ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 103/2020

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Δήμητρα Τσουτσάνη, Πρόεδρο Εφετών,  Αθανάσιο Θεοφάνη, Εφέτη, Μαρία Δανιήλ, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Ε.Τ..

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τα κάτωθι αναφερόμενα δικόγραφα: α) Η από 15.2.2018 (με αυξ.αριθμ.εκθ. καταθ………../15.2.2018 και ………../15.2.2018) έφεση της εν όλω ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό ενάγουσας της ασκηθείσας ενώπιον του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 28.12.2015 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ. ………./30.12.2015) αγωγής, και β) η από 12.2.2018 (με αυξ. αριθμ. εκθ.καταθ………/14.2.2018 και ……./15.2.2018) έφεση των εναγομένων της ανωτέρω αγωγής – αντεναγουσών της ασκηθείσας σε βάρος της ενάγουσας ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου από 28.12.2016 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ………./29.12.2016) ανταγωγής, αμφότερες στρεφόμενες κατά της υπ’αριθμ. 4108/2017 οριστικής απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν τόσο η αγωγή, όσο και η ανταγωγή, η μεν αγωγή εν μέρει ως αόριστη και εν μέρει ως κατ’ουσίαν αβάσιμη, η δε ανταγωγή ως αόριστη, τα οποία (προαναφερόμενα δικόγραφα) πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης (άρθρο 246 του ΚΠολΔ).

Η εκ των συνεκδικαζομένων εφέσεων από 15.2.2018 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ……./15.2.2018 και …../15.2.2018) έφεση της εν όλω ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό ενάγουσας κατά της υπ’αριθμ. 4108/2017 οριστικής απόφασης του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική δικαδικασία, επί της από 28.12.2015 (με αυξ. αριθμ. εκθ.καταθ……../30.12.2015) αγωγής της, που αφορά σε χρηματικές απαιτήσεις της ως αποχωρήσαν μέλος της πρώτης εναγομένης, κοινοπραξίας ναυτιλιακών εταιριών για την εκτέλεση πλόων σε δρομολογιακές γραμμές με τα πλοία, πλοιοκτησίας των μελών της, με έτερα μέλη τις δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των εναγομένων, κατόπιν καταγγελίας της συμμετοχής της στην κοινοπραξία, αφενός μεν λόγω της επελθούσας κατάπτωσης της μεταξύ τους συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, συνεπεία επικαλουμένης παράβασης από τις εναγόμενες των αναφερομένων στο δικόγραφο όρων του συμφωνητικού εισόδου της στην κοινοπραξία, αφετέρου δε απορρέουσες από τη σχέση της κοινοπραξίας, και με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκε η ανωτέρω αγωγή με την ασκηθείσα κατά της ενάγουσας από 28.12.2016 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ………./29.12.2016) ανταγωγή των εναγομένων, αναφορικά με απαιτήσεις τους σε βάρος της από την κοινοπραξία,  και από την κατάπτωση της εν λόγω ποινικής ρήτρας, απορρίφθηκαν αμφότερες καθ’ ολοκληρίαν, η μεν αγωγή εν μέρει ως αόριστη, και εν μέρει ως κατ’ουσίαν αβάσιμη, η δε ανταγωγή ως αόριστη, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 495, 499, 511,513 παρ.1 εδαφ.β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.1, και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 15.2.2018 (με αυξ.αριθμ.εκθ. καταθ………/15.2.2018), ήτοι εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, που έλαβε χώρα, με την επιμέλεια των τριών πρώτων των εναγομένων, στις 17.1.2018, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τις τελευταίες υπ’αριθμ…./17.1.2018 έκθεση επίδοσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου Δικαστικού Επιμελητή ……….., ενώ επιπροσθέτως έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα κατά την κατάθεσή της το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 του ΚΠολΔ παράβολο και δε συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, αρμόδια δε καθ’ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ενόψει και της φύσης της διαφοράς ως ναυτικής (άρθρα 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ.α΄του ν.2172/1993). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, που πλήττουν τα κεφάλαια της εκκαλουμένης, με τα οποία απορρίφθηκε εν όλω η αγωγή της, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (τακτική), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 522 και 533 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Η έτερη των συνεκδικαζομένων εφέσεων από 12.2.2018 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ………/14.2.2018 και ………./15.2.2018) έφεση των εν όλω ηττηθεισών στον πρώτο βαθμό εναγομένων – αντεναγουσών κατά της ιδίας ως άνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία επίσης απέρριψε καθ’ ολοκληρίαν την ασκηθείσα σε βάρος της ενάγουσας προαναφερόμενη ανταγωγή τους ως αόριστη, έχει ωσαύτως ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 495, 499, 511,513 παρ.1 εδαφ.β΄, 516 παρ.1, 517, 518 παρ.1, και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 15.2.2018 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ………./15.2.2018), εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης στην ενάγουσα, που έλαβε χώρα με την επιμέλεια των τριών πρώτων εξ αυτών στις 17.1.2018, κατά τα προεκτεθέντα, γεγονός, που κινεί την προθεσμία άσκησης έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και για τις ίδιες (καθώς και για την τέταρτη εξ αυτών λόγω της μεταξύ τους σχέσης αναγκαίας και όχι απλής ομοδικίας κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), και όχι μόνον για την ενάγουσα, στην οποία και η απόφαση αυτή επιδόθηκε, ενώ, επιπροσθέτως, έχει καταβληθεί από τις ανωτέρω εκκαλούσες κατά την κατάθεσή της το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 του ΚΠολΔ παράβολο, και δε συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, αρμόδια δε καθ’ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενόψει και της φύσης της διαφοράς ως ναυτικής (άρθρα 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ.α΄του ν.2172/1993). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, που πλήττουν το κεφάλαιο της εκκαλουμένης, με το οποίο απορρίφθηκε εν όλω η ανταγωγή τους ως αόριστη, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (τακτική), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 522 και 533 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Η ενάγουσα με την ανωτέρω αγωγή της, την οποία άσκησε ενώπιον του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, παραδεκτά διορθωθείσα με τις προτάσεις της κατά τα αναφερόμενα σ’αυτές σημεία, ισχυρίσθηκε ότι ως πλοιοκτήτρια του επιβατηγού/οχηματαγωγού πλοίου με την ονομασία «Ζ I», με το από 7.2.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, που περιλαμβάνεται αυτούσιο στο δικόγραφο, εισήλθε με το εν λόγω πλοίο της στην ήδη συσταθείσα με το επίσης διαλαμβανόμενο στην αγωγή συμφωνητικό, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια, από τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, πλοιοκτήτριες των επίσης αναφερομένων στο δικόγραφο πλοίων, κοινοπραξία – πρώτη εναγόμενη, για το χρονικό διάστημα από 11.2.2013 έως τις 31.10.2016, και συμφωνήθηκε ότι δικαιούται μέρος των εσόδων της κοινοπραξίας αυτής από την εκτέλεση δρομολογίων προς τις νήσους Ζάκυνθο και Κεφαλληνία με τα πλοία των μελών της, που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 10,75% των συνολικώς εισπραχθέντων ποσών, καθώς και ότι με το από 21.1.2014 εξώδικο έγγραφο, που επιδόθηκε στις εναγόμενες, εξήλθε από την κοινοπραξία, καταγγέλλοντας τη συμμετοχή της σ’αυτήν, επικαλούμενη παράβαση εκ μέρους τους των ειδικότερα διαλαμβανομένων στην αγωγή όρων του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, που αφορούσαν α) στη συμμετοχή της στη γενική συνέλευση των εκπροσώπων των μελών της κοινοπραξίας, η οποία ορίσθηκε ως το όργανο διοίκησης της τελευταίας, και στις συνεδριάσεις της οποίας από το μήνα Ιούνιο του έτους 2013 και εντεύθεν ουδέποτε  κλήθηκε να παραστεί, παρά τις συνεχείς προφορικές οχλήσεις της προς τα λοιπά μέλη, με αποτέλεσμα τη λήψη, ερήμην της, με πλειοψηφία, και όχι με την προβλεπόμενη στο ως άνω συμφωνητικό ομοφωνία, αποφάσεων επιβλαβών για τα συμφέροντα της κοινοπραξίας, και, κατ’ επέκταση, και της ιδίας, επί των αναφερομένων στο δικόγραφο ουσιωδών ζητημάτων, β) στην τήρηση βιβλίου πρακτικών, στο οποίο προβλεπόταν ότι θα καταχωρούνται οι αποφάσεις, που θα λαμβάνονται κατά τις συνεδριάσεις του ανωτέρω οργάνου διοίκησης της κοινοπραξίας, καθώς τέτοιο βιβλίο ουδέποτε τηρήθηκε, σε κάθε περίπτωση ουδέποτε της επιδείχθηκε, ώστε να λάβει γνώση των ληφθεισών αποφάσεων, γ) στην αναπροσαρμογή του αρχικά συμφωνηθέντος ποσοστού συμμετοχής της στα έσοδα της κοινοπραξίας σε περίπτωση διακοπής εκτέλεσης δρομολογίων από τα πλοία των μελών της στη γραμμή Πάτρας – Σάμης Κεφαλληνίας, όπερ ουδέποτε συνέβη εν προκειμένω, παρότι τα πλοία τους πράγματι αποχώρησαν από τη συγκεκριμένη δρομολογιακή γραμμή, δ) στη δυνατότητα απρόσκοπτης πρόσβασης εκπροσώπου της στο αναφερόμενο στην αγωγή ηλεκτρονικό σύστημα κράτησης θέσεων και έκδοσης εισιτηρίων, από το οποίο και αποκλείσθηκε παντελώς στις 23.12.2013, ε) στη χορήγηση προς την ίδια αντιγράφων των καταρτισθεισών με τους πράκτορες εισιτηρίων της κοινοπραξίας συμβάσεων, που φυλλάσσοντο στο λογιστήριο της ανωτέρω, καθώς οι εναγόμενες, παρότι κατείχαν τα συγκεκριμένα έγγραφα, αρνήθηκαν να της τα παραδώσουν, προκειμένου να τα διαβιβάσει με τη σειρά της στις φορολογικές αρχές στο πλαίσιο διενεργηθέντος σ’αυτήν ελέγχου, με αποτέλεσμα την επιβολή σε βάρος της προστίμων για τις χρήσεις των ετών 2002 και 2003, στ) στη σύνταξη μηνιαίων καταστάσεων εσόδων – εξόδων της κοινοπραξίας και μηνιαίων εκκαθαριστικών καταστάσεων, όπερ, επίσης, ουδέποτε εγένετο, ζ) στο δικαίωμα απόληψης των εσόδων της κοινοπραξίας, που αναλογούν στο ποσοστό συμμετοχής εκάστου μέλους της σ’ αυτά κατά το διάστημα ακινησίας του κάθε πλοίου, το οποίο στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό καθορίσθηκε ετησίως σε εξήντα (60) ημέρες το ανώτατο, διότι, παρότι το δικό της πλοίο πραγματοποίησε την ετήσια ακινησία του κατά το χρονικό διάστημα από 11.11.2013 έως 31.12.2013 λόγω μηχανικής βλάβης, όπως η αγωγή παραδεκτά διορθώθηκε κατά το σημείο αυτό, εντούτοις ουδέποτε εισέπραξε τα έσοδα της κοινοπραξίας, που εδικαιούτο, και μάλιστα το ποσό, που αναλογούσε στο αναπροσαρμοσθέν ποσοστό συμμετοχής της σ’αυτά, ήδη προηγηθείσης της διακοπής της εκτέλεσης δρομολογίων από τα πλοία των μελών της κοινοπραξίας στη γραμμή Πάτρας – Σάμης Κεφαλληνίας κατά τα προεκτεθέντα, η) στο προβλεπόμενο ανώτατο όριο συμμετοχής της σε ετήσια βάση στα έξοδα της κοινοπραξίας και στις αμοιβές των ναυτικών των πλοίων των μελών της για την παροχή υπερωριακής εργασίας, που καθορίσθηκαν στο ως άνω συμφωνητικό στο ποσό των 180.000 ευρώ και στο ποσό των 100.000 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία μάλιστα ειδικά για τη χρονική  περίοδο από της έναρξης ισχύος του συμφωνητικού έως και τις 31.10.2013 συμφωνήθηκε ότι «θα επιμερίζονται ανάλογα», καθώς κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου – Οκτωβρίου του έτους 2013, κατά το οποίο το πλοίο της, ενταγμένο στο στόλο των πλοίων των μελών της κοινοπραξίας, εκτελούσε δρομολόγια, επιβαρύνθηκε με μεγαλύτερα των συμφωνηθέντων ποσά, που αναλυτικά εμφαίνονται ανά μήνα στο συνημμένο στο αγωγικό δικόγραφο πίνακα. Ότι λόγω της υπαίτιας παραβίασης από τις εναγόμενες των συγκεκριμένων όρων του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, κατέπεσε υπέρ  της η συνομολογηθείσα στο προγενέστερο από 18.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, στην εφαρμογή των όρων του οποίου ρητά παραπέμπει το προαναφερθέν συμφωνητικό εισόδου της στην κοινοπραξία ποινική ρήτρα, ποσού 500.000 ευρώ, το οποίο δικαιούται να λάβει από τις εναγόμενες, εκάστη των οποίων ενέχεται εις ολόκληρον προς καταβολή του. Ότι επιπροσθέτως της οφείλεται εκ της κοινοπρακτικής σχέσης και της μη προσήκουσας εκπλήρωσης από τις εναγόμενες των εξ αυτής απορρεουσών υποχρεώσεών τους, κυρίως μεν το συνολικό ποσό των 298.392,36 ευρώ, που ως άθροισμα επιμέρους κονδυλίων, αφορά στο ποσό, που της αναλογεί από τα έσοδα της κοινοπραξίας εκ της εκτέλεσης πλόων με τα πλοία των μελών της για το χρονικό διάστημα από 11.2.2013 έως 18.10.2013, στο ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα με τα γενικά έξοδα της κοινοπραξίας και το ειδικότερο έξοδο των αμοιβών των μελών των πληρωμάτων των πλοίων των μελών της για πραγματοποιηθείσες υπερωρίες, επιπλέον των συμφωνηθέντων κατά την είσοδό της στην κοινοπραξία ποσών των 180.000 ευρώ και των 100.000 ευρώ αντίστοιχα κατ’ανώτατο όριο σε ετήσια βάση για τις ως άνω αιτίες, όπως, όμως, αυτά διαμορφώνονται με βάση τις ημέρες που το πλοίο της εκτέλεσε δρομολόγια για λογαριασμό της κοινοπραξίας, στο ποσό, το οποίο κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων για την αξία των καυσίμων, που αναλώθηκαν λόγω της χρήσης ηλεκτρογεννητριών κατά την παραμονή του πλοίου της τις νυκτερινές ώρες εκτός του λιμένα της Ζακύνθου, και για τις αμοιβές των ναυτικών της, που απασχολήθηκαν στο πλοίο της κατά τις εκτός λιμένος Ζακύνθου διανυκτερεύσεις του, και ανάγεται στη χρονική περίοδο Φεβρουαρίου – Οκτωβρίου 2013, καθώς και στο ποσό, που της αναλογεί από τα έσοδα της κοινοπραξίας για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, κατά το οποίο το πλοίο της τελούσε σε ακινησία, ως εδικαιούτο κατά το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου ρητά προβλέφθηκε δικαίωμα αργίας του κάθε πλοίου έως 60 ημερών κατ’έτος με παράλληλη αξίωση του μέλους της κοινοπραξίας απόληψης του αναλογούντος στο ποσοστό συμμετοχής του στην κοινοπραξία μέρους των εσόδων της, του τελευταίου αυτού κονδυλίου υπολογιζομένου με αναπροσαρμοσθέν ποσοστό συμμετοχής της στα έσοδα της κοινοπραξίας, ειδικότερα ανερχόμενο σε 15,5%, όπως κάθε μερικότερη αξίωση αναλυτικά εξειδικεύεται στο δικόγραφο, άλλως επικουρικώς το συνολικό ποσό των 243.128,90 ευρώ, που προκύπτει κατόπιν υπολογισμού του ποσού του κονδυλίου συμμετοχής της στα έσοδα της κοινοπραξίας του χρονικού διαστήματος ακινησίας του πλοίου της με το αρχικά συμφωνηθέν κατά την είσοδό της στην κοινοπραξία ποσοστό της συμμετοχής της του 10,75%, αφαιρεθέντος του ήδη καταβληθέντος προς αυτήν από τις εναγόμενες έναντι των απαιτήσεών της συνολικού ποσού του 1.995.154,76 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτής τροπής με τις κατατεθείσες στον πρώτο βαθμό προτάσεις της του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό στο σύνολό του, ν’αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το συνολικό ποσό των 798.392,36 ευρώ (500.000 + 298.392,36), άλλως το συνολικό ποσό των 743.128,90 ευρώ (500.000 + 243.128,90) νομιμότοκα, με τις ακόλουθες διακρίσεις: α) Αναφορικά με το ποσό των 500.