ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 78/2019

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Ελένη Τοπούζη, Εφέτη και από την Γραμματέα, Γ.Λ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη,γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 495, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησής της δεν απαιτείται η προκατάθεση παραβόλου, δεδομένου ότι η σχετική υποχρέωση δεν ισχύει στις διαφορές του άρθρου 663 ΚΠολΔ και ήδη 614 παρ.3 ΚΠολΔ (άρθρο 495 παρ.3εδ.τελ.ΚΠολΔ) να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αγωγή της που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα εξέθετε ότι, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισε με τον εναγόμενο Δήμο προφορικά, προσλήφθηκε τον Ιανουάριο του 2011, με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου. Ότι στα καθήκοντά της ήταν η οργάνωση του παζαριού στο Σχιστό Περάματος, παρείχε δε τις υπηρεσίες της από Δευτέρα έως και Παρασκευή από τις 08:00 πμ  έως τις 16:00 μμ καθώς και την ημέρα της Κυριακής με το ίδιο ωράριο καθώς επέβλεπε το παζάρι, κατά τα αναλυτικά εκτεθέντα στην αγωγή. Ότι κατόπιν επανειλημμένων οχλήσεών της κι επειδή ο εναγόμενος δεν μπορούσε να προβεί σε έγγραφη σύμβαση εργασίας μαζί της και σε αναγγελία πρόσληψής της, την εμφάνισε εν τέλει τον Ιούλιο του 2011 ως υπάλληλο της Δημοτικής Επιχειρήσεως Ανάπτυξης Περάματος (Δ.Ε.Α.Π.), η οποία λειτουργούσε για λογαριασμό του εναγομένου και βρισκόταν σε στάδιο εκκαθάρισης. Ιστορούσε περαιτέρω ότι ουδέποτε εργάστηκε στην ως άνω δημοτική επιχείρηση αλλά συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην πρότερη θέση που είχε στον εναγόμενο, πλην όμως και παρόλο που προσέφερε προσηκόντως και αδιαλείπτως την εργασία της, ο εναγόμενος δεν της κατέβαλε το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών της και συγκεκριμένα δεν της κατέβαλε κατά τα έτη 2011 και 2012 αμοιβή για τις Κυριακές που εργαζόταν καθώς και αμοιβή για την αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως που δεν της χορηγούσε, άδειες και επιδόματα αδείας και εορτών καθώς επίσης και μισθούς, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή. Ότι στις 20 Ιουνίου 2012 δήλωσε εγγράφως προς τον εναγόμενο και τη Δ.Ε.Α.Π. ότι από 14.06.2012 ασκεί το δικαίωμά της για επίσχεση εργασίας, έως δε και σήμερα ο εναγόμενος δεν έχει προβεί σε εξόφληση των οφειλομένων. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζητούσε μετά από μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε εν μέρει αναγνωριστικό, κατόπιν προφορικής δήλωσης της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και επαναλαμβανόταν στις πρωτόδικες προτάσεις της α) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση εργασίας της είναι ενεργή, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να της καταβάλει το ποσό των 15.937,86 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές (ποσό 1429,08 ευρώ, για αμοιβή τις Κυριακές + 1401,03 ευρώ ως αποζημίωση για αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης + 2297,74 ευρώ ως αποζημίωση για αποδοχές άδειας και επίδομα αδείας + 1469,61 Ευρώ για επιδόματα εορτών + 9340,4 ευρώ για οφειλόμενους μισθούς), γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Δήμου να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 28.271 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αποδοχές λόγω υπερημερίας (2802,12 Ευρώ ως αποζημίωση για αποδοχές άδειας και επίδομα αδείας για τα έτη 2013 και 2014 + 3051,92 ευρώ για επιδόματα εορτών για τα έτη 2012, 2013 και 2014 + 22416,96 ευρώ για οφειλόμενους μισθούς για το διάστημα από Ιούλιο 2012 έως Ιούλιο 2014). Τα ανωτέρω ποσά αιτούνταν με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση των ποσών αυτών, δ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως υπαλλήλου γραφείου και να την επαναπασχολήσει πραγματικώς με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα τυχόν αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την ανωτέρω υποχρέωσή του, ε) να υποχρεωθεί να της καταβάλλει τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στις ασφαλιστικές της εισφορές. Επικουρικά, η ενάγουσα αιτούνταν το υπό στοιχείο (β) συνολικό ποσό των 15.937,86 ευρώ, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι κατά τα ποσά αυτά ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, εκ της ωφέλειας που αποκόμισε από τις αποδοχές τις οποίες θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με σύμβαση εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με την ενάγουσα. Ζητούσε, τέλος, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος Δήμος στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (του άρθρου 663 ΚΠολΔ και ήδη 614 παρ.3 ΚΠολΔ) εκδόθηκε η με αριθμό 2671/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως βάσιμη και κατ ουσίαν, μόνο ως προς τα ως άνω αιτήματά της, που αφορούσαν αξιώσεις της ενάγουσας για αμοιβή της για εργασία της τις Κυριακές, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, και υποχρέωσε αυτόν (Δήμο) να καταβάλει στην ενάγουσα για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 3.768,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της αγωγής ως την πλήρη εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονείται τώρα ο εναγόμενος-εκκαλών, με τους εκτιθέμενους στη έφεσή του λόγους, που συνίστανται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 του ΑΚ και 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών ή άλλων παροχών που οφείλονται από σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν μεταξύ άλλων, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται (ΑΠ 75/2016, δημοσιευμένη στη Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα αναφέρει όλα τα προαναφερθέντα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα αυτής και συνεπώς, ενόψει και της προηγηθείσας νομικής σκέψης, είναι πλήρως ορισμένη, μη απαιτουμένης της αναφοράς οποιουδήποτε άλλου στοιχείου. Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως ως προς το ζήτημα αυτό δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της ένδικης έφεσης του εναγόμενου-εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/1981 Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ) και 1 παρ. 2 Ν. 435/1976 συνάγεται ότι επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και προσαύξηση 75% για την εργασία τις Κυριακές και αργίες δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους – βάσει άκυρης συμβάσεως εργασίας – με απλή σχέση εργασίας. Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα σημείο τους δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι – αντιθέτως – στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της ΥΑ. 19040/1981 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση. Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου – όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού – τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας, και τα επιδόματα εορτών καθώς και την προσαύξηση 75% λόγω εργασίας τις Κυριακές και αργίες (ΑΠ 126/2015, ΑΠ 127/2015, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 1703/2014, ΕφΠειρ 536/2014, ΕφΠειρ 722/2014, ΕφΠειρ 816/2014, δημοσιευμένες στη Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσήκουσα επανεκτίμηση και αξιολόγηση της καταθέσεως του μάρτυρα της ενάγουσας, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ο εναγόμενος δεν εξέτασε μάρτυρα), που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού καθώς και από όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη (άρθρο 395 ΚΠολΔ), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ` αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Ιανουάριο του 2011 η ενάγουσα προσελήφθη από τον εναγόμενο με προφορική σύμβαση εργασίας προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου από Δευτέρα έως Παρασκευή με ωράριο εργασίας από 08:00 πμ έως 16:00 μμ έναντι μηνιαίου μισθού έως τον Ιούλιο του 2011 743,46 ευρώ ενώ από τον Αύγουστο του 2011 ανήρχετο αυτός στο ποσό των 934,04 ευρώ. Περαιτέρω, όπως έγινε δεκτό και από την εκκαλουμένη, η οποία δεν πλήττεται ως προς τούτο με την έφεση, η εν λόγω σύμβαση εργασίας τυγχάνει άκυρη καθώς δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία για την πρόσληψη υπαλλήλων σε νπδδ. Στην ενάγουσα ανατέθηκε η οργάνωση του παζαριού στο Σχιστό Περάματος και ειδικότερα αυτή ήταν αρμόδια για κάθε διαδικαστικό ζήτημα που το αφορούσε όπως οι άδειες των πωλητών, οι πληρωμές από αυτούς στον εναγόμενο, ενώ κάθε Κυριακή που λάμβανε χώρα η διεξαγωγή του η ενάγουσα έπρεπε να παρευρίσκεται στο χώρο του παζαριού, τηρώντας το ίδιο εργασιακό ωράριο, προκειμένου να ελέγξει τις άδειες των παρισταμένων πωλητών, καθώς και αν αυτοί τηρούσαν τους κανόνες ως όφειλαν όπως τις προβλεπόμενες μεταξύ τους αποστάσεις κ.α. Ο εναγόμενος, κατόπιν συνεχών πιέσεων της ενάγουσας προκειμένου να την προσλάβει νομότυπα, κι επειδή αυτό δεν ήταν εφικτό εκ μέρους του, την εμφάνισε ως υπάλληλο στη δημοτική επιχείρηση ανάπτυξης Περάματος Δ.Ε.Α.Π., η οποία βρισκόταν υπό εκκαθάριση και ανήγγειλε την πρόσληψή της στον ΟΑΕΔ στις 20 Ιουλίου 2011. Ο εναγόμενος τόσο πρωτόδικα όσο με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του αρνείται ότι απασχολούσε την ενάγουσα στο εργατικό δυναμικό του ισχυριζόμενος ότι ακόμα κι αν απασχολήθηκε η ενάγουσα στη δημοτική επιχείρηση Δ.Ε.Α.Π. δεν υφίσταται εκ μέρους του παθητική του νομιμοποίηση καθώς δεν υπήρξε εργοδότης της, ούτε της ανέθεσε οποιαδήποτε εργασία και δεν άσκησε το διευθυντικό του δικαίωμα σε αυτή. Ωστόσο, από τη συνεκτίμηση του συνόλου του ως άνω αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι η ενάγουσα ουδέποτε απασχολήθηκε ως υπάλληλος για τις ανάγκες της εκκαθάρισης της Δ.Ε.Α.Π. αλλά το αντικείμενό εργασιών της ήταν αποκλειστικά η οργάνωση του παζαριού στο Σχιστό, το οποίο ανήκε στις αρμοδιότητες του εναγομένου (βλ. ιδίως, μεταξύ άλλων, την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, αντιδημάρχου στο Πέραμα, που εξετάσθηκε πρωτόδικα στο ακροατήριο, που χαρακτηριστικά επί λέξει, μεταξύ άλλων, αναφέρει «…..Τα καθήκοντα της (της ενάγουσας) ήταν στο γραφείο το παζαριού………….Πήγαινε για έλεγχο τον οποίο κάνει η Επιτροπή του Δήμου, αν έχουν άδεια και αν τηρούνται αυτές……….»). Κατόπιν τούτου ο ως άνω λόγος εφέσεως, με τον οποίο ο εναγόμενος-εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα (ήτοι ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η ενάγουσα καθ όλο το διάστημα που εργάστηκε στον εναγόμενο δεν ελάμβανε αμοιβή για την παροχή της εργασίας της κατά τις ημέρες των Κυριακών, ούτε έλαβε τα δώρα εορτών καθώς και την αποζημίωση και τα επιδόματα άδειας (σχετ. η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων «δεν της καταβαλλόταν τίποτα, άδειες, δώρα»). Η ενάγουσα παρείχε τις εργασίες της στον εναγόμενο έως τις 20.06.2012, οπότε και με την από 20.06.2012 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση και διαμαρτυρία της, την οποία κοινοποίησε αυθημερόν στον εναγόμενο, προέβη σε επίσχεση εργασίας. Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης προϋποθέσει σχέση εργασίας που να εδράζεται σε έγκυρη σύμβαση, γεγονός που εν προκειμένω, ενόψει των ανωτέρω, δεν συντρέχει, και συνεπώς ο εναγόμενος δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ενάγουσα δικαιούται, ευθέως από το νόμο, κατά το χρονικό διάστημα απασχόλησής της στον εναγόμενο για αμοιβή της τις Κυριακές, για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας τα ακόλουθα ποσά, ως προς τον υπολογισμό των οποίων δεν πλήττεται η εκκαλουμένη και επομένως δε χρειάζεται η αναλυτική παράθεσή τους και δη: 1) Για το έτος 2011 η ενάγουσα εργάστηκε κατά τις ημέρες της Κυριακής στις 03.07, 10.07, 17.07, 24.07, 31.07, 07.08, 14.08, 21.08, 28.08, 04.09, 11.09, 18.09, 25.09, 02.10, 09.10, 16.10, 23.10, 30.10, 06.11, 13.11, 20.11, 27.11, 04.12, 11.12, 18.12, δηλαδή για 25 Κυριακές και δικαιούται να λάβει για κάθε μία Κυριακή προσαύξηση 75% επί του 1/25 του νόμιμου μηνιαίου μισθού της. Συνεπώς για τις 5 Κυριακές του μήνα Ιουλίου 2011 δικαιούται αυτή το ποσό των 115,51 ευρώ ενώ για τις υπόλοιπες 20 Κυριακές δικαιούται αυτή το ποσό των 560,42 ευρώ. Συνολικά η ενάγουσα δικαιούται ως αμοιβή της για την εργασία της κατά τις Κυριακές του έτους 2011 το ποσό των 675,93 ευρώ (= 115,51 ευρώ + 560,42 ευρώ). 2) Για το έτος 2012 (έως τις 20 Ιουνίου 2012) οπότε και εργάστηκε επί 25 Κυριακές δικαιούται αυτή να λάβει το ποσό των 700,53 ευρώ). 3) Για το έτος 2011 δικαιούται ως δώρο Χριστουγέννων, το ποσό των 500 ευρώ, 4) Για το έτος 2012 δικαιούται ως δώρο Πάσχα, το ποσό των 250 ευρώ και ως δώρο Χριστουγέννων έτους 2012 το ποσό των 245,80 ευρώ 5) Για το έτος 2011 δικαιούται ως αποδοχές αδείας για εργασία 6 μηνών το ποσό των 448,34 ευρώ και ως επίδομα αδείας το ποσό των 250 ευρώ 6) Για το έτος 2012 δικαιούται ως αποδοχές αδείας για εργασία 6 μηνών το ποσό των 448,34 ευρώ και ως επίδομα αδείας το ποσό των 250 ευρώ. Επομένως, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα απασχολήθηκε στον εναγόμενο Δήμο οφείλεται σε αυτήν, για τις ως άνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 3.768,94 ευρώ που πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής ως την πλήρη εξόφληση. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που αποφάνθηκε ομοίως και δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της ενάγουσας, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το προαναφερόμενο ποσό, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της αγωγής, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τον εναγόμενο-εκκαλούντα, με τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεώς του πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Κατά συνέπεια, καθόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης προς έρευνα, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νόμιμου αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 παρ. 2 ν. 3463/2006 (βλ.ΑΠ 1679/2011, ΕΑ 5290/2015, ΕφΠειρ 714/2014, δημοσιευμένες στη Νόμος), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

-Δέχεται τυπικά την έφεση.

-Απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.

-Καταδικάζει τον εκκαλούντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, στον Πειραιά, στις 5.2.2019, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