ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2019

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Ράντο, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Προεδρεύοντα, κωλυομένου του Προέδρου του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου Νικολάου Σακελλαρίου, Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γεώργιο Λέκκα, Αντι­πρόεδρο του Αρείου Πάγου, κωλυομένου του Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πέππα και των αρχαιοτέρων αυτού Αντιπροέδρων, Ιωάννη Σαρμά, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κωλυομένης της Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ανδρονίκης Θεοτοκάτου, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Χρήστο Ντουχάνη, Συμβούλους της Επικρατείας, τακτικά μέλη, Αβροκόμη Θούα, Πέτρο Σαλίχο, Αγγελική Τζαβάρα, Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες, τακτικά μέλη, Χριστίνα Σιταρά, Σύμβουλο της Επικρατείας, τακτικό μέλος, Μαρλένα Τριπολιτσιώτη Εισηγήτρια, αναπληρωματικό μέλος, Χρίστο Μυλωνόπουλο, Καθηγη­τή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθηνά Κοτζάμπαση, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής του Πανεπι­στημίου Θεσσαλονίκης, τακτικά μέλη και τη Γραμματέα Ελένη Γκίκα, Προϊσταμένη Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 23 Μαΐου 2018 και ώρα 18:00, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ανώνυμη ...», με το διακριτικό τίτλο «....», που εδρεύει στην ... του Ν. Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Θεοδώρου του Αγαμέμνωνος (Α.Μ./Δ.Σ.Α. ...).

ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς: α) Οικονομικών και β) Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο παρέστη με το Νομικό Σύμβουλο του Κράτους ....

Η αιτούσα με την από 15.5.2017 αίτησή της ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κατέθεσε κατά νόμο στο Γραμματέα του, με αριθμό πράξης κατάθεσης .../16.5.2017, ζήτησε όσα αναφέρονται στο αιτητικό της.

Ακολούθως, η Εισηγήτρια Μαρλένα Τριπολιτσιώτη, Σύμβουλος της Επικρατείας, ανέγνωσε την από 17.5.2018 έκθεσή της.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δι­κηγόρο της αιτούσας, καθώς και τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους.

Μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η άρση της αποφατικής σύγκρουσης δικαιοδοσίας, η οποία ανέκυψε από τις αποφάσεις 1548/2013 του Πολυμελούς Πρωτο­δικείου Αθηνών και 973/2017 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκε, λόγω έλλειψης δι­καιοδοσίας, η κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ ανακοπή της αιτούσας κατά της δήλωσης του Δημοσίου ως τρίτου, εις χείρας του οποίου έγινε κατάσχεση απαίτησης της καθ' ής η εκτέλεση εταιρείας, προερχόμενης από διοικητική σύμβαση.

2. Επειδή, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Κώδικα Α.Ε.Δ.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 (A΄ 141) «εφόσον τα κατά το άρθρο 44 παρ. 1 δικαστήρια έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της αυτής υποθέσεως, η σύγκρουσις αίρεται επιμελεία παντός διαδίκου, δια καταθέσεως αιτήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της νεωτέρας αποφάσεως». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο όρος της τελεσιδικίας, που τίθε­ται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της υποβολής της αίτησης, συντρέχει όχι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι αποφάσεις αυτές δεν υπέκειντο από την έκδο­σή τους σε έφεση, διότι εκδόθηκαν από δευτεροβάθμια δικαστήρια ή πρωτοβάθμια μεν, ανεκκλήτως όμως, κατά το νόμο, αλλά και όταν υπέκειντο μεν κατά το χρόνο της έκδοσής τους σε έφεση, στη συνέχεια όμως κατέστησαν τελεσίδικες με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο και ειδικότε­ρα με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως ή με αποδοχή τους εκ μέρους αυτού που έχει δικαίωμα εφέσεως. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία των 90 ημερών αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως εκείνης, που κατέστη τελεσίδικη τελευταία. (Α.Ε.Δ. 1/2015, 28/2011, 14/2003, 8/2002, 17/1993).

