ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΣΙΚΥΩΝΟΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 10/2018

 

Πρόεδρος: Ε. Δημητρίου

Δικηγόροι: Σ. Παπαδοπούλου, Γ. Τασούλης, Α. Παπαβενετίου

 

I. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 5 του ΝΔ 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν 4476/1965 και 1 του ΒΔ 226 της 22.2/21.3.1973 "περί του τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν 4476/1965, συνάγεται ότι μετά την έναρξη ισχύος (23.11.1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του Ν 1654/1986, το ΙΚΑ για παροχές στον ασφαλισμένο σ’ αυτό παθόντα έχει απευθείας αξίωση από τον νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσόν των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από αυτόν και τα κονδύλια, που κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ΙΚΑ, από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης, που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Γένεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά του υπόχρεου και μεταβίβαση αυτής στο ΙΚΑ, συμπίπτουν χρονικώς. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταβίβαση είναι η θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως στο πρόσωπο του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογένειάς του κατά τρίτων. Μπορεί δε να στηρίζεται στο Ν ΓΠΝ/1911 ή στις διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α’ του Ν ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α’ του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ’ αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ’ όψιν τας κατ’ ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακός συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγένειας".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ως άνω νόμος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός). Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν ΓΠΝ/1911 το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση το Ν ΓΠΝ/1911 έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και αποδείξει ζημία που προήλθε από το αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας. Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν ΓΠΝ/2011 προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχόμενου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (ΑΚ 300) (ΑΠ 1159/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

II. Η διαδικασία της θέσης μίας ασφαλιστικής επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση ρυθμίζεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 235 επ. του Ν 4364/2016 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ και του Συμβουλίου της 25.11.2009 κ.τ.λ.» (ΦΕΚ Α' 13/5.2.2016), αφού με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 278 του νόμου αυτού καταργήθηκε το ΝΔ 400/1970 «Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως», που ρύθμιζε τον ίδιο θεσμό, από 1.1.2016. Κατά τις ειδικές μεταβατικές των παρ. 1 και 2 του άρθρου 248 «Υφιστάμενες εκκαθαρίσεις» του Ν 4364/2016 ορίζεται ότι: «1. Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31.12.2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις. 2. Στις εκκαθαρίσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή τα άρθρα 235 παράγραφοι 1, 2, 3, 5 και 6, 236 έως 239, 242 παράγραφοι 1 και 4, 243 παράγραφοι 1, 2 και 4, 244, 245 παράγραφοι 1 και 3, 246 και 247 του παρόντος». Σύμφωνα δε με το άρθρο 239 παρ 3 «Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης.» Εντεύθεν σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν είναι δυνατόν να εκκινήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά ασφαλισμένου στον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης μέχρι το πέρας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και συνεπώς το αίτημα στην αγωγή η οποία στρέφεται κατά ασφαλισμένου σε ασφαλιστική επιχείρηση η οποία τελεί σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης για προσωρινή εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είναι μη νόμιμο (ιδ. ΜΠρΑγρινίου 32/2014 και ΕιρΠειρ 66/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ενάγον στην υπό στοιχεία Α' αγωγή, Ίδρυμα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, στη θέση του οποίου, όπως γνωστοποιήθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζητήσεως και περιέχεται στις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, υπεισήλθε ως εκ του νόμου οιονεί καθολικός διάδοχος ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, με την υπό κρίση αγωγή του, ισχυρίζεται ότι στις 24.4.2009, ο πρώτος εναγόμενος, …, οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, …, προκάλεσε από υπαιτιότητά του, αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα υπό από τις συνθήκες που ιστορούνται στην αγωγή, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ασφαλισμένου του …. Ότι το ίδιο αναγκάσθηκε να καλύψει τμήμα των απωλεσθέντων εισοδημάτων του παθόντος ασφαλισμένου του, καταβάλλοντάς του ως επίδομα ασθένειας το ποσό των 1.415,98 ευρώ, ως το εν λόγω ποσό εξειδικεύεται και αναλύεται στην υπό κρίση αγωγή, και το οποίο υπολογίστηκε με βάση την 9η ασφαλιστική κλάση, στην οποία ανήκε ο ανωτέρω ασφαλισμένος του, άγαμος κατά το χρόνο του ατυχήματος και απασχολούμενος με την ειδικότητα του ανειδίκευτου εργάτη στην εταιρεία χονδρικού εμπορίου ρούχων και ενδυμάτων κυνηγίου με την επωνυμία «… ΕΠΕ», αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό ύψους 810 ευρώ (μικτά) και ότι έτσι υποκαταστάθηκε κατά το ποσό αυτό στην αξίωση του ασφαλισμένου του κατά των εναγομένων, η οποία εκκαθαρίστηκε και προσδιορίστηκε για το παραπάνω ποσό με την υπ’αριθμ. …/4.3.2014 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

