθηκη δανείστρια του ασφαλισμένου, την οποία και δεν καθιστά παρά μόνο υποδεικνυόμενο προς καταβολή πρόσωπο, χωρίς να της παρέχει αγώγιμο δικαίωμα έναντι της ασφαλίστριας (εναγομένης) ούτε να την καθιστά εκδοχέα της απαιτήσεως στο ασφάλισμα. Ωστόσο, η επισύναψη της ως άνω ρήτρας LPC στο επίδικο θαλάσσιο ασφαλιστήριο και η αναφορά σ’ αυτό του προσώπου του εκδοχέα, δηλαδή της ενάγουσας, που κατονομάζεται στη ρήτρα, ισοδυναμεί με αναγγελία προς τον ασφαλιστή, με αποτέλεσμα να ισχύει εφεξής και ως προς τον ασφαλιστή η μεταβολή του προσώπου του δικαιούχου της απαίτησης. Επομένως, μετά την αναγγελία της σχετικής ρήτρας, γεγονός που αποδεικνύεται, όπως ήδη εκτέθηκε, από την αναγραφή της στο σώμα του ασφαλιστηρίου και στη βεβαίωση ασφάλισης, η ενάγουσα κατέστη εκδοχέας της απαιτήσεως στο ασφάλισμα. Σημειωτέον, ότι εφόσον δεν έχει συμβατικά αποκλειστεί με ρητό τρόπο η δυνατότητα εκχώρησης (ρήτρα 14 Institute Time ClausesHulls Total Loss Only) το δικαίωμα της ενάγουσας ως εκδοχέα είναι αγώγιμο έναντι της εναγομένης δυνάμει του «Contracts [Rights of Third Parties] Act 1999» (στο εξής C[RTP]A 1999], με τον οποίο εισάγεται στο αγγλικό δίκαιο εξαίρεση από την αρχή της σχετικότητας των ενοχών (privity) και την αρχή του ανταλλάγματος (consideration). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του C[RTP]A 1999 η ενάγουσα ως τρίτη απέκτησε δικαίωμα από σύμβαση μεταξύ άλλων, δηλαδή τη σύμβαση ασφάλισης, δεδομένου ότι τούτο προβλέπεται ρητά στη σύμβαση ασφάλισης (ρήτρα LPC) και η ενάγουσατρίτος έναντι της σύμβασηςκατονομάζεται ρητά. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση έλαβε χώρα εκχώρηση του ασφαλίσματος με τη χρήση της ρήτρας LPC που επισυνάπτεται στην ασφαλιστική σύμβαση και η ενάγουσα ως ενυπόθηκη δανείστρια, προς όφελος της οποίας συνήφθη η ρήτρα loss payee, μπορεί να εναγάγει την εναογμένη που αρνείται την καταβολή της σα να ήταν και η ίδια συμβαλλόμενη, δεδομένου μέχρι την άσκηση της αγωγής διατηρεί αξιώσεις ύψους 785.169,13 ευρώ από τη σύμβαση της πίστωσης, πλέον 606.803,81 ευρώ που έχει δεσμευθεί ως κάλυψη για την υπ’ αριθ. … εγγυητικής επιστολής της πιστούχου, και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής του ανταλλάγματος (consideration). Η συμπερίληψη της LPC στο επίδικο ασφαλιστήριο θεωρείται ως γνήσια σύμβαση υπέρ του της ενάγουσας ως τρίτης, η οποία βρίσκεται στην ίδια νομική θέση με τον εκδοχέα κατά το δίκαιο της επιείκειας (equity). Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν έλαβε χώρα εκχώρηση κατά το νόμο (LPA 1925 ή ΜΙΑ 1906) δεν ασκούν έννομη επιρροή οι ισχυρισμοί της εναγομένης ως προς το αν η ενάγουσα αποκτά το δικαίωμα συνολικά ή αν υπήρξε υπήρξε η εκχώρηση α] απόλυτη (absolute), υπό την έννοια ότι αντικείμενό της είναι το σύνολο της απαιτήσεως και όχι μέρος της, β] απαλλαγμένη από όρους, αιρέσεις ή προθεσμίες (unconditional). Επίσης, δεδομένου ότι δεν εκτιμήθηκε ως εκχώρηση του δικαίου της επιείκειας (equity) είτε σύμφωνα με το άρθρο 51 ΜΙΑ 1906, δεν είναι αναγκαία η συμμετοχή στη προκειμένη δίκη του εκχωρητή, τον οποίο η ενάγουσα δεν απαιτείτο να προσεπικαλέσει, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης ως μη νόμιμου. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν εκτιμάτο ως εκχώρηση του δικαίου της επιείκειας δεν θα απαιτείτο η συμμετοχή του εκχωρητή στη δίκη, διότι δεν υφίσταται κίνδυνος σύγκρουσης των συμφερόντων του με εκείνα της ενάγουσα εκδοχέα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο ως άνω ασφαλιστήριο (όρος 6.2.2. Institute Time Clauses) είχε συμπεριληφθεί ως ασφαλιστέος κίνδυνος η αμέλεια του πληρώματος (inchmaree/negligence clause) υπό την προϋπόθεση ότι η ολική απώλεια δεν οφείλεται στη έλλειψη της δέουσας επιμέλειας την οποία όφειλε να επιδείξει ο ασφαλισμένος υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις (due diligence proviso). Η εν λόγω πλωτή δεξαμενή κατά το χρόνο της επίδικης ασφάλισης της διατηρούσε την κλάση της «Η-100-Β, γεγονός που πιστοποιείται από νηογνώμονα (βλ. το από 12-3-2013 υπ’ αριθ. … πιστοποιητικό κλάσης του Διεθνούς Γραφείου Επιθεωρήσεων Πλοίων – I.N.S.B. καθώς και την από 18-2-2015 βεβαίωση του). Επίσης, κατά τον προασφαλιστικό έλεγχο που πραγματοποίησε υπάλληλος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, διαπιστώθηκε ότι η πλωτή δεξαμενή, παρά την παλαιότητα της, βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγομένης ως προς την ακαταλληλότητα (unseaworthiness) της πλωτής δεξαμενής δεν επιβεβαιώνονται. Περαιτέρω, από την ένορκη προανακριτική κατάθεση του χειριστή της πλωτής δεξαμενής …, προέκυψε ότι η βύθιση της οφείλεται σε αμέλεια του. Ειδικότερα, στις 22-1-2015 και περί ώρα 11:00 το πρωί ξεκίνησε η διαδικασία ερματισμού της πλωτής δεξαμενής, προκειμένου να βυθιστεί και να αποκολληθεί το κιβώτιο από ενισχυμένο σκυρόδεμα (caisson) από την πλατφόρμα. Περί ώρα 13:00 και ενώ η δεξαμενή είχε βυθισθεί σε κατάλληλο βάθος 4.60 μ., το caisson δεν αποκολλήθηκε και για το λόγο αυτό ο χειριστής της διέκοψε τη λειτουργία των αντλιών πλήρωσης των δεξαμενών και ειδοποίησε τηλεφωνικώς την υπεύθυνο μηχανικό … αναμένοντας οδηγίες. Μετά την παρέλευση είκοσι λεπτών από το κιβώτιο (caisson) αποκολλήθηκε, ωστόσο, η πλωτή δεξαμενή έλαβε έμπλωρη κλίση. Ο χειριστής της … τότε συνηδειτοποίησε πως ενώ είχε διακόψει τη λειτουργία των αντλιών πλήρωσης, εντούτοις δεν είχε κλείσει τις σχετικές ηλεκτροβαλβίδες (επιστόμια) με αποτέλεσμα να εισρεύσει στις δεξαμενές έρματος μεγαλύτερη ποσότητα νερού από το επιτρεπόμενο και να βυθισθεί. Επομένως, η βύθιση της πλωτής δεξαμενής οφείλεται σε αμέλεια που επέδειξε ο χειριστής της. Ο έλεγχος της ποσότητας έρματος με τη χρήση αναλογικών οργάνων δεν καθιστά ακατάλληλη για το συγκεκριμένο σκοπό την πλωτή δεξαμενή, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την επιτυχή κατασκευή οκτώ κιβωτίων από σκυρόδεμα (caisson), χωρίς να ανακύψει οποιοδήποτε πρόβλημα. Εξάλλου, εφόσον η ασφαλιστική εταιρεία έκρινε ότι η πλωτή δεξαμενή με τον εξοπλισμό που έφερε δεν ήταν κατάλληλη για την πραγματοποίηση του συγκεκριμένου έργου όφειλε να το επισημάνει στον προασφαλιστικό έλεγχο και να αρνηθεί την ασφάλιση της. Συνεπώς, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα κρύφιου ελαττώματος, το οποίο δυσχερώς γίνεται αντιληπτό κατά τον έλεγχο της πλωτής δεξαμενής, δεν αποδεικνύεται ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία προέβη στην αθέτηση του καθήκοντος της υπέρτατης καλής πίστης και της επίδειξης της δέουσας επιμέλειας υπό της συγκεκριμένες συνθήκες. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο χειριστής της πλωτής δεξαμενής διέθετε τις απαιτούμενες γνώσεις και τεχνικές δεξιότητες για τον χειρισμό της, δεδομένου, όπως ήδη εκτέθηκε, είχε ήδη ολοκληρώσει επιτυχώς την κατασκευή οκτώ κιβωτίων από σκυρόδεμα. Διέθετε, εξάλλου, την απαιτούμενη εμπειρία, καθόσον εργαζόταν ως χειριστής της πλωτής δεξαμενής τα τελευταία πέντε έτη πριν το διερευνώμενο ατύχημα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι επειδή η πλωτή  η πλωτή δεξαμενή αποτελεί πλωτό – βοηθητικό ναυπήγημα (άρθρο 4 ΚΔΝΔ), εφαρμόζονται επ’ αυτού συγκεκριμένες διατάξεις του ΚΔΝΔ καθώς και του ΚΙΝΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 457/1976 «Επί   των  πλωτών  ναυπηγημάτων  του  άρθρου  1  του  παρόντος εφαρμόζονται ωσαύτως αι διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 περ. β`  και  54 του δια του Ν.Δ. 187/1973 κυρωθέντος Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου». Περαιτέρω, με το άρθρο  1 του ιδίου νόμου «Επί  πλωτών  ναυπηγημάτων   ολικής   χωρητικότητος   μείζονος   των  πεντακοσίων κόρων ή εκτοπίσματος μείζονος, κατά τα υπό της Επιθεωρήσεως Εμπορικών  Πλοίων  αξιούμενα  στοιχεία,  των  χιλίων  τόνων, τυγχάνουν αναλόγου εφαρμογής και  αι  διατάξεις  των  πρώτου,  δευτέρου,  ογδόου, ενάτου  και  δεκάτου,  τίτλων  του  κυρωθέντος  δια του Νόμου 3816/1958 “Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου”. Επομένως, για το πλωτό ναυπήγημα πρέπει να τηρείται μόνο πιστοποιητικό καταμετρήσεως και όχι ναυτολόγιο ούτε τα λοιπά ναυτιλιακά έγγραφα. Κατόπιν τούτου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο χειριστής της πλωτής δεξαμενής όφειλε να έχει λάβει πιστοποιητικό ναυτικών σπουδών δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι δεν νοείται ναυτολόγηση πληρώματος επί των πλωτών ναυπηγημάτων. Συνεπώς, ο χειριστής της πλωτής δεξαμενής απαιτείται να διαθέτει την εμπειρία και τις γνώσεις για τον χειρισμό της, χωρίς να εμπίπτει στην έννοια του πληρώματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία κατόπιν υπόδειξης από την αρμόδια Λιμενική Αρχή της …, προκειμένου να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για την αποσόβηση περαιτέρω ζημιών στη πλωτή δεξαμενή, υπέγραψε με την εταιρεία «…» την από 23-1-2015 προδιατυπωμένη φόρμα που εκδίδει ο ασφαλιστικός οργανισμός «Lloyd’s» του Λονδίνου (Lloyd’ s Standard Form of Salvage Agreement – L.O.F.) που χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις θαλάσσιας αρωγής και διάσωσης, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ανέλκυση της πλωτής δεξαμενής. Πράγματι η πλωτή δεξαμενή ανελκύσθηκε από την προαναφερθείσα εταιρεία στις 18-2-2015 και μετά την απάντληση του θαλασσινού νερού από τις δεξαμενές έρματος επιθεωρήθηκε από τον τεχνικό σύμβουλο της πλοιοκτήτριας εταιρείας …, ο οποίος συνέταξε την από 15-4-2015 τεχνική έκθεση του. Σύμφωνα με το πόρισμα της έκθεσης αυτής, της οποίας τα συμπεράσματα υιοθετούνται στο δικόγραφο της αγωγής, για την επισκευή της πλωτής δεξαμενής απαιτείται το συνολικό ποσό των 908.930 ευρώ, συνυπολογιζομένου ποσοστού 10% για επισκευές που δεν έχουν προβλεφθεί. Τα επιμέρους κόστη αναλύονται ως ακολούθως: 1) για τη ρυμούλκηση του πλωτού από τη … στον Πειραιά και αντίστροφα απαιτείται το ποσό των 166.000 ευρώ, 2) για δεξαμενισμό διάρκειας έξι ημερών το ποσό των 20.000 ευρώ, 3) για ελασματουργικές εργασίες στον πυθμένα και τα κιγκλιδώματα το ποσό των 5.000 ευρώ, 4) για εργασίες καθαρισμού, αμμοβολή και βαφή το ποσό των 46.000 ευρώ, 5) για πρακτορειακά δικαιώματα επί τη βάσει 90 ημερών, χρήση