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην απαίτησή της από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, από την επομένη της επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας της συμμετοχής της στην κοινοπραξία, ήτοι από τις 22.1.2014, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, β) αναφορικά με το ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλόμενη συμμετοχή του πλοίου της στα έσοδα της κοινοπραξίας το μήνα Νοέμβριο 2013 από την 1η.1.2014, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, γ) αναφορικά με το ποσό που αντιστοιχεί στη συμμετοχή του πλοίου της στα έσοδα της κοινοπραξίας του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2013, από την 1η.2.2014, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, και δ) αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτούμενα κονδύλια από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, άλλως επικουρικώς ν’αναγνωρισθεί ότι καθεμία από τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγόμενων οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 798.392,36 ευρώ, άλλως το ποσό των 743.128,90 ευρώ, με βάση το ποσοστό συμμετοχής εκάστης στην συνεναγόμενη κοινοπραξία την 31.12.2013, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο εκτιθέμενα, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Περαιτέρω, άπασες οι εναγόμενες της ανωτέρω αγωγής άσκησαν σε βάρος της ενάγουσας της ιδίας αγωγής ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου την από 28.12.2016 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ………/29.12.2016) ανταγωγή τους. Με την εν λόγω ανταγωγή οι αντενάγουσες ισχυρίσθηκαν ότι στις 19.10.2013 η αντεναγόμενη, που εισήλθε στην μεταξύ των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης εξ αυτών ήδη συσταθείσα κοινοπραξία/πρώτη αντενάγουσα με το από 7.2.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι επιμέρους όροι του οποίου περιλήφθηκαν στο δικόγραφο, διέκοψε αιφνίδια, αυθαίρετα και αντισυμβατικά, τα δρομολόγια του πλοίου της «Ζ Ι», ισχυριζόμενη εκ των υστέρων ότι το πλοίο είχε δήθεν υποστεί μηχανική βλάβη και ότι έκτοτε και μέχρι την αποχώρησή της από την κοινοπραξία, με την επίδοση της από 21.01.2014 εξώδικης καταγγελίας της, κανένα δρομολόγιο δεν εκτελέσθηκε από το συγκεκριμένο πλοίο. Ότι, κατά παράβαση του άρθρου 3 του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, η αντεναγόμενη, κατά το χρονικό διάστημα από 11.2.2013 έως 31.10.2013, δεν εκτέλεσε, ως υποχρεούτο, το 1/3 των δρομολογίων της γραμμής Ζακύνθου – Κυλλήνης, που αντιστοιχούσε σε 418 δρομολόγια, έναντι των συνόλου των εκτελεσθέντων από τα 5 πλοία των μελών της κοινοπραξίας κατά το διάστημα αυτό δρομολογίων, τα οποία ανήλθαν σε 1.254 (1.254 : 1/3 = 418), αλλά εκτέλεσε μόνο 320,93 δρομολόγια. Ότι τα μη εκτελεσθέντα από το πλοίο της αντεναγομένης 97,07 δρομολόγια εκτελέσθηκαν τελικά από το πλοίο «ΙΣ», πλοιοκτησίας της δεύτερης αντενάγουσας, με αποτέλεσμα η αντίδικός τους να υποχρεούται κατά το ως άνω συμφωνητικό στην καταβολή της αξίας των καυσίμων του εν λόγω πλοίου, που αναλώθηκαν για την εκτέλεση απ’αυτό των επιπλέον δρομολογίων, ανερχομένης στο ποσό των 283.238,50 ευρώ, και υπολογιζομένης σύμφωνα με τα ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα. Ότι η αντεναγόμενη επιβαρύνθηκε με έξοδα της κοινοπραξίας για το χρονικό διάστημα από 11.2.2013 έως το μήνα Οκτώβριο του 2013 μόνο κατά το ποσό των 157.900,87 ευρώ, αντί του ποσού των 180.000 ευρώ, με το οποίο έπρεπε να επιβαρυνθεί δυνάμει του όρου 1 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, προκύψασας, επομένως, σε βάρος της διαφοράς, ποσού  22.099,13 ευρώ, το οποίο και οφείλει να τους καταβάλει.  Ότι μέχρι την αποχώρησή της από την κοινοπραξία η αντεναγόμενη επιβαρύνθηκε για αμοιβή υπερωριών των μελών των πληρωμάτων των πλοίων των μελών της κοινοπραξίας μόνο με το ποσό των 93.788,65 ευρώ, αντί του ποσού των 100.000 ευρώ, με το οποίο έπρεπε να έχει επιβαρυνθεί δυνάμει του όρου 2 του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, και, επομένως, οφείλει τη διαφορά, ποσού 6.211,35 ευρώ.  Ότι δυνάμει του όρου 10Δ του ιδίου συμφωνητικού η αντεναγόμενη είχε αναλάβει την υποχρέωση να διορίσει έναν αντιπρόσωπό της στο γραφείο της πρώτης εξ αυτών – κοινοπραξίας στη Ζάκυνθο και έναν στο γραφείο στην Κυλλήνη, όπερ δεν έπραξε, καθώς και ότι οι ίδιες υποχρεώθηκαν να καλύψουν τις ως άνω θέσεις των δύο αντιπροσώπων με δικά τους πρόσωπα, με αντίστοιχη επιβάρυνσή τους, συνολικού ποσού 32.100 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο σύνολο των αποδοχών των δύο αυτών εργαζόμενων, ποσού 1.368 ευρώ μηνιαίως (συμπεριλαμβανομένων των εισφορών και όλων των επιδομάτων τους), για το χρονικό διάστημα από το μήνα Φεβρουάριο μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2013, το οποίο, επομένως, και δικαιούνται να αξιώσουν. Ότι για την αξία της ποσότητας καυσίμων, που αναλώθηκε για την εκτέλεση 64,5 δρομολογίων κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.2013 έως 20.12.2013, τα οποία όφειλε να εκτελέσει η αντεναγόμενη με το δικό της πλοίο, ήτοι το 1/3 του συνόλου των δρομολογίων της περιόδου αυτής, όπερ αντισυμβατικά ενεργήσασα δεν έπραξε, παρότι το πλοίο της ήταν αξιόπλοο, και εκτελέστηκαν τελικά από το πλοίο «ΙΣ», πλοιοκτησίας της δεύτερης εξ αυτών, τους οφείλεται το συνολικό ποσό των 188.203,50 ευρώ, όπως αυτό υπολογίζεται με βάση τα ειδικότερα στο δικόγραφο αναφερόμενα. Ότι η αντεναγόμενη, λόγω υπαίτιας παραβίασης των ανωτέρω όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού εισόδου της στην κοινοπραξία, καθώς και της αυθαίρετης εκ μέρους της διακοπής στις 19.10.2013 εκτέλεσης με το πλοίο της των εγκριθέντων δρομολογίων της κοινοπραξίας, υποχρεούται, με βάση τον όρο 11 παρ. Α του από 18.02.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην καταβολή της σ’αυτό προβλεπομένης ποινικής ρήτρας, ποσού 500.000 ευρώ, η οποία κατέπεσε σε βάρος της. Ότι το προσήκον μέτρο της ως άνω ποινικής ρήτρας ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ για καθεμία από τις δεύτερη και τρίτη εξ αυτών και στο ποσό των 300.000 ευρώ για την τέταρτη, και συνολικά στο ποσό των 600.000 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν, μετά από παραδεκτή τροπή του αιτήματος της ανταγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό στο σύνολό του, ν’αναγνωρισθεί ότι η αντεναγόμενη οφείλει να τους καταβάλει το συνολικό ποσό του 1.131.852,48 ευρώ (283.238,50 + 22.099,13 + 6.211,35 + 32.100 + 188.203,50 + 600.000), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ανταγωγής τους μέχρι την εξόφληση, και να καταδικασθεί στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της υπόθεσης εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων της δίκης, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ’αριθμ.4108/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν τα ενώπιόν του εισαχθέντα προς κρίση δικόγραφα της αγωγής και ανταγωγής, απορρίφθηκαν αμφότερες αυτές, η μεν αγωγή εν μέρει ως αόριστη και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη, η δε ανταγωγή ως αόριστη. Ειδικότερα, όσον αφορά την αγωγή, αφού αυτή κρίθηκε ως ορισμένη και νόμιμη κατά το μέρος της, με το οποίο αξιώνεται απαίτηση της ενάγουσας από την κατάπτωση ποινικής ρήτρας, ως προς την οποία (απαίτηση) το αίτημα καταβολής τόκων έγινε δεκτό ως νόμιμο από την επίδοση της αγωγής, όπως ζητήθηκε επικουρικά, ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμο για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης στις εναγόμενες της εξώδικης καταγγελίας της ενάγουσας, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, δεν προέκυπτε ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της υπερημερίας των εναγομένων, ώστε να οφείλονται έκτοτε τόκοι επί του ανωτέρω κονδυλίου, και απορρίφθηκε ως αόριστη κατά το μέρος της, που αφορά σε απαιτήσεις της ενάγουσας λόγω της μη προσήκουσας εκπλήρωσης των εκ της κοινοπραξίας απορρεουσών υποχρέωσεων των εναγομένων, καθώς, όπως έγινε δεκτό, δε διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί του ότι η ενάγουσα, εκτός από την ποινική ρήτρα, θα δικαιούται και αποζημίωσης κατά το καλυπτόμενο από την ποινική ρήτρα ποσό, αφού ο δανειστής, μπορεί, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 407 του ΑΚ, η οποία είναι ενδοτικού δικαίου, και σύμφωνα με την οποία, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής, να ζητήσει σωρευτικά με την ποινή και τη ζημία που αποδεικνύει ότι υπέστη – όταν η τελευταία καλύπτεται ως προς το μέγεθος από την ποινική ρήτρα – μόνον αν παρέχεται σ’ αυτόν τέτοιο δικαίωμα με σαφή όρο της σύμβασης, ακολούθως, κατόπιν απόρριψης ως αόριστων, αφενός μεν του υποβληθέντος αιτήματος της τέταρτης εναγομένης περί μείωσης της ποινικής ρήτρας ως υπέρμετρης στο προσήκον μέτρο, και συγκεκριμένα στο ποσό των 5.000 ευρώ, καθώς και της ένστασης των εναγομένων συμψηφισμού με τις αγωγικές απαιτήσεις δικών τους ανταπαιτήσεων σε βάρος της ενάγουσας από την κοινοπρακτική σχέση, απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον, όπως έγινε δεκτό, οι εναγόμενες δεν παραβίασαν υπαίτια τους αναφερομένους στην αγωγή όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού εισόδου της ενάγουσας στην κοινοπραξία, ώστε να καταπέσει σε βάρος τους η συνομολογημένη ποινική ρήτρα, πλην του όρου, που αφορά στη μη τήρηση βιβλίου πρακτικών των συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης των μελών της κοινοπραξίας, ως προς την παραβίαση του οποίου κρίθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για καταβολή της ποινικής ρήτρας παρίσταται ως καταχρηστική, κατά παραδοχήν ως κατ’ουσίαν βάσιμης της κριθείσας ως νόμιμης περί τούτου ένστασης των τριών πρώτων των εναγομένων, η οποία, όπως επίσης έγινε δεκτό, επάγεται αποτελέσματα και για την τέταρτη εναγόμενη, αναγκαία ομόδικο των λοιπών, η επίσης προβληθείσα από την οποία ίδια ένσταση (καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Όσον δε αφορά την ανταγωγή, αυτή με την ίδια ως άνω απόφαση απορρίφθηκε καθ’ολοκληρίαν ως αόριστη, διότι, όπως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρότι το συνολικό αίτημα, ποσού 1.131.852,48 ευρώ, συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, εντούτοις από το συνολικό ιστορικό της δεν προκύπτει η έκταση της αιτουμένης από καθεμία από τις αντενάγουσες έννομης προστασίας, και ειδικότερα κρίθηκε ότι στο ιστορικό της ανταγωγής δεν εκτίθενται τα ποσοστά συμμετοχής καθεμίας των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης εξ αυτών στην κοινοπραξία, ενόψει της συνολικής διατύπωσης του αγωγικού αιτήματος, ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το ύψος της αξίωσης που έκαστη εξ αυτών εγείρει. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν οι κάτωθι αναφερόμενες εφέσεις: 1) Η από 15.2.2018 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ…../15.2.2018 και ………/15.2.2018) έφεση της εν όλω ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό ενάγουσας, με την οποία η τελευταία, έχοντας προφανές έννομο συμφέρον, πλήττει τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, με τα οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ως αόριστη όσον αφορά τις με αυτήν ασκούμενες απαιτήσεις της από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση από τις εναγόμενες των απορρεουσών από τη μεταξύ τους σχέση της κοινοπραξίας υποχρεώσεών τους, και ως ουσιαστικά αβάσιμη αναφορικά με την αξίωσή της από την κατάπτωση σε βάρος των εναγομένων συνομολογημένης ποινικής ρήτρας, κρίση στην οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήχθη εν μέρει και κατόπιν παραδοχής από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από τις εναγόμενες ένστασης κατάχρησης του εν λόγω δικαιώματος της ενάγουσας, ζητώντας για τους ειδικότερα αναφερόμενους στο δικόγραφο του ως άνω ένδικου μέσου λόγους, που συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες, στο σύνολό τους εκτιμώμενες, ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα, την παραδοχή της έφεσής της, ούτως ώστε αφού εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και κρατηθεί και εκδικασθεί εξαρχής η υπόθεση, να γίνει δεκτή η αγωγή της καθ’ολοκληρίαν. 