Ότι ένεκα της νόμιμης υποκαταστάσεως αυτού (ΙΚΑ και ήδη ΕΦΚΑ) στα δικαιώματα του άνω ασφαλισμένου του, οι αντίστοιχες αξιώσεις αποζημιώσεως του τελευταίου μεταβιβάστηκαν από τη γέννησή τους σ’ αυτό. Για το λόγο αυτό ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, εις ολόκληρον έκαστος, το ως άνω ποσό, με το νόμιμό τόκο υπερημερίας από το χρόνο τέλεσης του ατυχήματος (24.4.2009), άλλως από την έκδοση της αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ περί επιδοτήσεως του ασφαλισμένου του (4.3.2014) άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, να απειληθεί κατά του πρώτου των εναγομένων, για την περίπτωση μη συμμόρφωσής του με την εκδοθησομένη απόφαση, προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το οποίο τυγχάνει καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 1α, 22, 37 παρ. 1 και 74 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν 4335/2015) και είναι επαρκώς ορισμένη κατά περιεχόμενο, καθώς γίνεται σ’ αυτή αναφορά όλων των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη γέννηση των αξιώσεων αποζημιώσεως του ασφαλισμένου του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στις οποίες το ενάγον υποκαθίσταται, και ειδικότερα, το ενάγον επικαλείται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα θεμελιωτικά της υπαιτιότητας του εναγομένου στοιχεία, τις σωματικές βλάβες και το είδος αυτών που υπέστη ο ασφαλισμένος, την ανικανότητα αυτού προς εργασία συνεπεία της ζημιογόνου πράξεως, το χρονικό διάστημα που αυτή διήρκεσε, τα διαφυγόντα εισοδήματα από την εργασία του ασφαλισμένου από την εργασία που αυτός ασκούσε και τα οποία με πιθανότητα και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να έχει και κατά το χρόνο που το ΙΚΑ κατέβαλε σ’ αυτόν παροχές και ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για το ορισμένο της υπό κρίση αγωγής (ιδ. ΕφΠατρών 286/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόμενων.

Περαιτέρω, η αγωγή τυγχάνει νόμιμη, ερειδόμενη στις προαναφερόμενες στην αρχή της παρούσας σκέψεως διατάξεις ως και σε εκείνες των άρθρων 914, 297, 298, 330 εδ. β', 345, 346, 481, 926 ΑΚ, 2, 4, 8, 9, 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 5 ΝΔ 4104/1960, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΒΔ 226/1973, το άρθρο 18 Ν 1654/1986 και 908 και 176 ΚΠολΔ, πλην: (α) του αιτήματος περί απειλής, κατά του δεύτερου των εναγομένων, προσωπικής κράτησης τριών (3) μηνών, το οποίο είναι μη νόμιμο, διότι η ένδικη απαίτηση δεν υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ (άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ), (β) του αιτήματος για καταβολή τόκων από το χρόνο τέλεσης του ατυχήματος (24.4.2009), άλλως από την έκδοση της αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ περί επιδοτήσεως του ασφαλισμένου του (4.3.2014), δοθέντος ότι στις μεν αξιώσεις από αδικοπραξία η ημέρα τέλεσης του ζημιογόνου γεγονότος ή επέλευσης της ζημίας δεν αποτελούν δήλη ημέρα προς έναρξη τοκογονίας, με αποτέλεσμα εν προκειμένω τόκοι να οφείλονται από σχετική όχληση του δανειστή, την οποία δεν επικαλείται το ενάγον, η δε έκδοση απόφασης του Διοικητή του ΙΚΑ δεν συνιστά όχληση κατ' άρθρο 340 ΑΚ ώστε να περιέλθουν οι εναγόμενοι σε υπερημερία. Άλλωστε, ούτε από το δικόγραφο της αγωγής ή τις προτάσεις του ενάγοντος προκύπτει οποιαδήποτε όχληση, δικαστική ή εξώδικη, πέραν της συντελεσθείσας με την κρινόμενη αγωγή και (γ) του αιτήματος περί κηρύξεως της εκδοθησομένης απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, το οποίο τυγχάνει μη νόμιμο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο δεύτερο σκέλος της μείζονας σκέψης της παρούσας. Μετά ταύτα, πρέπει η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, ενόψει του ότι το ενάγον ΙΚΑ και ήδη ΕΦΚΑ απολαύει των προνομίων του Δημοσίου και απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 31 Ν 4445/2016).

 

Οι εναγόμενοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναλύεται περαιτέρω στις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, αρνήθηκαν την αγωγή και προέβαλαν ισχυρισμό περί αοριστίας αυτής, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος, κατά τα αναλυτικά ανωτέρω εκτιθέμενα και ένσταση καταχρηστικής άσκησης της, η οποία, μολονότι προβλήθηκε προφορικώς και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ουδόλως εξειδικεύθηκε περαιτέρω με τις προτάσεις των εναγομένων με αποτέλεσμα, ελλείψει εκθέσεως των γεγονότων που τη θεμελιώνουν να τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (άρθρο 262 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως, συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 95%, στην επέλευση του τροχαίου ως άνω ατυχήματος τυγχάνει ο ασφαλισμένος του ενάγοντος, όπως, ειδικότερα, αναλύεται, στις προτάσεις τους. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, με δεδομένο ότι υπάρχει σώρευση νομικών βάσεων της κρινόμενης αγωγής, ερειδόμενων στον Ν ΓπΝ/1911 και την ΑΚ 914, συνιστά άρνηση της αγωγής τόσο όσον αφορά στη βάση από το Ν ΓπΝ/1911, [ενόψει του ότι πρόκειται περί συγκρούσεως οχημάτων, οπότε η αγωγή στηρίζεται στο άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, στοιχείο της βάσης της οποίας είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου, ενόψει της μη εφαρμογής, επί συγκρούσεως οχημάτων, του άρθρου 5 του νόμου αυτού (ιδ. Κρητικό, Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα, 2008, σελ. 133 επ., ΑΠ 53/2006 ΕλλΔνη 47, 1387, ΑΠ 1051/1998 ΕΕΝ 1999, 877)], όσο και ως προς τη βάση της αγωγής από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ.