ρυμουλκών για 4 ώρες για τη πρόσδεση και απομάκρυνση μετά το πέρας των εργασιών το ποσό των 33.000 ευρώ, 6) για την αμοιβή του επιβλέποντα τις εργασίες επισκευής από 22 Ιανουαρίου έως 20 Φεβρουαρίου 2015 το ποσό των 71.400 ευρώ, 7) για αμοιβές νηογνώμονα το ποσό των 20.000 ευρώ, 8) για την αμοιβή μηχανικού ασφαλείας για 90 ημέρες το ποσό των 9.000 ευρώ, 9) για την αμοιβή χημικού μηχανικού για 90 ημέρες το ποσό των 2.400 ευρώ, 10) για μεταφορικά και χρήση γερανού 10.000 ευρώ, 11) για κόστος αντικατάστασης γεννητριών 75.500 ευρώ, 12) για αντικατάσταση του ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού 265.000 ευρώ, 12) για την αγορά δύο οικίσκων για γραφεία 17.500 ευρώ, 13) για αγορά εξοπλισμού που βρισκόταν στη πλωτή δεξαμενή την ώρα του ατυχήματος 26.600 ευρώ, 14) για αγορα ηλεκτρομαγνητικών βαλβίδων και κινητήρων 39.500 ευρώ και για την εργασία αντικατάστασης τους, την ολοσχερή επιδιόρθωση και επιθεώρηση αντλιών και βαλβίδων, την επανασύνδεση/εξάρμωση των βαρούλκων πρόσδεσης των υδραυλικών δεξαμενών και τον καθαρισμό και επανασύνδεση μετά την ολοκλήρωση των εργασιών το ποσό των 20.000 ευρώ και συνολικά 826.900 ευρώ. Το Δικαστήριο εκτιμά με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στη ναυτιλία, ότι η δαπάνη ρυμούλκησης της πλωτής δεξαμενής από τη … στον Πειραιά και αντιστρόφως είναι δικαιολογημένη λαμβάνοντας υπόψη την εξειδίκευση, τις τεχνικές γνώσεις και τον εξοπλισμό που παρέχεται στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Πειραιά (Περάματος). Εξάλλου, το κόστος αποκατάστασης των ζημιών της πλωτής δεξαμενής στη … θα είναι αυξημένο σε σχέση με τις δαπάνες που θα απαιτηθούν στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Πειραιά, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την προσφορά της εταιρείας … για την εγκατάσταση του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, όπου αναφέρεται ότι το κόστος των εργασιών και των υλικών επιβαρύνεται επιπλέον με το ποσό των 40.000 ευρώ εφόσον πραγματοποιηθούν στη …. Για την ρυμούλκηση του πλωτού σκάφους από τη … … μέχρι τον Πειραιά και αντίστροφα απαιτείται  το ποσό των 166.000 ευρώ, σύμφωνα με την από 8-4-2015 οικονομική προσφορά της εταιρείας «…», σε συνδυασμό με την αντίστοιχη από 12-3-2015 οικονομική προσφορά της εταιρείας συναφούς δραστηριότητας με την επωνυμία «…». Επίσης, η πλωτή δεξαμενή υπέστη στρέβλωση στη περιοχή της υπ’ αριθ. 9 δεξιάς δεξαμενής έρματος και συγκεκριμένα στο εμπρός δεξιό τμήμα στο έλασμα του παρατροπιδίου διαστάσεων 400 Χ 400 και σε βάθος 45 mm, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται ο δεξαμενισμός της και εν συνεχεία η αποκοπή του παραμορφωμένου τμήματος και η διενέργεια ελασματουργικών εργασιών για την επαναφορά του. Το κόστος των εργασιών αυτών ανέρχεται σε 20.000 ευρώ για τον δεξαμενισμό (βλ. την από 3-2-2015 οικονομική προσφορά του ναυπηγείου «…») και 3.000 ευρώ για τις ελασματουργικές εργασίες στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η αποκατάσταση του κιγκλιδώματος του δεξιού πύργου που παραμορφώθηκε κατά τη βύθιση της πλωτή δεξαμενής, απορριπτομένου ως υπερβολικού του υπερβάλλοντος ποσού. Περαιτέρω, λόγω της βύθισης του σκάφους οι τέσσερις πύργοι έπρεπε να καθαρισθούν να και βαφούν εσωτερικά και εξωτερικά. Το κόστος των εργασιών αυτών ανέρχεται σε 30.000 ευρώ, απομειωμένου του σχετικού κονδυλίου κατά το ποσό