ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1040/2019

 

Δικαστής : Γεώργιος Σχοινοχωρίτης

 

Η ανακόπτουσα με την από 13.4.2017 ανακοπή της ισχυρίστηκε ότι με το υπ αριθ. .../31.1.2002 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφάλισης ζωής με τον τίτλο …, που συνήψε με την καθής η ανακοπή, υπό εκκαθάριση ήδη, ασφαλιστική εταιρία, προχώρησε σε ασφάλιση ζωής με ασφαλισμένη την ίδια και δικαιού­χους μετά το θάνατο της την μητέρα της και τα τέκνα της, για ποσό 30.051 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε εφά­παξ ως καθαρό ασφάλιστρο, με χρόνο έναρξης την 31.1.2002 και λήξης την 31.1.2012 και ελάχιστο απο­δοτέο κεφάλαιο το ποσό των 43.439,22 ευρώ. Ότι στις 21.9.2009 με την υπ αριθ. ...21.9.2009 απόφαση του ΝΠΔΔ του Υπουργείου Οικονομικών "Επιτροπή Επο­πτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (Επ.Ε.Ι.Α.), που δημο­σιεύτηκε στο ΦΕΚ ..../21.9.2009 Τεύχος ΤΑΕ & ΕΠΕ, ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της άνω εταιρίας και αυτή τέθηκε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, όπως αυτό προβλέπεται από τις ειδικές διατάξεις του ν.δ. 400/1970, με εκκαθαριστή αρχικά τον Χ.Μ. Ότι με το ν. 3867/2010 η Τράπεζα της Ελλάδος ανέλαβε την εποπτεία των ιδιωτικών ασφαλιστικών επι­χειρήσεων, υποκαθιστώντας, ως επί το πλείστον, στις αρμοδιότητές της, την Επ.Ε.Ι.Α. Ότι κατόπιν αυτού, ήδη τον Ιανουάριο του 2010, προ πάσης σχετικής πρόσκλη­σης ανήγγειλε στον προσωρινό τότε εκκαθαριστή της καθ ης την απαίτησή της από το προαναφερόμενο ασφαλιστήριο, η αναγγελία της δε αυτή έλαβε αριθμό πρωτ..../27.1.2010, όπου επισύναψε και φωτοαντί­γραφο του ασφαλιστηρίου αυτού. Ότι όλως προσφά­τως, και συγκεκριμένα μόλις την 10.4.2017, πληροφο­ρήθηκε ότι στις 20.11.2015 είχε αναρτηθεί διαδικτυακά, στον ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο πίνακας των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, κάτι για το οποίο ουδέποτε έλαβε γνώση, λαμβανομένου υπόψη και ότι δεν είναι εξοικειωμένη με τη χρήση των Η/Υ και την περιήγηση στο διαδίκτυο, ούτε όμως έλαβε κάποια πληροφορία από την καθ ης. Επίσης, πληροφορήθηκε ταυτόχρονα, ότι στη συνέχεια ο εν λόγω πίνακας δημοσιεύθηκε και σε ορισμένες εφημερίδες του ελληνι­κού τύπου και συγκεκριμένα τις εφημερίδες «……» και «…….», στις 20.11.2015, 27.11.2015 και 4.12.2015, κάτι για το οποίο ομοίως ουδέποτε έλαβε γνώση, ούτε πληροφορήθηκε από την καθ ης. Ότι ενόψει και της διαβεβαίωσης του υπαλλήλου του εκκαθαριστή ότι θα επακολουθούσαν ατομικές ειδοποιήσεις και του ότι ήταν και παραμένει απομονωμένη, διότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με ποσοστό αναπηρίας 67% εφ όρου ζωής, δεν έλαβε γνώση των ως άνω αναρτήσεων-ειδοποιήσεων με αποτέλεσμα να απωλέσει την προθεσμία του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970. Ζήτησε ως εκ τούτου να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η ανακοπή της, καθόσον η απώλεια της προθεσμίας δεν οφειλόταν σε υπαιτιό­τητα της, να υποχρεωθεί ο εκκαθαριστής να συμπε­ριλάβει την απαίτησή της για το ποσό των 30.051,00 ευρώ στον από 20.11.2015 πίνακα δικαιούχων. Αλλιώς και επικουρικά ζήτησε να γίνει δεκτή η ανακοπή της βάσει του άρθρου 92 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα και να αναγνωριστεί δικαιούχος της ασφάλισης ζωής με βάση το παραπάνω ασφαλιστήριο ώστε να επαληθευ­τεί και να συμπεριληφθεί στις μελλοντικές διανομές του προϊόντος και να καταδικασθεί η καθής στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την ανακοπή ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 σε συνδυασμό με άρθρο 248 παρ. 1 και 2 του ν. 4364/2016 (που προβλέπει ότι για τις υφι­στάμενες κατά την 31.12.2015 ασφαλιστικές εκκαθαρί­σεις ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1 και 4 του νόμου αυτού, με αποτέλεσμα από τη μη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου να συνά­γεται ότι ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, που καταργήθηκε από 1.1.2016 με το άρθρο 278 παρ. 1 του ν. 4364/2016) και 92 ν. 3588/2007 πλην όμως την απέρριψε στο σύνολο της ως απαράδε­κτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, κατά παραδοχή και της σχετικής ενστάσεως που πρότεινε η καθ ης. Ειδικότερα έκρινε ότι η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε εκπροθέσμως (κατά την κύρια και επικουρική βάση της), καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρω­τοβαθμίου Δικαστηρίου στις 13.4.2017 και επιδόθηκε στην καθ ης η ανακοπή στις 25.4.2017, δηλαδή μετά την παρέλευση των σαράντα πέντε (45) ημερών από την τελευταία δημοσίευση της προσβαλλόμενης κατάστασης δικαιούχων ασφαλίσματος, που έλαβε χώρα στις 4.12.2015 και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο έξι μηνών από το πέρας της προθεσμίας αναγγελίας, που έλαβε χώρα στις 17.9.2015 και ότι, κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ανακοπή θα έπρεπε να είχε ασκηθεί το αργότερο μέχρι και την 18.1.2016 (και κατά την επικου­ρική της βάση μέχρι και την 18.3.2016).

Η εκκαλούσα/ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, διότι εσφαλμένα δεν έκανε δεκτή την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την κατόπιν τούτου παραδοχή ως εμπρόθεσμης της ανακοπής της. Με τον 2ο λόγο παραπονείται για την εσφαλμένη απόρριψη της επικουρικής βάσης της ανακοπής της εκ του άρθρου 92 παρ. 1 του ΠτωχΚ.

I. Η διαδικασία της θέσης μίας ασφαλιστικής επιχεί­ρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση, ρυθμιζόταν από τις διατάξεις των άρθρων του ν.δ. 400/1970 «Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως» (ΦΕΚ 237 Α/17.1.1970). Ωστόσο, με την ψήφιση του ν. 4364/2016 «Προσαρ­μογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ ΕΚ και του Συμβουλίου της 25.11.2009 κ.τ.λ.» (ΦΕΚ 13 Α/5.2.2016), καταργήθηκε το ως άνω ν.δ. 400/1970. Οι διατάξεις του νέου ως άνω νόμου, κατ άρθρο 284 αυτού, ισχύουν από 1.1.2016, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 144, 221 έως και 248 και 272 που ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, ήτοι από 5.2.2016 και ως εκ τούτου, συνάγεται ότι οι ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, η διαδικασία των οποίων έχει εκκινήσει πριν την 5.2.2016, διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 και όχι του νέου νόμου. Με τη διάταξη του άρθρου 12α παρ. 1 εδ. α του ν.δ. 400/1970, ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επι­χείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περί­πτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης». Ο θεσμός της ασφα­λιστικής εκκαθάρισης, όπως περιγράφεται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 10 και 12α του ν.δ. 400/1970, προσομοιάζει προς τον θεσμό της πτώχευσης, αφού και οι δύο εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τη σύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών και για την επίτευξη του προβλέπονται ανάλογες διαδικασίες (Εφ.Αθ. 6286/2011, Εφ.Πειρ. 279/2001 ΤΝΠ-Νόμος). Τούτο δε, ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 179 ΠτωχΚ (Ν. 3588/2007), σύμ­φωνα με την οποία: «Οι διατάξεις του κώδικα αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστι­κών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δε ρυθμίζονται ειδικά». Μάλιστα, ο θεσμός της ασφαλιστικής εκκαθά­ρισης είναι ειδικότερος από αυτόν της πτώχευσης, του οποίου και προηγείται, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12α παρ. 1 του ν.δ. 400/1970, η οποία προστέ­θηκε με το άρθρο 35 παρ. 13 του ν. 2496/1970, κατά το στά­διο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και μέχρι την περά­τωση αυτής, η ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση (Εφ.Αθ. 6286/2011 ό.π.).