Ο επικουρικός, δε, ισχυρισμός, περί συνυπαιτιότητας του ως άνω οδηγού, κατά ποσοστό 95%, είναι νόμω βάσιμος και συνιστά ένσταση, εν μέρει καταλυτική, της αγωγής, στηριζομένη, κατά το μεν μέρος της, που στρέφεται, κατά της βάσης της αγωγής, που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στη διάταξη του άρθρου 300 § 1 εδ. α' ΑΚ, κατά το δε μέρος της, που στρέφεται, κατά της βάσεως της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν ΓπΝ/1991, στις διατάξεις του άρθρου 6 εδ. α και 10 του ιδίου νόμου. Συνεπώς, τυγχάνει, περαιτέρω, ερευνητέος, και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι προέβαλαν, επικουρικώς, ένσταση συμψηφισμού, και εντεύθεν εξοφλήσεως, του αιτούμενου αγωγικού κονδυλίου με ανταπαίτηση της δεύτερης των εναγομένων, ως ιδιοκτήτριας του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, από το ένδικο ατύχημα, συνολικού ύψους 6.014,79 ευρώ, ερειδόμενη επί του ισχυρισμού ότι αποκλειστικώς υπεύθυνος άλλως συνυπεύθυνος κατά ποσοστό 95% στην πρόκλησή του τυγχάνει ο ασφαλισμένος του ΙΚΑ και αναλυόμενη (η εισφερόμενη προς συμψηφισμό ανταπαίτηση) σε 2.467,99 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ ως καταβληθείσα εκ μέρους της δεύτερης των εναγόμενων δαπάνη για την αγορά ανταλλακτικών, ποσό 2.046,80 ευρώ, ως καταβληθείσα δαπάνη για εργασίες βαφής και επισκευής, ποσό 1.000 ευρώ ως μείωση της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου της και σε ποσό 500 ευρώ, ως προκληθείσα, σε αυτήν, ηθική βλάβη.

Η ανωτέρω ένσταση τυγχάνει ορισμένη (ΑΚ 262 ΚΠολΔ) πλην όμως μη νόμιμη, καθ ο μέρος ερείδεται επί του ισχυρισμού των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ασφαλισμένου του ενάγοντος, καθώς σε αυτή την περίπτωση δεν υφίσταται απαίτηση του τελευταίου ώστε να συμψηφιστεί με την ανταπαίτηση των προτεινόντων τον συμψηφισμό, νόμιμη ωστόσο καθ ο μέρος ερείδεται επί του περί συνυπαιτιότητας του τελευταίου, σε ποσοστό 95%, ισχυρισμού τους, δοθέντος ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 5 ΝΔ 4104/1960, όπως έχουν αντικατασταθεί από το άρθρο 18 παρ. 1 Ν 4476/1965, 1, 2, 3 του ΒΔ 226/1973, 18 Ν 1654/1986, η αξίωση του ασφαλισμένου του ΙΚΑ για αποζημίωση κατά του υποχρέου μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ με εκχώρηση που επέρχεται από το νόμο, ώστε εφαρμόζεται και επ'αυτής, κατ' αναλογίαν, οι κυριότεροι κανόνες της εκούσιας εκχώρησης και ιδίως οι διατάξεις των άρθρ. 462 και 463 ΑΚ, που ορίζουν η μεν πρώτη ότι ο οφειλέτης έχει προς τον εκδοχέα τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε προς τον εκχωρητή και η δεύτερη ότι ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του εκχωρητή πριν από την αναγγελία, τη θέση της οποίας επέχουν εδώ οι όροι του νόμου, υπό τους οποίους επέρχεται αυτοδικαίως η μεταβίβαση της απαιτήσεως (Σούρλας, ΕρμΑΚ, άρθρο 463) και θα πρέπει να ερευνηθεί και από την άποψη της ουσιαστικής βασιμότητάς της.

Το άρθρο 2 του ΠΔ 237/1986 (Κωδικοποίηση των περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως οχημάτων) ορίζει ότι «ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα υποχρεούται να έχει καλύψει την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη..."... Το άρθρο 5 παρ. 4 του ίδιου νομοθετήματος προβλέπει ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για την περίπτωση κυκλοφορίας οχήματος χωρίς την σύμφωνα με το άρθρο 2 ασφαλιστική κάλυψη (αφαίρεση άδειας ικανότητας οδηγού, αφαίρεση κρατικών πινακίδων κυκλοφορίας, επιβολή χρηματικού προστίμου).

Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, ο οποίος εισήχθη το πρώτον στην Ελλάδα με το Ν 489/1976 και άρχισε να ισχύει από την 1.1.1978. Η ανωτέρω ασφάλιση συνάπτεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου μόνο με ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει νόμιμα άδεια λειτουργίας από τις Ελληνικές Αρχές. Μάλιστα, η λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων βρίσκεται υπό κρατική εποπτεία, στη ρύθμιση της οποίας προέβαινε το ΝΔ 400/1970, με το άρθρο 1 § 3 του οποίου οριζόταν ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ήταν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου, ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 37 § 20 του Ν 2496/1997, του Υπουργείου Ανάπτυξης, μετέπειτα, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν 3229/2004, της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και ήδη της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν 3867/2010 και το άρθρο 3 § 10 του Ν 4364/2016, η οποία (εποπτεία) ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος και ήδη του τελευταίου νόμου και έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 336/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Η ανωτέρω σύμβαση αστικής ευθύνης είναι σύμβαση αναγκαστική η οποία προσβάλλει την συμβατική ελευθερία του ατόμου, που αποτελεί εκδήλωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του. Ωστόσο, η ανωτέρω προσβολή πρέπει να θεωρηθεί ανεκτή εν όψει του μείζονος σημασίας κοινωνικού σκοπού που επιδιώκεται με την καθιέρωση της υποχρεωτικής ασφαλίσεως (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, σελ 546-547).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 "για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων" (84/5/ΕΟΚ), προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 4 αυτής ότι κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1.

Στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου το ζήτημα της ίδρυσης και ευθύνης του προβλεπόμενου από την πιο πάνω Οδηγία οργανισμού είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. Ν 489/1976, που ήδη κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986, καθώς ιδρύθηκε το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων". Επίσης, σύμφωνα με την Οδηγία του Συμβουλίου της 24.4.1972 «περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής» (72/166 ΕΟΚ) προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 1 αυτής ότι "κάθε κράτος μέλος λαμβάνει... όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος του να καλύπτεται από ασφάλιση».

Στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου η συμμόρφωση της Ελλάδας προς την Οδηγία αυτή έλαβε χώρα με τις σχετικές ρυθμίσεις του Ν 489/1976, που ήδη κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986. Μάλιστα, εδώ πρέπει να τονιστεί ότι η κάλυψη της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων στην Ελλάδα γίνεται στα πλαίσια του εθνικού μας δικαίου αφενός με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρα 2 επ. ΠΔ 237/1986) αφετέρου με την πρόβλεψη της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης (άρθρο 19 παρ. 1 περ. γ΄ Ν 489/1976).

Επομένως, η εναρμόνιση της εθνικής μας νομοθεσίας προς την αμέσως πιο πάνω Οδηγία γίνεται όχι μόνο με την πρόβλεψη υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης των οχημάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, αλλά και με την πρόβλεψη ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για τις πιο πάνω περιπτώσεις, δεδομένου ότι αφενός το Κράτος είναι υπεύθυνο για την άσκηση ελέγχου και εποπτείας των ασφαλιστικών εταιριών αφετέρου η προαναφερόμενη Οδηγία απαιτεί κατά τρόπο σαφή την λήψη μέτρων για ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων και όχι για απλή σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης. Με άλλα λόγια η ως άνω Οδηγία απαιτεί από τα κράτη μέλη την πραγματική ασφαλιστική κάλυψη, με ευθύνη κάθε κράτους μέλους.

Προσέτι σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 25 ΠΔ 237/1986 από την ημερομηνία που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του Κλάδου Αστικής Ευθύνης από Χερσαία Αυτοκίνητα Οχήματα- εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται χωρίς άλλο από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Προς τούτο, κατά τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρ. 10 ΠΔ 237/1986, από την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης το Επικουρικό Κεφάλαιο διοικεί και διαθέτει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία που έχουν διατεθεί σε τοποθέτηση Ασφαλίσεων Αστικής Ευθύνης από Χερσαία Αυτοκίνητα Οχήματα. Σημειώνεται ότι η ως άνω διάταξη της παρ. 4 ΠΔ 237/1986 είναι ειδικότερη αυτής της παρ. 5 του άρθρ. 19 ΠΔ 237/1986, κατά την οποία η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στον ζημιωθέντα και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή (ιδ. αναλυτικά στη μελέτη Ηλία I. Κλάππα «Αντισυνταγματικότητα διάταξης περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού κεφαλαίου στις περιπτώσεις πτώχευσης ασφαλιστικής εταιρίας ή ανάκλησης της άδειάς της και ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησής της», ΠειρΝ 2010 σελ. 251 επ. και ΕΣυγκΔ 2010 σελ. 358 επ. Ομοίως 96/23-7-13 ΕιρΠειρ, ΜΠρΠειρ 2523/06-05-2011 και 28/04-01-2012, αδημοσίευτες στον νομικό τύπο).

Εξάλλου, η τελευταία αυτή διάταξη αντίκειται στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο και συγκεκριμένα στο άρθρο 1 § 4 της προειρημένης Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983, η οποία εφαρμόζεται αμέσως λόγω της ακριβούς, ανεπιφύλακτης, μη τελούσας υπό όρο, αίρεση ή προθεσμία και μη χρήζουσας συμπληρώσεως ενωσιακής ρυθμίσεως για πλήρη κάλυψη ως το όριο της ασφαλιστικής κάλυψης. Επίσης η στέρηση από τον ασφαλισμένο-ζημιώσαντα των περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεών του έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου, ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρείας, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του ζημιωθέντα, εξαιτίας και μόνο του λόγου ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή του, χωρίς να συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας, συνιστά παράνομη στέρηση περιουσιακού δικαιώματος αντικείμενη στο άρθρ. 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Η παραδοξότητα της ανωτέρω ρυθμίσεως προκύπτει και από τα άτοπα που αυτή συνεπάγεται καθώς αφενός με ένα πλέγμα διατάξεων θεσπίζεται : α) η υποχρέωση ασφάλισης της αστικής ευθύνης των αυτοκινήτων έναντι ασφαλίστρου, β) κρατική εποπτεία επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες κάθε χρόνο λαμβάνουν πιστοποιητικό φερεγγυότητας, γ) σοβαρές διοικητικές και ενίοτε ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης ασφάλισης και αφετέρου, με μία άλλη διάταξη, αποστερείται η ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος από τον επί χρόνια συνεπή ασφαλισμένο για ένα ατύχημα για το οποίο ενδεχομένως ευθύνεται μόνο αντικειμενικά (λ.χ. ως ιδιοκτήτης).

Εμφανίζεται, έτσι, το παράδοξο να υποχρεώνεται με μια νομοθετική ρύθμιση ο πολίτης να καταβάλλει τα ασφάλιστρα, για να τύχει ασφαλιστικής κάλυψης και με άλλη νομοθετική ρύθμιση, χωρίς να καταργείται η παραπάνω υποχρέωση του, να στερείται, παρά το ότι ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω υποχρέωση του και σε όλα εξ αυτής ασφαλιστικά βάρη (άδεια ικανότητας οδήγησης, οδήγηση χωρίς κατανάλωση αλκοόλ κ.λπ.), την ασφαλιστική κάλυψη για την οποία πλήρωσε.

Με αυτόν τον τρόπο ο ευσυνείδητος και συνεπής απέναντι στις επιταγές του νόμου και του κοινωνικού συνόλου πολίτης ο οποίος με την σύννομη συμπεριφορά του συνετέλεσε στην εμπέδωση της ασφαλιστικής νομιμότητας και ορθής λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς (κυκλοφορία του οχήματος με έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση, καταβολή μέρους των ασφαλίστρων προς το Επικουρικό Κεφάλαιο και ως φόρων προς το Κράτος κλπ) εξισώνεται και τυγχάνει ιδίας νομικής αντιμετώπισης με τον παρανομούντα πολίτη ο οποίος περιφρονεί τις νομικές και κοινωνικές του υποχρεώσεις, αδιαφορεί για την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος του και κυκλοφορεί ανασφάλιστος (ιδ. σκέψεις της ΑΠ Ολ 5/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η οποία εξαιτίας της ταυτότητας του νομικού λόγου - περιορισμός της ασφαλιστικής κάλυψης του ασφαλισμένου λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης- καταλαμβάνουν και την παρούσα περίπτωση καθώς και ΕφΙωαννίων 345/2013 και ΕιρΠειρ 66/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την από 25.2.2015 (αρ. εκθ. κατ. …/6.3.2015) ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή η εναγόμενη στην υπό στοιχεία Α' αγωγή, ιδιοκτήτρια του φερόμενου ως ζημιογόνου υπ αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, στρέφεται κατά του εναγόμενου Επικουρικού Κεφαλαίου, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας «… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και, εκθέτοντας ότι ουδεμία συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος βάρυνε τον οδηγό του οχήματος της, άλλως και επικουρικώς ότι ο ασφαλισμένος του ΙΚΑ (και ήδη ΕΦΚΑ) στην υπό στοιχ. Α' αγωγή τυγχάνει συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 95% για την πρόκληση του, ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στο ενάγον της Α' αγωγής, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής καθώς και να καταδικασθεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το οποίο είναι καθ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 1α, 31 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ όπως ισχύει μά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν 4335/2015) τυγχάνει δε ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 97, 299, 330 εδ. β', 340, 345, 481 επ., 914, 926, 929, 930 παρ. 3, 932 ΑΚ, 2, 4, 9, 10 του ΓΠΝ/1911, 19 παρ. 1γ, 25 παρ. 4 του ΚΝ 489/1976, 70 και 176 ΚΠολΔ, μη εφαρμοζόμενης, εν προκειμένω, της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 19 του πδ 237/1986 καθώς, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας σκέψεως (α) η διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 25 ΠΔ 237/1986 είναι ειδικότερη αυτής της παρ. 5 του άρθρ. 19 ΠΔ 237/1986, κατά την οποία η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στην συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αίτια στον ζημιωθέντα (β) η εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης στην περίπτωση ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή, η οποία συνεπάγεται τη στέρηση από τον ασφαλισμένο-ζημιώσαντα των περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεών του έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου, ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρείας, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του ζημιωθέντα, εξαιτίας και μόνο του λόγου ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή του, χωρίς να συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας, συνιστά παράνομη στέρηση περιουσιακού δικαιώματος αντικείμενη στο άρθρ. 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και (γ) η εν λόγω, επικαλούμενη εκ μέρους του παρεμπιπτόντως εναγομένου διάταξη αντίκειται στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο και συγκεκριμένα στο άρθρο 1 § 4 της προειρημένης Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983, η οποία εφαρμόζεται αμέσως λόγω της ακριβούς, ανεπιφύλακτης, μη τελούσας υπό όρο, αίρεση ή προθεσμία και μη χρήζουσας συμπληρώσεως ενωσιακής ρυθμίσεως για πλήρη κάλυψη ως το όριο της ασφαλιστικής κάλυψης. Συνεπώς, πρέπει, αφού διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή της με την από 8.4.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …/10.4.2014 κύρια αγωγή, καθώς έχει με αυτή σχέση κυρίου και παρεπομένου, υπάγεται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του Δικαστηρίου επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 1, 246, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί και από την άποψη της ουσιαστικής βασιμότητά της, δοθέντος ότι, για το αντικείμενο αυτής, έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (ιδ. με αριθμό … Σειρά VI διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ …).