των 10.000 ευρώ, δεδομένου ότι στην από 10-3-2015 οικονομική προσφορά της εταιρείας «…» εκτιμάται το κόστος για τη συνολική αποκατάσταση της βαφής των πύργων, χωρίς να συνυπολογίζεται η φθορά που είχαν υποστεί οι πύργοι από το θαλασσινό νερό βυθιζόμενοι μέχρι ενός σημείου κατά την διαδικασία αποκόλλησης του τσιμεντένιου κιβωτίου (caisson). Το ύψος των δαπανών που απαιτούνται για λιμενικά τέλη, ρυμουλκά, πλοηγικά και τελωνειακά δικαιώματα και πρακτορειακή αμοιβή δεν αμφισβητείται από την εναγομένη ως προς την τιμολόγηση τους, παρά μόνον ως προς τη χρονική διάρκεια των επισκευών, το οποίο κρίνεται ότι θα διαρκέσει 90 ημέρες, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για την παραγγελία και παράδοση των απαιτούμενων ανταλλακτικών (βλ. την από 6-3-2015 προσφορά της … όπου αναφέρεται ότι απαιτούνται 10 εβδομάδες για την παράδοση των εργασιών μη συνυπολογιζόμενου των 3-4 εβδομάδων για το χρόνο παράδοσης των υλικών). Επομένως, το κονδύλιο των 33.000 ευρώ κρίνεται εύλογο. Για την επίβλεψη τόσο της ανέλκυσης της πλωτής δεξαμενής όσο και των εργασιών αποκατάστασης των ζημιών, ήτοι για χρονικό διάστημα 119 ημερών (90 ημέρες + 19 ημέρες) πρέπει να καταβληθεί αμοιβή ύψους 59.500 ευρώ (500 ευρώ Χ 119). Για την επιθεώρηση από το νηογνώμονα τόσο των ζημιών που προκλήθηκαν στη πλωτή δεξαμενή και όσο και της αποκατάσταση τους πρέπει να καταβληθεί εύλογη αμοιβή ύψους 6.000 ευρώ (1.500 ευρώ Χ 4 επιθεωρήσεις). Αντίστοιχα, για την αμοιβή τεχνικού ασφαλείας κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των επισκευαστικών εργασιών απαιτείται το ποσό των 9.000 ευρώ (90 ημέρες Χ 100 ευρώ), ενώ η αμοιβή χημικού μηχανικού για την έκδοση πιστοποιητικών gas free ανέρχεται σε 1.333 ευρώ  (80 ευρώ ημερησίως, ανά τριήμερο έλεγχο  Χ 50 ημέρες), λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν μόνο στη δεξαμενή 9 όπου εντοπίζεται η στρέβλωση και κατά συνέπεια για τις λοιπές ημέρες δεν απαιτείται ο έλεγχος των δεξαμενών έρματος. Επίσης για τη μεταφορά της πλωτής δεξαμενής και τη χρήση γερανού απαιτείται το ποσό των 8.000 ευρώ, όπως επιβεβαιώνεται (ως προς το κόστος) από τις τεχνικές εκθέσεις που προσκομίζει η εναγομένη. Επίσης, από τον προασφαλιστικό έλεγχο που διενήργησε στις 9-5-2014 για λογαριασμό της εναγομένης ο ναυπηγός μηχανικός ονόματι … αποδεικνύεται ότι η πλωτή δεξαμενή έφερε ηλεκτρογεννήτρια ισχύος 220 ΚVA, δύο ηλεκτρικές αντλίες με ικανότητα παροχής 500 κυβικών μέτρων ανά ώρα θαλασσίου έρματος προς τις σχετικές δεξαμενές, ηλεκτροϋδραυλικά βαρούλκα με τύμπανα εξοπλισμένα με συρματόσχοινα για την ασφαλή πρόσδεση της στις προβλήτες, σωληνώσεις διανομής (manifolds) του θαλασσίου έρματος προς τις δεξαμενές εξοπλισμένες με κατάλληλους ηλεκτρικούς διακόπτες (ηλεκτροβάνες) τηλεχειριζόμενους από δωμάτιο (control room), τέσσερις μεταλλικοί πύργοι, καλωδίωση και αισθητήρες μέτρησης της στάθμης του θαλάσσιου έρματος εντός των δεξαμενών. Προκειμένου να αντικατασταθεί ο ως άνω εξοπλισμός απαιτούνται οι ακόλουθες δαπάνες: α) ποσό ύψους 20.750 ευρώ για την ηλεκτρογεννήτρια IVECO ισχύος 200 ΚVA καθώς και το ποσό των 48.250 ευρώ για την μισθωμένη ηλεκτρογεννήτρια Caterpillar ισχύος 400 ΚVA (βλ. την από 25-2-2015 προσφορά της eltrak και tekmar), β) το ποσό των 265.000 ευρώ για τον λοιπό ηλετρομηχανολογικό εξοπλισμό όπως αυτός περιγράφεται στην από 6-3-2015 οικονομική προσφορά της