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η 1548/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 4.4.2013 και κατέστη τελεσίδικη στις 5.4.2016, μετά την πάροδο τριετίας (ΚΠολΔ άρθρο 518 παρ. 2), εφόσον δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση (βλ. Το .../4.5.2017 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), η δε 973/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 16.2.2017, ήταν τελεσίδικη από την έκδοσή της. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Α.Ε.Δ. στις 16.5.2017, ασκείται εμπροθέσμως, δηλαδή μέσα στην οριζόμενη στο άρθρο 46 του ν. 345/1976 προθεσμία των ενενήντα ημερών, η οποία αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης που κατέστη

τελεσίδικη τελευταία, δηλαδή της 973/2017 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, έχει δε ασκηθεί και κατά τα λοιπά παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί πε­ραιτέρω, δεδομένου ότι έγιναν όλες οι νόμιμες επιδόσεις και κοινοποιήσεις (άρθρα 100 παρ. 6 στοιχ. δ΄ του Συ­ντάγματος και 6 εδάφ. δ΄, 10 παρ. 2, 45, 46 παρ. 2 και 47 παρ. 1 και 2 του ν. 345/1976).

4. Επειδή, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Συ­ντάγματος και τη διάταξη του άρθρου 6 εδάφιο δ΄ του Κώδικα Α.Ε.Δ., στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο υπάγε­ται, εκτός των άλλων, και η «άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτι­κών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρί­ων». Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφόσον τα πιο πάνω δικαστήρια έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της ίδιας υποθέσεως, η σύγκρουση αίρεται με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, με κατάθεση αιτήσεως ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη δημοσίευση της νεότερης αποφάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου περιορίζεται στη λύση του αμφισβητούμενου ζητήματος δικαιοδοσίας, εξαφανίζει την απόφαση που εσφαλμένως αποφάνθηκε για το ζή­τημα αυτό, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνεται ότι έχει δικαιοδοσία και είναι υποχρεωτική για τα δικαστήρια που απέσχον να επιληφθούν και τους διαδίκους.

