ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 10/2019

 

Δικαστής : I. Γραμματικός, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι : I. Παπαϊωάννου - Ευστρ. Τσακίρης

 

I) Η με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΑΝΑΚ - ΕΚΤ .../2018 ανακοπή κατά της με αριθμό .../2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και της από 25.04.2018 επιταγής προς εκτέλεση, καθώς και το με αριθμό κατάθεσης ΑΝΑΚ - ΕΚΤ ..../2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων κατά της ίδιας ως άνω διαταγής πληρωμής και επιταγής προς πλη­ρωμή, που υπάγονται στην ίδια διαδικασία (ειδική περιουσιακών διαφορών), πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ των συνάφειας και διότι διευκολύνε­ται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής (άρθρα 31 και 246 Κ.Πολ.Δ.).

II) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015): «Ο οφειλέτης, κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής, έχει το δικαίωμα να ασκή­σει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ ύλη αρμό­διο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πλη­ρωμής...», κατά δε την παρ. 2 τελ. εδ. του ίδιου ως άνω άρθρου, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015: «...Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιου­σιακών διαφορών των άρθρων 614 επ». Περαιτέρω, είναι παραδεκτή η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο της από το άρθρο 632 του Κ.Πολ.Δ. ανακοπής και εκείνης του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα, όπως ρητά πλέον ορίζεται με την παράγραφο 6 της ίδιας ως άνω διά­ταξης. Η σώρευση των ανωτέρω ανακοπών σε ένα δικόγραφο δεν απαγορεύεται, υπό τις προϋποθέσεις βέβαια του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ. Με την υπό κρίση ανακοπή, η ανακόπτουσα ζητεί, αφενός, την ακύρωση της με αριθμό .../2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ ης, το συνολικό ποσό των 72.447,08 ευρώ, πλέον τόκων και εξό­δων, για απαίτηση που πηγάζει από την αναφερόμενη σύμβαση δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής και αφετέρου την ακύρωση της από 25.4.2018 επιταγής προς πληρωμή, που έχει καταχωρηθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, το οποίο η καθ ης έχει κοινοποιήσει στην ανακόπτουσα.

III) Με το περιεχόμενο αυτό, το ένδικο δικόγραφο, στο οποίο σωρεύονται η ανακοπή του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. κατά της διαταγής πληρωμής και η ανακοπή του άρθρου 933επ κατά πράξεων της εκτέλεσης, αρμοδίως και παραδεκτά, σύμφωνα και με τα ανα­φερόμενα ανωτέρω, καθ ύλη και κατά τόπο (632 παρ. 1, 636, 933 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) εισάγεται προς συζήτηση ενώ­πιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο θα δικάσει κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφο­ρών, όπως αναφέρεται στην ως άνω νομική πρόταση. Περαιτέρω, η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ άρθρο 632 παρ. 1, 933 παρ. 1 εδάφιο τελ. και 934 Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέ­πει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και ουσία βάσιμο των λόγων τους.

IV) Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διά­δικοι προσκομίζουν και επικαλούνται (να σημειωθεί ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε την εξέταση μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως φαίνεται και από τα πρακτικά της συνεδρίασης) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης:

1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου Κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση καταγής πληρω­μής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεωγράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Από το περιεχόμενο της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και για τον λόγο αυτόν πρέπει στη σχετική αίτηση να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση, το ακριβές οφειλό­μενο ποσό καθώς και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του υπόχρεου (βλ. ενδ ΑΠ 737/2006, ΝΟΜΟΣ και Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας, ΕρμΚ.Πολ.Δ., άρθρο 623 αριθ. 7). Εξ άλλου, είναι έγκυρη η μεταξύ της παράσχουσας τοκοχρεολυτικό δάνειο τράπεζας και του δανειολήπτη συμφωνία κατά την οποία το απόσπασμα του μηχα­νογραφικούς τηρούμενου λογαριασμού του δανείου, το οποίο δεν συνιστά έγγραφο από τα μνημονευομένα στα άρθρα 444 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της οφειλής του τελευταίου από τη χορήγησή του. Στην περίπτωση αυτή το εν λόγω απόσπασμα, αναγορευόμενο συμβατικώς σε έγγραφο με πλήρη απόδειξη, πλη­ροί την απαίτηση της προπαρατεθείσας διάταξης και συνεπώς δύναται να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του οφειλέτη του δανείου (ενδ. ΑΠ 925/2002, ΕλλΔνη 2003. 1298). Απαραίτητη όμως προϋπόθεση αποτελεί η συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και η αναγραφή αυτής στη σύμ­βαση δανείου ή στην πρόσθετη πράξη αυτής.