2) Η από 12.2.2018 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ……./14.2.2018 και ……../15.2.2018) έφεση των επίσης εν όλω ηττηθεισών στον πρώτο βαθμό εναγομένων – αντεναγουσών, με την οποία οι τελευταίες, έχοντας προφανές έννομο συμφέρον, πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε η ασκηθείσα ανταγωγή τους σε βάρος της ενάγουσας στο σύνολό της ως αόριστη, ζητώντας, για τον αναφερόμενο στο δικόγραφο λόγο, που φέρεται ως αναγόμενος σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σχετικά με την κρίση του αυτή, όπως κατωτέρω αναλυτικά θα εκτεθεί, την παραδοχή της έφεσής τους, προκειμένου, αφού εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το εκκληθέν κεφάλαιο, και κρατηθεί ακολούθως και εκδικασθεί η υπόθεση εξαρχής κατά το συγκεκριμένο κεφάλαιο, να γίνει καθ’ολοκληρίαν δεκτή η ανταγωγή τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 του ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη. Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Ο δανειστής μπορεί, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 407 του ΑΚ, που είναι ενδοτικού δικαίου, να ζητήσει σωρευτικά με την ποινή και τη ζημία που αποδεικνύει ότι υπέστη – όταν η τελευταία καλύπτεται ως προς το μέγεθος από την ποινική ρήτραμόνον αν παρέχεται σ’αυτόν τέτοιο δικαίωμα με σαφή όρο της σύμβασης (βλ. σχετ. ΑΠ 1327/2014 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος, με την οποία απορρίφθηκε αναίρεση κατά εφετειακής απόφασης, που απέρριψε ως αόριστη την αγωγή κατά το αίτημα της αποζημίωσης του ενάγοντος, διότι δεν διαλαμβάνεται σ’αυτή ύπαρξη συμφωνίας για το ότι ο ενάγων εκτός από την ποινική ρήτρα, η οποία ζητείτο με την αγωγή, θα δικαιούται και αποζημίωσης για το σύνολο της ζημίας του, δηλαδή και κατά το καλυπτόμενο από την ποινική ρήτρα ποσό, βλ.επίσης σχετ. ΕφΛαρ 302/2012 Δικογραφία 2012.674, ΕφΠατρ 206/2008 ΑχΝομ2009.63). Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 407 εδαφ.β. του ΑΚ έχει την έννοια ότι αν η ποινή υπερκαλύπτει την προβλεπόμενη ζημία, δε μπορεί ο δανειστής να ζητήσει την ποινή και επιπλέον το ποσό της αποζημίωσης για τη ζημία αυτή. Εάν δε το ποσό της αποζημίωσης για την επικαλούμενη ζημία, υπερβαίνει το ποσό της ποινής, μπορεί ο δανειστής να ζητήσει το επιπλέον τούτο μέρος της αποζημίωσης και την ποινική ρήτρα. Οι παραπάνω όμως διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο δανειστής θα δικαιούται σωρευτικά την ποινική ρήτρα και την αποζημίωση και όχι μόνον το ποσό κατά το οποίο υπερβαίνει την ποινική ρήτρα (ΑΠ 358/2014 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Εν προκειμένω η ενάγουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο και μη ορθώς εκτιμώντας τις αποδείξεις, απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αναφορικά με τις απαιτήσεις της λόγω αθέτησης από τις εναγόμενες των συμβατικών υποχρεώσεών τους, που απορρέουν από το από 7.2.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό – κοινοπρακτικό, διότι έκρινε ότι δεν αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο η ύπαρξη συμφωνίας της μαζί τους ότι θα δικαιούται, εκτός από την καταπεσούσα ποινική ρήτρα εξαιτίας της παραβίασης από πλευράς τους των επικαλουμένων όρων του ως άνω συμφωνητικού, που επίσης ζητά με την αγωγή της, και αποζημίωσης για το σύνολο της ζημίας της, δηλαδή και κατά το καλυπτόμενο από την ποινική ρήτρα ποσό, ενώ, εάν έκρινε ορθά, θα είχε δεχθεί ότι η αγωγή της είναι ορισμένη και ως προς το αίτημα αυτό. Και τούτο διότι επισυνάπτεται στο δικόγραφό της αυτούσιο το κείμενο του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού – κοινοπρακτικού, στο οποίο παρατίθενται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών της κοινοπραξίας, που απορρέουν από τη συμμετοχή τους σ’αυτήν, και επιπροσθέτως γίνεται ρητή μνεία στο άρθρο 11 του προγενέστερου από 18.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπου προβλέπεται, επιπλέον των αναφερομένων στο συνημμένο στην αγωγή συμφωνητικό δικαιωμάτων της από την κοινοπραξία, υποχρέωση του υπαιτίου της παράβασης των συμφωνημένων όρων προς καταβολή στα λοιπά – ανυπαίτια – μέλη ποινικής ρήτρας ποσού 500.000 ευρώ, ενώ, περαιτέρω, διαλαμβάνεται η μη προσήκουσα εκπλήρωση από τις εναγόμενες υποχρεώσεών τους από τη μεταξύ τους κοινοπρακτική σχέση, που επίσης προσδιορίζονται ειδικότερα. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος της έφεσης απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος, διότι η αγωγή είναι μεν πλήρως και επαρκώς ορισμένη όσον αφορά το αίτημα καταβολής στην ενάγουσα του ποσού της καταπεσούσης υπέρ της ποινικής ρήτρας, ποσού 500.000 ευρώ, λόγω της επικαλούμενης υπαίτιας παράβασης από τις εναγόμενες των ειδικότερα αναφερομένων στο δικόγραφο όρων του περιληφθέντος αυτούσιου στο δικόγραφο από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού εισόδου της στην πρώτη εναγόμενη –  κοινοπραξία, αρχικά συσταθείσα μεταξύ των λοιπών εναγομένων, δυνάμει σχετικού όρου του από 18.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι όροι του οποίου ρητά προβλέπονται εφαρμοστέοι στη μεταξύ των διαδίκων κοινοπρακτική σχέση στο από 7.2.2013 συμφωνητικό, καθώς περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, και μνημονεύονται και στο εφετήριο ως διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πλην όμως αναφορικά με το αίτημα καταβολής στην ενάγουσα, κυρίως μεν του ποσού των 298.392,36 ευρώ, άλλως επικουρικώς του ποσού των 243.128,90 ευρώ, ήτοι χρηματικών ποσών, που δεν υπερβαίνουν το ποσό της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, ως οφειλόμενα σ’αυτήν ακριβώς εξαιτίας της μη προσήκουσας εκπλήρωσης από τις εναγόμενες των επίσης αναφερομένων στην αγωγή υποχρεώσεών τους από την κοινοπραξία, που προβλέπονται στο από 7.2.2013 συμφωνητικό, όπερ επίσης προβάλλεται και ως λόγος κατάπτωσης της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, η αγωγή απορριπτέα τυγχάνει ως αόριστη. Ειδικότερα, εφόσον με την αγωγή ζητείται, εκτός από τη συμφωνημένη ποινή λόγω της επικαλούμενης παράβασης από τις εναγόμενες των αναφερομένων όρων του μεταξύ των διαδίκων κοινοπρακτικού, και το συνολικό ποσό, το οποίο φέρεται ως οφειλόμενο στην ενάγουσα λόγω της αθέτησης από τις εναγόμενες των εκ της κοινοπραξίας απορρεουσών υποχρεώσεών τους, και το οποίο, με αμφότερους τους τρόπους υπολογισμού του, υπολείπεται του ποσού της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας, θα έπρεπε, για το ορισμένο και την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, αναφορικά με το δεύτερο αυτό κονδύλιο, να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής συμφωνία των διαδίκων ότι το ανυπαίτιο μέλος της κοινοπραξίας, συνεπώς εν προκειμένω η ενάγουσα, θα δικαιούται, σε περίπτωση τέτοιας παραβίασης, σωρευτικά από τον υπαίτιο της παραβίασης, όχι μόνον την καταπεσούσα ποινική ρήτρα, αλλά και οποιοδήποτε άλλο ποσό του οφείλεται από την κοινοπρακτική σχέση και συναρτάται με την μη προσήκουσα εκπλήρωση από το μέλος των εκ της συμμετοχής του υποχρεώσεών του, ανεξαρτήτως του ύψους του, και δη, είτε το ποσό αυτό υπερβαίνει τη συνομολογημένη για τον αυτό λόγο ποινική ρήτρα, είτε όχι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, όπερ, όμως, εν προκειμένω ουδόλως διαλαμβάνεται στην αγωγή. Πλέον ειδικότερα, τα στοιχεία, που η ενάγουσα ισχυρίζεται με την έφεσή της ότι περιέχονται στο αγωγικό δικόγραφο, πλήττοντας το κεφάλαιο της εκκαλουμένης, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή της ως αόριστη, όντως καθιστούν ορισμένη την αγωγή μόνον αναφορικά με το αίτημα καταβολής του ποσού της ποινικής ρήτρας λόγω της επικαλούμενης παράβασης όρων του κοινοπρακτικού, όχι όμως και όσον αφορά στο επίσης σωρευόμενο αίτημα καταβολής του ποσού, το οποίο φέρεται ως οφειλόμενο σ’αυτήν για τον ίδιο λόγο, ήτοι εξαιτίας της εκ μέρους των εναγομένων αθέτησης υποχρεώσεών τους, προβλεπομένων σε όρους του ιδίου συμφωνητικού, και, ως προς το οποίο, εφόσον είναι μικρότερο της ποινικής ρήτρας, θα έπρεπε να γίνεται ρητή μνεία στο δικόγραφο περί συμφωνίας των μελών της κοινοπραξίας ότι στην περίπτωση αυτή το μέλος της θα δικαιούται να λάβει, εκτός από την ποινική ρήτρα, σωρευτικά και ολόκληρο το ως άνω ποσό, δηλαδή και το καλυπτόμενο από την ποινή μέρος του, διότι, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, οφείλεται μόνον το επιπλέον της ποινής μέρος του ποσού αυτού. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στο από 18.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι όροι του οποίου ρητά προβλέφθηκαν ως εφαρμοστέοι και στη μεταξύ των διαδίκων κοινοπραξία με το από 7.2.2013 συμφωνητικό, με το οποίο η ενάγουσα εισήλθε με το πλοίο της στην κοινοπραξία αυτή ως νέο μέλος της, περιλήφθηκε σαφής όρος, σύμφωνα με τον οποίο, πέραν της ποινικής ρήτρας, ο υπαίτιος της παράβασης των όρων του ευθύνεται και για την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας του αναίτιου μέρους, όπερ, όπως το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίζεται η εκκαλούσα, υπέχει κατά το γράμμα και το πνεύμα του, τέτοιας συμφωνίας, δηλαδή ότι το ανυπαίτιο της παραβίασης μέλος θα δικαιούται εκτός από την ποινή και παν οφειλόμενο σ’ αυτό από την κοινοπραξία, πλην όμως επίκληση του ως άνω όρου δε γίνεται με το δικόγραφο της αγωγής, ούτε το εν λόγω προγενέστερο συμφωνητικό περιλήφθηκε αυτούσιο στο αγωγικό δικόγραφο, όπως συνέβη με το από 7.2.2013 συμφωνητικό, ούτε επισυνάφθηκε, ώστε να αποτελέσει αναπόστατο τμήμα της. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επίσης απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα αυτό ως αόριστη, ορθά τις σχετικές διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, και τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 παρ.1 του ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής γίνεται υπερήμερος και εντεύθεν οφείλει στο δανειστή τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται στο νόμο ή τη δικαιοπραξία, αν προηγήθηκε εκ μέρους τού δανειστή δικαστική ή εξώδικη όχληση, η οποία αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βούλησης και έχει ισχύ και παράγει τα αποτελέσματά της, μόνον εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, η όχληση πρέπει κατά το περιεχόμενό της να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρή, πρέπει δηλαδή να προκύπτουν από αυτή, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς από τον οφειλέτη την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του (ΑΠ 806/2018 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με την αγωγή της, όπως το αίτημά της παραδεκτά τράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, κατά τα προεκτεθέντα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν το ποσό των 500.000 ευρώ ως συμφωνημένη ποινική ρήτρα, που κατέπεσε λόγω παραβίασης από πλευράς τους των όρων του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο η ίδια εισήλθε με το πλοίο της στην πρώτη εναγόμενη/κοινοπραξία ως μέλος της, με το νόμιμο τόκο, κυρίως μεν από την επομένη της επίδοσης προς τις αντιδίκους της του από 21.1.2014 εξώδικου εγγράφου της, ήτοι από τις 22.1.2014, άλλως επικουρικώς από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής αναφορικά με το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, η ενάγουσα με αυτό  φέρεται ότι κατήγγειλε τη μεταξύ της ιδίας και των εναγομένων σχέση και αποχώρησε από την κοινοπραξία, επιφυλασσόμενη να διεκδικήσει κατά νόμο την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας της, θετικής και αποθετικής, καθώς και αποζημίωση, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους, και, περαιτέρω, προσκάλεσε αυτές προς δρομολόγηση και ρύθμιση της διαδικασίας εκκαθάρισης της συμμετοχής της. Επομένως, με βάση τα αναφερόμενα στην αγωγή, στο εν λόγω έγγραφο δεν έχει περιληφθεί όχλησή της προς τις εναγόμενες, ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρή, προς καταβολή του ποσού της συνομολογημένης ποινικής ρήτρας, το οποίο διώκεται με την αγωγή, και συγκεκριμένα όχληση, εκ της οποίας να προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της ως άνω απαίτησής της, και με την οποία να ζητείται ακριβώς απ’αυτές η καταβολή του οφειλομένου ποσού, ούτως ώστε με την επίδοση του ως άνω εγγράφου να περιέλθουν σε κατάσταση υπερημερίας περί την εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσής τους, και να οφείλουν έκτοτε τόκους επί του αιτουμένου ποσού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επίσης δέχθηκε τα ανωτέρω, και απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί καταβολής τόκων επί του ποσού της ποινικής ρήτρας κατά την κύρια βάση του, δηλαδή από την επομένη της επίδοσης προς τις εναγόμενες του ως άνω εγγράφου, ορθά τις σχετικές διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την ενάγουσα με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής της απορριπτέα τυγχάνουν ως αβάσιμα.

Στη διάταξη του άρθρου 293 του ν.4072/2012, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, ορίζεται ότι: «1. Η κοινοπραξία είναι εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα. Εφόσον καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. ή εμφανίζεται προς τα έξω, αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα. 2. Στην κοινοπραξία που συστήθηκε με σκοπό το συντονισμό της δραστηριότητας των μελών της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αστική εταιρία. Η σύμβαση κοινοπραξίας μπορεί να προβλέπει ότι για τις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας έναντι τρίτων τα κοινοπρακτούντα μέλη θα ευθύνονται εις ολόκληρον. 3. Εφόσον η κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο Γ.Ε.ΜΗ. και εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρία. 4. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και στις ειδικά ρυθμιζόμενες κοινοπραξίες, εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόβλεψη στην ειδική ρύθμιση». Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 64 παρ.3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενώσεις (νομικών ή και φυσικών) προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και οι εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ’εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 του ΚΠολΔ, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκόλυνσης των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρίες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ’ ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ’ επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρίες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσης είναι τα κατ’ ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσης της δίκης ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και τέλος καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2007 ΔΕΕ 2007.932, ΑΠ 626/2016 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, σε περίπτωση που η κοινοπραξία επιδιώκει εμπορικό σκοπό και ασκεί εμπορική δραστηριότητα, δηλαδή ενεργεί αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας (ήδη η καταχώρησή της στο Γ.Ε.ΜΗ.), μπορεί να έχει χαρακτήρα, είτε αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, οπότε προσομοιάζει στην ετερόρρυθμη εταιρία, με απεριορίστως ευθυνόμενο μόνο τον εμφανή εταίρο, είτε ομόρρυθμης «εν τοις πράγμασι» εταιρίας, με απεριορίστως και εις ολόκληρον ευθυνόμενα πάντα τα μέλη αυτής για τις υποχρεώσεις από τη δραστηριότητά της. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η κοινοπραξία και τα μέλη αυτής συνδέονται μεταξύ τους με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΕφΑθ 5698/2011 ΕλλΔνη 2013.183, ΕφΔυτΜακ 9/2006 Αρμ.2006.153, πρβλ. επίσης ΑΠ 1103/2010, ΕφΑθ 542/2008, ΕφΛαρ 530/2006, ΕφΑθ 6032/2005, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Αποφασιστικό κριτήριο για το αν σε συγκεκριμένη περίπτωση η κοινοπραξία ενήργησε ως αφανής εταιρία, οπότε ευθύνεται μόνο το μέλος που επιχείρησε τη συναλλαγή ή ενήργησε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, οπότε ευθύνονται αλληλεγγύως όλα τα μέλη της, είναι το πώς εκδηλώθηκε εξωτερικά η συγκεκριμένη δραστηριότητα (βλ. σχετ. ΑΠ 1246/2014 ΧρΙΔ 2015.100). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1α του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Μεταβολή της βάσης της αγωγής που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρ. 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 1859/2011 ΕπισκΕμπΔ 2012.142). Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ΦΕΚ Α΄ 87) και σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου ισχύει για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την 1η.1.2016 και, συνεπώς, εφαρμόζεται και εν προκειμένω, ορίζεται ότι: “Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως”. Ενόψει δε των διατάξεων των άρθρων 111 παρ.2, 216 παρ.1 α και 224 του ΚΠολΔ, στους ισχυρισμούς που μπορεί να προταθούν παραδεκτά για πρώτη φορά στο εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται εκείνοι που απαρτίζουν κατά το νόμο την ιστορική βάση της αγω­γής (ΕφΘεσ 323/2017 Αρμ.2017.248). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ ορίζεται “Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους”, ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα “είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως” και τέλος με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα “Είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δε μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δε μπορεί επίσης να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός που στηρίζει τη βάση της αγωγής απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ.2 και 527 του ΚΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής.

Το παρόν Δικαστήριο εκτιμά: α)  Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας ………., απάντων των εναγομένων …….., αλλά και της τρίτης εναγομένης …………, που δόθηκαν κατά τη συζήτηση των αγωγής και ανταγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και περιέχονται, απομαγνητοφωνηθείσες, στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, β) όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, προκειμένου απ’όσα δεν οδηγούν σε άμεση απόδειξη να συναχθούν δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, και γ) τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ.4 του ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι οι αιτιάσεις των τριών πρώτων των εφεσιβλήτων – εκκαλουσών – εναγομένων – αντεναγουσών περί απαραδέκτου της επαναπροβολής στη δίκη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου των πρωτοβαθμίως προταθέντων ισχυρισμών της εκκαλούσας – εφεσίβλητης – ενάγουσας – αντεναγομένης λόγω ενσωμάτωσης των πρωτοδίκων προτάσεών της στις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμες. Και τούτο διότι, ναι μεν, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, και, επομένως, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, πλην όμως δεν πρόκειται για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 1106/2018 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος), όπως συμβάνει και εν προκειμένω, που στις προτάσεις της ανωτέρω διαδίκου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας περιλήφθηκαν – μεταξύ άλλων – αυτούσιες και οι προτάσεις της του πρώτου βαθμού, καλυπτόμενες, όμως, από την υπογραφή της πληρεξουσίας της δικηγόρου, κατά τρόπον ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο κείμενο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Από την επανεκτίμηση και συνεκτίμηση του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Δυνάμει του από 24.10.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό 78 στη Δ.Ο.Υ. Ζακύνθου, συστάθηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………», πλοιοκτήτριας των Ε/ΓΟ/Γ πλοίων «ΔΣ», με αριθμό Νηολογίου Πειραιώς ….., και «ΑΚ», με αριθμό Νηολογίου Πειραιώς ……, ήδη τετάρτης εναγομένης, της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…..», πλοιοκτήτριας του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου «Π», με αριθμό Νηολογίου Πειραιώς ….., της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…….», πλοιοκτήτριας του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου «Ι», με αριθμό Νηολογίου Πειραιώς …..,  ήδη τρίτης εναγομένης, καθώς και της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «………», πλοιοκτήτριας του Ε/ΓΟ/Γ πλοίου με την ονομασία «ΙΣ», με αριθμό Νηολογίου Πειραιώς ….., ήδη δεύτερης εναγομένης, η κοινοπραξία με την επωνυμία «…………..» – πρώτη εναγόμενη. Σκοπός της ανωτέρω κοινοπραξίας ορίσθηκε, σύμφωνα με τον όρο υπό στοιχεία Β του κοινοπρακτικού, η καλύτερη εξυπηρέτηση των συγκοινωνιακών αναγκών της γραμμής Ζακύνθου – Κυλλήνης, Ζακύνθου – Κεφαλληνίας, και Κυλλήνης – Κεφαλληνίας, η διοργάνωση εκδρομών, η εκμετάλλευση και άλλων γραμμών και οι ολικές ναυλώσεις των πλοίων, εφόσον κριθούν συμφέρουσες για την κοινοπραξία και η διάρκειά της ορίστηκε για πέντε έτη. Περαιτέρω, δυνάμει του από 26.6.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού εισόδου νέου μέλους στην ήδη συσταθείσα κοινοπραξία, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας, η τελευταία κατέστη μέλος της κοινοπραξίας για το διάστημα από 1.7.2006 μέχρι τις 31.10.2007, δηλαδή μέχρι την ημερομηνία λήξης της δρομολογιακής περιόδου, καθώς το πλοίο της ενάγουσας «Ζ Ι», με το οποίο αυτή εισήλθε στην κοινοπραξία, πλοιοκτησίας της, επρόκειτο να εξέλθει της ενεργού υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας στις 31.12.2017. Στη συνέχεια, με το από 24.10.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης διάρκειας κοινοπραξίας, παρατάθηκε η διάρκεια της κοινοπραξίας για έξι έτη, ήτοι μέχρι την 31.10.2016, υπό τον όρο να υπογραφεί συμφωνητικό με λεπτομερείς ρυθμίσεις λειτουργίας της μέχρι την 20.12.2010. Ακολούθως, με το από 20.12.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάθηκε η διάρκεια υπογραφής συμφωνητικού με λεπτομερείς ρυθμίσεις της κοινοπραξίας μέχρι την 20.2.2011. Στη συνέχεια μεταξύ της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «………..», πλοιοκτήτριας του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου «Ι», τρίτης εναγομένης, της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…….», πλοιοκτήτριας του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου «ΙΣ», δεύτερης εναγομένης, και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», και με διακριτικό τίτλο «………», πλοιοκτήτριας των Ε/Γ-Ο/Γ πλοίων «ΔΣ» και «ΑΚ», τέταρτης εναγομένης, απασών συμβληθεισών ως μελών της πρώτης εναγομένης, καταρτίσθηκε το από 18.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης διάρκειας κοινοπραξίας – τροποποίησης και συμπλήρωσης των όρων λειτουργίας της ανωτέρω κοινοπραξίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 6 του παραπάνω συμφωνητικού: « 6. ΑΡΓΙΑΙ Το κάθε πλοίο δικαιούται να αργήσει μέχρι εξήντα (60) συνολικά ημέρες κατ’ έτος (δι’ετήσια επιθεώρηση, χορήγηση άδειας στο πλήρωμα και αποκατάσταση ζημίας) κατά τις οποίες μετέχει κανονικά στην διανομή των εσόδων της Κοινοπραξίας και στα έσοδα αυτής. Στις ημέρες αυτές δε λαμβάνονται υπόψη οι μέρες ρεπό οι οποίες γίνονται για μείωση υπερωριών και προς όφελος της Κοινοπραξίας και οι ημέρες μη εκτέλεσης δρομολογίων λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών. Οι αργίες (ακινησίες) των πλοίων σε κάθε ενιαύσιο περίοδο θα υπάρχει η δυνατότητα να πραγματοποιούνται κατά την χειμερινή, φθινοπωρινή ή εαρινή περίοδο κάθε ενιαυσίου περιόδου, εξαιρουμένου του δεκαπενθημέρου του Πάσχα, δηλαδή από 1ης Νοεμβρίου έως 30ης Ιουνίου και από 10ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Οκτωβρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. Γ’, Δ, ΣΤ, Ζ, ΙΕ΄ του παραπάνω συμφωνητικού: «…Γ. Η Κοινοπραξία εκπροσωπείται από τους νόμιμους εκπροσώπους των εταιριών που μετέχουν σ’ αυτή. Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται δια ομοφωνίας. Για αποφάσεις που είναι σημαντικές και ουσιώδεις (μίσθωση πλοίου, εκτέλεση δρομολογίων σε άλλη γραμμή, ολικές ναυλώσεις κλπ.) απαιτείται ομόφωνη απόφαση…Δ. Κάθε διαχειριστής (νόμιμος εκπρόσωπος) εκπροσωπείται στο γραφείο της Κοινοπραξίας δι’ενός αντιπροσώπου (πράκτορα), ο οποίος οφείλει να βρίσκεται συνεχώς στο γραφείο της κοινοπραξίας και να προσφέρει τις υπηρεσίες του όλες τις ώρες που είναι ανοιχτό το γραφείο της Κοινοπραξίας, τον οποίο και αμείβει. Οι διαχειριστές της Κοινοπραξίας για τα θέματα αυτής και των πλοίων, με το Υπουργείο Ναυτιλίας, Σ.Α.Σ. και Οργανισμούς που έχουν έδρα την Αθήνα και τον Πειραιά στα οποία περιλαμβάνεται το Ηλεκτρονικό σύστημα κράτησης θέσεων και εκδόσεως εισιτηρίων «Η.Σ.Κ.Θ.Ε.Ε.Α.», θα εξουσιοδοτούν έναν εργαζόμενο της Κοινοπραξίας, όπως εκπροσωπεί και αντιπροσωπεύει την Κοινοπραξία σε θέματα δρομολογίων, συνθέσεων, Η.Σ.Κ.Θ.Ε.Ε.Α., κλπ. Η εξουσιοδότηση αυτή θα ανακαλείται οποτεδήποτε με ομόφωνη απόφαση των διαχειριστών της Κοινοπραξίας…ΣΤ. …Στο τέλος κάθε μήνα θα συντάσσεται οριστική κατάσταση εσόδων και κοινών εξόδων και εκκαθάριση μηνός. Ζ. Το γραφείο Ζακύνθου της Κοινοπραξίας θα τηρεί και τα λογιστικά βιβλία της Κοινοπραξίας και θα υποβάλει τα προβλεπόμενα από τον νόμο στοιχεία στη Δ.Ο.Υ. Ζακύνθου…ΙΕ. Για τις συνεδριάσεις του συμβουλίου θα τηρείται βιβλίο πρακτικών, στο οποίο θα καταχωρούνται σε περίληψη οι γνώμες των παρευρισκόμενων εκπροσώπων των μερών και οι λαμβανόμενες αποφάσεις κάθε συνεδρίασης και το οποίο θα υπογράφεται από τους διαχειριστές της Κοινοπραξίας, καθώς δε και από τους παρευσισκόμενους μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των συμβαλλομένων μερών ή κατά απλή δήλωσή τους εκπροσώπων αυτών ή μετόχων, χωρίς η υπογραφή αυτών να έχει θέση ψήφου». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. Α του ίδιου ως άνω συμφωνητικού: «Α. Όλοι οι παραπάνω όροι είναι βασικοί και ουσιώδεις και η παραβίαση και ενός από αυτούς συνεπάγεται την λύση της παρούσης Κοινοπραξίας σε βάρος του υπαίτιου, ο οποίος υποχρεούται στην καταβολή ποινικής ρήτρας εις τους αναίτιους, συνομολογουμένης εις το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (500.000) ευρώ προς το αναίτιο μέρος της Κοινοπραξίας, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο λόγω του ύψους του αντικειμένου της παρούσης Κοινοπραξίας ακόμη δε και εκκαθαρισμένο». Τέλος με το αυτό ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάθηκε η διάρκεια λειτουργίας της ανωτέρω κοινοπραξίας για περίοδο έξι (6) ετών, και ορίσθηκε ως ημερομηνία λήξης αυτής η 31η.10.2016.  