5. Επειδή, όπως προκύπτει από τις παραπάνω αποφά­σεις 1548/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 973/2017 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, τα διαδι­καστικά έγγραφα και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας «... ΑΕ» καταρτίσθηκε η από 14.12.2005 σύμβαση και η από 31.8.2012 συμπληρωματική σύμβαση για την εκτέλεση του έργου «Κατασκευή φράγματος Πείρου Παραπείρου στην Πάτρα». Κατόπιν της από 14.7.2011 αιτήσεως της αιτούσας εκδόθηκε η .../2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της εταιρείας «... ΑΕ» για την καταβο­λή στην αιτούσα οφειλής ύψους 1.867.538 ευρώ, πλέον νομίμου τόκου υπερημερίας. Η ως άνω οφειλή προήλθε από μη πληρωμή τραπεζικών επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν από την εταιρεία «... ΑΕ» για την εξό­φληση 213 τιμολογίων πώλησης τσιμέντου και άλλων οφειλών προς την αιτούσα. Με το από 7.9.2012 κατα­σχετήριο εις χείρας του Ελληνικού Δημοσίου ως τρίτου, και συγκεκριμένα εις χείρας της Ειδικής Υπηρεσίας Δη­μοσίων Έργων Οδικών Σηράγγων και Λοιπών Υπογείων Έργων (ΕΥΔΕ/ΟΣΥΕ) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δι­κτύων, η αιτούσα προέβη σε κατάσχεση κάθε απαίτησης που είχε η οφειλέτις της εταιρεία «... ΑΕ» κατά του Ελληνικού Δημοσίου από την 65η και 66η εντολή πληρωμής του προαναφερόμενου έργου, αλλά και κάθε απαίτησης από μελλοντικές πληρωμές του έργου αυτού, μέχρι του ποσού των 554.269,37 ευρώ (468.456,93 ευρώ κεφάλαιο και τόκοι ύψους 85.812,44 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στα ανωτέρω 213 τιμολόγια πώλησης τσιμέ­ντου, που εξέδωσε η αιτούσα προς την εταιρεία «... ΑΕ» για την κατασκευή του έργου. Στη συνέχεια, με το από 18.9.2012 δεύτερο κατασχετήριο εις χείρας του Ελληνικού Δημοσίου ως τρίτου, και συγκεκριμένα εις χείρας της ίδιας παραπάνω υπηρεσίας, η αιτούσα προέβη σε κατάσχεση κάθε απαίτησης της προαναφερόμενης οφειλέτιδος εταιρείας «... ΑΕ» κατά του Ελληνι­κού Δημοσίου από την 67η εντολή πληρωμής του ίδιου έργου και κάθε μελλοντικής απαίτησης της εταιρείας από την εκτέλεση της σύμβασης του έργου αυτού, μέ­χρι του ποσού των 554.269,35 ευρώ (468.456,93 ευρώ κεφάλαιο και τόκοι ύψους 85.812,44 ευρώ), που αντι­στοιχεί στα ίδια παραπάνω τιμολόγια. Κατόπιν τούτων, το Ελληνικό Δημόσιο ως τρίτος και ειδικότερα ο Διευ­θυντής της ... της ... του Υπουργείου Ανά­πτυξης Ανταγωνιστικότητας Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων υπέβαλε, στις 10.10.2012, στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την .../2012 Δήλωση Τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 985 ΚΠολΔ, στην οποία ανέφερε μεν ότι η ανάδοχος του έργου «... ΑΕ» δικαιούται να εισπράξει ποσό 1.384.661,64 ευρώ που αντιστοιχεί στις 65η, 66η και 67η πιστοποιήσεις, δήλωσε όμως ότι η υπηρεσία δεν θα προβεί στην παρακράτηση του ποσού των 468.456,93 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα επίμαχα τιμολόγια πώλησης, για το λόγο ότι στην διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, δεν γίνεται καμία αναφορά στο επίμαχο έργο, ούτε και στα τιμολόγια που το αφορούν. Κατά της παραπάνω δήλωσης η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Πο­λυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, η οποία απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας με την 1548/2013 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Ειδικότερα, με την παραπάνω απόφαση κρίθηκε ότι, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται όχι από το Δημόσιο, βάσει των διατάξεων του ΚΕΔΕ, αλλά από ιδιώτη δανειστή, βάσει των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η ανακοπή κατά δήλωσης διοικη­τικού οργάνου ή οργάνου νπδδ, ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των τακτικών διοι­κητικών δικαστηρίων, εφόσον και η υποκείμενη σχέση, δηλαδή η απαίτηση του καθού κατά του τρίτου, εις χείρας του οποίου γίνεται η κατάσχεση, έχει το χαρακτήρα απαίτησης δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι εν προκειμένω η σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας «...ΑΕ» είναι δι­οικητική σύμβαση εφόσον ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο, η σύμβαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και του π.δ. 609/1985, καθώς και του ν. 3669/2008, οι οποίες εξασφαλίζουν στο Δημόσιο υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλομένης του, με αποτέλεσμα η επίλυση της διαφοράς που απορρέει από την εν λόγω σύμβαση να ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Μετά τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, η αι­τούσα άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ανακοπή, βάσει του ίδιου άρθρου 986 ΚΠολΔ, η οποία επίσης απορρίφθηκε, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσί­ας, με την 7657/2015 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι, από τις διαφορές που γεννώνται κατά τη διαδικασία της ανα­γκαστικής εκτέλεσης, υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως διαφορές ουσίας, εκείνες που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία της εκτέλε­σης που επισπεύδει το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δη­μοσίου δικαίου κατά τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, για την ικανοποίηση απαίτησης προερχόμενης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ενώ, αντίθετα, δι­αφορές, οι οποίες ανακύπτουν κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για την ικανοποίηση απαίτησης ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέ­ρω κρίθηκε ότι τέτοια διαφορά, υπαγόμενη στην δικαι­οδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δημιουργείται και από τη δήλωση που υποβάλλεται κατά το άρθρο 985 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στη γραμματεία δικαστι­κής αρχής (του ειρηνοδικείου) από τρίτο, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση χρηματικής απαίτησης που έχει κατ' αυτού ο οφειλέτης του επισπεύδοντος την αναγκαστική εκτέλεση, ή από την παράλειψη υποβο­λής τέτοιας δήλωσης, ανεξαρτήτως αν τρίτος είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η κατασχεθείσα απαίτηση προέρχεται από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Με αυτά τα δεδομένα κρίθηκε ότι, στην κρινόμενη περίπτωση, όπου η ανακοπή στρέφεται κατά δήλωσης διοικητικού οργάνου εκπροσωπούντος το Δημόσιο ως τρίτου (ή κατά της παράλειψης του ιδίου οργάνου να προβεί σε δήλωση), στο πλαίσιο αναγκαστι­κής εκτέλεσης που επισπεύδεται από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κατά άλλου νομικού προσώπου ιδι­ωτικού δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για την ικανοποίηση απαίτησης ιδιωτικού δικαίου, δεν δημιουργείται διαφορά ουσίας, αλλά ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, κατόπιν ασκήσεως ανακο­πής κατά το άρθρο 986 του Κώδικα Πολιτικής Δικονο­μίας, χωρίς να ασκεί επιρροή η φύση της απαίτησης της καθής η εκτέλεση εταιρείας «...ΑΕ» κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που κατασχέθηκε εις χείρας του τελευταίου. Κατά της παραπάνω απόφασης η αιτούσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 973/2017 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την ίδια αιτιολογία.