Το εναγόμενο με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και αναφορά στις προτάσεις του, αρνήθηκε την αγωγή και προέβαλε ένσταση έλλειψης ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης, ερειδόμενη επί της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 5 του ΠΔ 239/1986, ισχυρισμός που τυγχάνει απορριπτέος κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα. Περαιτέρω, το παρεμπιπτόντως εναγόμενο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της κρινόμενης αγωγής ένεκα της μη τηρήσεως της προδικασίας που προ βλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 8 του ΠΔ 237/1986 με την προηγούμενη υποβολή σε αυτό έγγραφης αίτησης αποζημίωσης, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση της ενάγουσας και είτε τη λήψη σχετικής απάντησης του Επικουρικού Κεφαλαίου, είτε την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριών μηνών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης.

Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός του εναγομένου θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, δοθέντος ότι η θεσπιζόμενη με την παρ. 8 του άρθρου 19 του ΠΔ 237/1986 προϋπόθεση του παραδεκτού αφορά στην άσκηση αυτοτελούς αγωγής εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου, προ της οποίας ο παθών οφείλει να καταθέσει έγγραφη αίτηση αποζημίωσης καθώς και τα αποδεικτικά της απαίτησής του έγγραφα, προκειμένου, κατά την τελολογία της διατάξεως, να καταστεί δυνατή τυχόν εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς, σε συγκεκριμένο ποσό, και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση εναγωγής αυτού (του Επικουρικού Κεφαλαίου), στο πλαίσιο παρεμπίπτουσας δίκης, οπότε και αφενός μεν ο αιτούμενος την ασφαλιστική κάλυψη εκ μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου, ήδη εναχθείς, στερείται τόσο της διακριτικής ευχέρειας περί εναγωγής ή μη του τελευταίου όσο και των χρονικών περιθωρίων για τη διενέργεια της εν λόγω προδικασίας, αφετέρου δε, ένεκα του παρεπόμενου χαρακτήρα της παρεμπίπτουσας δίκης σε σχέση με την κύρια δίκη, στερείται αντικειμένου οποιαδήποτε αίτηση αποζημίωσης, ως αυτή προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο, προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, καθώς η υποχρέωση ή μη καταβολής της αλλά και το ποσό της θα καθοριστούν δυνάμει σχετικής δικαστικής απόφασης επί της κυρίας δίκης.

Περαιτέρω, το εναγόμενο προέβαλε ισχυρισμό περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής, και δη του αιτήματος αυτής περί καταβολής στην ενάγουσα οποιοσδήποτε ποσού θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ήδη ΕΦΚΑ στο πλαίσιο της κύριας αγωγής, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς, το εν λόγω αίτημα, διατυπωμένο κατά τον ως άνω τρόπο, τυγχάνει πλήρως ορισμένο, ενόψει του παρεπόμενου χαρακτήρα της εν λόγω δίκης, σε σχέση με την κύρια δίκη, από το αποτέλεσμα της οποίας εξαρτάται η καταψήφιση ή μη και ο καθορισμός του ακριβούς οφειλόμενου προς την ενάγουσα ποσού, το οποίο, εξ αυτού του λόγου, δεν είναι δυνατό να εξειδικευθεί, από αυτήν, εκ των προτέρων.

Περαιτέρω το παρεμπιπτόντως εναγόμενο ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως, συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 95%, στην επέλευση του τροχαίου ως άνω ατυχήματος τυγχάνει ο οδηγός του οχήματος της ενάγουσας, όπως, ειδικότερα, αναλύεται, στις προτάσεις του. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, με δεδομένο ότι υπάρχει σώρευση νομικών βάσεων της κρινόμενης αγωγής, ερειδόμενων στον Ν ΓπΝ/1911 και την ΑΚ 914, συνιστά άρνηση της αγωγής τόσο όσον αφορά στη βάση από το Ν ΓπΝ/1911, [ενόψει του ότι πρόκειται περί συγκρούσεως οχημάτων, οπότε η αγωγή στηρίζεται στο άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, στοιχείο της βάσης της οποίας είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου, ενόψει της μη εφαρμογής, επί συγκρούσεως οχημάτων, του άρθρου 5 του νόμου αυτού (ιδ. Κρητικό, Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα, 2008, σελ. 133 επ., ΑΠ 53/2006 ΕλλΔνη 47, 1387, ΑΠ 1051/1998 ΕΕΝ 1999, 877)], όσο και ως προς τη βάση της αγωγής από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ.