Στη συνέχεια, δυνάμει του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης κοινοπρακτικού με είσοδο πλοίου, το οποίο καταρτίσθηκε, αφενός μεταξύ των τότε ήδη μελών της ανωτέρω κοινοπραξίας, ήτοι τη ναυτική εταιρία «………», τη ναυτική εταιρία «……….», και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………», τρίτης, δεύτερης και τέταρτης των εναγομένων, αφετέρου δε της ενάγουσας, αποφασίστηκε η είσοδος στην κοινοπραξία του πλοίου της ενάγουσας «Ζ Ι», με αριθμό Νηολογίου Πειραιώς ….., για το χρονικό διάστημα από 11.02.2013 μέχρι τη λήξη της κοινοπραξίας, ήτοι μέχρι τις 31.10.2016. Σύμφωνα με τους κρίσιμους για την ένδικη υπόθεση όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού: « 1. Το πλοίο «Ζ I» θα μετέχει σε ποσοστό δέκα και εβδομήντα πέντε εκατοστά (10,75%) στα έσοδα της Κοινοπραξίας, μετά την αφαίρεση των εξόδων του άρθρου 8 του Κοινοπρακτικού και των κρατήσεων υπέρ τρίτων 7,5% του άρθρου 10 παρ. ΣΤ του Κοινοπρακτικού στο οποίο ποσοστό περιορίζεται το 13% που προβλέπεται στο Κοινοπρακτικό, λόγω κατάργησης των εισφορών υπέρ ΝΑΤ κλπ. Σημειώνεται ότι το ποσό επί των εξόδων του άρθρου 8 της Κοινοπραξίας, που θα επιβαρύνεται το πλοίο «Ζ Ι», δεν θα υπερβαίνει ετησίως τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ. Σε περίπτωση αποχώρησης από την γραμμή Πάτρας – Σάμης Κεφαλλονιάς, το ποσοστό του πλοίου «Ζ Ι» θα αναπροσαρμόζεται αναλογικά βάσει των εσόδων των δύο γραμμών Κυλλήνης – Ζακύνθου και Κυλλήνης – Πόρου Κεφαλληνίας του έτους 2012. 2. Το ποσό των υπερωριών τις οποίες θα επιβαρύνεται το πλοίο «Ζ Ι», όπως προβλέπονται από το Κοινοπρακτικό, δεν θα υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ετησίως. 3. Το πλοίο «Ζ Ι» θα εκτελεί ετησίως το 1/3 του συνόλου των δρομολογίων της γραμμής Ζακύνθου – Κυλλήνης. Τα δρομολόγια αυτά θα τα εκτελεί στις γραμμές Κυλλήνης – Ζακύνθου και Κυλλήνης – Πόρου Κεφαλλονιάς. Κατά την εκτέλεση των δρομολογίων στη γραμμή Κυλλήνης – Πόρου Κεφαλλονιάς το πλοίο «Ζ Ι» θα διανυκτερεύει 120 ημέρες στο Πόρο ή στην Κυλλήνη σύμφωνα με τις οδηγίες της Κοινοπραξίας. Το πλοίο «Ζ Ι» θα εκτελεί συνεχόμενα δρομολόγια στην γραμμή Κυλλήνης – Πόρου Κεφαλλονιάς για χρονικό διάστημα επί ένα μήνα, δικαιούμενο μετά την πάροδο του μηνός να διακόπτει για μία εβδομάδα με εκτέλεση δρομολογίων στη γραμμή Ζακύνθου – Κυλλήνης και διανυκτέρευση στην Ζάκυνθο. 4. Σε περίπτωση εκτέλεσης περισσότερου του 1/3 των δρομολογίων της γραμμής Ζακύνθου – Κυλλήνης και μέχρι ποσοστού 5% το «Ζ Ι» θα αποζημιώνεται από την Κοινοπραξία με ποσοστό καυσίμου που θα προκύπτει από την ιπποδύναμη των μηχανών του [4400 ΗΡ Χ 150 gr. ανά ίππο και ώρα Χ 3 ώρες] ανά κυκλικό δρομολόγιο με τιμή diesel της περιόδου εκτέλεσης των δρομολογίων, προσαυξημένη κατά ποσοστό 20%. Σε περίπτωση εκτέλεσης λιγότερων του 1/3 δρομολογίων της γραμμής Ζακύνθου – Κυλλήνης, τα οφειλόμενα από το «Ζ Ι» δρομολόγια θα μεταφέρονται στο επόμενο δρομολογιακό έτος και σε περίπτωση που τα μεταφερόμενα δρομολόγια δεν εκτελεσθούν μέχρι την λήξη της Κοινοπραξίας, το «Ζ Ι» δεν θα αποζημιώσει την Κοινοπραξία… 7. Το πλοίο «Ζ Ι» δικαιούται ακινησίας πέντε (5) ημερών για κάθε μήνα εργασίας για την χρονική περίοδο μέχρι 31.10.2013, από δε του επομένου δρομολογιακού έτους δικαιούται δύο μήνες αργία για συντήρηση, όπως και τα υπόλοιπα πλοία της Κοινοπραξίας τα οποία δικαιούνται ακινησία 2 μηνών από 1.11.2012…9. Οι αποφάσεις των εκπροσώπων της Κοινοπραξίας θα λαμβάνονται με πλειοψηφία των 4/5 των ψήφων (μία ψήφος ανά πλοίο)….11. Σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης δρομολογίων από πλοίο της Κοινοπραξίας, με ευθύνη της πλοιοκτήτριας εταιρείας, πέραν των δικαιούμενων ημερών αργίας (ακινησίες), τότε το πλοίο θα επιβαρύνεται με το μέσο ημερήσιο ποσό εσόδων όλης της δρομολογιακής περιόδου για κάθε ημέρα που δεν θα εκτελεί δρομολόγια. 12. Ειδικά για τη χρονική περίοδο από της ισχύος του παρόντος μέχρι 31.10.2013, τα δρομολόγια του πλοίου «ΖΣ Ι» θα είναι τα αντίστοιχα του 1/3 των δρομολογίων της γραμμής Ζακύνθου – Κυλλήνης για το χρονικό τούτο διάστημα, καθώς και τα έξοδα του άρθρου 8 του Κοινοπρακτικού των 180.000 ευρώ και των 100.000 ευρώ για υπερωρίες θα επιμερίζονται ανάλογα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα….14. Στην εκπροσώπηση της Κοινοπραξίας και την λήψη των αποφάσεων θα μετέχουν και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της Ανώνυμης Εταιρείας …… 15. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι του από 18 Φεβρουαρίου 2011 κοινοπρακτικού». Η ανωτέρω κοινοπραξία, παρότι στερείται νομικής προσωπικότητας, εμφανιζόταν προς τα έξω η ίδια, και όχι κάποιο εκ των μελών της, είχε δηλαδή αναπτύξει δημόσια δράση, διαθέτοντας ίδιον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.), εκδίδοντας στο δικό της όνομα τα εισητήρια των μεταφερομένων με τα πλοία των μελών της προσώπων και οχημάτων στα δρομολόγια, που αυτά εκτελούσαν προς τις νήσους Ζάκυνθο και Κεφαλληνία, κατόπιν έγκρισής τους από το Συμβούλιο Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, παρασχεθείσας επί δικών της αιτημάτων, καθώς και φορταποδείξεις και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, και ερχόμενη σε επικοινωνία δι’ εγγράφων ιδίω ονόματι με τις αρμόδιες αρχές  για τα θέματα, που αφορούσαν στην επιχειρηματική δραστηριότητα, που ασκούσε (ενδεικτικά αναφέρονται το ανωτέρω Υπουργείο και τα κατά τόπους Λιμεναρχεία), με αποτέλεσμα να αποκτήσει, ως ένωση – νομικών εν προκειμένω – προσώπων, ικανότητα δικαίου, κατά τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 293 του ν. 4072/2012. Ενόψει τούτου, του σκοπού, που επεδίωκε, σύμφωνα με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συστάθηκε, και είναι οικονομικός, και της δραστηριότητάς της,  ειδικότερα συνισταμένης στην εκτέλεση, διά των πλοίων των μελών της, πλόων σε δρομολογιακές γραμμές, όπερ αποτελεί επιχείρηση μετακόμισης δι’ύδατος, ήτοι αντικειμενικά εμπορικών πράξεων εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 2 του Β.Δ. της 2/14.5.1835 «Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων», και, επομένως, εμπορικής ούσας, καθώς και του ότι, παρά την εμπορική δραστηριότητα που ασκούσε διά των μελών της, πλοιοκτητριών των εν λόγω πλοίων, δεν καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., ως έδει, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εξομοιώνεται με την «ανώμαλη» ή «de facto», ή «εν τοις πράγμασι» ομόρρυθμη εταιρία, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα στις 18.10.2013 έπαψε να εκτελεί με το πλοίο της τα δρομολόγια της ανωτέρω κοινοπραξίας, ενώ στη συνέχεια με την από 21.1.2014 εξώδικη διαμαρτυρία – δήλωση  – καταγγελία – πρόσκληση, η οποία κοινοποιήθηκε στις εναγόμενες, επικαλούμενη παραβίαση από πλευράς τους των όρων του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατήγγειλε τη συμμετοχή της στην κοινοπραξία και αποχώρησε εξ αυτής, προσκαλώντας ταυτόχρονα τις αντιδίκους της να προσέλθουν στην έδρα της στις 25.1.2014 και ώρα 12.00, προκειμένου να ρυθμίσουν τον τρόπο και τη διαδικασία της εκκαθάρισης της συμμετοχής της. Επί του ως άνω εξώδικου εγγράφου οι εναγόμενες απέστειλαν προς την ενάγουσα την από 23.1.2014 επιστολή τους, με την οποία, αρνούμενες το περιεχόμενό του, την προσκάλεσαν να προσέλθει στα γραφεία της κοινοπραξίας στις 27.1.2014 και ώρα 17.00, πλην όμως, όπως συνομολογείται από όλες τις διαδίκους, ουδέποτε πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ τους. Σημειωτέον ότι το προαναφερθέν εξώδικο έγγραφο της ενάγουσας δεν προσκομίζεται από τις διαδίκους στο παρόν Δικαστήριο, ει μη μόνον οι εκθέσεις επίδοσής του, πλην όμως το προαναφερθέν περιεχόμενό του ουδόλως αμφισβητείται, ούτε, άλλωστε, οι περί αυτού παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης πλήττονται με τις ένδικες εφέσεις. Η ενάγουσα με την αγωγή της, επικαλούμενη υπαίτια παραβίαση από τις εναγόμενες των σ’αυτήν ειδικότερα αναφερομένων όρων του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο εισήλθε στην κοινοπραξία, και, συνακόλουθα κατάπτωση της συνομολογηθείσας για την περίπτωση αυτή ποινικής ρήτρας, ποσού 500.000 ευρώ, ζήτησε ν’αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν το ανωτέρω ποσό. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 14 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, από το μήνα Ιούνιο του έτους 2013 και στο εξής, ουδέποτε κλήθηκε να συμμετάσχει στις συνεδριάσεις του οργάνου διοίκησης της κοινοπραξίας, ήτοι στη γενική συνέλευση των εκπροσώπων των μελών της, στις οποίες και εξ αυτού του λόγου δεν παρέστη, με αποτέλεσμα να ληφθούν, ερήμην της, επιβλαβείς για τα οικονομικά συμφέροντα της κοινοπραξίας, και κατ’επέκταση, και για τα δικά της, αποφάσεις επί σημαντικών και ουσιωδών ζητημάτων, που ενδεικτικά αφορούσαν 1) στην εγκατάλειψη από την 1η.11.2013 και στο εξής της εκτέλεσης από τα πλοία των μελών της κοινοπραξίας του δρομολογίου Πάτρα – Σάμη Κεφαλληνίας, 2) στην έναρξη εκτέλεσης δρομολογίων από την κοινοπραξία σε νέα γραμμή, και δη στη γραμμή Κυλλήνης – Πόρου Κεφαλληνίας  – Ιθάκης, και 3) στη μεταβολή στις 22.12.2013 της τιμολογιακής πολιτικής της κοινοπραξίας με μειώσεις ναύλων σε ποσοστό 63%, παράτυπα, και συγκεκριμένα με πλειοψηφία, και όχι ομόφωνα, όπως προβλέπεται για τη λήψη αποφάσεων επί τέτοιων ζητημάτων στο άρθρο 10 του από 18.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, στους όρους του οποίου κατά τα λοιπά παραπέμπει το από 7.2.2013 συμφωνητικό εισόδου της στην κοινοπραξία. Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε σε βαθμό σχηματισμού και στο παρόν Δικαστήριο πλήρους δικανικής περί αυτού πεποίθησης, της ίδιας, άλλωστε, φέρουσας το δικονομικό βάρος απόδειξής του, στο οποίο, όμως, δεν ανταποκρίθηκε, καθώς τα περί αυτού ενόρκως καταταθέντα από το μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αντικρούονται πειστικά, τόσο από την αντίθετη επί του συγκεκριμένου ζητήματος κατάθεση του μάρτυρα των τριών πρώτων εναγομένων, λογιστή της πρώτης εναγομένης – κοινοπραξίας, ο οποίος μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντίληψης, διότι, σύμφωνα με όσα ανέφερε, συνήθως οι συνεδριάσεις πραγματοποιούντο σε χώρο του δικού του γραφείου, βεβαίωσε ότι στις συνεδριάσεις αυτές των μελών της κοινοπραξίας πάντοτε προσερχόταν και συμμετείχε και εκπρόσωπος της ενάγουσας, κληθείς προφορικά προς τούτο, όπως, άλλωστε και οι εκπρόσωποι των άλλων μελών (έγγραφες προσκλήσεις προς οποιοδήποτε μέλος της κοινοπραξίας να προσέλθει στις συνεδριάσεις δεν προσκομίσθηκαν ώστε, λόγω της μη προσαγωγής τέτοιων προσκλήσεων με αποδέκτη την ενάγουσα, να μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί της μη ενημέρωσής της τελευταίας περί της διεξαγωγής των συνεδριάσεων αυτών), όσο και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της τέταρτης εναγομένης, πράκτορά της, και παρόντα στις συνεδριάσεις για λογαριασμό της, ο οποίος κατέθεσε με σαφήνεια ότι για τη λήψη όλων των αποφάσεων της κοινοπραξίας πάντοτε καλούνταν εκπρόσωποι όλων των εταιριών που συμμετείχαν σ’ αυτήν, κατονομάζοντας μάλιστα συγκεκριμένα πρόσωπα, που κατά καιρούς παρέστησαν στις συνεδριάσεις για λογαριασμό της ενάγουσας, αναφέροντας χαρακτηριστικά «ο κ. …..…, ο κ. ………., οι αδελφοί …, ο αδελφός του ……., ο …», καθώς και ότι σε κάποιες συνεδριάσεις παρέστη ως εκπρόσωπος της ενάγουσας και ο εξετασθείς μάρτυράς της, όπως, εξάλλου, κατατέθηκε και από τον ίδιο. Σε κάθε περίπτωση αντίκειται στην κοινή πείρα και λογική ο, άνευ προφανούς λόγου και αιτίας, επικαλούμενος πλήρης αποκλεισμός της ενάγουσας επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από τις συνεδριάσεις των μελών της κοινοπραξίας, κατά τις οποίες λαμβάνονταν, ερήμην της, όπως ισχυρίζεται, σημαντικές αποφάσεις υψηλού οικονομικού αντικειμένου, που εκ των πραγμάτων επηρέαζαν άμεσα και σε μεγάλο βαθμό και τα δικά της επιχειρηματικά συμφέροντα, και για τις οποίες ενημερωνόταν μόνον εκ των υστέρων, και, κατ’επέκταση, από τη διοίκηση της κοινοπραξίας, όπως σαφώς εδικαιούτο ως μέλος της, άνευ οιασδήποτε εναντίωσης, αντίρρησης, ή διαμαρτυρίας της, εκφρασθείσας εγγράφως εντός του διαστήματος αυτού, που ήταν καθόλα επαρκές προς τούτο, ει μη μόνον το πρώτον με την προαναφερόμενη από 21.1.2014 καταγγελία της συμμετοχής της στην ως άνω κοινοπραξία. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των εκπροσώπων των μελών της κοινοπραξίας επί των προαναφερθέντων ζητημάτων, που επισημαίνονται ενδεικτικά στο αγωγικό δικόγραφο, ως σημαντικές και ουσιώδεις, έπρεπε να ληφθούν με ομοφωνία των παραστάντων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 παρ. Γ΄του από 18.2.2011 κοινοπρακτικού, οι όροι του οποίου ρητά ορίσθηκαν «κατά τα λοιπά» εφαρμοστέοι και στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό εισόδου της στην κοινοπραξία, για τη λήψη τέτοιου είδους αποφάσεων, και όχι με πλειοψηφία των 4/5, όπως συνέβη εν προκειμένω, απορριπτέος τυγχάνει ως κατ’ουσίαν αβάσιμος, Και τούτο διότι, και εάν ακόμη ήθελε υποτεθεί αληθές ότι οι αποφάσεις αυτές πράγματι λήφθηκαν με την ως άνω πλειοψηφία, είτε με την παρουσία εκπροσώπου της ενάγουσας, είτε χωρίς να παρίσταται εκπρόσωπός της, από μόνη την επισκόπηση του άρθρου 9 του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, που ορίζει ότι «οι αποφάσεις των εκπροσώπων της Κοινοπραξίας θα λαμβάνονται με πλειοψηφία των 4/5 των ψήφων (μία ψήφος ανά πλοίο)» συνάγεται με σαφήνεια και πέραν πάσης αμφιβολίας το συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι βούληση των σ’αυτό συμβαλλομένων, ήδη τότε μελών της κοινοπραξίας, ήταν με την είσοδο σ’αυτήν του νέου μέλους (της ενάγουσας), να τροποποιηθεί και να ρυθμίζεται στο εξής διαφορετικά ο τρόπος λήψης των αποφάσεων του οργάνου διοίκησής της, σε σχέση με τον προβλεπόμενο στο προγενέστερο συμφωνητικό (τρόπο), η επ’αυτού (αυστηρότερη) ρύθμιση του οποίου έπαυσε, επομένως, έκτοτε να ισχύει, αντικατασταθείσα στο σύνολό της από τη νεότερη (και ευχερέστερη να επιτευχθεί) ρύθμιση επί του θέματος αυτού, ούτως ώστε να μην απαιτείται πλέον οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των εκπροσώπων των μελών της κοινοπραξίας, ακόμη και οι ουσιώδεις και σημαντικές, να λαμβάνονται με ομοφωνία, αλλά να αρκεί προς τούτο η πλειοψηφία των 4/5, ενώ το προγενέστερο συμφωνητικό ορίσθηκε εφαρμοστέο προφανώς επί των θεμάτων της λειτουργίας της κοινοπραξίας, που δε ρυθμίζονταν διαφορετικά και ειδικά από το νεότερο συμφωνητικό, εξ ου και η προσθήκη σ’αυτό της φράσης «κατά τα λοιπά» στον όρο, που αναφέρεται στην εφαρμογή και στις σχέσεις των σ’αυτό συμβαλλομένων των ρυθμίσεων του από 18.2.2011 συμφωνητικού. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επίσης δέχθηκε με την εκκαλουμένη απόφασή του ότι δεν παραβιάσθηκαν από τις εναγόμενες οι προαναφερθέντες όροι του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, ώστε να συντρέχει εξ αυτού του λόγου περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας υπέρ της ενάγουσας, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ανωτέρω με τους τρίτο και τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων. Περαιτέρω με την αγωγή της η ενάγουσα επικαλέσθηκε ως λόγο κατάπτωσης της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας τον αποκλεισμό της από την 23η.12.2013 και στο εξής με πρωτοβουλία των εναγομένων από την πρόσβαση στο αναφερόμενο στο δικόγραφο και εγκατασταθέν ηλεκτρονικό σύστημα κράτησης θέσεων και έκδοσης εισιτηρίων, κατά παράβαση του άρθρου 10 Δ΄ του από 18.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, με αποτέλεσμα να καταστεί έκτοτε δυσχερές έως αδύνατον να ενημερωθεί επί των εσόδων της κοινοπραξίας από τα εισιτήρια, ούτως ώστε να είναι σε θέση να διασταυρώσει τα στοιχεία του συστήματος με τα αναγραφόμενα στους πίνακες μηνιαίας εκκαθάρισης, που ελάμβανε, ποσά των εσόδων, και να ελέγξει την ορθότητα των εγγραφών των πινάκων αυτών. Επί του εν λόγω ισχυρισμού λεκτέον ειδικότερα ότι, και αληθούς του γεγονότος τούτου υποτιθεμένου, από την απλή ανάγνωση αμφοτέρων των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών (από 7.2.2013 και από 18.2.2011) σαφώς προκύπτει ότι σ’ αυτά ουδόλως προβλέπεται ρητά υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών για την παροχή σε κάθε μέλος της κοινοπραξίας απρόσκοπτης πρόσβασης στο εν λόγω ηλεκτρονικό σύστημα, ώστε η διακοπή από τις εναγόμενες της πρόσβασης της ενάγουσας σ’ αυτό να συνιστά παραβίαση συγκεκριμένου συμβατικού όρου, που συνεπάγεται την υπέρ της ανωτέρω κατάπτωση της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας, όπως αβάσιμα ζητείται με την αγωγή (λεκτέον ότι στο αναφερόμενο στην αγωγή ως προβλέπον τέτοια υποχρεώση άρθρο 10Δ του από 18.2.2011 συμφωνητικού, την παραβίαση του οποίου, όπως αναφέρθηκε, η ενάγουσα επικαλείται ως λόγο κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, ορίζεται ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των μελών της κοινοπραξίας θα εξουσιοδοτήσουν έναν εργαζόμενο, που θα εκπροσωπεί και αντιπροσωπεύει την κοινοπραξία στο εν λόγω ηλεκτρονικό σύστημα), και επίσης, κατόπιν ορθής εκτίμησης των αποδείξεων, έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με τον έκτο λόγο της έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο το πρώτον περιληφθείς στο δικόγραφο της έφεσης της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, και δη στο πλαίσιο του ίδιου λόγου, ισχυρισμός της ότι, άλλως επικουρικώς, τέτοια συμβατική υποχρέωση των εναγομένων συνάγεται σε κάθε περίπτωση εκ του περιεχομένου του από 18.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατόπιν ερμηνείας όμως των σ’ αυτό περιληφθεισών δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθώς η πρόσβασή της στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό σύστημα αποτελούσε το μοναδικό τρόπο ελέγχου από πλευράς της των εσόδων της κοινοπραξίας από τα εκδοθέντα εισιτήρια, και αντιπαραβολής των στοιχείων αυτών με τα ποσά των εσόδων, που αναγράφονταν στις μηνιαίες καταστάσεις εκκαθάρισης, τις οποίες ελάμβανε,  με αποτέλεσμα η αποστέρηση του δικαιώματός της αυτού από τις εναγόμενες, το οποίο θα έπρεπε να ασκεί ισότιμα με τα λοιπά μέλη, να συνιστά παραβίαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, που επέσυρε την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, προβάλλεται απαραδέκτως ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Και τούτο διότι πρόκειται περί επιχειρούμενης, πλην όμως δικονομικά ανεπίτρεπτης, μεταβολής από την ενάγουσα της ιστορικής βάσης της αγωγής της με το δικόγραφο της έφεσής της, εφόσον, ως εκκαλούσα, επικαλείται άλλα γεγονότα για την κατά νόμο θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, διαφορετικά αυτών, που περιέχονται στο αγωγικό δικόγραφο, διά της προσθήκης ειδικότερα στο εφετήριο πραγματικών περιστατικών, με τα οποία αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής της με άλλη, καθώς ισχυρισμός, που στηρίζει τη βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με το εφετήριο αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση, και δε αφορούν σε πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω, η ενάγουσα προβάλλει ως λόγο κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας την εκ μέρους των εναγομένων παραβίαση της συμβατικής υποχρέωσής τους, που απορρέει από το άρθρο 10 παρ. Ζ΄ του από 18.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, και ειδικότερα συνίσταται στη μη χορήγηση στην ίδια αντιγράφων των συμβάσεων με τους πράκτορες εισιτηρίων της κοινοπραξίας για τις διαχειριστικές χρήσεις 2002 και 2003, τις οποίες κατείχαν, διότι φυλλάσσονταν στο λογιστήριο της πρώτης εναγομένης, προκειμένου να τις προσκομίσει στις αρμόδιες φορολογικές αρχές στο πλαίσιο διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου, με αποτέλεσμα να επιβληθεί σε βάρος της φορολογικό πρόστιμο. Ο ανωτέρω ισχυρισμός όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση αφορά σε χρονικές περιόδους, κατά τις οποίες η ενάγουσα δε συμμετείχε στην πρώτη εναγόμενη – κοινοπραξία, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών της από τη συμμετοχή τους στην οποία αναφέρεται το από 18.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, την παραβίαση συγκεκριμένου όρου του οποίου αναφέρει η ενάγουσα στην αγωγή της ως λόγο κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, αλλά ήταν μέλος στη μη διάδικο στην παρούσα δίκη κοινοπραξία με την επωνυμία «…………», η οποία συστάθηκε αρχικά μεταξύ της ιδίας και της τρίτης εναγόμενης, καθώς και άλλων εταιριών επίσης μη διαδίκων, δυνάμει του από 14.7.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, και έληξε στις 31.10.2015, όταν παρήλθε ο συμφωνηθείς χρόνος διάρκειάς της, και στην οποία ακολούθως εισήλθαν, δυνάμει των από 1.4.2001 και 31.8.2003 ιδιωτικών συμφωνητικών, η τέταρτη και η δεύτερη των εναγόμενων αντίστοιχα, πολλώ δε μάλλον που στην προκειμένη περίπτωση, ως ενόρκως κατατέθηκε από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μάρτυρα των εναγομένων ………., λογιστή της πρώτης εναγομένης, αλλά και της προηγούμενης κοινοπραξίας, αντίγραφα τέτοιων συμβάσεων των ετών 2002 και 2003, οι οποίες τότε δεν απαιτείτο να κατατίθενται στην αρμόδια Δ..Ο.Υ., εξ όσων ανευρέθησαν στο γραφείο του, ή του παραδόθηκαν κατόπιν αιτήματός του από τους πράκτορες, που ακόμη δραστηριοποιούνταν στο χώρο, διότι τινές εξ αυτών είχαν διακόψει εν τω μεταξύ τη λειτουργία των πρακτορείων τους, χορηγήθηκαν πράγματι στην ενάγουσα κατά τα έτη 2011 και 2012, προκειμένου με τη σειρά της να τα προσκομίσει στις φορολογικές αρχές, οι οποίες τα ζήτησαν τότε το πρώτον εκ των υστέρων, όπως, άλλωστε, συνέβη και με τα άλλα μέλη της κοινοπραξίας, που επίσης κλήθηκαν προς τούτο, ενώ για όσες συμβάσεις δεν προσκομίσθηκαν στη Δ.Ο.Υ. αντίγραφα, διότι δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν, επιβλήθηκαν σε όλες τους τα αντίστοιχα φορολογικά πρόστιμα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, επίσης απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό, κρίνοντας ότι δε συντρέχει εν προκειμένω για το λόγο αυτό περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, καταλήγοντας στο σωστό συμπέρασμα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, και, συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την ενάγουσα με τον έβδομο λόγο της ένδικης έφεσής της απορριπτέα τυγχάνουν ως αβάσιμα. Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση κατάπτωσης της συνομολογημένης ποινικής ρήτρας, για τον πρόσθετο λόγο, ότι οι εναγόμενες δεν εξεπλήρωσαν συμβατική τους υποχρέωση, που προβλεπόταν στο άρθρο 10 παρ.ΣΤ εδαφ. τελευταίο του από 18.2.2011 καταστατικού, καθώς αρνούντο να συντάξουν λεπτομερείς και τεκμηριωμένες μηνιαίες καταστάσεις εσόδων και εξόδων της κοινοπραξίας, αλλά και καταστάσεις μηνιαίας εκκαθάρισης, ως όφειλαν, επισημαίνοντας ότι, από την έναρξη της συνεργασίας τους και παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, ουδέποτε της γνωστοποιήθηκαν αναλυτικά τα επιμέρους έξοδα της κοινοπραξίας, τα οποία αναφέρονταν συγκεντρωτικά στα μηνιαία εκκαθαριστικά. Ο ισχυρισμός αυτός όμως πρέπει ν’απορριφθεί ως αβάσιμος. Επ’αυτού λεκτέα τα κάτωθι: Εν προκειμένω προσκομίζονται τα έντυπα των μηνιαίων εκκαθαρίσεων για το χρονικό διάστημα από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2013, κατά το οποίο η ενάγουσα συμμετείχε στην κοινοπραξία, και στα οποία εμφαίνονται σε πίνακες το σύνολο των εσόδων της κοινοπραξίας για το αντίστοιχο μήνα, το συνολικό ποσό των προς τρίτους υποχρεώσεών της, το συνολικό ποσό του καταβλητέου Φ.Π.Α., καθώς και το ποσό αυτού, που αναλογεί στο κάθε μέλος της κοινοπραξίας, συγκεντρωτικά και επιγραμματικά το συνολικό ποσό των δαπανών της με την εγγραφή “γενικά έξοδα”, αλλά και το προς διανομή στα μέλη συνολικό υπόλοιπο, και το εξ αυτού αναλογούν στο ποσοστό συμμετοχής στην κοινοπραξία εκάστου μέλους ποσό. Επιπροσθέτως προσκομίζονται μηνιαίες καταστάσεις των εξόδων της κοινοπραξίας του αυτού χρονικού διαστήματος, στις οποίες καταγράφονται τα έξοδα του αντίστοιχου μήνα διά συνοπτικής περιγραφής της αιτίας εκάστης δαπάνης και του ποσού αυτής, το δε άθροισμα των επιμέρους ποσών αποτελεί το συνολικό ποσό των εξόδων του μήνα αυτού, που καταχωρείτο επίσης και στη μηνιαία εκκαθάριση του ιδίου μήνα. Αμφότερα τα ανωτέρω έγγραφα (μηνιαία κατάσταση εξόδων και εκκαθάριση) συντάσσονταν ανελλιπώς εντός του επομένου μηνός από το λογιστή της κοινοπραξίας ………, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας των τριών πρώτων των εναγομένων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και χορηγούντο ακολούθως πάντοτε σε όλα τα μέλη, προκειμένου να ενημερωθούν επί του ποσού, που δικαιούνται να λάβουν εκ της συμμετοχής τους στην κοινοπραξία, αλλά και να καταβάλουν τον αναλογούντα στο καθένα Φ.Π.Α., μεταξύ δε αυτών και στην ενάγουσα, όπως σαφώς και κατηγορηματικώς κατατέθηκε από τον ίδιο. Και ναι μεν στις μηνιαίες εκκαθαρίσεις αναφέρεται μόνον το συνολικό ποσό των εξόδων κάθε μήνα, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, χορηγείτο σε κάθε μέλος της κοινοπραξίας επιπροσθέτως και κατάσταση των εξόδων του ιδίου μήνα, στην οποία αναγραφόταν η αιτία κάθε δαπάνης, αν και συνοπτικά, καθώς και το αντίστοιχο ποσό, αλλά και το σύνολο, εξ αυτού δε του λόγου, της συνοπτικής δηλαδή περιγραφής της αιτίας κάθε δαπάνης στις ανωτέρω καταστάσεις, παραδίδονταν, επίσης από το λογιστή, στα μέλη και αντίγραφα των εκδοθέντων παραστατικών των εξόδων και πληρωμών του μήνα προς ενημέρωσή τους επί των ποσών των εξόδων, όπως επίσης αυτός μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντίληψης κατέθεσε,  με αποτέλεσμα κάθε πλοιοκτήτρια να έχει πλήρη και σαφή εικόνα περί της διαχείρισης της κοινοπραξίας για κάθε μήνα λειτουργίας της. Επομένως, ούτως κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με τον όγδοο λόγο της ένδικης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων. Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενες ενέχονται σε καταβολή του ποσού της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, διότι παρέβησαν τα άρθρα 1, 2 και 12 του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού εισόδου της στην κοινοπραξία, σύμφωνα με τα οποία η επιβάρυνσή της σε ετήσια βάση με τα έξοδα της κοινοπραξίας, καθώς και με τις αμοιβές των μελών των πληρωμάτων των πλοίων των μελών της για υπερωριακή τους απασχόληση, δε θα υπερβεί το ποσό των 180.000 ευρώ και το ποσό των 100.000 ευρώ, ποσά, τα οποία ειδικά για τη χρονική περίοδο από της έναρξης ισχύος του συμφωνητικού έως τις 31.10.2013 “θα επιμερίζονται ανάλογα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα”, ενώ εν προκειμένω αντισυμβατικά παρακρατήθηκαν για τις αιτίες αυτές μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, υπολογιζομένων των ποσών, με τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της θα έπρεπε να επιβαρυνθεί,  διά της αναγωγής των ποσών των 180.000 και των 100.000 ευρώ στο χρονικό διάστημα των 250 ημερών, κατά το οποίο εκτέλεσε δρομολόγια με το πλοίο της ως μέλος της κοινοπραξίας. Ειδικότερα διαιρείται στην αγωγή το συνολικό ποσό των 280.000 ευρώ, με το οποίο συμφωνήθηκε η ενάγουσα να χρεώνεται σε ετήσια βάση με τα εν γένει έξοδα και το ειδικότερο έξοδο για τις αμοιβές των υπερωριών των ναυτικών των πλοίων της κοινοπραξίας, με τον αριθμό 365, και το πηλίκο, που αποτελεί το αναλογούν σε κάθε ημέρα ποσό εκ του ανωτέρω συνολικού ποσού, πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 250 (των ημερών, που εκτελέσθηκαν δρομολόγια της κοινοπραξίας από το πλοίο της), το δε γινόμενο συνιστά, κατά τους ισχυρισμούς της, το συνολικό ποσό με το οποίο θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με αυτά τα έξοδα, και ειδικότερα ανέρχεται σε 191.780,82 ευρώ, ενώ τελικά επιβαρύνθηκε με το ποσό των 364.744,36 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο συνημμένο στο δικόγραφο πίνακα, ήτοι επιβαρύνθηκε επιπλέον κατά το ποσό των 172.963,54 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός όμως απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, εκ της ίδιας της γραμματικής διατύπωσης του άρθρου 12 του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας προκύπτει ότι, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, τα ποσά των εν γένει εξόδων της κοινοπραξίας και των αμοιβών των εργαζομένων στα πλοία των μελών της των 180.000 ευρώ και των 100.000 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία προβλέφθηκαν στο ίδιο συμφωνητικό ως το ανώτατο όριο επιβάρυνσής της ετησίως για τις αιτίες αυτές, ειδικά  για τη χρονική περίοδο από την έναρξη ισχύος του ως άνω συμφωνητικού (στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα άρχισε να εκτελεί με το πλοίο της δρομολόγια για την κοινοπραξία στις 11.2.2013) έως τις 31.10.2013 “θα επιμερίζονται ανάλογα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα”, όπερ σημαίνει ότι κατά τη βούληση των συμβαλλομένων τα  προαναφερόμενα ποσά της ορισθείσας ως ετήσιας επιβάρυνσής της, θα κατανεμηθούν, άλλως θα διαχωρισθούν, θα διαμοιρασθούν στους μήνες αυτούς, ώστε η ενάγουσα να επιβαρυνθεί ακόμη και για το χρονικό αυτό διάστημα, που είναι μικρότερο του έτους, με τα ίδια ακριβώς ποσά, με τα οποία συμφωνήθηκε να επιβαρύνεται  σε ετήσια βάση, και όχι ότι τα ποσά, με τα οποία θα επιβαρυνθεί για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα θα υπολογισθούν κατόπιν αναγωγής των κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντων ποσών στις ημέρες του διαστήματος αυτού, που εκ των πραγμάτων απολήγει σε επιβάρυνσή της με μικρότερα ποσά εξόδων, και δη με το μέρος των 180.000 και των 100.000 ευρώ, που αναλογεί/αντιστοιχεί στις 250 αυτές ημέρες, όπως πράττει στην αγωγή της, καταλήγοντας τοιουτοτρόπως στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι αντισυμβατικά παρακρατήθηκαν από την κοινοπραξία σε βάρος της υψηλότερα ποσά για τις ως άνω αιτίες κατά το διάστημα αυτό, και επίσης λαμβάνεται ως δεδομένο και στην το πρώτον προσκομισθείσα από την ίδια ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου από 19.2.2019 έκθεση ευρημάτων προσυμφωνημένων διαδικασιών της εταιρίας “……”, ενώ περαιτέρω από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες εκκαθαρίσεις, σε συνδυασμό με τις μηνιαίες καταστάσεις εξόδων του ιδίου χρονικού διαστήματος, προκύπτει ότι τελικά για το διάστημα της συμμετοχής της στην κοινοπραξία η ενάγουσα επιβαρύνθηκε με το συνολικό ποσό των 157.900,87 ευρώ (5.748,59 + 10.325,72 + 17.838,31 + 22.176,10 + 17.656,02 + 26.885,91 + 28.068,80 + 29.201,42) για έξοδα, καθώς και με το συνολικό ποσό των 93.788,65 ευρώ (7.738,53 + 16.769,56 + 17.631,34 + 25.923,03 + 25.726,19) για υπερωρίες, ήτοι επιβαρύνθηκε συνολικά με το ποσό των 251.689,52 ευρώ (157.900,87 + 93.788,65), που δεν υπερβαίνει τις 280.000 ευρώ, και όχι των 364.744,36 ευρώ όπως η ίδια αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή της, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παράβασης από τις εναγόμενες των εν λόγω όρων του συμφωνητικού και, συνακόλουθα, κατάπτωσης υπέρ της της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας. Ταύτα δεχθέν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με τον ένατο λόγο της κρινόμενης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων. Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι οι εναγόμενες υπαιτίως παρέβησαν το άρθρο 7 του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού εισόδου της στην κοινοπραξία, με αποτέλεσμα την υπέρ της κατάπτωση της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, διότι, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα από 11.11.2013 έως 31.12.2013, όπως η αγωγή παραδεκτώς διορθώθηκε κατά τα ανωτέρω ως προς το αναφερόμενο στο δικόγραφο χρονικό διάστημα με τις πρωτόδικες προτάσεις της, άσκησε το δικαίωμα αργίας δύο μηνών του πλοίου της, που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο για όλα τα πλοία των μελών της κοινοπραξίας προς συντήρησή τους, με δικαίωμα συμμετοχής του μέλους στα έσοδα αυτής, εντούτοις αντισυμβατικά δεν της καταβλήθηκαν τα αναλογούντα στο ποσοστό συμμετοχής της έσοδα της κοινοπραξίας για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2013. Επί του ανωτέρω λόγου κατάπτωσης της συνομολογημένης ποινικής ρήτρας λεκτέα τα κάτωθι: Η ενάγουσα διέκοψε την εκτέλεση με το πλοίο της των εγκριθέντων δρομολογίων της κοινοπραξίας στις 18.10.2013, χωρίς να ενημερώσει σχετικά την κοινοπραξία και τα μέλη της και να επικαλεσθεί άσκηση στο εξής του προβλεπομένου στο κοινοπρακτικό δικαίωμα αργίας/ακινησίας του πλοίου της επί δίμηνον, και έκτοτε ουδέποτε πραγματοποίησε δρομολόγια ως μέλος της κοινοπραξίας, ενώ στις 22.1.2014 επέδωσε στις εναγόμενες το προαναφερόμενο εξώδικο έγγραφό της, με το οποίο κατήγγειλε τη συμμετοχή της στην κοινοπραξία αιτιώμενη παραβίαση από τις αντιδίκους της των όρων του συμφωνητικού εισόδου της σ’αυτήν, και δήλωσε ότι έκτοτε αποχωρεί, ζητώντας εκκαθάριση της συμμετοχής της. Η ίδια εκ των υστέρων ισχυρίσθηκε ότι το πλοίο της υπέστη βλάβη (προσκομίζονται προς τούτο απόσπασμα από το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, και απόσπασμα από το εγχειρίδιο ασφαλούς διαχείρισης αυτού, σύμφωνα με τα οποία στις 21.10.2013, και όχι στις 19.10.2013 παρουσιάσθηκε «διαρροή ύδατος στο χώρο ψύξεως Τ/C λόγω ρήγματος στο κέλυφος δεξιάς κύριας μηχανής», καθώς και «διαρροή νερού στα καπάκια Νο.4 κυλίνδρου αριστερού και δεξιού μπλόκ αριστερής κύριας μηχανής», πλην όμως, όπως επίσης συνάγεται από τα επίσης προσκομιζόμενα από την ίδια έντυπα σήματα του Λιμεναρχείου Κυλλήνης, εγκρίθηκε ακινησία του πλοίου της, προφανώς κατόπιν δικού της αιτήματος, όχι λόγω επίκλησης της ανωτέρω μηχανικής βλάβης, ως θα έδει κατά την κοινή πείρα και λογική, αλλά προς εκτέλεση εργασιών ετήσιας επιθεώρησης. Πλην όμως εκ των του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που τέθηκαν υπόψη και του παρόντος Δικαστηρίου, συνάγεται ότι εντός των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2013 δεν εκτελέσθηκαν εργασίες επισκευής ή συντήρησης στο πλοίο αυτό, ούτε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα διενεργήθηκε στο πλοίο ετήσια επιθεώρηση, ώστε να δικαιολογείται η άσκηση από την πλοιοκτήτριά του/ενάγουσα του προβλεπομένου από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό δικαίωμα ακινησίας/αργίας του πλοίου της από την εκτέλεση των δρομολογίων της κοινοπραξίας, με παράλληλη αξίωσή της απόληψης των αναλογούντων στο ποσοστό συμμετοχής της στην κοινοπραξία εσόδων της τελευταίας. Αντίθετα, από τα υπ’ αριθμ. …/13.01.2014 και …../24.3.2014 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών των «………» και «………..» αντίστοιχα, που επίσης προσκομίζει η ενάγουσα, προκύπτει ότι τέτοιες εργασίες στο πλοίο της διενεργήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο, και συγκεκριμένα στις 13.1.2014 και στις 24.3.2014, το πρώτο εξ αυτών, που αναφέρεται σε εργασίες στις μηχανές του πλοίου, φέρει ημερομηνία 3 σχεδόν μήνες μετά την εμφάνιση της βλάβης (τα καταθέντα από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρά της περί αναμονής όλο αυτό το διάστημα του κατάλληλου ανταλλακτικού, δεν κρίνονται πειστικά), το δε δεύτερο αναφέρεται σε ηλεκτρολογικές εργασίες διενεργηθείσες κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2014, ενώ η έτερη επικαλούμενη από την ενάγουσα βλάβη, που αφορά σε πτώση τάσης και σε εκδήλωση μικρής εστίας πυρκαγιάς στο πλωραίο τμήμα του πλοίου, και συγκεκριμένα στο δωμάτιο του χώρου των πινάκων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, που κατασβέσθηκε από το πλήρωμα, προ της άφιξης της κληθείσας πυροσβεστικής, εμφανίσθηκε μεταγενέστερα, και δη στις 16.1.2014, ούτε, βέβαια, προσκομίσθηκαν έγγραφα, εκ των οποίων να συνάγεται το συμπέρασμα ότι κατά το διάστημα αυτό το πλοίο υποβλήθηκε σε ετήσια επιθεώρηση. Ενόψει των ανωτέρω η ενάγουσα δεν εδικαιούτο να συμμετάσχει στα έσοδα της κοινοπραξίας τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2013,  κατά τους οποίους αρνήθηκε να εκτελέσει με το πλοίο της δρομολόγια ως μέλος της κοινοπραξίας, παρότι ουδόλως προέκυψε ότι το πλοίο της δεν ήταν αξιόπλοο, σύμφωνα με τον υπό στοιχεία 11Β όρο του από 18.2.2011 συμφωνητικού, οι όροι του οποίου ορίζονται ως εφαρμοστέοι και στο από 7.2.2013 συμφωνητικό εισόδου της στην κοινοπραξία, και, επομένως, ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός περί παραβίασης των όρων της σύμβασης από τις εναγόμενες για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, εφόσον σε κάθε περίπτωση κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2013, η ενάγουσα δεν εδικαιούτο εσόδων εκ της λειτουργίας της κοινοπραξίας, παρέπεται ότι οι εναγόμενες, μη καταβάλλοντάς της για τους μήνες αυτούς χρηματικά ποσά για τη συγκεκριμένη αιτία, και μάλιστα, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή της, με αναπροσαρμοσθέν αναλογικά ποσοστό συμμετοχής της στα έσοδα της κοινοπραξίας, το οποίο  στο αγωγικό δικόγραφο ειδικότερα προσδιορίζεται σε 15,5%, λόγω της διακοπής εκτέλεσης δρομολογίων από τα πλοία της στη ζημιογόνα γραμμή Πάτρας – Σάμης Κεφαλληνίας για την επόμενη δρομολογιακή περίοδο, ήτοι από την 1η.11.2013 έως τις 31.10.2014, για την οποία η κοινοπραξία, κατόπιν ομόφωνης απόφασης όλων των μελών της, δεν υπέβαλε εκ νέου αίτημα στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας προς έγκριση δρομολογίων στη γραμμή αυτή, όπως όφειλαν με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 του από 7.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν παραβίασαν τον ανωτέρω όρο, ώστε να συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης σε βάρος τους για το λόγο αυτό της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας. Κατ’ακολουθίαν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επίσης δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς της ενάγουσας, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ανωτέρω με τους δέκατο και ενδέκατο λόγους της κρινόμενης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων. Αποδείχθηκε επίσης ότι πράγματι κατά το χρονικό διάστημα συμμετοχής της ενάγουσας στην κοινοπραξία δεν τηρείτο βιβλίο πρακτικών, στο οποίο να καταχωρούνται οι αποφάσεις, που λαμβάνονταν σε κάθε συνεδρίαση των εκπροσώπων των μελών της, κατά παράβαση του άρθρου 10 υποπαρ. ΙΕ του από 18.