6. Επειδή, στο άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: «1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπά­γονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας όπως νόμος ορίζει. 3. ...». Με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 (Α΄ 182), έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των διαφορών αυτών περιλαμβάνονται, κατά την παράγραφο 2 περ. ια΄ του ίδιου άρθρου, και εκείνες που αναφύονται από την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ν.δ. 356/74 Α΄ 90). Στο άρθρο 1 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» ορίζονται τα εξής: «1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος ν. διατάγματος. 2. Ως δημόσια έσοδα θε­ωρούνται και οι απαιτήσεις ων κατέστη δικαιούχον το Δημόσιον εκ καθολικής ή ειδικής διαδοχής». Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ. ν. 2717/1999, Α΄ 97), το οποίο εντάσσεται στο Πρώτο Τμήμα του Πρώτου Μέρους του εν λόγω Κώδικα, ορί­ζονται τα εξής: «Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια». Περαιτέρω, το άρθρο 216, υπό τον Πρώτο Τίτλο «ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΥΟ­ΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ» του Πρώτου Τμήματος του Δευτέρου Μέρους του ανω­τέρω Κώδικα, ορίζει ότι: «Στις, υπό τον Πρώτο Τίτλο, ρυθ­μίσεις του ΤΜΗΜΑΤΟΣ τούτου υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται κατά τη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εκτός αν τα έσοδα αυτά αναφέρονται σε απαιτήσεις ιδιω­τικού δικαίου», στο δε άρθρο 217 προβλέπονται τα εξής: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κα­τασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης. 2. Ανακοπή, επίσης χωρεί κατά: α) της αρνη­τικής δήλωσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του ΚΕΔΕ, εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου...». Ο Κώ­δικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) ορίζει στο άρθρο 30, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 του ν. 2648/1998 (Α΄ 238), ότι: «1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς τούτο, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου ... 2. Δια του κατασχετηρί­ου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα ... υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, ... 3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαι­τήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως. 4. ..., στο άρθρο 32 ότι: «1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφω­νιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ... οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατα­σχετηρίου ... Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι' αναφοράς επιδιδομένης δια του δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημο­σίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου ...», στο άρθρο 33, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 παρ. 1 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58), ότι: «Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κα­τάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ' ού ή ότι η οφειλή είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση» και στο άρθρο 34 ότι: «Ανακοπή κατά της δηλώσεως ασκεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου, εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως ή από της περιελεύσεως αυτώ της εκθέσεως της ενώπιον του Ειρηνοδίκου γενομένης δηλώσεως. Η ανακοπή εισάγεται και εκδικάζεται κατά τα εν άρθρω 986 του Κώδικος Πολιτικής Δικονο­μίας οριζόμενα». Εξάλλου, στο άρθρο 983 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182) ορίζεται ότι: «1. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118, και α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, δ) διο­ρισμό αντικλήτου ... 2. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. 3...4...5...», στο άρθρο 985 ότι: «1. Μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατα­σχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιός την επέβαλε και για ποιό ποσό 2. Η δήλωση της παρ. 1 γίνεται προφορικά στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας εκείνου που δηλώνει και συντάσσεται γενική έκθεση.