II. Από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997 «Ασφαλιστική Σύμβαση, τροποποιήσεις ιδιωτικής ασφάλισης κ.λπ.», όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από 1.1.2016 με το άρθρο 278 παρ. 7 του ν. 4364/2016, προκύπτει ότι «ασφάλισμα» είναι η παροχή σε χρήμα ή σε είδος, η οποία καταβάλλεται, όταν επέλθει το περι­στατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του ασφαλιστή, ήτοι η λεγόμενη «ασφαλι­στική περίπτωση». Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι στην έννοια της ασφαλιστικής περίπτωσης, κατά την οποία καταβάλλεται το ασφάλισμα, εμπίπτει ο θάνατος, η συνταξιοδότηση, η ιατρική πάθηση σε ασφαλίσεις υγείας, η λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου ισχύος του συμβολαίου, η αίτηση εξαγοράς συμβολαίου κ.λπ., σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους του εκά­στοτε συμβολαίου. Η απαίτηση για καταβολή ασφαλί­σματος αφορά περιοριστικά στη γεννημένη απαίτηση ασφαλισμένου, ήτοι την απαίτηση για καταβολή της συμφωνημένης παροχής που καλείται να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρία, εφόσον φυσικά είναι σε λειτουργία, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επέλθει οι συγκε­κριμένες περιστάσεις, από τις οποίες έχει εξαρτηθεί στην ασφαλιστική σύμβαση η καταβολή της παροχής αυτής. Αντιθέτως, ο όρος «απαίτηση από ασφάλιση» έχει ευρύτερο περιεχόμενο και η έννοια του προκύπτει από το άρθρο 2α περ. λδ του ν.δ. 400/1970. Ειδικότερα, κατά την αμέσως προηγούμενη διάταξη «Απαίτηση από ασφάλιση» για τις ανάγκες των διαδικασιών εκκαθάρι­σης, θεωρείται κάθε ποσό που οφείλει η ασφαλιστική επιχείρηση σε ασφαλισμένους, κατόχους ασφαλιστη­ρίων συμβολαίων, δικαιούχους ή σε κάθε ζημιωθέντα, οι οποίοι έχουν δικαίωμα άσκησης ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης που απορρέει από την ασφαλιστική σύμβαση, περιλαμβανόμενων των ποσών που αποθεματοποιούνται για τα προαναφερόμενα πρό­σωπα, όταν δεν έχουν ακόμη καταστεί γνωστά ορι­σμένα στοιχεία της οφειλής. Τα ασφάλιστρα που οφεί­λονται από ασφαλιστική επιχείρηση λόγω μη κατάρτι­σης ή ακύρωσης ασφαλιστικών συμβάσεων θεωρού­νται επίσης «απαιτήσεις από ασφάλιση για τις ανάγκες των διαδικασιών εκκαθάρισης». Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η έννοια της «απαίτησης από ασφάλιση» είναι ευρύτερη από την έννοια του «ασφαλίσματος», καθόσον περιλαμβάνει όλα τα είδη των απαιτήσεων από ασφάλιση, είτε έχει επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυ­νος (οπότε γίνεται λόγος για απαίτηση ασφαλίσματος) είτε όχι. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970 στην παρ. 1 εδ. α και β ορίζεται ότι: «Οι δικαιού­χοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδι­κοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο εκτός από το προνόμιο της παραγρά­φου 9 του άρθρου 12α του παρόντος. Το προνόμιο αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους δικαιούχους ασφαλί­σεων ζωής, από τους δικαιούχους ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και από τους δικαιούχους των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε ασφαλι­στική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμία από τις ασφαλίσεις αυτές. Το ως άνω προνόμιο ισχύει και μετά τη λύση της ασφαλιστικής επιχείρησης». Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου προβλέπεται ότι: «Σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώ­χευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο, κατά το άρθρο 12 του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από τον διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση που δημο­σιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες, από τις οποίες μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογη­τικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευ­ταία δημοσίευση. Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλί­σεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινή­των, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστη­ρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφα­λίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθε­σμίας υποβολής των αναγγελιών. Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφα­λίσεων ζωής, β) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλί­σεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία. Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα, γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύν­δικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλί­σματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες, κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου. Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερί­δες, από τις οποίες η μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες. Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε 45 (σαράντα πέντε) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο». Με τη διάταξη δε του άρθρου 12α παρ. 5 του ν.δ. 400/1970 ορίζεται ότι: «Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχεί­ρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλ­λεται κάθε εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλι­στική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ανα­στέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλί­σματος κατά τη ασφαλιστικής επιχείρησης». Στην παρ. 10 εδ. β του άρθρου 12α του ν.δ. 400/1970 ορίζεται ότι: «Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, η εκκαθάριση δοσολη­ψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται, κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθά­ριση)». Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 10 και 12α του ν.δ. 400/1970, σαφώς συνάγεται ότι σε περί­πτωση ανάκλησης της αδείας λειτουργίας ασφαλιστι­κής επιχείρησης επακολουθεί το στάδιο της ασφαλιστι­κής εκκαθάρισης, κατά το οποίο αναστέλλονται οι ατο­μικές διώξεις και η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης και οι δικαιούχοι του ασφα­λίσματος και οποιασδήποτε άλλης απαίτησης κατ αυτής υποχρεούνται να υπαχθούν στη διαδικασία αναγγελίας και επαλήθευσης των απαιτήσεών τους, προκειμένου να συμμετάσχουν στη διανομή της ασφα­λιστικής τοποθέτησης (Εφ.Αθ. 162/2018 αδημ., Εφ.Θεσ. 1038/2009 ΕΕμπΔ 2009. 730, Εφ.Πειρ. 279/2001 ΤΝΠ-Νόμος). Για δε την αναγγελία των ασφαλισμένων ισχύουν, όσα προβλέπονται και στο πτωχευτικό δίκαιο, καθόσον κατά τη διάταξη του άρθρου 179 ΠτωχΚ, οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εκκαθάρισης ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά. Ήτοι, η αναγγελία αποτελεί δήλωση βούλησης με μορφή «ανακοίνωσης παράστασης», με την οποία ο ασφαλισμένος ανακοι­νώνει στον εκκαθαριστή την ύπαρξη της απαίτησης του, γίνεται δε εγγράφως και πρέπει να αναφέρει το είδος και την αιτία της απαίτησης του αναγγελλόμενου, καθώς και το ύψος αυτής, ενώ θα πρέπει να κατατίθε­νται, μαζί με την αναγγελία, τα αποδεικτικά της απαίτη­σης έγγραφα, ώστε να μπορεί ο εκκαθαριστής να προ­βεί στην επαλήθευση της απαίτησης και του προνομια­κού της χαρακτήρα. Η αναγγελία των απαιτήσεων των ασφαλισμένων στα όργανα της εκκαθάρισης προβλέ­πεται στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 και αποτελεί σαφώς αντίβαρο στην αναστολή των ατο­μικών διώξεων που προβλέπεται στο άρθρο 12α παρ. 5 του ιδίου ως άνω νομοθετικού διατάγματος, προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματικά, υπό το πρίσμα της αρχής της καθολικότητας, η συμμετοχή του ασφαλισμέ­νου στην ασφαλιστική εκκαθάριση (ΑΠ 234/2016 ΤΝΠ-Νόμος). Εκ πρώτης όψεως, η αναγγελία έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, καθώς κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσματος όχι όμως και οι ασφαλισμένοι ζωής, ως προς τους οποίους, κατά τις ανωτέρω γενόμε­νες αναλυτικές διακρίσεις, δεν έχει επέλθει η ασφαλι­στική περίπτωση. Ωστόσο, από το παραπάνω γεγονός δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι τελευταίοι δεν υποχρεού­νται σε αναγγελία της απαίτησής τους. Ειδικότερα, πράγματι το άρθρο 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 ορίζει ακολούθως ότι υποβάλλεται στην εποπτική αρχή κατά­σταση δικαιούχων απαιτήσεων (Κ.