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, η οποία προέβλεπε την τήρηση τέτοιου βιβλίου, γεγονός, άλλωστε, που συνομολογείται από τις εναγόμενες. Πλην όμως η επίκληση της παραβίασης της ανωτέρω συμβατικής υποχρέωσης των εναγομένων ως λόγου κατάπτωσης υπέρ της ενάγουσας της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθώς υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη που επικρατούν στις εμπορικές συναλλαγές, και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της αυτού. Και τούτο διότι, λαμβανομένης υπόψη της πραγματικής κατάστασης που είχε στο μεσοδιάστημα δημιουργηθεί, με την έννοια ότι η μη τήρηση βιβλίου πρακτικών κατά τις συνεδριάσεις του οργάνου διοίκησης της κοινοπραξίας, αποτελούσε επί μακρόν καθιερωμένη, και συνεπώς, παγιωμένη πρακτική των μελών της ήδη από την έναρξη λειτουργίας της, όπως κατατέθηκε από τον εξετασθέντα ως μάρτυρα λογιστή της, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, δηλαδή από το ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτή, καθόλη τη διάρκεια της συμμετοχής της στην κοινοπραξία, παρότι ενήμερη περί του γεγονότος αυτού (σημειωτέον ότι τέτοιο βιβλίο κατά πάγια τακτική ουδέποτε στο παρελθόν τηρήθηκε, ούτε και κατά τα έτη 2006 και 2007, όταν η ενάγουσα υπήρξε και πάλι μέλος της ίδιας κοινοπραξίας, ούτε και στη συνέχεια μετά την αποχώρησή της) δε ζήτησε την τήρηση πρακτικών, ούτε όμως και διαμαρτυρήθηκε για τη μη τήρησή τους, καθώς και από το ότι πάντοτε προσκαλείτο και παρίστατο διά εκπροσώπου της στις συνεδριάσεις, με αποτέλεσμα να γνωρίζει τις αποφάσεις, που κάθε φορά λαμβάνονταν, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό, η επακολουθήσασα επίκληση της συγκεκριμένης παραβίασης του συμβατικού αυτού όρου, εκ της οποίας και σε κάθε περίπτωση ουδεμία βλάβη προέκυψε ότι υπέστη, οπωσδήποτε επαγόμενη, όμως, επαχθείς συνέπειες και δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των εναγομένων, παρίσταται ως μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, και καθιστά καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός της αυτού, καθώς τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, εξερχόμενη από τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ όρια, κατά παραδοχήν ως βάσιμης της υποστηρίζουσας τα ανωτέρω και στηριζομένης στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ προβληθείσας ένστασης των τριών πρώτων εναγομένων, η οποία επάγεται έννομα αποτελέσματα και για την τέταρτη εξ αυτών, ως προς την οποία η ίδια ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, λόγω της μεταξύ τους σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, απορριπτομένου, συνακόλουθα, του αγωγικού αυτού ισχυρισμού ως αβασίμου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επίσης δέχθηκε ότι η επίκληση από την ενάγουσα της παραβίασης από τις εναγόμενες του συγκεκριμένου όρου του μεταξύ τους συμφωνητικού ως λόγου κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ελέγχεται ως καταχρηστική, και, απέρριψε το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με το δωδέκατο λόγο της κρινόμενης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων, με την επισήμανση ότι η πρωτόδικη κρίση περί επέκτασης των αποτελεσμάτων της παραδοχής της ένστασης αυτής και στην τέταρτη εναγόμενη δεν πλήττεται ειδικά από την ενάγουσα με την έφεσή της. Τέλος, η ενάγουσα με το δέκατο τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα εκτιμώντας τις αποδείξεις, απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό της περί κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας λόγω παράβασης εκ μέρους των εναγομένων της υποχρέωσής τους, που προβλέπεται στο άρθρο 5 στοιχεία δ, στ και ζ του από 18.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, να της αποδώσουν τα ποσά της αξίας των καυσίμων για την χρήση από το πλοίο της ηλεκτρογεννητριών κατά τις διανυκτερεύσεις του εκτός του λιμένος της Ζακύνθου και των αμοιβών δύο μελών του πληρώματός του που απασχολήθηκαν τότε, τα οποία έχει ήδη καταβάλει η ίδια. Ο λόγος αυτός όμως απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος, διότι η παράβαση των ανωτέρω όρων ουδόλως περιλαμβάνεται μεταξύ των λοιπών, που αναφέρονται στην αγωγή ως λόγος κατάπτωσης υπέρ της ενάγουσας της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, ώστε ν’αποφανθεί σχετικώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως σαφώς συνάγεται εκ της επισκόπησης του ιδίου του δικογράφου της (στις σελίδες 9 και 10 αυτού, στο υπό στοιχείο Α σκέλος του υπ’αριθμ.2 κεφαλαίου, που αφορά στα αιτούμενα κονδύλια, παρατίθενται συνοπτικά τα συγκεκριμένα άρθρα των από 7.2.2013 και από 18.1.2011 συμφωνητικών, τα οποία φέρονται ότι παραβιάσθηκαν από τις εναγόμενες, και των οποίων η παραβίαση προβάλλεται ως λόγος κατάπτωσης της συνομολογημένης ποινής, ενώ στις προηγούμενες σελίδες του δικογράφου αναλυτικά  εκτίθεται κάθε επιμέρους περίπτωση παραβίασης συμφωνηθέντων όρων), αλλά τα φερόμενα ως καταβληθέντα από την ίδια ποσά για την αξία των καυσίμων, τα οποία αναλώθηκαν λόγω της χρήσης από το πλοίο της ηλεκτρογεννητριών, καθώς και για τις αμοιβές των εργαζομένων της, που αμφότερα συναρτώνται με τις διανυκτερεύσεις του πλοίου αυτού εκτός του λιμένος της Ζακύνθου, των 18.747,82 ευρώ και των 121.828,99 ευρώ αντίστοιχα, ζητείται – μεταξύ άλλων κονδυλίων – στο υπό στοιχείο Β σκέλος του ιδίου κεφαλαίου της αγωγής, όπου το πρώτον αναφέρονται, ν’αναγνωρισθεί ότι της οφείλονται λόγω αθέτησης από τις εναγόμενες των εκ της κοινοπρακτικής σχέσης απορρεουσών υποχρεώσεών τους μετά την αποχώρησή της εξ αυτής και την καταγγελία της συμμετοχής της, χωρίς επίκληση των συγκεκριμένων όρων του κοινοπρακτικού που τις προβλέπουν. Πρέπει, επομένως, κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, ν’απορριφθεί στο σύνολό της η από 15.2.2018 (με αυξ.αριθμ. εκθ.καταθ……./15.2.2018 και ………/15.2.2018) έφεση της ενάγουσας, και λόγω της ήττας της, αφενός μεν να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος απ’αυτήν παραβόλου της έφεσής της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.ε΄του ΚΠολΔ), αφετέρου δε να επιβληθεί σε βάρος της η δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση της οποίας υποβλήθηκε από τις τελευταίες σχετικό αίτημα με τις προτάσεις, που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης οριζόμενα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 – 120 του ιδίου Κώδικα στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ιδίου του εκκαλούντος. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς (ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 297/2013, ΑΠ 864/2010, άπασες σε ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 574/2018, ΑΠ 738/2013, ΑΠ 1213/2013, ΑΠ 104/2013, ΑΠ 1608/2008, άπασες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).  Τέλος, από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι οι λόγοι της έφεσης εκτός από σαφείς και ορισμένοι, απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης (βλ. ΑΠ 558/1990 ΕΕΝ 1991.121, ΕφΑθ 1094/1989 ΕλλΔνη 33.899, Σαμουήλ «Έφεση» έκδ. 2003, παρ. 542, σελ. 221). Πάντως, αν ένας λόγος έφεσης είναι ή όχι λυσιτελής δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί γενικά εκ των προτέρων αλλά θα κριθεί κατά περίπτωση, με γνώμονα τις διατάξεις του ουσιαστικού νόμου και τη λογική ακολουθία της διαδικασίας (βλ. Σαμουήλ ό.π., παρ. 542, σελ 221). Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενες άσκησαν σε βάρος της ενάγουσας της ανωτέρω αγωγής την από 28.12.2016 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ………./29.12.2016) ανταγωγή τους,  με την οποία ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτής τροπής του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό στο σύνολό του με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, ν’αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αντεναγομένης να τους καταβάλει το συνολικό ποσό του 1.131.852,48 ευρώ, που αφορά σε απαιτήσεις τους σε βάρος της από την αθέτηση υποχρεώσεών της, απορρεουσών από τη σχέση της κοινοπραξίας, και προβλεπομένων σε όρους των από 7.2.2013 και από 18.2.2011 ιδιωτικών συμφωνητικών, καθώς και από την κατάπτωση υπέρ τους για τον ίδιο λόγο της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Με την εκκαλουμένη απόφαση η ανωτέρω ανταγωγή απορρίφθηκε καθ’ολοκληρίαν ως αόριστη, διότι, όπως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρότι το συνολικό αίτημα αυτής, ποσού 1.131.852,48 ευρώ, συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, εντούτοις από το συνολικό ιστορικό της δεν προκύπτει η έκταση της αιτουμένης από καθεμία από τις αντενάγουσες έννομης προστασίας. Ειδικότερα κρίθηκε ότι στο ιστορικό της ανταγωγής δεν εκτίθενται τα ποσοστά συμμετοχής καθεμίας των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης εξ αυτών στην κοινοπραξία, ενόψει της συνολικής διατύπωσης του αγωγικού αιτήματος, ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το ύψος της αξίωσης που έκαστη εξ αυτών εγείρει. Κατά της απόφασης αυτής οι αντενάγουσες άσκησαν την ένδικη από 12.2.2018 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ. ……./14.2.2018 και ……/15.2.2018) έφεσή τους με το μοναδικό λόγο της οποίας ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πλήττοντας ως εσφαλμένη την προαναφερθείσα κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διότι, όπως ισχυρίζονται, η αναφορά των ποσοστών συμμετοχής εκάστης των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης στην πρώτη εξ αυτών/κοινοπραξία δεν απαιτείτο για το ορισμένο του δικογράφου της ανταγωγής τους, αφού η πρώτη εξαρχής εισέπραττε όλα τα έσοδα εκ της διαχείρισης και εκμετάλλευσης των πλοίων των μελών της από την εκτέλεση πλόων σε δρομολογιακές γραμμές, και ακολούθως, μετά την αφαίρεση των εξόδων, διένειμε το υπόλοιπο στα μέλη της ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής εκάστου σ’αυτήν, όπερ θα συνέβαινε εν προκειμένω και με το χρηματικό ποσό, το οποίο, σε περίπτωση παραδοχής της ανταγωγής τους, γινόταν δεκτό ότι οφείλεται να καταβληθεί από την αντεναγόμενη, και ως προς το οποίο ειδικότερα διατείνονται ότι και πάλι θα εισπράττετο από την πρώτη, που στη συνέχεια θα απέδιδε στις λοιπές το εξ αυτού αναλογούν στην καθεμία τους μέρος του, όπως ανέκαθεν έπραττε με κάθε είδους έσοδο εκ της λειτουργίας της. Ο ανωτέρω λόγος όμως, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, απορριπτέος τυγχάνει, διότι με αυτόν δεν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την ανταγωγή ως αόριστη για τον προαναφερθέντα λόγο, συγκεκριμένη πλημμέλεια, συνιστάμενη σε ορισμένο νομικό ή πραγματικό σφάλμα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που ανάγεται στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με την κρίση του περί του ορισμένου του δικογράφου της ανταγωγής όσον αφορά την έκταση της αιτουμένης από καθεμία από τις αντενάγουσες έννομης προστασίας και ως προς το ύψος της αξίωσης που έκαστη εξ αυτών εγείρει σε βάρος της αντεναγομένης, το οποίο (σφάλμα), σε περίπτωση που κριθεί βάσιμο, να δικαιολογεί σαν αποτέλεσμα, την κατά το αίτημα της έφεσης εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ήτοι ο ως άνω ισχυρισμός, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί αληθής, δε συνιστά νόμιμο και λυσιτελή λόγο έφεσης, που πλήττει καθ’οιονδήποτε τρόπο ως εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση, και εφόσον γίνει δεκτός, άγει στην παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η ανταγωγή ασκήθηκε από άπασες τις εκκαλούσες από κοινού ως ενεργητικά νομιμοποιούμενες προς τούτο, και με αυτήν σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας, σύμφωνα με το αίτημα του δικογράφου της, όπως παραδεκτά τράπηκε στο σύνολό του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζητήθηκε η αναγνώριση της υποχρέωσης της αντεναγομένης να καταβάλει σε όλες τους, φερόμενες ως δικαιούχους της ένδικης αξίωσης, το αιτούμενο ποσό, το οποίο, σημειωτέον, συνιστά διαιρετή παροχή, και δεν ασκήθηκε μόνον από την πρώτη εξ αυτών, όπερ δεν αμφισβητείται με την ένδικη έφεση, και δε θα μπορούσε, άλλωστε, να αμφισβητηθεί, καθώς οι ίδιες οι εκκαλούσες άσκησαν την ανταγωγή. Πρέπει, επομένως, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η έφεση αυτή, και λόγω της ήττας των εκκαλουσών/αντεναγουσών, αφενός μεν να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος απ’αυτές παραβόλου της έφεσής τους στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.ε΄του ΚΠολΔ), αφετέρου δε να επιβληθεί σε βάρος τους η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση της οποίας υποβλήθηκε από την τελευταία σχετικό αίτημα με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα επίσης ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων,  α) την από 15.2.2018 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ……/15.2.2018 και ……./15.2.2018) έφεση, και β) την από 12.2.2018 (με αυξ. αριθμ. εκθ.καταθ……./14.2.2018 και ……/15.2.2018) έφεση κατά της υπ’αριθμ. 4108/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  (του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών αυτού).

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την από 15.2.2018 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ……/15.2.2018 και ……/15.2.2018) έφεση.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα της έφεσης αυτής παραβόλου του ένδικου μέσου στο δημόσιο ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη της εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την από 12.2.2018 (με αυξ. αριθμ. εκθ.καταθ……../14.2.2018 και ………./15.2.2018) έφεση.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις εκκαλούσες της έφεσης αυτής παραβόλου του ένδικου μέσου στο δημόσιο ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλουσών τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 16 Ιανουαρίου 2020.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ   

 

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχωρήσεως του Εφέτη, Αθανασίου Θεοφάνη, αποτελούμενη από τους Δικαστές, Δήμητρα Τσουτσάνη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Κωττάκη και Μαρία Δανιήλ, Εφέτες και με Γραμματέα Ελένη Τσίτου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