3. Η παράλειψη της δήλωσης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Αν η δήλωση παραλειφθεί ή είναι ανακριβής, ο τρίτος ευθύνεται να αποζημιώσει αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση», στο άρθρο 986, όπως τροποποιήθη­κε με το άρθρο 12 παρ. 9 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), ότι: «Μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δήλωση του άρθρου 985 όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να την ανακόψει ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 23 επ. Δικαστηρίου. ...» και στο άρθρο 987 ότι: «Ο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης παρά μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση». Τέλος, στο άρθρο 95 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, (ν. 2362/1995 Α΄ 247) καθορίζεται μία σειρά από πρόσθετες διατυπώ­σεις (κοινοποιήσεις στις οριζόμενες στην διάταξη αυτή δημόσιες αρχές) για την εγκυρότητα της κατάσχεσης, όταν λαμβάνει χώρα κατάσχεση χρηματικής απαίτησης εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου (παρ. 1). Περαιτέρω, ορίζεται ότι στο κατασχετήριο εις χείρας του Δημοσίου, πρέπει αναγκαίως να αναφέρεται σαφώς η ακριβής αιτία της οφειλής του Δημοσίου, το πρόσωπο του δικαιούχου της σχετικής απαίτησης με την ακριβή διεύθυνσή του και το ποσό αυτής (παρ. 2), καθώς και ότι η μη τήρηση των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου επάγεται την ακυ­ρότητα της κατάσχεσης εις χείρας του Δημοσίου και ότι, επί άκυρης εις χείρας του κατάσχεσης, το Δημόσιο δεν υποχρεούται σε καμία δήλωση (παρ. 5).