εταιρείας …. Ωστόσο, από την προσφορά αυτή γίνεται αντιληπτό ότι η οικονομική προσφορά αφορά ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό νέας τεχνολογίας με τεχνικές δυνατότητες που δεν διέθετε η πλωτή δεξαμενή όπως σύστημα εφεδρικής παροχής 220 vac (inverter), ηλεκτρονικό σύστημα προειδοποίησης του κινδύνου υπερπλήρωσης των δεξαμενών, ψηφιακά όργανα ένδειξης της στάθμης, γεγονός που αυξάνει το μέγεθος της προκληθείσας ζημίας. Εξάλλου, επί καταστροφής ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού παλαιότερης τεχνολογίας, η ζημία υπολογίζεται με βάση την αξία του κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι με βάση τη δαπάνη που απαιτείται για την απόκτηση ενός τέτοιου ανώτερου ποιοτικά και τεχνολογικά, καθώς διαφορετικά η πλοιοκτήτρια εταιρεία θα αποκόμιζε ωφέλεια, πράγμα που είναι αντίθετο με την έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή αποκαταστάσεως του ζημιωθέντος στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Σκοπός των επισκευών είναι η επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση. Συνεπώς, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν μνημονεύεται η αδυναμία αγοράς ανταλλακτικών της αντίστοιχης τεχνολογικής στάθμης με εκείνα που καταστράφηκαν, τότε η αποζημίωση θα υπολογισθεί κατ’ αρχήν με βάση την αξία των καινούργιων ανταλλακτικών, θα αφαιρεθεί, όμως, η διαφορά της αξίας του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού κατά το μέρος που προσδίδει νέες τεχνικές δυνατότητες στη πλωτή δεξαμενή. Κατόπιν τούτων το σχετικό κονδύλιο ανέρχεται κρίνεται εύλογο ως προς το ποσό των 180.000 ευρώ και όχι εκείνο των 265.000 ευρώ, συνυπολογιζόμενης της ωφέλειας που θα αποκομίσει η πλοιοκτήτρια εταιρεία κατά παραδοχή ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης. Για την αντικατάσταση των δύο οικίσκων που υπέστησαν ζημίες απαιτείται δαπάνη ύψους 17.650 ευρώ (βλ. την από 4-3-2015 οικονομική προσφορά της εταιρείας …). Επίσης,  κατά τη βύθιση της πλωτής δεξαμενής λειτουργούσαν οι δύο φορητές ηλεκτρομηχανές – γεννήτριες (powerpacks) που βρίσκονταν στη πρυμναία πλατφόρμα. Λόγω της αδυναμίας άμεσης ανέλκυσης της πλωτής δεξαμενής οι γεννήτριες είναι μη επισκευάσιμες και πρέπει να αντικατασταθούν έναντι. Η αντικατάσταση του κινητού εξοπλισμού που έφερε η πλωτή δεξαμενή, όπως αυτός περιγράφεται στην τεχνική έκθεση του …, δεν είναι απαραίτητος για την λειτουργία της πλωτής δεξαμενής και κατά συνέπεια το κόστος αποκατάστασης του δεν θα συμπεριληφθεί για την εκτίμηση του ύψους των δαπανών που απαιτούνται για την επαναφορά της δεξαμενής στη προτέρα κατάσταση. Επίσης, για την αγορά δύο ηλεκτροκινητήρων αντλιών ερματισμού, τεσσάρων ηλεκτροκινητήρων εργατών, τεσσάρων ηλεκτροκινητήρων αντλιών σεντινών, πενήντα ηλεκτρομαγνητικών βαλβίδων (solenoid valves) απαιτείται το ποσό των 39.500 ευρώ (βλ. την από 4-3-2015 οικονομική προσφορά της εταιρείας ….) ενώ για τις εργασίες τοποθέτησης τους απαιτείται το ποσό των 12.000 ευρώ, όπως συνομολογείται από την εναγομένη, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται σχετική οικονομική προσφορά. Περαιτέρω, στο κόστος επισκευής πρέπει να συμπεριληφθεί και το κόστος ανέλκυσης από το βυθό και επανάπλευσης της πλωτής δεξαμενής, προκειμένου να υποβληθεί στις απαιτούμενες επισκευαστικές εργασίες. Η πλοιοκτήτρια εταιρεία της πλωτής δεξαμενής την επομένη της