ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΙΚΑΡΙΑΣ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2018

 

Ειρηνοδίκης : Θ. Κάδρα

Δικηγόροι : Ε. Χιώτης, Δ. Θεοδωράκη

 

Η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ως περιουσιακή διαφορά, είναι αποκλειστική και υποχρεωτική για τους διαδίκους, η δε τήρησή της ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 466-471 Κ.Πολ.Δ. συνιστούν ειδικές διατάξεις της τακτικής διαδικασίας λόγω της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και συνεπώς δεν θεσπίζεται με αυτές αυτοτελής («επώνυμη») ειδική διαδικασία λόγω της ιδιαιτερότητας της φύσης της υπόθεσης. Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 δεν προ­κύπτει πως σκοπός του νομοθέτη, με τις τροπο­ποιήσεις, που επέφερε ο ως άνω νόμος στη διάρ­θρωση των ειδικών διαδικασιών, ήταν η αυτονό­μηση των ειδικών διατάξεων των μικροδιαφορών από την τακτική διαδικασία και η αναγωγή τους σε αυτοτελή διαδικασία εφαρμοζόμενη στο σύνο­λο των πολιτικών διαφορών ανεξαρτήτως διαδι­κασίας (τακτικής ή ειδικής). Ο δικονομικός νομο­θέτης πριν το ν. 4335/2015 απέκλεισε και ρητώς τη συνεφαρμογή των ειδικών διατάξεων για τις μι­κροδιαφορές, ενώ σε όσες ειδικές διαδικασίες δεν υπήρχε σχετική πρόβλεψη ή υπήρχε νομοθετική παραπομπή ή συναγόταν ερμηνευτικά το ανε­φάρμοστο των ειδικών διατάξεων περί μικροδια­φορών. Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 591 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει πως τα άρθρα 1 έως 590 του ίδιου Κώδικα εφαρ­μόζονται μεν και στις ειδικές διαδικασίες, πλην όμως όχι όταν αντιβαίνουν στις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Οι διατάξεις των άρθρων 466-471 Κ.Πολ.Δ. αντιβαίνουν προς τις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών για τις περιουσιακές δι­αφορές (ισχύον 614 Κ.Πολ.Δ.), μεταξύ των οποίων και οι εργατικές διαφορές (ισχύον 614 περ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Οι ρυθμίσεις των ειδικών διατάξεων περί μικροδιαφορών (προθεσμία κλήτευσης διαδίκων, αυτοπρόσωπη παράσταση, δικαίωμα κατάθεσης προτάσεων, δυνατότητα μη εγγραφής στο πινάκι­ο, σύστημα ελεύθερης απόδειξης, ανέκκλητο της απόφασης) δε συμβιβάζονται με τις ειδικές δια­τάξεις του άρθρου 591 Κ.Πολ.Δ., του οποίου (άρ­θρου) ο ειδικότερος χαρακτήρας σε σχέση με τα άρθρα 1-590 Κ.Πολ.Δ. δεν αναιρείται κατά τα ανω­τέρω από το γεγονός ότι συνιστά γενική διάταξη των κατ ιδίαν ειδικών διαδικασιών.

Στην παρ. 6 του άρθρου 591 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ορίζεται, επαναλαμβάνοντας την προϊσχύουσα ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 591, ότι: «Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι αυτό αυτε­παγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθε­σης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται». Η διάταξη αυτή του άρθρου 591 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. έχει εφαρμογή όχι μόνον όταν η υπόθεση εισήχθη εσφαλμένα σε διάφορη ειδική διαδικασία των άρθρων 591 επ. Κ.Πολ.Δ., αλλά και όταν εισή­χθη στην τακτική διαδικασία, ενώ υπαγόταν σε κάποια ειδική διαδικασία ή αντιστρόφως. Ο­μοίως, αν εισαχθεί, κατά τις διατάξεις των μικρο­διαφορών (που συνιστούν, κατά τα ανωτέρω, ει­δικές διατάξεις της τακτικής διαδικασίας), υπόθε­ση, που κανονικά υπαγόταν στην τακτική ή σε κάποια ειδική διαδικασία, το Δικαστήριο θα πα­ραπέμψει την υπόθεση, εκτός αν ο εναγόμενος έ­χει κλητευθεί εμπρόθεσμα (άρθρα 228 και 591 παρ. Ια Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα), οπότε θα δικάσει την υπόθε­ση χωρίς όμως να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 466-471 (βλ. ΑΠ 715/1972 ΝοΒ 1972. 1052, ΕιρΑΘ 972/ 2003, ΑρχΝ 2003. 762, ΕιρΡοδ 1/2015, ΕιρΚαρ 363/1985 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και σε Απαλαγάκη Χ., Κ.Πολ.Δ.- Ερμηνεία κατ άρθρο, 2013, άρθρο 467, αριθ. 4, σ. 943, Κεραμέα/ Κονδύλη/ Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., τόμος I, 2000, άρθρο 466, αριθ. 4, Νίκας Ν., Πολι­τική Δικονομία, τόμος II, παρ. 105, αριθ. 7).