7. Επειδή, στην περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται από την άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιούς πε­ριορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (Α.Π. 663/2017, 480/2012, 1065/2009, 73/1995). Εξάλλου, το αντικείμενο της ανακοπής και της σχετικής δίκης οριοθετείται από το περιεχόμενο του κα­τασχετηρίου και τη δήλωση του τρίτου, και -συνεπώς δεν είναι δυνατή η επέκταση της κατάσχεσης σε απαίτηση ή έννομη σχέση που δεν περιέχεται στο κατασχετήριο. Έτσι, σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, όπου τρίτος είναι το Δημόσιο, κρίσιμο στοιχείο, για τον καθο­ρισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας, είναι όχι η τυχόν αστική φύση της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή κατά του οφειλέτη του, της οποίας τελικά επιδιώκεται η ικανοποίηση μέσω της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, αφού αυτή δεν είναι η επίδικη, αλλά η φύση της απαίτη­σης που κατασχέθηκε, δηλαδή η φύση της υποκείμενης σχέσης μεταξύ τρίτου και καθού η εκτέλεση (αρχικού οφειλέτη του επισπεύδοντος την εκτέλεση), εφόσον αυτή τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής, δε­δομένου ότι η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 986 ΚΠολΔ επέχει κατ' ουσίαν θέση αγωγής του αρχικού οφειλέτη (και δανειστή του τρίτου) κατά του τρίτου (βλ. Α.Π. 325/2008, πρβλ. Α.Ε.Δ. 1/1991, ΣτΕ 48/2014 7μ, 1490/1993 7μ, 2391/2014, 3778/2015, Α.Π. 161/2011, 884/2010, 1182/2009, 73, 10/1995). Κατόπιν των παραπάνω, στην κρινόμενη πε­ρίπτωση, εφόσον η απαίτηση της καθής η εκτέλεση εται­ρείας «...Α.Ε.» κατά του Δημοσίου, εις χείρας του οποίου, ως τρίτου, επιβλήθηκε η κατάσχεση, έχει το χαρακτήρα απαίτησης δημοσίου δικαίου, προερχόμενης από διοικητική σύμβαση, η αποφατική σύγκρουση που δημιουργήθηκε πρέπει να αρθεί υπέρ των διοικητικών δικαστηρίων, όπως ορθά κρίθηκε με την 1548/2013 από­φαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και να εξαφανισθεί η 973/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που έκρινε αντιθέτως, να παραπεμφθεί δε η υπό­θεση προς εκδίκαση στο δικαστήριο αυτό. Μειοψήφη­σαν πέντε μέλη του Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος Α. Ράντος και οι Χ. Ντουχάνης, Λ. Μόρφης, Χ. Μυλωνόπουλος και Α. Κοτζάμπαση οι οποίοι υποστήριξαν ότι το κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας στην περίπτωση ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ κατά της αρνητικής δήλωσης του Δημοσίου ως τρίτου, στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κατά επί­σης φυσικού προσώπου ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, είναι η πραγματική υποκείμενη σχέση, δηλαδή η προσδιοριζόμενη από τη φύση της απαίτησης της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση και όχι η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε εις χείρας του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για απαίτηση δημοσί­ου δικαίου. Συνεπώς, η επίμαχη διαφορά είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου, η οποία προήλθε από την κατάσχεση της αιτούσας εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ως τρί­του, για την είσπραξη απαιτήσεών της κατά της εταιρείας «... ΑΕ», οι οποίες δημιουργήθηκαν από προγε­νέστερη ιδιωτική συμφωνία που συνήφθη μεταξύ τους (ΣτΕ 6/2018, ΣτΕ σε συμβούλιο 366-9/2009, 404-11/2009). Το μέλος του Δικαστηρίου Χ. Μυλωνόπουλος προσθέτει επίσης ότι η λύση αυτή υπαγορεύεται και από το ότι στην κρινόμενη περίπτωση σκοπός της σχετικής διατάξεως του ΚΠολΔ είναι τελικώς η ρύθμιση της πρωτογενούς διαφοράς, η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ιδιωτικού δικαίου και όχι της δευτερογενώς παραχθείσης. Κατά τη γνώμη, συνεπώς, της μειοψηφίας, η κρινόμενη αποφατική σύγκρουση έπρεπε να αρθεί υπέρ της δικαι­οδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

8. Επειδή, σε περίπτωση υποβολής παραδεκτώς αί­τησης για άρση αποφατικής σύγκρουσης, δεν συντρέ­χει περίπτωση επιδίκασης δικαστικής δαπάνης (Α.Ε.Δ. 14/2003).

Διά ταύτα

Αίρει υπέρ της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικα­στηρίων την αποφατική σύγκρουση που ανέκυψε στην προκείμενη υπόθεση.

Εξαφανίζει την 973/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο δικαστή­ριο αυτό.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2018.

 

O Προεδρεύων Αντιπρόεδρος             Η Γραμματέας

    ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΡΑΝΤΟΣ                   ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

 

Και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 16 Ιανουαρίου 2019.

 

    Ο Πρόεδρος

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΠΠΑΣ