ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 10/2019

 

Πρόεδρος: Ανδ. Αθανασιάδη (Πρόεδρος Πρωτοδικών)

Εισηγήτρια: Αν. Βοϊτσίδου (Πρωτοδίκης)

Δικηγόρος: Α. Αργυριάδης

Δικηγόρος: Ν. Λογοθέτης

 

[…Με τους έβδομο, όγδοο και δέκατο έκτο λόγους της κρινόμενης ανακοπής, οι οποίοι πρέπει να εκληφθούν ως ένας ενιαίος, λόγω του περιεχομένου τους, ο ανακόπτων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής θα πρέπει να ακυρωθεί διότι η καθ’ ης καταχρηστικά ενήργησε αιτούμενη την έκδοση αυτής, καθ’ όσον κατά τον τελευταίο χρόνο (αυτή) βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία «… Α.Ε.», προκειμένου να υπάρξει οικειοθελής παράδοση ακινήτων της δεύτερης έναντι ολικής διαγραφής του ένδικου χρέους, καθώς και καταγγέλλοντας τη σύμβαση παροχής πίστωσης άκαιρα, χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του, ως εγγυητή, για την υπερημερία της πιστούχου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. […]/31.10.2002 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Ότι επιπροσθέτως η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης από πλευράς της καθ’ ης έλαβε χώρα καταχρηστικά για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε προηγουμένως ο Κώδικας Δεοντολογίας (Ν. 4224/2013), αναφορικά με προηγούμενη γνωστοποίηση προς την πιστούχο και τον εγγυητή του χαρακτηρισμού τους ως μη συνεργάσιμων δανειοληπτών και την κοινοποίηση προς αυτούς γραπτής ενημερωτικής επιστολής με αντικείμενο την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση των δανειακών συμβάσεων. Με αυτό το περιεχόμενο ο εξεταζόμενος ενιαίος λόγος ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις του άρ. 281 ΑΚ, και των διατάξεων των ΠΔ/ΤΕ .../31.10.2012 και Ν. 4224/2013, με τη σημείωση ότι η από πλευράς τραπεζικού ιδρύματος παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης, που προβλέπεται στην υπό στοιχείο Γ παρ. 4 περ. α΄ της ΠΔ/ΤΕ ..../2002, καθώς και η μη τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 4224/2013, δεν συνιστά άνευ ετέρου άκυρη, ως αντίθετη κατά το άρθρο 174 ΑΚ σε απαγορευτική διάταξη νόμου, την εκ μέρους του τελευταίου καταγγελία συναφθείσας σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό (βλ. ΜΕφΘεσ 2277/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αλλά γεννά κατ’ αρχάς εποπτικής μόνο φύσεως συνέπειες και περαιτέρω δύναται, σε συνδυασμό προς άλλες περιστάσεις, να οδηγήσει στην αξιολόγηση της καταγγελίας της σύμβασης από την πλευρά του ως καταχρηστικής. Θα πρέπει, ωστόσο, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος διότι κατά πρώτον από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα και τα όσα οι διάδικοι ρητά ή σιωπηρά συνομολογούν (οι τελευταίοι δεν πρότειναν την εξέταση μαρτύρων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως) δεν αποδεικνύεται ο θεμελιωτικός αυτού ισχυρισμός αναφορικά με το ότι κατά τον χρόνο της από 29.6.2016 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό η καθ’ ης η ανακοπή βρισκόταν με την πιστούχο εταιρεία, με επωνυμία «… Α.Ε.», σε στάδιο διαπραγματεύσεων, και δη προκειμένου να λάβει χώρα ολική διαγραφή της ένδικης απαίτησης βάσει παραχώρησης ακίνητων περιουσιακών στοιχείων της δεύτερης, λόγω των οποίων είχε τυχόν δημιουργηθεί σε αυτήν και στον ανακόπτοντα εγγυητή η εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, καθώς ουδέν σχετικό εισφέρθηκε αποδεικτικά από τον τελευταίο. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται αληθής ο ισχυρισμός περί της αδυναμίας είσπραξης της ένδικης οφειλής βάσει της εκδόσεως του προσβαλλόμενου εκτελεστού τίτλου, και κατ’ επέκταση η μη ύπαρξη δικαιολογημένου συμφέροντος της καθ’ ης να προχωρήσει αρχικά στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης και ακολούθως να αιτηθεί την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, καθ’ όσον δεν αρκεί, για να κριθεί ότι ασκήθηκε καταχρηστικά το δικαίωμα της καταγγελίας, μόνη η πρόκληση βλάβης, έστω και μεγάλης, στον οφειλέτη, παρά μόνον αν τούτο δύναται να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως η έλλειψη δικαιολογημένου συμφέροντος του δανειστή. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι μεταξύ της καθ’ ης η ανακοπή, της ως άνω πιστούχου ανώνυμης εταιρείας και του ανακόπτοντος, ως εγγυητή, είχε, κατά τα προεκτεθέντα, καταρτιστεί η από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης, με αντικείμενο τη ρύθμιση της ένδικης συνολικής οφειλής, και την παροχή περιόδου χάριτος προκειμένου, όπως ρητά εκτίθεται στο τρίτο άρθρο αυτής, να εξευρεθεί λύση που να διασφαλίζει την εξυγίανση της λειτουργίας της πιστούχου και την προοπτική μελλοντικής κερδοφόρου συνεργασίας των προμηθευτών με αυτήν μετά την εξυγίανσή της, καθώς και στη συνέχεια, μετά την επικύρωση της δυνάμει της υπ’ αριθ. 16/3521/101/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η από 9.1.2015 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, με την οποία ειδικώς ο ανακόπτων αναγνώρισε ως ορθό το κατά την 30.6.2013 υπάρχον εκ της υπ’ αριθ. .../11.9.2000 σύμβασης πιστώσεως και των πρόσθετων αυτής πράξεων κατάλοιπο ύψους 568.559,91 ευρώ πλέον τόκων, ήτοι το ποσό στο οποίο αφορά η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ως προς αυτόν. Εντούτοις, έναντι της συνολικής οφειλής της πιστούχου, ύψους 6.949.135,82 ευρώ (καθώς προέρχεται από δύο συμβάσεις παροχής πίστωσης), καταβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τις 21.3.2014 (ημερομηνία επικύρωσης της παραπάνω συμφωνίας εξυγίανσης) έως τις 29.6.2016 (ημερομηνία κλεισίματος του τηρούμενου λογαριασμού) μόνον το ποσό των 8.066,08 ευρώ. Περαιτέρω, επί του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί της μη προηγούμενης καταγγελίας και του κλεισίματος του τηρούμενου προς εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμού ενημέρωσης του ανακόπτοντος, υπό την εκτεθείσα ιδιότητά του, για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής, δέον όπως αναφερθεί κατά πρώτον ότι η καθ’ ης η ανακοπή είχε αποστείλει στην πιστούχο εταιρεία την από 20.5.2016 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της (βλ. την υπ’ αριθ. ..../26.5.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Ανατολικής Κρήτης Χ.Κ.), με την οποία την καλούσε όπως εντός προθεσμίας ενός μηνός προέβαινε στην καταβολή του οφειλόμενου, λόγω καθυστέρησης καταβολής ληξιπρόθεσμων τόκων και εξόδων για το χρονικό διάστημα από τις 22.6.2015 έως την επίδοση αυτής, ποσού των 184.630,76 ευρώ, διότι διαφορετικά θα θεωρούσε την από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης ως ανατραπείσα. Επιπλέον, ο ανακόπτων υποστηρίζει ότι η επίδοση της παραπάνω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης σε αυτόν πάσχει ακυρότητας διότι ο παραλαβών αυτήν δεν είχε την εκτιθέμενη στην υπ’ αριθ. .../26.5.2016 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή ιδιότητα του συνεργάτη του, εντούτοις δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη της επικαλούμενης δικονομικής του βλάβης, καθώς δεν εισφέρθηκε αποδεικτικώς κάτι σχετικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατ’ άρθρον 159 παρ. 3 ΚΠολΔ η ακυρότητα της επίδοσης του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, που πρέπει ο προβάλλων την ακυρότητα να επικαλεστεί και να αποδείξει (βλ. ΑΠ 808/2004, Δ/νη 2006, 1391, ΕφΚρ 134/2003, ΤΝΠ ΔΣΑ). Σε κάθε, εξάλλου, περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι, ακόμα και αν υποτεθεί αληθής η επικαλούμενη δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος και η μη λήψη γνώσης της ως άνω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης, ο τελευταίος θα προέβαινε, εντός μηνός από αυτήν, σε εξόφληση της τρέχουσας κατά τον χρόνο εκείνο ληξιπρόθεσμης οφειλής, συνολικού ύψους αυτής 184.630,76 ευρώ, προκειμένου να αποτρέψει την ανατροπή της από 10.10.2013 καταρτισθείσας συμφωνίας εξυγίανσης και κατ’ επέκταση την κήρυξη της όλης οφειλής ως απαιτητής και ληξιπρόθεσμης (βλ. ΠΠΘ 3909/2012, ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, σκοπός της προβλεπόμενης στον Κώδικα Δεοντολογίας (άρθ. 1 παρ. 2 Ν. 4224/2013) διαδικασίας διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων είναι η εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος και η διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης, μετά από αξιολόγηση των οικονομικών καταστάσεων του πρώτου και της τρέχουσας ικανότητας του για αποπληρωμή των οφειλών. Στην προκείμενη περίπτωση, η καθ’ ης η ανακοπή δεν υποχρεούνταν κατά πρώτον να τηρήσει την εν λόγω διαδικασία, προ της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης παροχής πίστωσης, ως προς την πιστούχο εταιρεία, διότι στις 28.12.2015 επιβλήθηκε σε βάρος της αναγκαστική κατάσχεση για ποσό 588.326,10 ευρώ, με επισπεύδον το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου «ΙΚΑ-ΕΤΑΜ» (Οργανική Μονάδα Ηρακλείου) και, συνεπώς, υπαγόταν στην - εισάγουσα εξαίρεση - περίπτωση του Κεφαλαίου Πρώτου Α.2 περ. γ΄ της ΠΔ 195/2016. Επιπλέον, αποδεικνύεται, καθώς τούτο δεν αμφισβητείται ειδικώς από την καθ’ ης η ανακοπή, ότι η εν λόγω διαδικασία δεν τηρήθηκε και ως προς τον ανακόπτοντα εγγυητή. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταρτιστεί οι από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης, επικυρωθείσα στη συνέχεια δικαστικώς, και από 9.1.2015 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, στις οποίες συμβλήθηκε και ο ανακόπτων, βάσει των οποίων καθορίστηκε αναδιάρθρωση της συνολικής οφειλής και ορίστηκαν συγκεκριμένα οι υποχρεώσεις των μερών, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ουσιαστική εκδήλωση, από πλευράς της πιστούχου και του τελευταίου, πρόθεσης να τηρηθεί η εν λόγω διευθέτηση της πολυετούς και υψηλής εις ολόκληρον οφειλής τους, δεδομένης της καταβολής ενός ελάχιστου, σε σχέση με αυτήν, ποσού, ήτοι αυτό των 8.066,08 ευρώ για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, έως το κλείσιμο του λογαριασμού, προκύπτει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης δεν έλαβε χώρα καταχρηστικά. Εξάλλου, στο πλαίσιο των ως άνω συμφωνιών είχαν χορηγηθεί από την πιστούχο εταιρεία οι τρέχουσες οικονομικές της καταστάσεις, προκειμένου η καθ’ ης να λάβει γνώση τους και, συνεπώς, είχε πραγματοποιηθεί η οικονομική της αξιολόγηση. Επιχειρήθηκε, ως εκ τούτου, η συνεργασία των μερών και η ρύθμιση της μη εξυπηρετούμενης οφειλής και δόθηκε επαρκές χρονικό διάστημα για την εκπλήρωση των εκ της ρυθμίσεως καθορισθεισών υποχρεώσεων της πιστούχου και κατ’ επέκταση του ανακόπτοντος