επέλευσης του επίδικου συμβάντος, ήτοι στις 23-1-2015 υπέγραψε συμφωνητικό διάσωσης τύπου LLOYD’S STANDARD FORM OF SALVAGE AGREEMENT, με την εταιρεία Ρυμουλκήσεως/ Ναυαγιαιρέσεων «…» με καταβολή αμοιβής για τη διάσωση μόνο εκ του ωφέλιμου αποτελέσματος (no cure – no pay – βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την ενάγουσα συμφωνητικό διάσωσης). Η ως άνω εταιρεία άρχισε τις εργασίες ανέλκυσης στις 4-2-2015 και ολοκλήρωσε τη διαδικασία ανέλκυσης στις 19-2-2015. Ωστόσο, η αρωγή χορηγήθηκε μετά την επέλευση του κινδύνου απώλειας ή βλάβης της πλωτής δεξαμενής λόγω της βύθισης της, με καθυστέρηση οκτώ ημερών από την επέλευση του επίδικου συμβάντος. Επομένως, το Δικαστήριο εκτιμά ότι κατά το χρόνο παροχής (και όχι κατάρτισης του σχετικού συμφωνητικού) των υπηρεσιών της εταιρείας δεν υφίστατο πλέον  ο κίνδυνος ως απαραίτητο δομικό στοιχείο της έννοιας της θαλάσσιας αρωγής και κατά συνέπεια η παρασχεθείσα συνδρομή δεν υπάγεται στις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989 ως προς τον υπολογισμό και το ύψος της αμοιβής, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να εκτιμηθεί η σχετική δαπάνη με βάση την ειθισμένη σε ανάλογες περιστάσεις και στον τόπο όπου πραγματοποιήθηκε η ανέλκυση αμοιβή του εργολάβου. Το κόστος ανέλκυσης θα συνεκτιμηθεί για τον υπολογισμό των δαπανών που απαιτούνται για την επισκευή του πλωτού ναυπηγήματος [(άρθρο 73 ΜΙΑ 1906), Supreme Court, υπόθεση Sveriges Angfartygs Assurans Forening (The Swedish Club) and others (Appellants) v Connect Shipping Inc and another (Respondents)]. Σύμφωνα με την από 3-7-2017 τεχνική έκθεση που συνέταξε για λογαριασμό της εναγομένης ο …, το κόστος ανέλκυσης της πλωτής δεξαμενής ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ. Το αίτημα περί καταβολής του παραπάνω ποσού κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού αυτό δε συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αλλά αντιθέτως αφορά έξοδα που η πλοιοκτήτρια η ίδια αποφάσισε ότι θα κατέβαλε στην εταιρεία «…», κάτι τέτοιο ωστόσο εκφεύγει της κάλυψης ασφαλιστικού κινδύνου ακόμα και όταν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση με βάση τη ρήτρα εναγωγής και μόχθου (άρθρο 78 ΜΙΑ) που προσδιορίζει την έκταση της ευθύνης του ασφαλιστή. Επομένως, το κονδύλιο αυτό αποτελεί μέρος της ζημίας που αποζημιώνεται κατά την εκτίμηση της ολικής ή μερικής ζημίας. Κατόπιν τούτων, το συνολικό κόστος που απαιτείται για την αποκατάσταση των ζημιών της πλωτής δεξαμενής ανέρχεται στο ποσό των 703.983ευρώ(166.000+20.000+3.000+30.000+33.000+59.500+6.000+9.000+1.333+8.000+69.000+180.000+39.500+12.000+17.650+50.000) και κατά συνέπεια συντρέχει τεκμαρτή ολική απώλεια ασφαλισμένου πλοίου, δεδομένου ότι το κόστος της επισκευής των ζημιών του πλωτού ναυπηγήματος υπερβαίνει την αξία του ως επισκευασμένου (s. 60 §§ 1 και 2 Μarine Insurance Act 1906), και της αποτιμημένης με το ασφαλιστήριο αξίας του, που ανέρχεται σε 700.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία στις 15-4-2019 κοινοποίησε τα συμπεράσματα της τεχνικής έκθεσης που συνέταξε ο … περί της τεκμαρτής απώλειας του πλωτού ναυπηγήματος λόγω του γεγονότος ότι οι απαιτούμενες δαπάνες για την επισκευή της υπερβαίνουν την ασφαλιστέα αξία της. Η κοινοποίηση αυτή δεν συνιστά δήλωση εγκατάλειψης του άρθρου 62 του ΜΙΑ 1906, καθόσον αν και καταδεικνύει την πρόθεση της πλοιοκτήτριας να εγκαταλείψει το ασφαλισμένο συμφέρον της στο ασφαλισμένο πλωτό ναυπήγημα, εντούτοις δεν έλαβε χώρα κατά τρόπο ανενδοίαστο και με καθαρή διατύπωση, ότι προσφέρεται να εγκαταλείψει στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία όλα της τα συμφέροντα στο ασφαλισμένο πράγμα. Κατά την κοινοποίηση της τεχνικής έκθεσης θα έπρεπε χρησιμοποιηθεί και η λέξη «εγκαταλείπω» για να την καταστήσει αποτελεσματική, όπερ και εγένετο στις 19-10-2015, εννέα μήνες μετά τη βύθιση της πλωτής δεξαμενής, με μήνυμα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο κοινοποιήθηκε η ρητή δήλωση εγκατάλειψης του πλωτού ναυπηγήματος στην εναγομένη, η οποία δεν έγινε αποδεκτή.  Η δήλωση αυτή, περί εγκαταλείψεως του ασφαλισμένου πράγματος, δόθηκε μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη λήψη των πληροφοριών για τη φύση και την έκταση της ζημίας, δηλαδή έξι μήνες από τη σύνταξη της τεχνικής έκθεσης του …, κατά παράβαση της δέουσας επιμέλειας με αποτέλεσμα η εναγομένη να απωλέσει τη δυνατότητα να λάβει άμεσα μέτρα για να μετατρέψει το περιουσιακό στοιχείο που ρίφθηκε στα χέρια της στην καλύτερη δυνατή οικονομική απόδοση. Ωστόσο, η εγγραφή ναυτικής υποθήκης στο επίδικο πλωτό ναυπήγημα υπέρ της ενάγουσας καθιστά εξαρχής αδύνατη την αποκόμιση οφέλους από την εναγομένη, δεδομένου ότι θα αποκτήσει περιουσιακό στοιχείο με βάρη δυσχερώς εκποιήσιμο, γεγονός που απομειώνει περαιτέρω την αξία του. Επομένως, η δήλωση περί εγκαταλείψεως της πλωτής δεξαμενής δεν απαιτείτο λόγω της συνδρομής του άρθρου 62 περ. 7 του ΜΙΑ 1906 (βλ. σχετ. την υπόθεση Βayview Motors Ltd v Mitsui Marine & Fire Insurance Co Ltd, [2002] Lloyd’s Rep. 652). Κατόπιν όσων εκτέθηκαν πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ εντόκως με το νόμιμο τόκο υπερημερίας εντόκως από την ημερομηνία προσδιορισμού της ζημίας, ήτοι την 15η-4-2015, με επιτόκιο 5,30% (βλ. πίνακα Τράπεζας Ελλάδος, που αποτελούσε και τον δικαιοπρακτικό τοιούτο κατά τις διατάζεις του άρθρου 3 § 2 του Ν. 2842/2000) σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο αγγλικό δίκαιο και κατά τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω. Τέλος, πρέπει η εναγομενή να καταδικαστεί στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, λόγω της μερικής ήττας της (178, 106, 191 παρ. 1 ΚΠολΔ),  κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, σο οποίο δεν θα περιληφθεί διάταξη περί του δικογράφου της ανακοίνωσης δίκης, αφού δεν αποτελεί παροχή έννομης προστασίας και για αυτό δεν δημιουργείται υποχρέωση του Δικαστηρίου να αποφανθεί γι’ αυτήν.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ενώνει και συνεκδικάζει την από 10-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2018 αγωγή με το από 10-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης .../2018 δικόγραφο ανακοίνωσης δίκης, αντιμωλία των διαδίκων και ερήμην της καθ’ ης η ανακοίνωση δίκης.-

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ, εντόκως με επιτόκιο 5,30 % από την 15η-4-2015 και με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.-

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (15.750) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στο Πειραιά στις  25-2-2020.

 

H ΠΡΟΕΔΡΟΣ           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις

 

H ΠΡΟΕΔΡΟΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