Ο επικουρικός, δε, ισχυρισμός, περί συνυπαιτιότητας του ως άνω οδηγού, κατά ποσοστό 95%, είναι νόμω βάσιμος και συνιστά ένσταση, εν μέρει καταλυτική, της αγωγής, στηριζόμενη, κατά το μεν μέρος της, που στρέφεται, κατά της βάσης της αγωγής, που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στη διάταξη του άρθρου 300 §1 εδ. α΄ ΑΚ, κατά το δε μέρος της, που στρέφεται, κατά της βάσεως της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν ΓπΝ/1991, στις διατάξεις του άρθρου 6 εδ. α' και 10 του ιδίου νόμου. Συνεπώς, τυγχάνει, περαιτέρω, ερευνητέος, και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Περαιτέρω το εναγόμενο αρνήθηκε την κύρια αγωγή και προέβαλε ισχυρισμό περί αοριστίας των αιτούμενων από το κυρίως ενάγον ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ήδη ΕΦΚΑ καταβληθέντων στον ασφαλισμένο του κονδυλίων, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, κατά τα αναλυτικά ανωτέρω εκτιθέμενα και τέλος προέβαλε αίτημα περιορισμού της ευθύνης του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ΠΔ 237/1986, το οποίο τυγχάνει ομοίως απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο δοθέντος ότι οι ποσοτικοί περιορισμοί που εισάγονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 εδαφ.γ' του Ν 4092/2012, με το οποίο αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του ΠΔ 237/1986 α) ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης το οποίο οφείλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο υπεισέρχεται στη δικονομική θέση της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία πτώχευσε η της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, περιορισμός ο οποίος ισχύει και για τις γεγενημένες ήδη μέχρι του χρόνου ισχύος του ως άνω νόμου αξιώσεις, πλην αυτών για τις οποίες έχει ήδη εκδοθεί οριστική απόφαση και β) ως προς το ποσοστό του οφειλόμενου τόκου, τόσο για το πιο πάνω ποσό, όσο και γενικότερα για την οφειλόμενη από αυτό (Επικουρικό Κεφάλαιο) αποζημίωση, τυγχάνουν ανεφάρμοστες ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ (ιδ. ΑΠ Ολ 5/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

[...] Την 24.4.2009 και περί ώρα 21:30, ο ασφαλισμένος του ενάγοντος στην υπό στοιχεία Α' αγωγή, … του …, ο οποίος δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία «…», κινείτο επί της Π.Ε.Ο. Κορίνθου - Πατρών, με κατεύθυνση από Πάτρα προς Κόρινθο. Η ανωτέρω λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία (1) λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρα και είναι ευθεία. Στο μέσο του οδοστρώματος αυτής της λεωφόρου υπάρχει διπλή διαχωριστική των δύο αντιθέτων κατευθύνσεων γραμμή, η οποία διακόπτεται στο ύψος της διασταύρωσης της λεωφόρου με την κάθετη προς αυτήν οδό ..., η οποία είναι, επίσης, ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με μία (1) λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.

Το όριο ταχύτητας στις παραπάνω οδούς ορίζεται στα 50 χλμ/ωρα για τα επιβατικά αυτοκίνητα, με βάση ρυθμιστική πινακίδα. Κατά τον ανωτέρω χρόνο υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών αραιή ενώ οι ως άνω ασφαλτοστρωμένες οδοί ήταν ξηρές.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος στην υπό στοιχ. Α' αγωγή, …, οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, …, ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία «… ΑΑΕ», κινείτο επί της αυτής ως άνω ΠΕΟ Κορίνθου - Πατρών, αντίρροπα σε σχέση με τον ανωτέρω οδηγό της μοτοσυκλέτας, με κατεύθυνση από Κόρινθο προς Πάτρα. Όταν το ως άνω ΙΧΕ όχημα πλησίασε στη συμβολή των προαναφερθεισών οδών, ο οδηγός του, που είχε την πρόθεση, πραγματοποιώντας αριστερό ελιγμό, να εισέλθει στη διασταύρωση των δύο οδών, να διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ΠΕΟ Κορίνθου - Πατρών και να συνεχίσει την ευθεία πορεία του στην οδό ..., από αμέλειά του, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν στο προς Κόρινθο ρεύμα κυκλοφορίας της ΠΕΟ Κορίνθου - Πατρών, προκειμένου να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, επιχείρησε αριστερό ελιγμό και εισήλθε σε αυτό (το προς Κόρινθο ρεύμα κυκλοφορίας της ΠΕΟ Κορίνθου - Πατρών), με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδιαστικά στην πορεία του δίκυκλου οχήματος που οδηγούσε …, με συνέπεια η μοτοσυκλέτα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της στη δεξιά πλευρά του οχήματος ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, πλήττοντας την εμπρόσθια δεξιά πόρτα αυτού (πόρτα του συνοδηγού) (ιδ. από 24.4.2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος).

Εξαιτίας της ως άνω σύγκρουσης τραυματίστηκε ο … και υπέστησαν υλικές ζημίες τόσο η μοτοσικλέτα του όσο και το ΙΧΕ αυτοκίνητο. Βάσει των ως άνω συνθηκών του ατυχήματος, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος, απορριπτομένης της ανωτέρω περί συνυπαιτιότητας ενστάσεως των εναγομένων, ως ουσία αβάσιμης.

Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει ο μέσος συνετός οδηγός, ήτοι οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ δεν είχε και τον πλήρη έλεγχο του ως άνω αυτοκινήτου, που οδηγούσε, ώστε σε κάθε στιγμή να είναι σε θέση να εκτελεί τους κατάλληλους χειρισμούς, στην προκειμένη δε περίπτωση επιχείρησε να εισέλθει στην ως άνω διασταύρωση, παραβιάζοντας την προτεραιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα να ανακόψει αιφνίδια την κίνηση της μοτοσικλέτας παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19, 21 και 23 παρ. 2 του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ), παραβίαση η οποία συντέλεσε αιτιωδώς στο ένδικο ατύχημα.