Εν προκειμένω η ανακόπτουσα, με τον πρώτο λόγο ανακοπής της, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε χωρίς τη διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της χρηματι­κής απαίτησης, στην οποία αφορά αυτή, καθώς τα προσκομισθέντα από την καθ ης έγγραφα (αποσπά­σματα των εμπορικών βιβλίων), μπορούν να αποτελέσουν έγγραφα αποδεικτικά της απαίτησης, μονάχα αν υπάρξει μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ειδική συμφωνία, που στην ένδικη σύμβαση δεν συνέτρεξε. Πράγματι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επι­σκόπηση των προσκομιζόμενων ενδίκων δύο (2) συμ­βάσεων, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου, δεν προκύπτει η συνομολόγηση, από μέρους της ανακόπτουσας, ότι τα αποσπάσματα των εμπο­ρικών βιβλίων της τράπεζας θα παρέχουν πλήρη από­δειξη, έναντι του οφειλέτη για το ύψος της οφειλής, αφού ουδέν αναφέρεται περί τούτου στη με αριθμό 513/26.10.2005 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου αλλά ούτε και στην με αριθμό 513/20005 πρόσθετη πράξη σύμβασης αναχρηματοδότησης του ιδίου τοκο­χρεωλυτικού δανείου. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος ανακοπής είναι νόμω και ουσία βάσιμος.

2) Ακόμη, η προδικαστική παραπομπή, η οποία προ­βλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 3, στοιχείο β, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ), αποτελεί θεμελιώδη μηχανι­σμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμο­γής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Δικαστήριο) προδικα­στικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Η διαδικα­σία προδικαστικής παραπομπής βασίζεται στη στενή συνεργασία του Δικαστηρίου με τα δικαστήρια των κρατών μελών. Για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της διαδικασίας αυτής είναι σκόπιμη η υπενθύμιση των ουσιωδών χαρακτηριστικών της και η παροχή ορισμένων διευκρινίσεων με στόχο την απο­σαφήνιση των διατάξεων του κανονισμού Διαδικασίας σε ό,τι αφορά, μεταξύ άλλων, το όργανο που ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και το αντικεί­μενο της σχετικής αιτήσεως, καθώς και τη μορφή και το περιεχόμενο της. Οι διευκρινίσεις αυτές, οι οποίες αφορούν όλες τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως (I), συμπληρώνονται από ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που απαιτούν επίσπευση της εκδικάσεως της υποθέσεως (II) και από ένα παράρτημα, στο οποίο παρατίθενται συνοπτικά τα ουσιώδη στοιχεία οποιασδήποτε αιτήσεως προδι­καστικής αποφάσεως. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης ασκείται με απο­κλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανε­ξάρτητα από το αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει ή όχι την επιθυμία για υποβολή προδικα­στικού ερωτήματος στο Δικαστήριο. Στο εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβά­νοντας υπ όψιν τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφά­σεως προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Ο όρος «δικαστήριο» ερμηνεύεται από το Δικαστήριο ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης, λαμβανομένου συναφώς υπ όψιν ενός συνόλου παραγόντων, όπως είναι η ίδρυση με νόμο του οργάνου το οποίο υποβάλλει το ερώτημα, ο μόνι­μος χαρακτήρας του, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της προσφυγής σε αυτό, η τήρηση της αρχής της εκατέ­ρωθεν ακροάσεως κατά την ενώπιον του διαδικασία, η εφαρμογή, από το όργανο αυτό, κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του. Τα δικαστήρια των κρα­τών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως (βλέπε άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη ιδίως όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις που είναι ανα­γκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο.

Στην προκειμένη περίπτωση με το πέμπτο σκέλος του 3ου πρόσθετου λόγου ανακοπής η ανακόπτουσα ζητά να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, για τους λόγους που επικαλείται σε αυτήν. Όπως προκύ­πτει από την επισκόπηση των λόγων με αριθμό 1,2 και 6 που εντάσσονται σε αυτό το σκέλος του 3ου πρό­σθετου λόγου της ανακόπτουσας, πράγματι εγείρονται ζητήματα ερμηνείας διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων 19 ΣΕΕ και 267 ΣΛΕΕ. Για τη δε εξέτασή τους κατ ουσία, το παρόν Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο την απεύθυνση ερωτημάτων στο ΔΕΕ με το ακόλουθο περιεχόμενο:

Α) Να ερωτηθεί εάν το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι καθιερώνει δικονομικό κανόνα δημόσιας τάξης που υποχρεώνει τα εθνικά Δικαστήρια να λαμβάνουν αυτεπαγγέλτως υπ όψιν τους τον κατα­χρηστικό χαρακτήρα ρήτρας, που συνήφθη μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή, ακόμα και κατά το στά­διο της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, ιδίως δοθέντος ότι στην ελληνική έννομη τάξη, σύμφωνα με τα άρθρα 623, 624, 628, 629 Κ.Πολ.Δ., όχι μόνο δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση αλλά επιπλέον η διαταγή πληρωμής εκδίδεται άνευ αντιμωλίας, μετά από τυπικό έλεγχο εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνε­ται η δανειακή σύμβαση, αρμόδιο για έκδοση Διαταγής Πληρωμής είναι δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας και η διαταγή πληρωμής αποτελεί αμέσως εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου ο προμηθευτής μπορεί μετά από τρεις (3) ημέρες να εκκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, επί της οποίας δεν παρέ­χεται η δυνατότητα αναστολής.

Β) Να ερωτηθεί εάν το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι καθιερώνει δικονομικό κανόνα δημόσιας τάξης που υποχρεώνει τα εθνικά Δικαστήρια να παραλείπουν την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, όταν αποδεικνύεται εγγράφως, ενώπιον δικαστηρίου που εκδίδει διαταγή πληρωμής, ότι η απαίτηση προέκυψε από ΓΟΣ, που έχουν ήδη νομολογηθεί, τελεσίδικα και αμετάκλητα, στο πλαίσιο Αγωγών Παραλείψεως, που άσκησαν καταναλωτικές ενώσεις κατά προμηθευτών, άκυροι ως καταχρηστικοί, όπως αυτοί απαριθμού­νται στην έχουσα χαρακτήρα εθνικού μητρώου κατα­χρηστικών ρητρών, από υπ αριθ. Ζ1-798/25.6.2008 (ΦΕΚ Β 1353/11.7.2008) Υπουργική Απόφαση όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ αριθ. Ζ1-21/17.1.2011 και κρίθηκε νόμιμη με τη ΣτΕ 1210/2010 και αφού λήφθηκαν υπ όψιν οι αποφάσεις υπ αριθ. 1219/2001 και 430/2005 ΑΠ, 5253/2003 και 6291/2000 Εφετείου Αθηνών καθώς και οι 1119/2002 και 1208/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ αριθ. 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που έχει κατα­στεί αμετάκλητη και το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύ­τερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουρ­γία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 2251/1994) με την οποία αποφασίστηκε «η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστι­κοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές», στην οποία παρατίθενται οι ΓΟΣ που έχουν κριθεί άκυροι ως καταχρηστικοί, μετά από άσκηση συλλογικών αγωγών ενώσεων καταναλωτών κατά των τραπεζών, λογιζο­μένων των τελευταίων ως προμηθευτών, ιδίως δοθέ­ντος ότι αρμόδια προς έκδοση διαταγών πληρωμής στην Ελλάδα είναι δικαιοδοτικά όργανα και συγκεκριμένα τα Ειρηνοδικεία και τα Πρωτοδικεία της χώρας και η διαταγή πληρωμής αποτελεί αμέσως εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου ο προμηθευτής μπορεί μετά από τρεις (3) ημέρες να εκκινήσει διαδικασία αναγκα­στικής εκτέλεσης, επί της οποίας δεν υπάρχει δυνατότητα αναστολής.

Γ) Να ερωτηθεί εάν τα άρθρα 6 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 8 της Οδηγίας έχουν την έννοια ότι το δεδικασμένο που παρήχθη από την ευδοκίμηση αγωγών παραλείψεων που άσκησαν καταναλωτικές ενώσεις κατά προμη­θευτών απαιτεί ως πρόσθετη προϋπόθεση, για την επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου αυτού έναντι πάντων (κατά την παρ. 20 του αρ. 10 του ν. 2251/1994), ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας, όπως απαιτείται κατά τη διάταξη 324 Κ.Πολ.Δ. του εθνικού δικονομικού δικαίου, με αποτέλε­σμα να υπάρχει η πιθανότητα, το δεδικασμένο που παρήχθη από την ευδοκίμηση Συλλογικών Αγωγών παραλείψεως, να μην μπορεί να επεκταθεί και να μην μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση κατά την οποία εθνικό Δικαστήριο επιλαμβάνεται ενδίκου βοη­θήματος που ασκεί καταναλωτής κατά προμηθευτή.

Αντίθετα, για τους λόγους με αριθμό 3, 4 και 5 το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει προς τούτο περίπτωση απεύθυνσης ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

V) Κατά λογική ακολουθία των ανωτέρω το παρόν Δικαστήριο: Α) Δέχεται κατ ουσία τον πρώτο λόγο του δικογράφου της ανακοπής. Β) Απευθύνει ερώτημα προς το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το διατακτικό της παρούσας για τα θέματα που άπτονται ερμηνείας κανόνων του παράγωγου και του Κοινοτικού Δικαίου. Γ) Επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί των υπολοίπων λόγων ανακοπής μετά την έκδοση απόφασης από το ΔΕΕ, επί των κάτωθι προδικαστικών ερωτημάτων και συνακόλουθα η εκδίκαση της υπόθε­σης πρέπει να ανασταλεί οίκοθεν κατ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ. (σχετ. ΑΠ 162/2009, ΧρΙΔ 2009. 827, Ε. Σαχπεκίδου, Η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από τα ελληνικά δικαστήρια, Αρμ 2000. 737, 738-739, Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία II, 2005, Κ. Μακρίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Κ.Πολ.Δ. I (2000), 249 αρ. 4, πρβλ. Εφ.Θεσ. 673/2009, ΕφΑΔ 2009. 826). Περαιτέρω διατάσσει να διαβιβαστούν από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Σερρών προς τη Γραμματεία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αντίγραφα της παρούσας απόφασης, της κρινό­μενης ανακοπής καθώς και των προτάσεων των διαδί­κων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (ενδ. ΠΠρΑθ 3838/2011, ΝΟΜΟΣ).