Δ.Α.), η οποία περι­λαμβάνει τους δικαιούχους ασφαλίσματος ζωής, ενώ, επίσης, χωριστά αναφέρεται ότι περιλαμβάνει και όσους «αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία», ήτοι την ταχθείσα προθεσμία αναγγελίας, πράγμα όμως που αφορά και πάλι στους δικαιούχους ασφαλί­σματος, διότι αυτοί έχουν μόνο κληθεί. Επομένως, η ως άνω διάταξη, όσον αφορά στους δικαιούχους ασφαλί­σματος, είναι σαφής ως προς το ότι αυτοί έχουν υπο­χρέωση να αναγγείλουν την αξίωσή τους στον εκκαθα­ριστή, ώστε, μετά την επαλήθευσή τους, να συμπεριληφθούν στη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Από την άλλη πλευρά, από το άρθρο 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 δεν προκύπτει ότι η αναγγελία αφορά ή ότι η συνακόλουθη κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων περιλαμβάνει τους δικαιούχους ασφάλισης. Ωστόσο, πρέπει στο σημείο αυτό να ληφθούν υπόψη τα ακό­λουθα: Καταρχήν, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. α του ν.δ. 400/1970 προβλέπεται ότι: «Τριάντα ημέρες μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της, εκτός από αυτές των ασφαλίσεων ζωής, εφόσον μέσα στην πιο πάνω προθεσμία δεν έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Εμπορίου τυχόν αίτηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρη­σης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλα­κίου». Από την παραπάνω ρύθμιση συνάγεται ότι οι ασφαλιστικές συμβάσεις ζωής δε λήγουν με την ανά­κληση της άδειας, αλλά παραμένουν σε ισχύ. Έτσι, ενώ η πρόωρη λύση αυτών των συμβάσεων θα οδηγούσε σε αξίωση των ασφαλισμένων στην αξία εξαγοράς κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 4 εδ. γ του ν. 2496/1997, η συνέχισή του σημαίνει, αντίθετα, ότι οι ασφαλισμένοι δεν αποκτούν με μόνη την ανάκληση της άδειας λει­τουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης αξίωση κατ αυτής. Αυτός είναι και ο λόγος που η αναγγελία και η ακόλουθη κατάσταση δικαιούχων περιλαμβάνουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, μόνον τους δικαιούχους ασφαλίσματος και όχι και τους δικαιούχους ασφάλισης ζωής. Ήτοι, κατά την αντίληψη του νομοθέτη του ν.δ. 400/1970, οι ασφαλιστικές συμ­βάσεις ζωής, στις οποίες δεν έχει επέλθει η ασφαλι­στική περίπτωση κατά τον χρόνο της ανάκλησης της άδειας, δεν λήγουν, αλλά διατηρούνται σε ισχύ, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει γεννημένη αξίωση του ασφαλι­σμένου, η οποία θα είχε λόγο αναγγελίας. Συνεπώς, ο λόγος που η ως άνω διάταξη (άρθρο 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970) δεν προβλέπει αναγγελία όσων δεν έχουν γεννημένη απαίτηση σε ασφάλισμα κατά την ανάκληση της άδειας, δεν είναι ότι αυτοί μετέχουν, άνευ άλλου τινός, στην εκκαθάριση, αλλά ότι ο τότε νομοθέτης είχε υπόψη του ότι αυτές οι συμβάσεις συνεχίζονται. Η παραπάνω άποψη ενισχύεται ιδίως από το ότι στην παρ. 4α του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970 που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3790/2009 και όπως αυτή ίσχυε πριν καταργηθεί με την παρ. Ια του άρθρου 2 του ν. 3867/2010, οριζόταν ότι: «Μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν πρότα­σης της Επ.Ε.Ι.Α. δύναται, αφού λάβει υπόψη του και τη συστημική σπουδαιότητα των τυχόν χαρτοφυλακίων ζωής, που διαχειριζόταν η υπό εκκαθάριση επιχείρηση, να ορίζει επόπτη χαρτοφυλακίων ζωής, ρ οποίος είναι πρόσωπο άλλο από τον επόπτη εκκαθάρισης (...) και καθίσταται αποκλειστικά υπεύθυνος για την αναδιορ­γάνωση των χαρτοφυλακίων αυτών, που δεν τίθενται σε εκκαθάριση. Μερική ή ολική μεταβίβαση των ως άνω χαρτοφυλακίων ζωής επιτρέπεται με επιμέλεια του ως άνω επόπτη, διενεργείται δε, μετά από απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύ­εται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κατόπιν πρότασης της ΕΠ.Ε.Ι.Α., κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο άρθρο 3 παρ. 6 και 59 του παρόντος διατάγματος...». Βάσει της διάταξης, εκδόθηκε η ΥΑ με αριθμό Β.2574/16.2.2009 «Θέματα εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 4α του ν.δ. 400/1970» (ΦΕΚ 2509 Β/18.12.2009), με την οποία εξειδικεύθηκαν οι αρμοδιότητες και ενέργειες του επόπτη χαρτοφυλακίων ζωής για την αναδιοργάνωση και εν γένει τη λειτουργία των χαρτοφυλακίων Ζωής των εταιριών που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας τους. Μεταξύ δε των αρμοδιοτήτων του Επόπτη Χαρτοφυλα­κίου Ζωής, ήταν, κατ άρθρο 4 της ως άνω Υ.Α., η διενέρ­γεια απογραφής των ασφαλισμένων και των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τα έντυπα και τα ηλεκτρονικά αρχεία της επιχείρησης (παρ. 1), στη συνέχεια, εντός δέκα (10) ημερών από την ολοκλήρωση της απογραφής έπρεπε να αναρτηθεί «κατάλογος ασφαλισμένων» στην ιστοσελίδα της Επ.Ε.Ι.Α. και να δημοσιευθεί το γεγονός της ανάρτησης μία φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνε­χείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφο­ρίας, εφημερίδες, από τις οποίες μια τουλάχιστον εκδί­δεται στην έδρα της επιχείρησης και μια είναι οικονομική. Πρόσωπο, που έχει ασφαλισθεί και δεν είναι καταχωρημένος στον ως άνω κατάλογο, προσκομίζει το ασφαλιστήριο ή την αίτηση ασφάλισης πλέον της από­δειξης (προ) καταβολής του ασφαλίσματος στον Επό­πτη, προκειμένου για την καταγραφή του μετά από σχε­τική επαλήθευση (παρ. 2). Επίσης, κατά την παρ. 3 του άρθρου 4 της ως άνω ΥΑ, εντός δέκα (10) ημερών από την ολο­κλήρωση της απογραφής, ο Επόπτης του Χαρτοφυλα­κίου Ζωής καταρτίζει το «Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής», στο οποίο περιέχονται ανά κλάδο: «α) Το σύνολο των Ασφαλισμένων κατά την ημερομηνία θέσης της Επιχείρησης σε εκκαθάριση. Ασφαλισμένος, ο οποίος έχει προσκομίσει ασφαλιστήριο ή αίτηση ασφάλισης πλέον απόδειξης (προ)καταβολής ασφαλίσματος, δεν καταγράφεται όμως στα αρχεία της Επιχείρησης κατα­χωρείται στο Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής, σύμ­φωνα με τα διαλαμβανόμενα στα προσκομισθέντα στον Επόπτη έγγραφα, εφόσον επαληθευθεί από αυτόν, β) Το σύνολο των Παροχών της Επιχείρησης έναντι κάθε Ασφαλισμένου κατά την ημερομηνία κατάρτισης του Προσωρινού Χαρτοφυλακίου Ζωής. Η καταγραφή κάθε Παροχής γίνεται με ευθύνη του Επόπτη αφού ληφθεί υπόψη η αποτίμηση της σύμφωνα αφενός με τους όρους του ασφαλιστηρίου, αφετέρου της αίτησης ασφά­λισης και εκ τρίτου των διαλαμβανόμενων στα αρχεία της Επιχείρησης και των για την συγκεκριμένη σύμβαση διαλαμβανόμενων στο Βιβλίο Τεχνικών Σημειωμάτων και Γενικών και Ειδικών Όρων των Ασφαλίσεων Ζωής της Επιχείρησης. Οι λοιπές τιμές της Παροχής απλώς αναφέρονται στο Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής». Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στο προσωρινό χαρ­τοφυλάκιο ζωής περιλαμβάνεται το σύνολο των ασφαλι­σμένων στους κλάδους ζωής με τα ειδικότερα ασφαλι­στικά προγράμματα που οι ασφαλισμένοι κατείχαν και προσδιορίζεται το σύνολο των υποχρεώσεων της εται­ρίας για κάθε ασφαλιζόμενο ξεχωριστά ανά ασφαλιστή­ριο ζωής με ημερομηνία υπολογισμού της ως άνω υπο­χρέωσης την ημερομηνία, κατά την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εταιρίας, αφού από την ημερομηνία αυτή αναστέλλεται το δικαίωμα της εταιρίας για είσπραξη ασφαλίστρων και η υποχρέωση ικανοποίη­σης απαιτήσεων από τον ασφαλιστή, κατ άρθρο 2 παρ. 1 γ του ν. 3867/2010. Τα παραπάνω στοιχεία που περι­λαμβάνονται στο προσωρινό χαρτοφυλάκιο ζωής, συγκεντρώνονται, κατά κανόνα κατόπιν απογραφής του συνόλου των ασφαλισμένων (άρθρο 4 παρ. 3 της ΥΑ) και όχι βάσει αναγγελιών, καθώς η περίπτωση της αναγγε­λίας προβλέπεται μόνο ως «θεραπεία» τυχόν σφαλμά­των κατά τη σύνταξη του προσωρινού χαρτοφυλακίου ζωής, εξαιτίας των οποίων υπήρξε παράλειψη καταχώ­ρισης ασφαλισμένων σε αυτό. Επίσης, το προσωρινό χαρτοφυλάκιο ζωής προσδιορίζει το μαθηματικό από­θεμα που όφειλε να διαθέτει η εταιρία κατά την ημερο­μηνία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της για έκαστο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (Εφ.Αθ. 6588/2013 αδημ.). Με το άρθρο 1 του ν. 3867/2010 (ΦΕΚ 128 Α/3.8.2010) καταργήθηκε η Επ.Ε.Ι.Α. και μεταφέρθηκαν όλες οι αρμοδιότητές της στην Τράπεζα της Ελλάδος. Με το άρθρο 2 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως προεκτέθηκε, καταργήθηκε η παρ. 4α του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970 και προβλέφθηκε ειδικώς ότι στις εκκρεμείς διαδικασίες που αφορούσαν ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων, κατά την ημέρα δημοσίευσης αυτού του νόμου, έχει ήδη ανακληθεί η άδεια λειτουργίας και έχει οριστεί επόπτης χαρτοφυλακίων ζωής, θα εξακολουθούσαν να διέπονται από τις διατάξεις που καταργούνταν, όπως αυτές τροποποιούνται και συμπληρώνονται. Επίσης, στο άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3867/2010 ορίζεται ότι: «Αν παρέλθει ένα έτος από τη δημοσίευση αυτού του χωρίς να εκδοθεί εγκριτική απόφαση της Τράπεζας της Ελλά­δος, η διαδικασία περατώνεται αυτοδίκαια και για το χαρτοφυλάκιο ζωής εφαρμόζονται οι διατάξεις της ασφαλιστικής εκκαθάρισης του ν.δ. 400/1970, όπως ισχύουν». Η προθεσμία αυτή είχε αρχικά παραταθεί διαδοχικά με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4002/2011 έως 31.3.2012 και με το άρθρο τέταρτο παρ. 3 εδ. δ του ν. 4063/2012 έως 31.5.2012. Από τις ως άνω διατάξεις, αλλά και τα όσα ήδη εκτέθηκαν, προκύπτει ότι, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχεί­ρησης, δίνεται ένα ιδιαίτερο βάρος στις περιπτώσεις των ασφαλειών ζωής, για τις οποίες δεν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ώστε όλες αυτές οι περιπτώσεις, καλούμενες ως «Χαρτοφυλάκιο Ζωής», να «δια­σωθούν» κατά κάποιον τρόπο, παραμένοντας σε ισχύ, αφού γι αυτές ειδικά προβλέπεται ότι δε λύνονται αυτο­δίκαια μετά την οριστική ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής επιχείρησης, με σκοπό να μεταβιβα­σθούν, αν τούτο καταστεί δυνατό, σε άλλη ανάδοχη ασφαλιστική εταιρία. Με βάση τα ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι μετά και την οριστική αποτυχία μεταβίβασης σε ανάδοχη ασφαλιστική εταιρία του χαρτοφυλακίου ζωής της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, θεωρούνται λυμένες και όλες οι ασφαλι­στικές συμβάσεις ζωής και μάλιστα από την ημερομη­νία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της τελευταίας και από τούδε και στο εξής εφαρμόζονται και για τους δικαιούχους ασφάλισης ζωής οι διατάξεις της αναγκα­στικής εκκαθάρισης, με αυτόθροη συνέπεια την υπο­χρέωση των τελευταίων για αναγγελία των απαιτήσεών τους στον εκκαθαριστή με σκοπό την επαλήθευσή τους και την προνομιακή τους ικανοποίηση από την ασφαλι­στική τοποθέτηση, μετά από σχετική πρόσκληση από τον τελευταίο, κατ ανάλογη εφαρμογή των όσων προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 για τους δικαιούχους ασφαλίσματος. Ο μόνος δε, λόγος που δεν προβλέφθηκε και αυτό στην ως άνω διάταξη είναι διότι ο νομοθέτης του ν.δ. 400/1970, θεω­ρούσε ότι οι ασφαλίσεις ζωής δεν έχουν λυθεί αυτοδί­καια με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφα­λιστικής επιχείρησης, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα. Άλλωστε, όπως ήδη προεκτέθηκε, αυτή η διαδικασία της αναγγελίας των απαιτήσεων ακολουθεί­ται και για τους δικαιούχους ασφαλίσματος και συνε­πώς το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και για τους δικαιού­χους ασφάλισης ζωής, αφού δε συντρέχει λόγος διαφο­ρετικής αντιμετώπισης αυτών στα πλαίσια της ασφαλι­στικής εκκαθάρισης και της προνομιακής ικανοποίησης αμφοτέρων από την ασφαλιστική τοποθέτηση. Απλά η όλη διαδικασία για τους τελευταίους ξεκινά σε ένα μετα­γενέστερο στάδιο σε σχέση με τη διαδικασία που ισχύει για τους δικαιούχους ασφαλίσματος, καθώς θα πρέπει πρώτα να αποβεί οριστικά άκαρπη η προσπάθεια μετα­βίβασης του χαρτοφυλακίου ζωής σε ανάδοχη ασφαλι­στική εταιρία. Όσον αφορά δε, στο ερώτημα του εάν η κατάρτιση του προσωρινού χαρτοφυλακίου ζωής και η καταγραφή σε αυτό των δικαιούχων ασφάλισης, μπορεί να υποκαταστήσει την ως άνω υποχρέωση των δικαιού­χων ασφάλισης ζωής για αναγγελία, η απάντηση είναι ότι αυτό δεν είναι δυνατό. Τούτο διότι, καταρχάς, το ίδιο το ως άνω νομοθετικό πλαίσιο δεν δίνει τέτοια σημασία στο προσωρινό χαρτοφυλάκιο. Άλλωστε, όπως ήδη προεκτέθηκε, η κατάρτιση του προσωρινού χαρτοφυλα­κίου ζωής γίνεται στα πλαίσια της «αναδιοργάνωσης του χαρτοφυλακίου», κατ άρθρο 10 παρ. 4α του ν.δ. 400/1970, με σκοπό τη μεταβίβαση αυτού σε ανάδοχη ασφαλιστική εταιρία. Μετά δε την αποτυχία του ως άνω στόχου, η έννοια και η σημασία αυτού παύει να υφίστα­ται. Αντίθετα, μάλιστα, στο άρθρο 2 παρ. 4 και 5 του ν. 3867/2010 η μεταβίβαση σε ανάδοχο και η ασφαλιστική εκκαθάριση αντιμετωπίζονται ως δύο αυτοτελείς και αλληλοαποκλειόμενες ταυτοχρόνως διαδικασίες, αφού μόνο η λήξη της προσπάθειας για την πρώτη οδηγεί στη δεύτερη. Επίσης, ο διορισθείς επόπτης χαρτοφυλακίου ζωής, ο οποίος ήταν αρμόδιος για την αναδιοργάνωση του χαρτοφυλακίου, είχε λειτουργία συνδεόμενη μόνο με αυτή τη διαδικασία και δεν είναι όργανο της ασφαλιστι­κής εκκαθάρισης. Συνεπώς, όπως σε κάθε λογική διαδι­κασία ικανοποίησης των πιστωτών, η προηγούμενη αναγγελία των ασφαλισμένων προς τον εκκαθαριστή, είτε έχουν αξίωση σε ασφάλισμα είτε σε αξία εξαγοράς, είναι αναγκαία, προκειμένου να συμπεριληφθούν στην κατάσταση δικαιούχων. Κάθε άλλη αντίθετη προσέγ­γιση, βάσει της οποίας θα υποχρεώνονταν σε αναγγε­λία αποκλειστικά και μόνο μία κατηγορία ασφαλισμέ­νων, όπως λ.χ. οι δικαιούχοι ασφαλίσματος και όχι οι δικαιούχοι αξίας εξαγοράς ή το αντίστροφο, θα συνεπα­γόταν κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισότιμης μεταχείρισης των πιστωτών, η οποία διατρέχει ως θεμε­λιώδης και κατευθυντήρια βασική αρχή το πτωχευτικό δίκαιο και εν γένει τις συλλογικές διαδικασίες ικανο­ποίησης των πιστωτών. Περαιτέρω, σε περίπτωση που κάποιος ασφαλισμένος από εκείνους που ικανοποιού­νται προνομιακά από την ασφαλιστική τοποθέτηση, δεν αναγγείλει εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις του, τότε προκύπτει το ζήτημα της δυνατότητας ένταξης των απαιτή­σεων αυτών στη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθά­ρισης, εν προκειμένω, της ένταξής τους στην κατάσταση δικαιούχων ασφαλισμένων. Μολονότι η δυνατότητα προβολής αιτήματος περί εκπρόθεσμης αναγγελίας θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθεί ως ένα είδος αντίρρησης της ανακοπής του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, εντούτοις η συγκεκριμένη προσέγγιση αφε­νός προσκρούει στη γραμματική διατύπωση του άρθρου, αφετέρου δεν είναι συμβατή με το ειδικότερο εννοιολογικό περιεχόμενο των «αντιρρήσεων» και την εν γένει συστηματική της ρύθμιση. Ειδικότερα, στη διά­ταξη της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970 ορίζεται ότι στην κατάσταση δικαιούχων, επί της οποίας ασκού­νται οι αντιρρήσεις, περιλαμβάνονται όσοι αναφέρο­νται στα υπό στοιχεία α-γ στοιχεία, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους. Επομένως, οι όποιες αντιρρήσεις προβάλλονται με την ως άνω ανακοπή αφορούν στην επαλήθευση. Πλην όμως, η επαλήθευση ακολουθεί την αναγγελία και συνεπώς, αν δεν έχει χωρήσει πρώτα αναγγελία δεν μπορεί να έχει λάβει χώρα επαλήθευση. Επιπλέον, για τους σκοπούς της συγκεκριμένης διάταξης, το περιεχόμενο των αντιρρή­σεων μπορεί να είναι παράπονο των ασφαλισμένων κατά της απόρριψης ή της εν μέρει παραδοχής της απαίτησής τους ή παράπονο οποιουδήποτε ενδιαφερομένου κατά της παραδοχής απαίτησης ασφαλισμένου. Τούτο σημαίνει ότι η αποδοχή της προβολής αιτήματος περί εκπρόθεσμης αναγγελίας στο πλαίσιο της ανακοπής του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, δεν θα αφορούσε εν προκειμένω σε επαλήθευση (σε «αντιρρήσεις») επί της ήδη υπάρχουσας κατάστασης δικαιούχων απαιτή­σεων, αλλά σε εισαγωγή νέων απαιτήσεων σε αυτήν, μεταβάλλοντας την ειδικότερη αποστολή που υπηρετεί η συγκεκριμένη ρύθμιση. Τα ανωτέρω δε, ενισχύονται και από το γεγονός ότι στο Πτωχευτικό Δίκαιο, οι διατά­ξεις του οποίου, όπως ήδη προεκτέθηκε, κατ άρθρο 179 ΠτωχΚ, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί ασφαλι­στικής εκκαθάρισης, ρυθμίζεται αντίστοιχα στη διαδι­κασία της πτώχευσης το θέμα της προβολής αντιρρή­σεων, κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων, με τη διάταξη του άρθρου 95 ΠτωχΚ. Στην τελευ­ταία αυτή περίπτωση, ωστόσο, ήτοι στην έννοια των «αντιρρήσεων» δεν περιλαμβάνεται και η περίπτωση της εκπρόθεσμης αναγγελίας των απαιτήσεων στην πτωχευτική διαδικασία, αφού γι αυτήν την περίπτωση υπάρχει ειδική πρόβλεψη. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 ΠτωχΚ προβλέπεται ότι: «Πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει, κατά τη διαδικασία του άρθρου 54». Επο­μένως και στο πτωχευτικό δίκαιο διαχωρίζεται η περίπτωση της προβολής αντιρρήσεων κατά της επαλήθευ­σης των απαιτήσεων από αυτήν της μη αναγγελίας των απαιτήσεων. Κατόπιν όλων των παραπάνω, είναι σαφές ότι για τον δικαιούχο ασφάλισης ζωής που δεν ανήγγειλε την απαίτησή του στον εκκαθαριστή ή δεν την ανήγγειλε εμπροθέσμως, δε χωρεί η ως άνω ανα­κοπή του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970. Χωρεί, όμως, η ανακοπή της διάταξης του αμέσως παραπάνω αναφε­ρόμενου άρθρου 92 ΠτωχΚ, συμπληρωματικώς εφαρ­μοζόμενου και στην περίπτωση της ασφαλιστικής εκκα­θάρισης (Εφ.Αθ. 4310/2018 ΤΝΠ-Νόμος, Εφ.Αθ. 2667/2018, Εφ.Αθ. 397/2018, Εφ.Αθ. 4321/2017, Εφ.Αθ. 162/2018 αδημ., Γνωμδ Γ.Δ. Τριανταφυλλάκη, Καθηγητή Νομικής Δ.Π.Θ., Αγγ. Μπώλου, Επίκουρ. Καθηγητή ΕμπορΔ. Παντείου Πανεπιστημ., που προσκομίζει η εφεσίβλητη). Ειδικότερα, καταρχήν τούτο είναι δογμα­τικά ορθό, καθώς δεν δύναται σε δύο εξίσου συλλογικές διαδικασίες με παρεμφερείς και, σε κάποια σημεία τους, όμοιους σκοπούς, όπως είναι η πτώχευση και η ασφα­λιστική εκκαθάριση, στη μεν πρώτη να παρέχεται η δυνατότητα στον πιστωτή που δεν ανήγγειλε εμπρόθε­σμα την απαίτησή του, να την αναγγείλει, ώστε να συμ­μετάσχει στην πτωχευτική διαδικασία, στη δε δεύτερη να μην προβλέπεται τέτοια δυνατότητα για τον ασφαλι­σμένο που δεν ανήγγειλε την απαίτησή του, με αποτέλε­σμα αυτός να βρίσκεται τελικά σε δυσμενέστερη θέση, όντας αντιμέτωπος με τον κίνδυνο να χάσει κάθε δυνα­τότητα ικανοποίησης, αν παρέλθει η προθεσμία που του τάχθηκε στο πλαίσιο μίας διαδικασίας που κινή­θηκε, λόγω της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του. Μία τέτοια διάκριση μεταξύ των δύο διαδικασιών δε στηρίζε­ται σε κανέναν απολύτως λόγο. Ωστόσο, για τη συμπλη­ρωματική εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 92 παρ. 1 ΠτωχΚ, και στην περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το όλο νομο­θετικό πλαίσιο που ισχύει για την ασφαλιστική εκκαθά­ριση, ώστε η άσκηση μίας τέτοιας ανακοπής να μην αποτελέσει τροχοπέδη ιδίως για τις ταχύτατες διαδικα­σίες που προβλέπονται για την περαίωσή της. Συγκε­κριμένα, η ανακοπή του άρθρου 92 ΠτωχΚ. δικάζεται, κατ άρθρο 54 ΠτωχΚ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. Κ.Πολ.Δ.), από το πτωχευ­τικό δικαστήριο, που κατ άρθρο 53 ΠτωχΚ, είναι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση. Εντούτοις, στην περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθά­ρισης, αυτή αποτελεί στάδιο που επέρχεται αναγκα­στικά, όπως ήδη προεκτέθηκε, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσια­κών στοιχείων (άρθρο 12α παρ. 1 ν.δ. 400/1970). Η δε ανά­κληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχεί­ρησης δεν διατάσσεται από κάποιο δικαστήριο, αλλά λαμβάνει χώρα μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφά­λισης. Συνεπώς, εν προκειμένω, στην περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, δεν υπάρχει αντίστοιχη έννοια με αυτή του «πτωχευτικού δικαστηρίου». Ωστόσο, από τις διατάξεις των άρθρων του ν.δ. 400/1970, μπορούν να συναχθούν τα ακόλουθα: α) με τη διάταξη του άρθρου 12α παρ. 6 ν.δ. 400/1970 ορίζεται ότι: «Με τη θέση της επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκα­θάριση οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται κατά τη διαδικα­σία των ασφαλιστικών μέτρων με πρωτοβουλία των δικαιούχων ασφαλίσματος ή του επόπτη εκκαθάρισης και του εκκαθαριστή ή του επόπτη πτώχευσης και του συνδίκου-εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομι­μοποιούμενου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό» και β) με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 ν.δ. 400/1970 ορίζεται ότι: «Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκού­νται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη δια­δικασία των ασφαλιστικών μέτρων». Από τις παρα­πάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τις δίκες που προκύ­πτουν κατά τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρι­σης ασφαλιστικής επιχείρησης, ο νομοθέτης θέλησε να υπάρχει γι αυτές αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτο­δικείου της έδρας της επιχείρησης και προέβλεψε την εκδίκασή τους με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ως, κατά τεκμήριο, ταχεία διαδικασία, προκειμένου να περατωθεί γρήγορα η διαδικασία της ασφαλι­στικής εκκαθάρισης και να ικανοποιηθούν οι προνομιακώς ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση. Συνεπώς, θα πρέπει η ανακοπή που ασκείται από τους ασφαλισμένους που δεν ανήγγειλαν εμπροθέσμως τις απαιτήσεις τους, να θεωρηθεί ως ανακοπή της διάταξης του άρθρου 92 παρ. 1 ΠτωχΚ, συμπληρωματικώς εφαρμο­ζόμενης, λόγω μη ύπαρξης παρόμοιας ρύθμισης στο ν.δ. 400/1970, η οποία θα πρέπει να εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο του τόπου της έδρας της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επίσης. Περαιτέρω, επειδή η εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρ. 92 του ΠτωχΚ, ως προς την τεθείσα προθεσμία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, δηλαδή μέχρι την τελευταία διανομή, καθώς η εκπρόθε­σμη άσκηση της ανακοπής, εκτός της προθεσμίας των 45 ημερών του ν.δ. 400/1970, για το σύνολο ή μεγάλο μέρος ασφαλισμένων εκτός Κ.Δ.Α., βάσει των προβλέ­ψεων για την ανακοπή του άρθρ. 92 ΠτωχΚ, θα έθετε κάθε διανομή εκτός προϋπολογισμού, ενώ πιθανότατα θα την καθιστούσε και de facto αδύναμη, δεδομένου ότι η άσκηση του άρθρ. 92 ΠτωχΚ μέχρι την τελευταία δια­νομή θα μετέβαλε άρδην τους συσχετισμούς της Κ.Δ.Α., ως προς την αξία των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν, υπό το πρίσμα αυτό, σκόπιμη κρίνεται καταρχάς η δυνατότητα εφαρμογής της ανακοπής του άρθρ. 92 ΠτωχΚ και στις περιπτώσεις των μη αναγγελθέ­ντων ασφαλισμένων, με προσαρμογή όμως της διάτα­ξης αυτής στις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτει η ασφαλιστική νομοθεσία του ν.δ. 400/1970 και με τον περιορισμό ότι ισχύει μόνο για το μέλλον και δε θίγει ό,τι ήδη έγινε. Κατά την αντίληψη που εκφράζεται στο άρθρ. 92 ΠτωχΚ, ο δανειστής που δεν αναγγέλλει εμπρόθε­σμα την απαίτηση του δεν αποκλείεται πλήρως από τη συλλογική διαδικασία, αλλά μπορεί να εισέλθει σε αυτήν με ανακοπή κατά τη διάταξη αυτήν, χωρίς όμως να θίγονται οι ήδη γενόμενες διανομές, με την επισή­μανση ότι ο δανειστής μπορεί να ζητήσει στις επόμενες διανομές να του καταβληθεί και ό,τι θα του αναλογούσε στις προηγούμενες (Ε. Περάκη, ΠτωχΔ, 2η έκδ., 2012). Η παροχή αυτής της δυνατότητας και στον ασφα­λισμένο, που δεν αναγγέλθηκε εμπρόθεσμα στην ασφαλιστική εκκαθάριση, είναι συστηματικώς συνε­πής, διότι θα ήταν ανεξήγητο να βρίσκεται ειδικά ο ασφαλισμένος (σε σύγκριση με τους δανειστές σε όλες τις άλλες συλλογικές διαδικασίες) σε δυσμενέστερη θέση, ήτοι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο να χάσει κάθε δυνατότητα ικανοποίησης, αν παρέλθει η προθεσμία που του τάσσεται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που κινήθηκε λόγω της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι, επειδή η ανακοπή κατ άρθρ. 92 ΠτωχΚ αφορά μόνο τις μεταγενέστερες αυτής διανομές, μπορεί να στηρίξει την (σαφώς διακρινόμενη από αυτήν και στηριζόμενη στο άρθρ. 161 ΠτωχΚ) ανα­κοπή κατά πίνακα διανομής, και αντίστοιχα την ανα­κοπή κατά της κατάστασης δικαιούχων που προβλέπε­ται στο άρθρ. 10 παρ. 3 ν.δ. 400/70, μόνο όταν αυτή η ανα­κοπή του άρθρ. 161 ΠτωχΚ ή του άρθρ. 10 παρ. 3 ν.δ. 400/70 προβάλλεται εμπρόθεσμα. Μια ανακοπή κατά πίνακα διανομής ή κατάστασης δικαιούχων από ασφαλισμένο, που δεν είχε προηγουμένως αναγγελθεί, μπορεί μεν σε κάθε περίπτωση να κριθεί παραδεκτή, κατ εκτίμηση του δικογράφου, και ως ανακοπή του άρθρ. 92 ΠτωχΚ, αν βέβαια ανταποκρίνεται στους όρους αυτής της διάτα­ξης, διότι πάντως ο ασφαλισμένος προβάλλει την αξίωση του έναντι του εκκαθαριστή, και με τον περιορι­σμό ότι ισχύει μόνο για το μέλλον και δεν θίγει ό,τι ήδη έγινε. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφα­λιστικής επιχείρησης, αναφορικά με τις ασφάλειες ζωής για τις οποίες δεν έχει επέλθει μέχρι τότε η ασφαλιστική περίπτωση, εκείνο που καταβάλλεται από τον ασφαλιστή είναι όχι το ασφάλισμα, αφού δεν έχει γεννηθεί τέτοια αξίωση, αλλά η αξία εξαγοράς, όπως αυτή προσ­διορίζεται - αποκρυσταλλώνεται κατά τον χρόνο ανά­κλησης της άδειας, ως το κομβικό χρονικό σημείο στη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, καθόσον από τότε αναστέλλεται το δικαίωμα της εταιρίας για είσπραξη ασφαλίστρων και η υποχρέωση ικανοποίη­σης απαιτήσεων από τον ασφαλιστή, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 1 γ ν. 3867/2010 όπως ήδη προεκτέθηκε. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, εξαιτίας των ανωτέρω, η άσκηση δικαιώματος εξαγοράς μετά την ανάκληση της άδειας, δεν επηρεάζει ουδόλως την αξία εξαγοράς, αφού ως ασκηθείσα μετά τον κρίσιμο χρόνο (ανάκληση άδειας) είναι άνευ αντικειμένου. Για τον ίδιο δε λόγο δεν ασκεί καμία επιρροή και η τυχόν επέλευση της ασφαλι­στικής περίπτωσης μετά την ανάκληση της άδειας της εταιρίας. Σχετικά δε με τον τρόπο υπολογισμού της αξίας εξαγοράς και σύμφωνα με το άρθρ. 4 περ. γ της απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστι­κών Θεμάτων με θέμα «Καταβολή αποζημίωσης σε δικαιούχους ασφαλίσεων ζωής ασφαλιστικής επιχείρη­σης της οποίος έχει ανακληθεί η άδεια» (Συνεδρίαση 12/Θέμα 3/13.7.2011), ρητά ορίζεται ότι για τις ασφαλίσεις που δεν είχαν λήξει κατά την ημερομηνία ανάκλη­σης της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, καταβάλ­λεται από το Εγγυητικό Κεφάλαιο ως αποζημίωση η αξία εξαγοράς που η ασφάλιση ζωής είχε κατά την ημε­ρομηνία ανάκλησης, με ανώτατο όριο τα 30.000 ευρώ, εφόσον κατά το χρόνο αυτό ο ασφαλισμένος είχε δικαίωμα εξαγοράς κατά την παρ. 3 του άρθρ. 29 ν. 2496/1997. Η αξία εξαγοράς στην ως άνω περίπτωση ανταποκρίνεται σε αυτό που ο λήπτης της ασφάλισης έχει καταβάλει, αφαιρουμένης της αντιπαροχής που έχει ήδη λάβει από τον ασφαλιστή.

III. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154, 155 παρ. 1, 156 και 158 Κ.Πολ.Δ. προκύ­πτει ότι ο διάδικος που δεν άσκησε ένδικο μέσο ή βοή­θημα μέσα στη νόμιμη προθεσμία μπορεί, αν η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμά­των στην προηγούμενη κατάσταση, έτσι ώστε με από­φαση του δικαστηρίου να προσδοθεί στην εκπροθέ­σμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης η έννομη ενέργεια που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη. Ως ανώτερη βία κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. θεωρείται κάθε γεγονός το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύ­νατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και σε συγκεκριμένη περίπτωση είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. η ύπαρξη παντός πταίσματος κατά την απώλεια μιας δικονομικής προθεσμίας, ακόμη και ελαφράς αμέλειας του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου ή του νόμιμου αντιπροσώπου αυτού, απο­κλείει το χαρακτηρισμό κάποιου διακωλυτικού γεγονό­τος ως ανώτερης βίας (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 518/2010). Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προη­γούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης δικονο­μικής προθεσμίας, στηριζόμενος στην αρχή της επιεί­κειας, αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει δε τη δυνατότητα της άρσης με δικαστική απόφαση νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή της ανώτερης βίας ή του δόλου του αντιδίκου του. Η αίτηση επαναφοράς απευθύνεται στο κατά το άρθρο 154 Κ.Πολ.Δ. αρμόδιο δικαστήριο και υποβάλλε­ται είτε με αυτοτελές δικόγραφο είτε με τις προτάσεις μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 153 Κ.Πολ.Δ. προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώ­σης του δόλου. Σε κάθε περίπτωση όμως, για την ολο­κλήρωση της άσκησης του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δεν αρκεί μόνο η εντός των τριάντα αυτών ημερών κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου αλλά απαιτείται και η επίδοση του δικο­γράφου στον αντίδικο του αιτούντος μέσα στην ίδια προθεσμία (άρθρα 155 παρ. 1, 215 παρ. 1, 217 Κ.Πολ.Δ.). Ειδι­κότερα, για την παραδεκτή και δη εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο του ενδίκου βοηθήματος που ασκήθηκε εκπρό­θεσμα, πρέπει να αποδεικνύεται εκ μέρους του αιτού­ντος την επαναφορά η αναγκαία επίδοση του δικογρά­φου με τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου ή της γνώσης του δόλου, ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αίτη­σης επαναφοράς εντός της παραπάνω προθεσμίας, η οποία (άσκηση) δεν ολοκληρώνεται πριν από την επί­δοση της αίτησης στον καθ ου αυτή απευθύνεται (ΑΠ 443/2015, ΑΠ 1216/2012). Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 158 Κ.Πολ.Δ. με την οποία επιδιώκεται η εξα­σφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αυτής αν για οποιοδήποτε λόγο (ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος) απωλέσθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησης της. Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαρά­δεκτο (ΑΠ 106/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 1155/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 13.4.2017 ανακοπή της η ανακόπτουσα σωρεύει και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση λόγω απώ­λειας της προθεσμίας του άρθρου 10 παρ. 3 ν.