Από την διάταξη του άρθρου 591 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με την αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 115 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., που πλέον ορίζει: «Με την επιφύλαξη των υποθέσεων των μικροδιαφορών, η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική», προ­κύπτει πως η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του ειρηνοδικείου είναι πλέον υποχρεωτική και για την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνοντας χώρα το αργότερο κατά τη συζήτη­ση στο ακροατήριο, σε αντίθεση με την προϊσχύ­ουσα και ήδη αντικατασταθείσα διάταξη του άρ­θρου 115 παρ. 3 στην οποία παρέπεμπε η επίσης προ­ϊσχύουσα και ήδη αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 666 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες καθιερωνό­ταν προαιρετική κατάθεση προτάσεων τόσο εν γέ­νει ενώπιον του ειρηνοδικείου, όσο και για τις ερ­γατικές, διαφορές ειδικότερα. Οταν η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική η παράλειψη κατάθεσής τους έχει ως συνέπεια την κατ άρθρο 27 Κ.Πολ.Δ. ερημοδικία του υπόχρεου διαδίκου (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ό.π., τόμος I, 2000, άρθρο 115, αριθ. 1-2, και σε ΑΠ 948/ 2001 ΕλλΔνη 2003.190, ΑΠ 89/1989 ΕλλΔνη 1989. 1172, ΑΠ 337/2016, Εφ.Πειρ. 582/2015, Εφ.Αθ. 2395/2003, ΠΠρΑΘ 1123/2010, ΜΠρΤρκ 536/ 1988 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και εξ αντιδιαστολής από το προϊσχύον δίκαιο ΑΠ 845/2005, ΕφΔ 228/ 2006 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Η κρινόμενη αγωγή, που αφορά αποδοχές ερ­γαζομένου με εξαρτημένη εργασία, φέρεται ε­σφαλμένως να εκδικαστεί με βάση τις ειδικές δια­τάξεις των μικροδιαφορών και όχι κατά την προ­σήκουσα ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφο­ρών και δη των εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδικάζονται οι διαφορές από παροχή ε­ξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλ­λη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυ­τής (614 περ. 3 Κ.Πολ.Δ.), όπως η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας, που δεν υπάγεται στην τακτική διαδικασία και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμο­στεί ο κανόνας υπαγωγής της στις μικροδιαφορές λόγω ποσού. Επομένως, πρέπει, για λόγους οικο­νομίας της δίκης, να διαταχθεί, η αυτεπάγγελτη εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής στην ίδια δικά­σιμο, σύμφωνα με την προσήκουσα ειδική διαδι­κασία των εργατικών διαφορών κατά τα άρθρα 614 περ. 3, 621 επ. και 591 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου πως αφενός και στις εργατικές διαφορές η συζήτηση είναι προφορική (591 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως στις μι­κροδιαφορές (115 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), και αφετέρου από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι έχει τηρηθεί η αναγκαία για την ολοκλήρωση της άσκησης της υπό κρίση αγωγής επίδοσή της στο εναγόμενο (591 παρ. 1 εδ. α και 215 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), καθώς και η αυστηρότερη διάταξη της παρ. 1 εδ. β περ. α του άρθρου 591 Κ.Πολ.Δ. περί προθεσμίας επίδοσης, και ως εκ τούτου, έχουν τη­ρηθεί οι αυστηρότερες διατάξεις των εργατικών διαφορών, παρόλο, που η υπόθεση εισήχθη ως μικροδιαφορά.