εγγυητή, ενώ της από 29.6.2016 καταγγελίας της σύμβασης προηγήθηκε σε κάθε περίπτωση η από 20.5.2016 γνωστοποίηση της ληξιπρόθεσμης οφειλής με αιτία τους τρέχοντες τόκους και έξοδα της περιόδου από 22.6.2015 έως 20.5.2016 και πρόσκληση προς εξόφλησή της. Επιπρόσθετα, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε από πλευράς της πιστούχου και των εγγυητών τυχόν εκδήλωση πρόθεσης τους προς νέα ρύθμιση της οφειλής τους. Την κρίση περί της μη καταχρηστικότητας στην καταγγελία της σύμβασης, ενόψει των ανωτέρω, ενισχύει το ότι, σύμφωνα με το τέταρτο κεφάλαιο της ΠΔΤΕ .../2016, στις περιπτώσεις δανειοληπτών νομικών προσώπων που δεν εμπίπτουν στο τρίτο κεφάλαιο, ήτοι δεν πρόκειται για την κατηγορία «πολύ μικρής επιχείρησης», ως καταλληλότερη διαδικασία για την εξωδικαστική διαπραγμάτευση και επιδίωξη επίλυσης των σχετικών καθυστερήσεων, θεωρείται σκόπιμο, λόγω των πιο σύνθετων απαιτήσεων διαπραγμάτευσης, με συμφέροντα περισσότερων του ενός, κατά κανόνα, πιστωτών, να ακολουθούνται, μεταξύ άλλων, τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του Ν. 3588/2007, όπως εν προκειμένω, δεδομένης της υπαγωγής της πιστούχου εταιρείας στο εν λόγω καθεστώς εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, έλαβε χώρα ουσιαστική προσπάθεια να οδηγηθούν τα συμβαλλόμενα μέρη σε ικανοποιητική λύση, έστω και χωρίς να τηρηθεί στη συνέχεια η διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας, ως προς τον εγγυητή ανακόπτοντα, και η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η συναλλακτική καλή πίστη και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καταχρηστική.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός έκαστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών». Εξάλλου, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Εν προκειμένω, από τη γραμματική διατύπωση της εν αρχή αναφερομένης διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου. Με την παραπάνω διατύπωση ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή της, ούτε όμως και την απαγόρευση αυτής. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις), και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως «βαρύνουσα» στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της Εθνικής Οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, ήδη από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια, στη βάση κανόνων του εσωτερικού και κοινοτικού δικαίου, διαμορφώνονται ελευθέρως (βλ. ΑΠ 2037/2014, ΤΝΠ ΔΣΑ). Υπό καθεστώς, μετά ταύτα, ελευθέρου προσδιορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους δανειολήπτες δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των δανείων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εν προκειμένω εισφοράς στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς, μάλιστα, ανάγκη ειδικής αναφοράς της εισφοράς αυτής στη δανειακή σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γίνονταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτάτο από το αν θα αναφέρονταν στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά ή όχι. Αλλά και εάν η μετακύλισή της άνω εισφοράς είχε, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από το Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου, διάταξη η οποία, πάντως, κατά τα προαναφερθέντα, δεν υφίσταται. Συμπερασματικά εν όψει των προαναφερθέντων προκύπτει ότι από το Ν. 128/1975 ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοούμενης της θεσπίσεως ανωτάτου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση (βλ. ΕφΛαρ 15/2018, ΤΝΠ ΔΣΑ). […] Εν προκειμένω, με τον ένατο λόγο της κρινόμενης ανακοπής του ο ανακόπτων ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής διότι, όπως εκθέτει, από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της καθ’ ης που προσκόμισε η τελευταία για την απόδειξη της απαίτησής της, προκύπτει ότι αυτή προέβαινε σε κεφαλαιοποίηση της εισφοράς του Ν. 128/1975, ήτοι ότι λάμβανε παρανόμως χώρα εκτοκισμός και ανατοκισμός του ποσού αυτής, με την ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων. Ότι κατά τον τρόπο αυτόν η επιδικασθείσα απαίτηση έναντι του ίδιου παρανόμως διαμορφώθηκε στο ποσό των 568.559,31 ευρώ και θα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 149.669,84 ευρώ, ενώ η τελευταία καθίσταται κατά τον τρόπο αυτόν μη εκκαθαρισμένη. Ότι επικουρικά, σε κάθε περίπτωση, το ποσό της εισφοράς του Ν. 128/1975 δεν μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί και να ανατοκιστεί, όπως έγινε στην προκείμενη περίπτωση, καθώς ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι επί άλλων φόρων, εισφορών ή προμηθειών, με συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της ένδικης οφειλής. Με αυτό το περιεχόμενο, ο εξεταζόμενος λόγος ανακοπής, κατά το πρώτο, κατά τα ανωτέρω, σκέλος του, κρίνεται ως ορισμένος, καθώς αναφέρει συγκεκριμένο ποσό το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, παρανόμως περιελήφθη στο επιδικασθέν χρεωστικό κατάλοιπο για την εκτεθείσα αιτία, εντούτοις θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, νομίμως η καθ’ ης η ανακοπή προέβαινε σε μετακύλιση σε βάρος της πιστούχου της εισφοράς του Ν. 128/1975, ενσωματώνοντας αυτή στο επιτόκιο της ένδικης πίστωσης, με συνέπεια αυτό να εκτοκίζεται με επιπλέον, κατά το ποσοστό της τελευταίας, επιτόκιο, ιδίως μάλιστα εάν ληφθεί υπόψη και η ειδική μνεία που πραγματοποιήθηκε στην ένδικη, υπ’ αριθ. .../11.9.2000, σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό (όρος 9) για τη μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς, κατά τρόπο που να έχουν ικανοποιηθεί και οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης των συμβαλλομένων πιστούχου και εγγυητών περί της αντίστοιχης, αναλαμβανόμενης διά της συμβάσεως, υποχρεώσεώς τους. Περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος του, με αντικείμενο τον επικαλούμενο παράνομο ανατοκισμό της προαναφερθείσας εισφοράς, ο εξεταζόμενος λόγος της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, δεν προσβάλλεται με αυτόν συγκεκριμένο επιμέρους κονδύλιο του τηρηθέντος μεταξύ των μερών λογαριασμού και ειδικότερα το ποσό το οποίο, κατά την ακολουθία των ισχυρισμών του ανακόπτοντος, προέκυψε βάσει ειδικώς του παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του Ν. 128/1975, παρά μόνον προβάλλεται μία γενική αμφισβήτηση, ως προς τούτο, της ορθότητας του τελευταίου, ενώ το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να αναπληρωθεί από την αναφορά του ποσού των 149.669,84 ευρώ στο πρώτο σκέλος του κρινόμενου λόγου, διότι το αντικείμενο αυτού (του πρώτου σκέλους) είναι ευρύτερο, περιλαμβάνοντας εν γένει το γεγονός της μετακύλισης, ανατοκισμού και εκτοκισμού της εν λόγω εισφοράς. Συνεπώς, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του συγκεκριμένου τμήματος του εξεταζόμενου λόγου και η κρίση περί (μερικής) ακυρότητας της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Ως εκ τούτου, ο τελευταίος κρίνεται απορριπτέος στο σύνολό του για τις εκτεθείσες αιτίες…]