Αντίθετα, καμία υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος δεν βαρύνει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, δεδομένου ότι ο τελευταίος κινείτο σύννομα, σε κάθε περίπτωση εντός του δικού του ρεύματος κυκλοφορίας, ενώ λόγω του αιφνίδιου γεγονότος της εισόδου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, στο ρεύμα πορείας του, δεν υπήρχαν σ' αυτόν περιθώρια ελιγμού και αποφυγής της σύγκρουσης. Εξάλλου, εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε η υπέρβαση εκ μέρους του τελευταίου του ορίου ταχύτητας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν φορούσε κατά τη στιγμή του ατυχήματος προστατευτικό κράνος (ιδ. την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από 24.4.2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος καθώς και την από 7.8.2009 ένορκη κατάθεση του ίδιου), όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 12 παρ. 6 Κ.Ο.Κ.), πλην όμως, ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγων τραυματίστηκε στα πόδια του (ιδ. με αριθμ. πρωτ. …/11.5.2009 έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου …), πρέπει να γίνει δεκτό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η μη χρήση προστατευτικού κράνους δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του τραυματισμού του, η δε χρήση του δεν θα ήταν ικανή να αποτρέψει το εύρος του επελθόντος τραυματισμού του, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων.

Περαιτέρω, ο ανωτέρω, …, κατά το χρόνο του ατυχήματος, εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγού, η έλλειψη της οποίας συνιστά μεν παράβαση του άρθρου 94 ΚΟΚ, πλην όμως, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και το αποτέλεσμά του, καθόσον αυτός δεν ήταν ανίκανος και μη εξοικειωμένος στην οδήγηση μοτοσικλέτας και γνώριζε να οδηγεί, όπως δε προαναφέρθηκε η μη αντίδρασή - του δεν οφειλόταν σε άγνοια του τρόπου αντίδρασης και αποφυγής του ατυχήματος, αλλά στην αιφνίδια και απρόβλεπτη παρεμβολή του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος στην πορεία του, εξαιτίας της οποίας δεν είχε το χρόνο να αντιδράσει.

Με βάσει τα ανωτέρω και ενόψει της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, θα πρέπει να απορριφθεί η προβληθείσα, εκ μέρους των εναγομένων ένσταση συμψηφισμού. Περαιτέρω, λόγω του τραυματισμού του, ο ασφαλισμένος στο ενάγον …, διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο …, εισήχθη στην ορθοπαιδική κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου από 14.4.2009 έως 4.5.2009 και διεγνώσθη «κάταγμα αμφισφύριο ΔΕ ενδομυελική ήλωση ΑΡ εξωτερική οστεοσύνθεση ΔΕ» (ιδ. με αριθμ. πρωτ. …/11.5.2009 βεβαίωση του ανωτέρω Νοσοκομείου).

Ο ανωτέρω παθών, ήταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, 23 ετών και εργαζόταν ως μισθωτός και δη ως ανειδίκευτος εργάτης στην εταιρεία με την επωνυμία «… ΕΠΕ» που εδρεύει στην …. οδό … και δραστηριοποιείται στον τομέα του χονδρικού εμπορίου ρούχων και ενδυμάτων κυνηγιού, έναντι μηνιαίου μισθού 810 ευρώ (μεικτά). Περαιτέρω ο ανωτέρω ήταν ασφαλισμένος στο ενάγον ΙΚΑ- ΕΤΑΜ με ΑΜΑ …, υπαγόμενος στην 9η ασφαλιστική κλάση χωρίς προστατευόμενα μέλη, συνεπεία δε του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία και, ως εκ τούτου, του χορηγήθηκε από τον ασφαλιστικό του οργανισμό αναρρωτική άδεια καθώς και επιδότηση, για το χρονικό διάστημα από 27.4.2009 έως 2.8.2009 συνολικού ύψους 1.415,98 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αρ. πρωτ. …/4.3.2014 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, αναλυόμενη ως ακολούθως: (α) για το χρονικό διάστημα 27.4.2009 έως 3.5.2009 (7 ημέρες επιδότησης x 2,68 ευρώ ημερήσια επιδότηση), ποσό 18,76 ευρώ, (β) για το χρονικό διάστημα 4.5.2009 έως 11.5.2009 (8 ημέρες επιδότησης x 8,03 ευρώ ημερήσια επιδότηση), ποσό 64,24 ευρώ και (γ) για το χρονικό διάστημα 12.5.2009 έως 2.8.2009 (83 ημέρες επιδότησης x 16,06 ευρώ ημερήσια επιδότηση), ποσό 1.332,98 ευρώ. Το ανωτέρω ποσό των 1.415,98 ευρώ, το οποίο δικαιούτο ο παθών, μεταβιβάσθηκε στο ΙΚΑ εκ του νόμου, το οποίο υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του ασφαλισμένου του (άρθρο 10 παρ. 5 ΝΔ 4104/60, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σε συνδυασμό τις διατάξεις του ΒΔ 226/1973 και το άρθρο 18 Ν 1654/1986).

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης στην υπό στοιχ. Α'αγωγή ήταν ασφαλισμένο στην εταιρία «… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε (ΦΕΚ ΤΑΕ ΕΠΕ …/16.8.2013) και συνεπώς από την 16.8.2013, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, το εναγόμενο υπεισήλθε αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της παραπάνω ασφαλιστικής επιχείρησης. Επίσης αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία βρίσκεται σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης και εντεύθεν δεν δύναται να εκκινήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά των ασφαλισμένων της.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει: α) να γίνει δεκτή η υπό στοιχ. Α' αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στο ενάγον το συνολικό ποσό των 1.415,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) να γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα (υπό στοιχ. Β') αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα κάθε ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, το οποίο κατά τα ανωτέρω υποχρεούται αυτή να καταβάλει στο ενάγον της υπό στοιχ. Α' αγωγής με τον νόμιμο τόκο από της καταβολής σε αυτό μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων διαδίκων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.