δ. 400/1970 εξαιτίας αναπηρίας της εφόρου ζωής εκ ποσοστού 67%, μη γνώσης των αναρτήσεων στο διαδίκτυο και μη ευχέ­ρειας πρόσβασης σ αυτό. Οι λόγοι της αιτήσεως δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 152 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως αναπτύχθηκαν στην παραπάνω υπό III μείζονα πρόταση και συνεπώς ορθά απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένου ως αβασίμου και του σχετικού με την απόρριψη του 1ου λόγου της ανακοπής 1ου λόγου της έφεσης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι απαραδέκτως ως εκπρό­θεσμη ασκήθηκε η ανακοπή της ασφαλισμένης και λήπτη της ασφάλισης λόγω παρόδου της προθεσμίας και κατά την επικουρική της βάση εκ του άρθρου 92 παρ. 1 του ΠτωχΚ. Όμως η σχετική αιτιολογία απόρριψης του επικουρικού αιτήματος δεν στηρίζεται στο νόμο, αφού δεν ταυτίζονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάτα­ξης του άρθρου 92 ΠτωχΚ με αυτές του άρθρου 10 παρ. 3 ν.δ. 400/1970, καθόσον δεν διαλαμβάνεται ότι περατώ­θηκε η τελευταία διανομή της περιουσίας της υπό εκκα­θάρισης εταιρίας. Έτσι όμως που έκρινε η εκκαλουμένη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και γι αυτό θα πρέπει κατά παραδοχή του 2ου λόγου της έφεσης να εξαφανιστεί και να δικαστεί περαιτέρω κατ ουσίαν η ανακοπή κατά τον επικουρικά προβαλλόμενο λόγο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Από τα έγγραφα που προσκομίζονται με επί­κληση από τους διαδίκους, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ αριθ. ...31.1.2002 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφά­λισης ζωής με τον τίτλο …, που η ανακόπτουσα/εκκαλούσα συνήψε με την καθής η ανακοπή υπό εκκαθάριση ήδη ασφαλιστική εταιρία, προχώ­ρησε σε ασφάλιση ζωής με ασφαλισμένη την ίδια και δικαιούχους μετά το θάνατο της την μητέρα της και τα τέκνα της Κ., Ο. και Γ.Β., για ποσό 30.051 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε εφάπαξ ως καθαρό ασφάλιστρο, με χρόνο έναρξης την 31.1.2002 και λήξης την 31.1.2012 και ελάχιστο αποδοτέο κεφάλαιο το ποσό των 43.439,22 ευρώ. Από το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο πιθανολογείται ότι αυτό δεν είναι αμιγώς επενδυτικού χαρακτήρα, αλλά έχει προεχόντως χαρα­κτήρα ασφάλισης ζωής - αποταμιευτικού προγράμματος, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 278 παρ. 7 του ν. 4364/2016, δηλαδή τα στοιχεία της συμβαλλομένης και των δικαιούχων του ασφαλίσματος, τη διάρκεια της ασφα­λιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο και τη χρηματική αξία, που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων, το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και τον ορισμό του ελληνικού ως εφαρμοστέου δικαίου. Ο ασφαλιστικός δε κίνδυνος στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι ο θάνατος του συμβαλλομένου, καθώς το συμ­βάν αυτό συνδέεται με την καταβολή του ασφαλίσμα­τος, ενώ η πρόβλεψη ότι είναι καταβλητέα η αξία του αποταμιευτικού λογαριασμού του ασφαλισμένου κατά την ημερομηνία αναγγελίας του θανάτου στον ασφα­λιστή ή το σύνολο των καθαρών ασφαλίστρων, εφό­σον αυτό είναι μεγαλύτερο ή η ελάχιστη αξία εξαγοράς εάν αυτή είναι μεγαλύτερη από τα δύο προηγούμενα μεγέθη, εξηγείται λογικώς από την προκαταβολή αυτού (ασφαλίστρου) από τον ασφαλισμένο κατά την κατάρ­τιση της σύμβασης, ο δε επενδυτικός χαρακτήρας του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου -στο συμβόλαιο υπάρχουν προβλέψεις για συμμετοχή σε κέρδη, κατα­βολή μερισμάτων κ.λπ.- δεν αναιρεί το βασικό τους χαρακτήρα ως αποταμιευτικού σκοπού, στον οποίο απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Εξάλλου, η σύν­δεση της σύμβασης ασφάλισης ζωής με επενδυτικές πράξεις δεν είναι άγνωστες στο ελληνικό δίκαιο, αφού αυτές προβλέπονταν στο προϊσχύσαν ν.δ. 400/1970 (άρθρα 13 παρ. 2 III και 13γ). Συνακόλουθα, αφού υπάρ­χει, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 11 του ν.δ. 400/1970 και σχετική υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να σχηματίζει και για τις συμβάσεις αυτές αναφορικά με το εγγυημένο κεφάλαιο ασφαλιστική τοποθέτηση και όχι για τις απαιτήσεις από κέρδη ή μερίσματα, αντιμε­τωπίζονται ως συμβάσεις ασφάλισης ζωής.

Στις 21.9.2009 με την υπ αριθ. 156/21.9.2009 από­φαση του ΝΠΔΔ του Υπουργείου Οικονομικών «Επι­τροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης» (Επ.Ε.Ι.Α.), που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 11292/21.9.2009 Τεύχος ΤΑΕ & ΕΠΕ, ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της άνω εταιρίας και αυτή τέθηκε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, όπως αυτό προβλέπεται από τις ειδικές διατάξεις του ν.δ. 400/1970, με εκκαθαριστή αρχικά τον Χρ.Μ. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3867/2010 (ΦΕΚ 128Α/3.8.2010) καταργήθηκε η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης» (Επ.Ε.Ι.Α.) και μεταφέρθηκαν όλες οι αρμοδιότητές της στην Τράπεζα της Ελλάδος. Με το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, καταργήθηκε επίσης η ως άνω παρ. 4α του άρθρου 10 του ν.δ 400/1970 και προβλέφθηκε ειδικώς ότι στις εκκρεμείς διαδικασίες που αφορούσαν ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων, κατά την ημέρα δημοσίευσης αυτού του νόμου, έχει ήδη ανακληθεί η άδεια λειτουργίας και έχει οριστεί επόπτης χαρτοφυλα­κίων ζωής, θα εξακολουθούσαν να διέπονται από τις δια­τάξεις που καταργούνταν, όπως αυτές τροποποιούνται και συμπληρώνονται. Εν συνεχεία ο Υπουργός Οικονο­μικών αποφάσισε, με την υπ αριθ. Β.77/15.1.2010 (ΦΕΚ 62 Β/27.1.2010) απόφασή του, το διορισμό του Ιω.Π. ως Επόπτη Χαρτοφυλακίου Ζωής. Ο τελευταίος ανέλαβε την αναδιοργάνωση του χαρτοφυλακίου ζωής, που περιλαμ­βάνει την κατάρτιση Προσωρινού Χαρτοφυλακίου Ζωής, την αναμόρφωση των παροχών και τη διαρκή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του κλάδου Ζωής, με σκοπό τη μερική ή ολική μεταβίβαση των ως άνω χαρτο­φυλακίων ζωής σε ανάδοχο ασφαλιστική εταιρία ή περισσότερες ασφαλιστικές εταιρίες κατά τις διατάξεις της παρ. 4α του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970. Η απόφαση αυτή ελήφθη λόγω της συστημικής σπουδαιότητας της καθής Εταιρίας στην ασφαλιστική αγορά, και προκειμέ­νου να ευρεθεί ασφαλιστική εταιρία η οποία θα αναλάμ­βανε το χαρτοφυλάκιο ζωής και τη συνέχιση των σχετι­κών ασφαλιστικών συμβάσεων. Την 15.9.2010, ο ανω­τέρω Επόπτης του Χαρτοφυλακίου Ζωής, πραγματο­ποίησε την προβλεπόμενη εκ του νόμου ανάρτηση του προβλεπόμενου στο άρθρο 4 παρ. 1 της ΥΑ Β 2574/2009 «καταλόγου ασφαλισμένων», αρχικά στην ιστοσελίδα της Επ.Ε.Ι.Α και ακολούθως στην ιστοσελίδα της Τράπε­ζας της Ελλάδος. Το γεγονός της ανάρτησης δημοσιεύ­θηκε μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομά­δες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερί­δες. Εν συνεχεία ο Επόπτης Χαρτοφυλακίου Ζωής, εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων του, κατήρτισε την 9.11.2011 το Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής των ασφαλισμένων της εταιρίας ……… (άρθρο 4 παρ. 3 της ως άνω ΥΑ). Στις 20.11.2015 είχε αναρτηθεί διαδικτυακά, στον ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο πίνακας των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής και στη συνέχεια ο εν λόγω πίνακας δημοσιεύθηκε και σε ορισμένες εφημερίδες του ελληνικού τύπου και συγκεκριμένα τις εφημερίδες «……» και «………», στις 20.11.2015,27.11.2015 και 4.12.2015. Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση του Επόπτη Χαρτοφυλακίου Ζωής, στο Προσωρινό Χαρτο­φυλάκιο περιελήφθησαν: α) το σύνολο όσων θεωρούνται ως ασφαλισμένοι στους κλάδους ζωής που ασκούσε η Εταιρία (ανά ειδικότερα ασφαλιστικά προγράμματα), κατά την ημερομηνία θέσης της Εταιρίας σε εκκαθάριση και β) το σύνολο των παροχών της Εταιρίας έναντι κάθε ασφαλισμένου κατά την ημερομηνία κατάρτισης του Προσωρινού Χαρτοφυλακίου Ζωής (άρθρο 4 παρ. 3 της ΥΑ 2574 Β/2009). Η κατάρτιση του Προσωρινού Χαρτοφυλα­κίου Ζωής αφορούσε την πιθανή μεταβίβαση του Χαρτο­φυλακίου Ζωής σε ανάδοχο ασφαλιστική εταιρία ή περισσότερες ασφαλιστικές εταιρίες, μετά από αναμόρ­φωση των παροχών και δεν συνιστά πίνακα κατάταξης απαιτήσεων. Σχηματίστηκε, δε, κατόπιν απογραφής του συνόλου των ασφαλισμένων (άρθρ. 4 παρ. 1 ΥΑ 2574/2009), ως η άνω ΥΑ ρητά όριζε, και όχι βάσει αναγγελιών, δεδο­μένου ότι η διαδικασία αυτή γινόταν αποκλειστικά και μόνον για την εύρεση αναδόχου χαρτοφυλακίου με μεσο­λάβηση της Εποπτικής Αρχής. Το προσωρινό χαρτοφυ­λάκιο προσδιόριζε το μαθηματικό απόθεμα που όφειλε να διαθέτει η εταιρία κατά την ημερομηνία ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της για έκαστο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής. Όπως προέβλεπε η ως άνω ΥΑ, ο Επό­πτης Χαρτοφυλακίου Ζωής όφειλε να καλέσει να αναγ­γελθούν όσους δεν είχαν συμπεριληφθεί στο Προσω­ρινό Χαρτοφυλάκιο. Η αναγγελία αυτή αποσκοπούσε στη θεραπεία τυχόν σφαλμάτων κατά τη σύνταξη του Προσωρινού Χαρτοφυλακίου: Αν για οποιονδήποτε λόγο είχε εσφαλμένα παραλειφθεί κάποιος ασφαλισμένος από το Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο, με την αναγγελία το σφάλμα θα διορθωνόταν μετά ασφαλώς από την εξέ­λεγξη της οικείας απαίτησης. Επειδή μεταβίβαση του Χαρτοφυλακίου Ζωής της Εταιρίας δεν επιτεύχθηκε από τον Επόπτη Χαρτοφυλακίου κατά τις ως άνω διατάξεις, η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3867/2010, απηύθυνε δημόσια πρό­σκληση για την ανάδειξη αναδόχου Χαρτοφυλακίου Ζωής της Εταιρίας. Η ως άνω διαδικασία περατώθηκε την 31.5.2012 δίχως την εκδήλωση ενδιαφέροντος εκ μέρους άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης για την ανα­δοχή του χαρτοφυλακίου ζωής της Εταιρίας ……. Κατόπιν τούτου, με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ αριθ. .../1.6.2012 Διαπιστωτική Πράξη της Τράπεζας της Ελλάδος διαπιστώθηκε ότι παρήλθε η προθεσμία της 31ης Μαΐου 2012, χωρίς να εγκριθεί σύμ­βαση μεταβιβάσεως του Χαρτοφυλακίου Ζωής της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση Εταιρίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3867/2010 και ότι επομένως έχουν επέλθει αυτοδικαίως οι αναφερόμενες στο ίδιο άρθρο έννομες συνέπειες δηλαδή η περάτωση της διαδικασίας του άρθρου 10 παρ. 4α του ν.δ. 400/1970 και της Β2574/2009 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών ως ισχύουν κατά το άρθρο 2 του ν. 3867/2010, εφαρμόζονται δε για το εν λόγω χαρτοφυλάκιο, κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου του ν. 3867/2010, οι διατάξεις περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης του ν.δ. 400/1970. Συνεπώς η εκ μέρους του Επόπτη Χαρτοφυλακίου Ζωής αναμόρφωση των ασφα­λιστικών υποχρεώσεων της Εταιρίας, με σκοπό τη μετα­βίβαση του χαρτοφυλακίου ζωής σε ανάδοχο ασφαλι­στική εταιρία με διαφορετικές παραδοχές από αυτές της ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή σε συνεργαζόμενες ή μη ασφαλιστικές εταιρίες, απέτυχε οριστικά και εφαρμόζο­νται πλέον οι διατάξεις περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Δεδομένης, επομένως, της ματαίωσης της διαδικασίας αναδοχής, η κατάρτιση του Προσωρινού Χαρτοφυλακίου Ζωής δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και ως προς τους ασφαλισμένους ζωής εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Σημειωτέον, ότι η κατά νόμο Εποπτική Αρχή Τράπεζα της Ελλάδος, σε ερώτημα προηγούμενου Επόπτη Εκκαθαρίσεως Κων.Β. περί του εάν το προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής μπορεί να θεω­ρηθεί κατάσταση δικαιούχων, με το υπ αριθ. .../2012 έγγραφο της αποφάνθηκε αρνητικά, υποδεικνύοντας ότι η διαδικασία ασφαλιστικής εκκαθάρισης πρέπει να ακο­λουθηθεί από την αρχή, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία προσκλήσεων, αναγγελιών και ένταξη στην κατάσταση, όρισε δε ως ημερομηνία ενάρξεως ασφαλιστικής εκκαθάρισης για τα συμβόλαια ζωής την ημερομηνία ανάκλησης αδείας της Εταιρίας, ήτοι την 21.9.2009. Αφού, στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία του προσωρινού χαρτοφυλακίου ζωής και της σχετικής διαδικασίας επαλήθευσης εξέλιπε με την αποτυχία της αναδιοργάνωσης του χαρτοφυλα­κίου προς μεταβίβασή του, η διαδικασία αυτή δεν λαμβά­νεται πλέον υπόψη. Η συμπερίληψη πιστωτών στο προ­σωρινό χαρτοφυλάκιο δεν υποκαθιστά την αναγγελία στην (αυτοτελή) ασφαλιστική εκκαθάριση. Η αναγγελία αυτή παραμένει απαραίτητη και στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος συμπεριελήφθη στο προσωρινό χαρτο­φυλάκιο ζωής (είτε με πρωτοβουλία του επόπτη, είτε αφού προσκόμισε ο ίδιος τα έγγραφα του), και βέβαια κατά μείζονα λόγο είναι απαραίτητη για όποιον ασφαλι­σμένο δεν συμπεριελήφθη ή/και δεν αναγγέλθηκε για το προσωρινό χαρτοφυλάκιο. Τον Ιανουάριο του 2010, προ πάσης σχετικής πρόσκλησης, η ανακόπτουσα ανήγ­γειλε στον προσωρινό τότε εκκαθαριστή της καθ ης την απαίτησή της από το προαναφερόμενο ασφαλιστήριο, η αναγγελία της δε αυτή έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../27.1.2010, όπου επισύναψε και φωτοαντίγραφο του ασφαλιστηρίου αυτού. Η ανακόπτουσα/εκκαλούσα, μολονότι διατηρούσε δυνάμει του ανωτέρω ασφαλιστη­ρίου συμβολαίου απαιτήσεις από ασφάλιση ζωής κατά της εφεσίβλητης/καθ ης η ανακοπή, τις οποίες όφειλε να αναγγείλει μετά την οριστική ματαίωση της μεταβίβασης του προσωρινού χαρτοφυλακίου ζωής σε ανάδοχο εται­ρία, όπως προεκτέθηκε, αφού ήταν πλέον γεγενημένες, θεωρούμενες ότι οι μεταξύ τους συμβάσεις ασφάλισης ζωής είχαν λυθεί αναδρομικά από την ημέρα ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εφεσίβλητης/καθ ης λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας (άτομο με ειδικές ανάγκες με ποσοστό αναπηρίας 67%) δεν τις ανήγγειλε. Κατά συνέπεια, η ανακόπτουσα/εκκαλούσα δικαιούται να αναγγελθεί εκπροθέσμως δι ανακοπής του άρθρου 92 του ΠτωχΚ, το οποίο εφαρμόζεται, συμπληρωματικώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 του ίδιου ως άνω Κώδικα, στις διαδικασίες ασφαλιστικής εκκαθάρισης, προκειμένου να συμμετάσχει στη διαδικασία διανομής της περιουσίας. Στην περίπτωση δε αυτή η απαίτηση από την ασφάλιση συνίσταται όχι στο δικαίωμα εξαγο­ράς, το οποίο δεν είχε προλάβει να θεμελιωθεί λόγω ανάκλησης της άδειας της ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά σε δικαίωμα επιστροφής του καταβληθέντος ασφαλίστρου και άρα μετά την ανάκληση της άδειας και θέσης σε εκκαθάριση της καθ ης η ανακοπή/εφεσίβλητης και τη ματαίωση μεταβίβασης του προσωρινού χαρτοφυλακίου ζωής σε ανάδοχο εταιρία, από την επίδικη σύμβαση ασφάλισης ζωής για επιστροφή των ασφαλίστρων, που είχε καταβάλει σε αυτή, δικαιούχος της αξίωσης είναι η ανακόπτουσα/ασφαλισμένη. Η αξίωση αυτή ανήρχετο στο ποσό των 38.618,22 ευρώ σύμφωνα με τα αναφερό­μενα στο από 26.4.2017 σημείωμα επαλήθευσης απαι­τήσεων της συμβούλου εκκαθάρισης της ελεγκτικής εταιρίας ……, το οποίο όμως υπερβαίνει το δια την ανακοπής αιτούμενο, για το οποίο και θα καταταγεί τελικά η ανακόπτουσα. Πρέπει, επομένως να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή ήτοι κατά την επικουρική της βάση ως νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 12 του ν.δ. 400/1970 αλλά και του άρθρου 92 του ΠτωχΚ, που εφαρμόζεται, όπως ήδη προεκτέθηκε, συμπληρωματικώς κατ άρθρο 179 του ίδιου ως άνω Κώδικα, συνάμα δε και ως κατ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί η εκκαλούσα/ανακόπτουσα ως δικαι­ούχος απαιτήσεως ασφάλισης για το ποσό των 30.051 ευρώ, ώστε να επαληθευτεί η απαίτησή της αυτή και να συμπεριληφθεί στις μελλοντικές διανομές του προϊόντος της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.